Sunday, February 24, 2008

H χαμένη μέρα

(από deplaced ή αστικός πόνος 17/20)


Από τη μισάνοιχτη πόρτα είδε τη γυναικούλα που στεκόταν στον διάδρομο μπροστά στο γραφείο της προϊσταμένης. Την ίδια την προϊσταμένη δεν την έβλεπε, του την έκρυβε μια μεταλλική ντουλάπα αλλά μπορούσε να φανταστεί το γουρουνίσιο πρόσωπό της να σουφρώνει ολόκληρο καθώς ύψωνε τη φωνή: «όχι κυρία μου, κάνετε λάθος, εδώ στα χαρτιά μου τo 'χω γραμμένο καθαρά: ο άντρας σας έμεινε στη μονάδα μας από τις 15/4 ως τις 29/4 και μετά ξανά από την 1/5 ως τις 5/5, αυτές τις πέντε μέρες με αποκλειστική», όμως η γυναικούλα δε φαινόταν να πείθεται: «κι εγώ σας λέω πως έμεινε συνέχεια εδώ, μετά την εγχείριση την παραμονή της Πρωτομαγιάς ξανά εδώ τον φέρανε και δεν πήγε πουθενά αλλού, πως θα μπορούσε άλλωστε? Την αποκλειστική την είχε συνεχώς από τις 29 μέχρι…το τέλος», εκεί κόμπιασε λιγάκι κι η φωνή της έπεσε κι άλλο.

Του Θανάση του έκανε εντύπωση που δεν τη θυμόταν καθόλου κι ας είχε μπει η θεία του στο νοσοκομείο την ίδια μέρα με τον άντρα της. Η μονάδα ήταν όλη κι όλη ένας διάδρομος με έξι δωμάτια δεξιά κι αριστερά, δε μπορεί, κάπου θα την είχε πάρει το μάτι του όλες αυτές τις μέρες αλλά και πάλι έτσι ζαρωμένη που ήταν σα νa 'χε μπει στο πλύσιμο, με άχρωμα μαλλιά και ρούχα ποιος ξέρει…Έκλειναν πια κοντά μήνα και τα ρουφηγμένα μάγουλα της θείας του, του μοναδικού του συγγενή στη ζωή, ήταν το τελευταίο πράγμα που 'βλεπε κάθε μέρα όταν ερχόταν στο νοσοκομείο μετά τη δουλειά.

Πίσω η γυναίκα συνέχιζε να διαμαρτύρεται με διστακτική φωνή που ξανακέρδιζε σιγά-σιγά σε ένταση: «δεν καταλαβαίνετε, δεν είναι δυνατόν να μην το έχετε στα χαρτιά σας, σας λέω εδώ τον φέρανε μετά την εγχείριση και ήταν χάλια, που θα πήγαινε?», όμως η προϊσταμένη θα κουνούσε αρνητικά το κεφάλι της: «δεν υπάρχει στην κατάστασή μου, και σημασία έχει ό,τι γράφεται εδώ, δείτε και μόνη σας», η γυναίκα θα 'σκυβε κι ο Θανάσης δε χρειαζόταν να κοπιάσει για να το φανταστεί αυτό, ήξερε καλά τη μπερδεμένη κατάσταση της προϊσταμένης, ο διάβολος ο ίδιος δε θα 'βγαζε άκρη εκεί μέσα.

«Ναι, βλέπω», έλεγε τώρα η γυναίκα ξανά, «όμως ξέρετε καλά πως ήταν συνέχεια εδώ 6 μέρες ακριβώς από τις 29 μέχρι που…», «εσείς μπορεί να το λέτε αυτό αλλά εγώ στα χαρτιά μου έχω άλλα και βέβαια το καταλαβαίνετε, δε μπορώ να σας δικαιολογήσω παρά τις πέντε μέρες της αποκλειστικής», η μέχρι τώρα αποστασιοποιημένη φωνή της προϊσταμένης άρχιζε να προδίδει κάποιον εκνευρισμό.

Ο Θανάσης άκουσε τον αναστεναγμό της γυναίκας σχεδόν δίπλα του, του φάνηκε πως εκείνη ξεφύσηξε στ’ αυτί του, και γύρισε. Φως φανάρι της γυναικούλας της είχανε φάει μια ολόκληρη μέρα και βέβαια φωναχτά δε θα μπορούσε κανείς να το παραδεχτεί πως κάπου κάποιος είχε κάνει ένα λάθος. Κι από τέτοια και χειρότερα λάθη άλλο τίποτα….Ξαναγύρισε τη ματιά του στην διακαλωδιωμένη θεία του που μόλις και ανάσαινε μετά από τρεις αποτυχημένες διαγνώσεις. Οι τελευταίοι μήνες ήταν αρκετοί για να δυσκολεύεται ο Θανάσης να κάνει την ταύτιση ανάμεσα στη θεία του όπως την ήξερε και στο ανήμπορο πλάσμα που βρισκόταν μπροστά του. Και πιο πολύ αυτός ο τελευταίος μήνας, φοβερός στη διάρκειά του, στην ακινησία του, είχε δώσει τη χαριστική βολή στην παλιά εικόνα που ο Θανάσης νόμιζε πως διατηρούσε κάπου βαθιά μέσα του, προστατευμένη, αμετάβλητη: τώρα πια δεν ήταν σίγουρος όχι μόνο αν αναγνώριζε αλλά κι αν μπορούσε να θυμηθεί τη θεία του, το μοναδικό του συγγενή στον κόσμο, όπως ήταν πριν αρρωστήσει.

Η σκέψη αυτή τον ενοχλούσε όλο και περισσότερο όμως περιέργως δεν του μεγάλωνε τη θλίψη. Από τότε που τη θεία την είχανε μεταφέρει στο μοναδικό μονόκλινο της μονάδας λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής της, ο Θανάσης έβρισκε την σκέψη εκεί να τον περιμένει κάθε απόγευμα την ίδια ώρα λες και είχε γεννηθεί στο στενάχωρο δωμάτιο κι όχι στο κεφάλι του. Η αλήθεια είναι πως τον πρώτο καιρό η συμβίωση της θείας του με άλλες τρεις ασθενείς τον είχε εμποδίσει να εστιάσει την προσοχή του στη σταδιακή επιδείνωσή της. Τότε ακόμα κατάφερνε κι έτρωγε λιγάκι, έπαιζε διαρκώς η τηλεόραση, οι συγγενείς των αλλωνών έμεναν κι αφού τελείωνε το επισκεπτήριο και σχολίαζαν με πάθος τα διαδραματιζόμενα. Τώρα όμως όλα είχαν τελειώσει, από τη μισάνοιχτη πόρτα μόλις κι ένιωθε την κίνηση του διαδρόμου και του απέναντι δωματίου. Όλα έφταναν στ’ αυτιά του σαν πνιγμένα με το βαμβάκι.

Κάπως έτσι ένιωθε και τη ζωή του, καπακωμένη. Γύριζε το βράδυ σ’ ένα έρημο σπίτι και μπορούσε μόλις να ελπίζει σε μια από τα ίδια την επόμενη. Το μόνο που 'χε δώσει λίγη «δράση» στην τελματωμένη του καθημερινότητα ήταν το σπάσιμο ενός σωλήνα του νερού ακριβώς μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας του.

Γύριζε λοιπόν πάνω που 'χαν ανάψει στο δρόμο τα φώτα και τον καλωσόριζε το μουρμουρητό του νερού που ξεχυνόταν με αμείωτη ένταση σαν πίδακας και χανόταν στο πεζοδρόμιο. Τις δυο πρώτες μέρες είχαν τηλεφωνήσει στην υπηρεσία, στα κανάλια κι όπου ήταν δυνατό, όμως τίποτα δεν είχε γίνει. Είχε βγει στη σκάλα κι ο ένοικος του ημιυπογείου που από κάτω του φαίνεται να 'χε σπάσει ο αγωγός, και τραβούσε τα μαλλιά του. Ήταν συνταξιούχος καθηγητής της Αστρονομίας, έλεγε, πανεπιστημιακός, στο υπόγειο ορκιζόταν πως είχε ένα σωρό παλιά συγγράμματα και σπάνια βιβλία που θα καταστρέφονταν από την υγρασία αν το πράγμα συνεχιζόταν. Του Θανάση πάντα του ήταν αόριστα συμπαθής ο γέρος αλλά για να λέμε την αλήθεια ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν του είχε γεμίσει το μάτι. Τώρα άρχισε να τον βλέπει αλλιώς. Ο ίδιος έμενε ακριβώς από πάνω στο υπερυψωμένο ισόγειο, το νερό τον νανούριζε ευχάριστα.

Ωστόσο ήταν κι η σπατάλη. Την πέμπτη μέρα τον έπιασε στο μπλα-μπλα το πρωί που πήγαινε στη δουλειά ο παππούς και δεν τον άφηνε με τίποτα. Τι σπατάλη φυσικών πόρων ενώ πιο πέρα κόσμος χάνεται από την ξηρασία, ξέχωρα από την δική του την προσωπική καταστροφή, δεν του κοπάνησε! Εκείνο το βράδυ γυρίζοντας από το νοσοκομείο, πάντα με πεσμένο το ηθικό, ο Θανάσης σχεδόν θύμωσε βρίσκοντας το νερό να ξεχύνεται χωρίς σταματημό στο δρόμο. Κοντοστάθηκε για λίγο με σκοτεινιασμένο βλέμμα όμως ήταν αρκετό για να τον τσιμπήσει πάλι ο παππούς που παραμόνευε πίσω απ’ τα κατεβασμένα στόρια. Του 'χε καρφωθεί πως μπορεί να 'στελνε η υπηρεσία τα συνεργεία της έτσι ξαφνικά μες στη νύχτα και δεν του κόλλαγε ύπνος.

Στάθηκαν λοιπόν κι οι δυο χωρίς να βιάζονται, ο συνταξιούχος που 'χε όλον τον καιρό δικό του κι ο ενεργός ακόμα εργαζόμενος που δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει και κουβέντιαζαν, στο τέλος ανέβηκε ο παππούς και κάθισαν μαζί στη σκάλα. Η νύχτα ήταν γλυκιά, μες στην ησυχία όταν δεν μιλούσαν μόνο το νερό φλυαρούσε κουτρουβαλιάζοντας βιαστικά στο πουθενά.

Έβγαινε πως ήδη κάποια συγγράμματα και βιβλία την είχαν πληρώσει και πως «αν το πράγμα συνεχιζόταν» θα μούχλιαζαν και τα υπόλοιπα. «Έλεγα να τα χαρίσω στην Ακαδημία Επιστημών, μερικά είναι πολύ αξιόλογα, αλλά δυστυχώς δεν εκδήλωσαν ενδιαφέρον. Για την ακρίβεια, στην αρχή εκδήλωσαν ενδιαφέρον, μάλιστα ήταν σχεδόν ενθουσιασμένοι θα μπορούσε να πει κανείς αλλά τελικά, βλέπετε, ακόμα περιμένω…». Ο Θανάσης κουνούσε το κεφάλι του και δεν έβρισκε τίποτα να πει όμως το ίδιο βράδυ τα είδε τα βιβλία του παππού στον ύπνο του. Στοίβες ολόκληρες μέχρι το ταβάνι που για υπόγειο είχε γίνει απίστευτα ψηλό, και πάνω σε καθένα μικρές και μεγάλες πιτσιλιές χνουδωτής μούχλας. Τότε μια φριχτή απελπισία τον έπιασε, πως τάχα μέσα σε κείνα τα βιβλία που καταστρέφονταν στιγμή με τη στιγμή, κρυβόταν ένα τρομερό μυστικό. Όποιος το έβρισκε θα κέρδιζε τη απάντηση…ποιος ξέρει για ποιο πράγμα τώρα, στο όνειρο δεν ήταν ακριβώς καθαρό τι σόι μυστικό ήταν αυτό πάντως τον κυρίευσε μεγάλη μανία και βουτώντας στα βιβλία άρχισε με τρεμάμενα χέρια να τ’ ανοίγει και να πασχίζει να καταλάβει το νόημα των σελίδων τους. Όμως κάτω απ’ τα μάτια του προχωρώντας η μούχλα με γοργό ρυθμό έσβηνε τα γράμματα, έτρωγε τις σελίδες. Ξύπνησε αγκομαχώντας με ένα απέραντο αίσθημα ματαίωσης, σα να 'χε μόλις χάσει για πάντα κάτι απ’ το οποίο κρεμόταν η σωτηρία της ανθρωπότητας.

Εκείνο το πρωί στη δουλειά ήταν αφηρημένος κι όλα του έφταιγαν μα είχε ξεχάσει εντελώς τον εφιάλτη του. Το απόγευμα στο νοσοκομείο του φάνηκε πως η θεία του κάπως σα να πήγαινε καλύτερα. Την κοίταζε πολλή ώρα και στο τέλος νόμισε πως άνοιξε τα μάτια και του 'γνεψε μάλιστα αδύναμα με το κεφάλι, όταν όμως έσκυψε με προσμονή από πάνω της τη βρήκε όσο ασάλευτη ήταν όλο τον τελευταίο καιρό.

Αργότερα το βράδυ ήρθε η γυναικούλα. Το 'χε μάλλον πάρει απόφαση πως δεν ήταν δυνατόν να τα βάλει με την προϊσταμένη. Μουρμούρισε λοιπόν έτσι για τους τύπους κι έφυγε αναστενάζοντας. Τον αναστεναγμό της ο Θανάσης τον κουβάλησε μαζί του σπίτι. Τον είχε συνέχεια στ’ αυτιά του γυρίζοντας, τόσο που του πέρασε από το μυαλό πως δεν ήταν τα χαμένα λεφτά που την πόναγαν τη γυναίκα αλλά που της είχανε κλέψει με τέτοιο παράλογο τρόπο τη μια από τις τελευταίες έξι μέρες του μακαρίτη.

Μπροστά στην είσοδο το νερό κυλούσε πάντα αλλά κάπως σα να 'χε ελαττώσει τη ροή του. Ο Θανάσης μόλις που του 'ριξε μια ματιά. Πήγαιναν κιόλας έξι μέρες, -«για κοίτα!» του 'ρθε στο μυαλό, «όσες πέρασε στο νοσοκομείο ο μακαρίτης», όμως δεν προβληματίστηκε περισσότερο με τη σύμπτωση.

2003/2008

more...

Monday, February 18, 2008

Saturday, February 16, 2008

Αλβανός (;) και γουρούνι

(από deplaced ή αστικός πόνος 16/20)



Θα 'βρεχε; Ο καιρός φαινόταν να φτιάχνει, μόνο κάτι μακρινά σύννεφα αλήτευαν στο βάθος της δύσης στο λιμάνι του Πειραιά αναμαλλιάζοντας παιχνιδιάρικα το φωτεινό μέτωπο του ουρανού. Ο κόσμος αναθαρρημένος από τη βελτίωση κυκλοφορούσε κάπως πιο χαλαρά.

Έξω από το "King M." που πυρετώδικα τοιμαζόταν να γυρίσει στην Κρήτη συνωστίζονταν φορτηγά, επιβατικά και άνθρωποι. Τελικά όχι μόνο. Στην κορφή μιας νταλίκας φορτωμένης με άδεια καφάσια εμφανίστηκε θλιβερά δεμένο απ' το λαιμό ένα γουρούνι. Στην αρχή δε μπορούσε κανείς να πει από που ξεφύτρωσε σ' αυτό το ύψος. Σε μια δεύτερη ανάγνωση του τοπίου όμως, ανακάλυπτε αυτός που θα νοιαζόταν την είσοδό του στη σκηνή.

Το 'χαν φαίνεται ασφαλίσει το ζώο κάτω από μια τάβλα με τρύπες ανάμεσα στα καφάσια, υπολογίζοντας -κακά- πως εκείνο δε θα κατάφερνε να ελευθερωθεί απ' την άβολη και σκοτεινή φυλακή του. Τώρα το γουρούνι βολτάριζε σκοντάφτοντας σε κάθε του τριπόδισμα ανάμεσα στις πτυχές των καφασιών, σε ακτίνα δράσης όση του επέτρεπε το στενόχωρο σκοινί που του 'κοβε την ανάσα, αφήνοντας μόνο κάτι παραπονιάρικες στριγκές κραυγές υψίστης απελπισίας.

Είναι απίστευτο πόσο λίγα ξέρουν οι άνθρωποι της πόλης για ένα γουρούνι. Εικόνα γνώριμη μόνο κάτω απ' τη συγκεκριμένη οπτική ενός πλούσιου πιάτου με μπριζόλες που αστράφτουν απ' το ζεστό λίπος σ' ένα εύθυμο τραπέζι, βρίσκεται έτη φωτός μακριά από τη ζώσα σάρκινη πραγματικότητα. Από την άλλη, ένα γουρούνι δεν είναι με κανένα τρόπο pet. Εκείνη τη μισοπαραπλανητική-μισοαστεία γελοιογραφία ενός γουρουνιού πάντα σε comics -και πιο πρόσφατα σε ταινία-, αφήστε τη καλύτερα στη θέση της. Διαιωνίζει μόνο την παρεξήγηση. Ένα γουρούνι δεν είναι ποτέ τόσο χαριτωμένο όσο το παρουσιάζουν οι εκπομπές κινουμένων σχεδίων. Έχει μάλλον πανικόβλητο και κουτό ύφος κι όσο για τους ήχους που βγάζει, αυτοί κι αν είναι ενοχλητικοί.

Φανταστείτε τέλος αυτόν τον λιπαρό ροζ τρίχινο όγκο με τον πανικό στο βλέμμα να μπουρδουκλώνεται συνεχώς βγάζοντας σπαραχτικές άναρθρες κραυγές, τέσσερα μέτρα πάνω απ' το στέρεο έδαφος, ή αν προτιμάτε τέσσερα μέτρα κάτω απ' το βλέμμα επιβάτη που αρχίζει να βαριέται. Σκαρφαλωμένος στο προτελευταίο κατάστρωμα χαζεύει αφηρημένος την κίνηση του λιμανιού και τα διαφορετικά συμβάντα που την περιγράφουν.

Σκέφτεται αρχικά ο επιβάτης κάτι θετικό για το γουρούνι; Μάλλον όχι. Υπάρχει εκεί μόνο σαν κινούμενη εικόνα, πηγή περιορισμένου άγχους (θα πέσει ή δε θα πέσει από την κορυφογραμμή των καφασιών;), και θορύβου. Σ' ένα επόμενο στάδιο μπορεί κάποιος και ν' αναρωτηθεί: θα προλάβει ο οδηγός της νταλίκας που όπου νάναι αναγκαστικά θα κάνει την εμφάνιση του, να ξανατοποθετήσει το ζώο στην αρχική "ασφαλή" (κυρίως για τα νεύρα του επιβάτη) θέση; η μήπως μέσα στη γενική φασαρία και βιασύνη το "ατύχημα" δε θα γίνει ούτε καν αντιληπτό;

Το γουρούνι στο μεταξύ θα κάνει νομοτελειακά τα μοιραία βήματα και θα βρεθεί απαγχονισμένο στην κλασσική στάση πίσω από τα τελευταία καφάσια που τοποθετημένα σε κλιμακωτό σχηματισμό υποχωρώντας προς τα κάτω το κρύβουν στην πρώτη οπτική επαφή. Βρέθηκε σ' αυτή την παράδοξη τελική θέση κατρακυλώντας σχεδόν σε αργή κίνηση, (πόντο-πόντο τεντώθηκε το σκοινί που του σφίγγει το λαιμό), τώρα πνίγεται κι οι φωνές του όλο κι αραιώνουν.

Ο επιβάτης παρακολουθεί το δράμα ανίκανος να επέμβει, δεν έχει καμιά υποχρέωση άλλωστε ν' ανακατευτεί σε κάτι τέτοιο. Τα λίγα μέτρα που χωρίζουν τις δυο διαφορετικές φάσεις, -εκείνη του παρατηρητή από την άλλη του παρατηρούμενου-, τεντώνουν και γίνονται ολόκληρα ναυτικά μίλια. Ο απαγχονισμός του ζώου λοιπόν συντελείται σε μιαν άλλη σφαίρα, αφορά μιαν άλλη πραγματικότητα σχεδόν εξωπλανητική, και αντιμετωπίζεται με την ίδια πάντα υποχρεωτική, ένοχη στο βάθος της και μουδιασμένη, αδιαφορία.

Στο μεταξύ στο πλοίο φτάνει μια άλλη νταλίκα, πολύ πιο μακριά κι επιβλητική αυτή. Στην τεράστια ουρά της κουβαλά το αρχινισμένο σκαρί ενός σκάφους γερμένου στη μια του μπάντα και δεμένου από παντού με λεπτά σκοινιά απαράλλαχτα όπως ο Γκιούλιβερ απ' τους Λιλιπούτειους.

Ο επιβάτης του πλοίου έχει τώρα την ευκαιρία να θαυμάσει πως μέσα σ' όλον αυτόν τον αλαλαγμό κοιμάται αμέριμνα και σαν πεθαμένος ένας Αλβανός(;) στην κοιλιά του κήτους. Ζαρωμένος στην πλευρά του σκάφους που 'ναι σχεδόν στον αέρα ο ανθρωπάκος, λιγνός κι εκτός κλίμακας, έχει στριμωγμένο λοξά το κεφάλι του ακολουθώντας απόλυτα την κλίση του σκάφους. Κοιμάται υπό γωνία τόσο βαθιά που κάποιος φωνάζει εύθυμα από το πλοίο: "πάρτε το πτώμα!", προκαλώντας τα χάχανα και ένα κύμα τεντωμένων δεικτών προς το θέαμα, αυξάνοντας την εντροπία της γενικής ταραχής και ξυπνώντας το ενδιαφέρον των λιμενικών που πάντα σε στέρεο έδαφος παρακολουθούν τα τεκταινόμενα, ανίκανοι να εκτιμήσουν όσα ξετυλίγονται σε επίπεδο ψηλότερο από το δικό τους.

Τελικά υπό το βλέμμα και το γέλιο του χαρούμενου πλήθους κατεβάζεται ο νεαρός Αλβανός(;) από το σκαρί. Ξύπνησε απότομα, καλά-καλά δεν πρόλαβε να τρίψει τα μάτια του, νομίζει πως βρέθηκε στ' όνειρό του πάνω σε τούτη δω τη φωνακλάδικη προβλήτα, μπροστά στο στόμα του πλοίου που κατάπιε ήδη το προσωρινό του κατάλυμα, και κάτω από τα βάναυσα χέρια του αρχιλιμενικού που τον τραντάζει κρατώντας τον γερά από το γιακά, λες και μια καθολικά αποδεκτή εξήγηση για την "ανάρμοστη" παρουσία του εκεί θα 'ταν δυνατό να ξεπηδήσει μ' αυτό το τρόπο αβίαστα απ' το κουρελιασμένο του πουκάμισο. Φυσικά και κάτι ψελλίζει, κάπως δικαιολογείται(;), όμως ο αρχιλιμενικός απρόσβλητος μέσα στη χιονάτη λάμψη που αναδύουν τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα του, δεν ακούει, δεν πείθεται, δεν καταλαβαίνει. Κρατώντας τον πάντα απ' το γιακά με απειλητικό τρόπο τον διαμετακομίζει, λιγνό, φτενό και σαν πρόωρα γερασμένο, σα να 'ταν κάποιο τσουβάλι δίχως νόμιμο αποστολέα ή παραλήπτη, στη διπλανή προβλήτα για περισσότερες(;) εξηγήσεις.

Ο επιβάτης παρακολουθεί με την άκρη του ματιού του τη βεβιασμένη κίνηση του Αλβανού(;) που βαδίζει χωρίς να βαδίζει, σα να πετά λίγα εκατοστά πάνω απ' το έδαφος κάτω απ' την επήρεια της ώθησης του αρχιλιμενικού που τον παρασύρει στο διάβα του. Παρακολουθεί φυσικά κι εδώ χωρίς να συμμετέχει ούτε καν μ' ένα εύθυμο σχόλιο όπως συνέβη πιο πριν, κι αυτό γιατί η σκηνή έχει χάσει πια κάθε γοητεία δράσης.

Όμοια με τον απαγχονισμό του γουρουνιού συντελέστηκε κι εδώ το αναμενόμενο. Ο κύκλος έκλεισε, κάπου στο βάθος χάνεται το άσπρο της στολής του αρχιλιμενικού και το ακαθόριστα βρώμικο γκρίζο του πουκάμισου του ξένου.

Αρχίζει να βρέχει. Χοντρές σταγόνες νερού σφυροκοπούν με μανία σχεδόν το λιμάνι. Ο επιβάτης αποτραβιέται στο στεγασμένο τμήμα του καταστρώματος και παρακολουθεί πάντα τα συμβάντα που ξετυλίγονται με αφορμή τώρα πια μόνο την ξαφνική νεροποντή. Επιταχύνεται η κίνηση, ανεβαίνει σ' ένα crescendo η οχλαγωγία και τα χρώματα χωνεύονται σ' ένα βαθύ γαλαζωπό γκρίζο που καταπίνει το τελευταίο φως του ήλιου πριν απ' τη δύση του. Κάπως σα να φούσκωσε το ταλαιπωρημένο πουκάμισο του Αλβανού(;) και να σκέπασε την πόλη.

1991/1999/2008

more...

Sunday, February 10, 2008

Feng Shui

(από deplaced ή αστικός πόνος 15/20)


Περίμεναν να τους φέρουν το κρεβάτι. Στο καινούργιο σπίτι που μύριζε ακόμη απ’ τις μπογιές άνοιξε τη μπαλκονόπορτα να μπει το τελευταίο φως. Ήρθε πίσω της όσο πιο σιγά μπορούσε αλλά τα βήματά του αντήχησαν εκκωφαντικά στο άδειο δωμάτιο. Την έπιασε απ’ τους ώμους καθώς στεκόταν παραιτημένη μπροστά στο απίστευτο θέαμα: «Σήμερα πάλι άπλωσε μόνο κάλτσες και χτες είχε απλώσει μόνο σώβρακα, πως στην οργή το καταφέρνει δεν ξέρω...πάει με τις μέρες φαίνεται...» Δεν του είπε πως προχτές είχε πλυθεί μια ολόκληρη σειρά λούτρινα παιχνίδια γιατί το είχε βρει χαριτωμένο, -χόρευαν στον αέρα κούνελοι, ο γάτος Σιλβέστρος, μέχρι κι ένας τεράστιος αρκούδος-, και δεν θα μπορούσε να γκρινιάξει πειστικά και γι’ αυτό.

Εκείνον μάλλον δεν τον πείραζε το αλλόκοτο που παρουσίαζε αυτή η διπλή σειρά με τις σκούρες κάλτσες, -ξανά μόνο αντρικές-, που στριφογύριζε αγκαλιάζοντας τον ηλιακό θερμοσίφωνα στην ταράτσα πιάτο κάτω απ’ τα πόδια τους, μισογέλασε μα δεν έκανε κανένα σχόλιο. Στο σκοτάδι που κατέβαινε αργά γυάλιζε η επιφάνεια του θερμοσίφωνα σαν ένα τεράστιο μάτι πούκλεινε με νάζι στον δυτικό ήλιο πίσω τους, κι οι κάλτσες χοροπήδαγαν με δική τους βούληση γιατί στο πεσμένο φως το σκοινί τους δε φαινόταν πουθενά.

Αναστέναξε και γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του, και το δικό του πρόσωπο χωνευόταν αργά στο σκοτάδι. Δεν τους είχαν συνδέσει ακόμα το ηλεκτρικό. Την αγκάλιασε πιο σφιχτά κι έτριψε το αξύριστο μάγουλό του στο δικό της, τόνιωθε πως ήταν ευτυχισμένος. Εκείνη την πείραζε που δεν είχαν θέα ή μάλλον που είχαν μια τόσο κακή θέα.
«Δεν πρόκειται να μείνουμε για πάντα εδώ, εξάλλου στην κρεβατοκάμαρα δεν πειράζει αν δεν έχει θέα, το σπίτι είναι καινούργιο κι αυτό έχει σημασία», την καλόπιανε. Ασχολούνταν ερασιτεχνικά αλλά με πάθος με το feng shui και τούφτανε που έμπαιναν πρώτοι νοικάρηδες, -το σπίτι είναι άγραφο χαρτί, άσε που έχει και καλό προσανατολισμό,- αυτό επειδή δεν έβλεπε καθόλου βορειοανατολικά.

«Βλακεία κάναμε που συμφωνήσαμε να φέρουν το κρεβάτι απόψε, έχουν ήδη αργήσει», τραβήχτηκε απ’ την αγκαλιά του και πήγε να βάλει τα τριαντάφυλλα σ’ έναν κουβά που σίγουρα κάπου θάχε αφήσει η γυναίκα που καθάριζε. Την ακολούθησε σα νάταν η σκιά της που χόρευε στο μισόφωτο. Βράδιαζε αργά ευτυχώς γιατί σιγά-σιγά έμπαιναν στο καλοκαίρι.
Τα λουλούδια στα χέρια της έμοιαζαν ψεύτικα, φτιαγμένα από κάποιο συνθετικό υλικό είχαν ένα χρώμα ενδιάμεσο, ούτε λευκά ούτε κίτρινα ή ροζ, γενικά «παστέλ» θα τόλεγε, εκείνης όμως της άρεσαν μόνο τα κόκκινα. «Δε μυρίζουν καθόλου» του είπε, λες κι έφταιγε αυτός προσωπικά. Μόνο τα κόκκινα είχαν πια μυρωδιά και πολύ βαριά μάλιστα, όλα τα υπόλοιπα σούφερναν στο νου λαχανικά που με την πρώτη μέρα έχουν κιόλας μαραθεί στο ψυγείο.
Δεν την άκουσε γιατί είχε βγει στο μπροστινό μπαλκόνι και κοίταζε μήπως έρχονταν. Άφησε τα μπουκέτο στο νερό και κράτησε μόνο ένα μισάνοιχτο φουντωμένο μπουμπούκι μαζί της. Έπειτα βγήκε και στάθηκε δίπλα του. Ο δρόμος ήταν ήσυχος κι έπλεε μες το ηλεκτρικό φως. Απ’ τις περιποιημένες μεζονέτες ολόγυρα ερχόταν ένα πνιγμένο κύμα βραδινής δραστηριότητας.

«Πολύ ήσυχη γειτονιά», αποφάνθηκε, «θα περάσουμε μια χαρά εδώ, είναι βέβαια κάπως μακριά απ’ το κέντρο αλλά δε βαριέσαι, είναι σπουδαίο σπίτι. Ας είναι καλά ο θείος μου που το βρήκε γιατί κι η τιμή για καινούργιο σπίτι, δεν παίζεται»
Γύρισε την πλάτη στο δρόμο και κοίταξε ίσια μέσα στο δωμάτιο του σαλονιού. Η θέα απ’ το παλιό της studio ζωντάνεψε ξαφνικά κάτω απ’ τη μύτη του αλλά που να το πάρει είδηση.
Στριφογύριζε ακόμη στα χέρια της το τριανταφυλλάκι όμως τώρα έσκυβε πάνω από μιαν άλλη κουπαστή. Απ’ το ποτάμι φύσαγε ένας νοτισμένος αέρας που της μπέρδευε τα μαλλιά και στο βάθος του ορίζοντα το βλέμμα της σταμάταγε μόνο στο 10ώροφο μέτωπο απ’ τις εργατικές πολυκατοικίες που τα τζάμια τους έλαμπαν χρυσαφιά στο φως της δύσης πίσω της. Βούιζε η λεωφόρος στα πόδια της και σκέπαζε τη φασαρία απ’ τις μαούνες στο ποτάμι κι απέναντι στον υπερυψωμένο αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας που την κίνησή του μόνο τη μάντευε πίσω απ’ το ηχοπέτασμα.
Μία μετά την άλλη άναβαν οι διαφημίσεις των τσιγάρων στις ταράτσες. Απ’ το μπαλκόνι της μπορούσε να δει μέχρι κι ένα κομμάτι απ’ τις γραμμές του monorail που σ’ εκείνο το σημείο γλιστρούσε ανάμεσα σε ποτάμι και highway, πότε-πότε προλάβαινε την άκρη από κάποιο, -ασημένιο της φαινόταν- βαγόνι που έπαιρνε την στροφή όπως σε amusement park.
Την άνοιξη χαιρόταν τις κερασιές, μια μακριά ροζ μονοκοντυλιά που αγωνιζόταν να επιβάλλει την παρουσία της σαν και πρώτα χωρίς να το καταφέρνει, στη σκιά απ’ το μπετόν του αυτοκινητόδρομου πάντα. Το καλοκαίρι το μπαλκόνι γινόταν το θεωρείο της, στην ποδιά της έσκαγαν τα πυροτεχνήματα στο ποτάμι και γιόρταζε μαζί της όλη η πόλη.
Αλήθεια διασκέδαζε με το θέαμα που δεν έπαυε σχεδόν ποτέ, μόνο άλλαζε ένταση. Κάθε φορά που η ζωή της φαινόταν να χτυπά σε τοίχο, έβγαινε στο μπαλκόνι της κι η κίνηση ορμούσε καταπάνω της όλες τις ώρες και μ’ όλους τους φωτισμούς. Δε χρειαζόταν να έχει τηλεόραση, τη νανούριζε και την παρηγορούσε η αδιάσειστη βεβαιότητα πως η ζωή δεν σταματά ποτέ με ή χωρίς εμάς. Έπαιρνε λοιπόν βαθιές ανάσες απ’ τον επιβαρημένο αέρα που πάντως λόγω του ποταμιού μύριζε και λίγο θάλασσα πάνω κι απ’ τις εξατμίσεις των long vehicles, και σαν γνήσιο παιδί της πόλης έβρισκε ξανά κουράγιο και συνέχιζε. Συνέχιζε τι?

Είχε διακοπεί πια η ζωή στην πόλη της, είχε χάσει το studio και τη θέα. Είχε γυρίσει.
Άλλαξε θέση κι έβλεπε πάλι τον δρόμο. Της έδωσε τσιγάρο μα δεν το πήρε, έπαιζε με το τριαντάφυλλο.

«Να πάμε να φάμε μετά σ’ εκείνη τη ταβέρνα στη γωνία, φαινόταν μια χαρά. Στάσου, θα πάρω και τους Θ., γαμώτο, που έβαλα το κινητό? Να δεις που θα το άφησα στ’ αμάξι, περίμενε λίγο, δυο λεπτά θα κάνω. Και σκέψου νάχουν πάρει απ’ το μαγαζί πως δεν θάρθουν λέει!»
Και μ’ αυτό πετάχτηκε πάνω λες και κρεμόταν η ζωή του απ’ τη σβελτοσύνη του και δε μπόρεσε να μην θαυμάσει πόσο του ταίριαζε αυτό όπως και τα γένια των 3 ημερών κι ας την τσίμπαγαν.

«Έτσι ήμουν κάποτε κι εγώ, δε στεκόμουν στιγμή», σκέφτηκε. Αφηρημένα γλίστρησε το δάχτυλό της στην καρδιά του λουλουδιού μέχρι που σχεδόν το άνοιξε στα δύο. Η μεταξένια αφή των πετάλων της θύμισε πως είχε αφήσει πίσω κάποιαν άλλη να χαίρεται τη θέα της, έστω και χωρίς αυτήν.

Δεν πέρασαν 5 λεπτά και ξεφύτρωνε πίσω της λαχανιασμένος. «Είχαν πάρει να πουν πως δεν μπορούν να παραδώσουν απόψε και θάρθουν αύριο λέει, τζάμπα περιμέναμε! Πάω να κλείσω πίσω και φύγαμε. Α, πήρα και τους Θ., και βρήκα την Α., θα έρθουν λέει»
Τον ακολούθησε στα τυφλά στο σκοτάδι που χυνόταν από παντού. Στο διάδρομο, γύρισε προς το μέρος της κι έκανε οχτάρια πάνω στα μάτια της με το φακό παιχνιδιάρικα περιμένοντας τις αντιδράσεις της. Δεν αντιστάθηκε, μόνο έδειξε αόριστα με το τριαντάφυλλο τους τοίχους όταν είχαν μπει στο δωμάτιο: «Εκεί να βάλουμε το έργο της R. Στόχω δείξει, δεν στόχω δείξει?»
Ήταν το μόνο πράγμα πούχε απ’ την R., όλο κι όλο μια γυναικεία πλάτη έτοιμη να προχωρήσει και να χαθεί σ’ ένα ασπρόμαυρο βάθος με κόκκινα ίχνη, μπορεί και πλατείας. Θύμιζε πολύ de Chirico.

Έκλεισε προσεκτικά και μετά την τράβηξε πάνω του ενώ πήγαιναν προς τη σκάλα.
«Αφού το ξέρεις πως δε γίνεται να βάλουμε έναν τέτοιο πίνακα στην κρεβατοκάμαρα. Σοβαρά τώρα...μια γυρισμένη πλάτη? πως θάνιωθες να το βλέπεις πρωί και βράδυ? Έχει κακή «ενέργεια», πίστεψέ με. Στην κρεβατοκάμαρα ειδικά, για να μη σου πω και παντού, μόνο «θετικά» θέματα. Νάταν τουλάχιστον μια γυναίκα που έρχεται, καταλαβαίνεις τι εννοώ...αλλά που φεύγει? ποτέ!»
Της τάλεγε έτσι όπως μιλάνε σ’ ένα ξεροκέφαλο παιδί όσοι ξέρουν καλύτερα. Στη σταθερότητα της φωνής του δε μπορούσε ποτέ να αντιπαρατεθεί, νικούσε πάντα.

Ήταν στ’ αμάξι πια όταν θυμήθηκε πως είχε ξεχάσει τα τριαντάφυλλα.

«Τα παίρνουμε αύριο, δε χάθηκε ο κόσμος» Και μετά, σα να τούχε έρθει η πιο καταπληκτική ιδέα στον κόσμο:
«΄Οσο για τη θέα που λες, θα κρεμάσουμε έξω από δυο καθρεφτάκια σαν παραστάδες δεξιά κι αριστερά, κι έτσι δεν θα μπορεί να μας πιάσει τίποτα, ούτε οι κάλτσες, ούτε τα σώβρακα, ούτε αυτός ο αναθεματισμένος ο ηλιακός, που έχεις δίκιο τελικά, σα μάτι που μας κατασκοπεύει είναι». Και γέλασε ευχαριστημένος μόνος του.

Έβαλε ξανά το δάχτυλο στην τρυφερή καρδιά του λουλουδιού κι αυτή τη φορά τόσκισε ως κάτω.

1999/2008

more...

Saturday, February 2, 2008

Εικόνες από μια –Multimedia- Έκθεση

(από deplaced ή αστικός πόνος 14/20)

ΕΞΟΜΟΙΩΤΗΣ

Τη είναι εικονικη πραγματικοτητα.
Συνδυαζει κινηση.εικονα.ηχο. δινοντας ετσι την εντυπωση της πραγματι/τας.
Ειναι για ολες της ηλικιες.
ΔΕΝ ΖΑΛΙΖΕΙ
Ζηστε μια ξεχοριστη εμπειρια.
Είναι τελειος ακινδυνο.

(Πανηγύρι Τεγέας, Αύγουστος 1999)

Από μακριά ο φωτισμένος χώρος της έκθεσης έτρεμε κάτω από διαδοχικά κύματα ήχου και νυχτερινή υγρασία σε διάφορα χρώματα. Καθώς πάρκαρε, -παραδόξως με άνεση- στη χωματένια αλάνα, τον έφτασε ένα μεγάλο μπλε, τον τύλιξε, κι άρχισε να τον τραβά προς τα μέσα. «Καλό!», σκέφτηκε, σκέφτηκε? ένα μέρος του μυαλού του τουλάχιστον σκέφτηκε, ή προσπάθησε να σκεφτεί, που είναι σχεδόν το ίδιο γιατί είχε κάνει τα πάντα για να λειτουργεί με μειωμένη αντίληψη της «πραγματικότητας», a certain mind-numbing substance, a certain…τώρα ευτυχώς ο πόνος της στέρησης χανόταν στα βάθη του μυαλού του, σα να μην είχαν γνωριστεί ποτέ.

Τρεκλίζοντας ελαφρά και χαμογελώντας παρά τη θέλησή του, με τις γλώσσες υποδοχής να τον έχουν καταπιεί, -πότε πρόβαλλε έξω απ’αυτές μόνο κομμάτι απο το ένα του χέρι και το ρολόϊ, πότε το ένα του παπούτσι ξέφευγε απ’ το αγκάλιασμα, και γινόταν ξανά, πως να το πούμε? «συνηθισμένο»-, έτσι έφτασε πιο κοντά στη δράση –και στις πλάτες από καμιά εκατοστή ανθρώπων «σαν κι αυτόν»?-, ρούχα «with an attitude», που άστραφταν κάτω από το φως των προβολέων, ρούχα «κανιβαλιστικά πούχαν φάει τους ανθρώπους που τα είχαν φέρει εκεί», «σκέφτηκε» πάλι, αλλά δεν πρόκειται να ξαναχρησιμοποιήσω το ρήμα γιατί το αδικώ, δεν σκεφτόταν πια, ο θόρυβος κι ο ρυθμός τούχαν πάρει το μυαλό, -κι αυτή είναι άλλη μια λέξη που δεν θα χρησιμοποιήσω επίσης, κι έτσι θα φτιάξω αυτήν την ιστορία επιβάλλοντας μια κάποια αυτολογοκρισία.

Μόλις όμως τον εγκατέλειψε το χρώμα υποδοχής μπροστά στην είσοδο, τεράστια σαν μάτι θυμωμένου Κύκλωπα, -«δεν έχουμε αρχίσει ακόμα, they’re rehearsing», ούρλιαξε στ’ αυτί του ο τύπος που έπαιρνε τις προσκλήσεις κι ήταν κι αυτός σαν το παπούτσι του προτήτερα «συνηθισμένος», γιατί δούλευε εκεί, «πως μπορεί άραγε να δουλεύει κάποιος εδώ?»-, κάτι βυθίστηκε μέσα του, κράτησε λίγο αλλά βυθίστηκε, αυτό δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Οπισθοχώρησε, ξανατρέκλισε, κανείς δε φαινόταν να το προσέχει.

Συνέβαινε ένα παράξενο πράγμα: ακόμα δεν είχε καταφέρει να δει κανενός το πρόσωπο, μόλις πλησίαζε κάποιον εκείνος γύριζε και τούδειχνε την πλάτη του, «πολύ ωραία πλάτη βέβαια, και κώλος, και τα χρώματα, κι η μουσική», όλα αυτά έκαναν ό, τι μπορούσαν για να τον ανεβάσουν απο κει πούχε πέσει λίγο πριν, και στο τέλος το κατάφεραν. Γύρισε κι αυτός την πλάτη του στους υπόλοιπους και άρχισε να χαζεύει το θέαμα των –αραιών πάντα- νεοφερμένων που τους υποδέχονταν οι χρωματιστές γλώσσες, «δυνατό!», έτσι τον είχαν φέρει κι αυτόν μέσα όμως η κομψή εκδήλωση φιλοξενίας είχε κιόλας συντελεστεί και τώρα αφημένος στα ενδιάμεσα κενά παράδερνε χαμένος στη δίνη του σκοτεινού υπαίθριου χώρου χωρίς εμφανή όρια. Από πάνω ο ουρανός των πρώτων πρωϊνών ωρών είχε κατέβει χαμηλά σαν καπάκι χωρίς σύννεφα ή άλλα χαρακτηριστικά.

Τόνιωσε το χέρι του και την επιθυμία του. Η οθόνη του κινητού άναψε ξαφνικά προκλητική κάτω απ’ το θολωμένο του βλέμμα. «Τι να της γράψω? Να την ρωτήσω αν είναι κι εκείνη «έξω»? «Έξω»? Έξω όπως κι εδώ, και σκάναρε πάλι τον κόσμο τριγύρω που μαζευόταν κι αραίωνε σα να μην υπήρχε η ένταση της μουσικής, αργά, «έξω» από τον ρυθμό.

Δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα, «improbability level of 2 to the power of 276.000 to 1 against and rising», να είναι εκείνη εδώ. Σ’ ένα μέρος σαν κι αυτό.

Παλιά τη διέταζε απο το κινητό. «Μπες στο Δίκτυο», «Ξάπλωσε», «Κοιτάξου στον καθρέφτη», «Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος» Η συνομιλία ήταν αναγκαστικά κοφτή όμως αυτό δεν τους πείραζε,...ή μήπως πείραζε εκείνη?

Οι διαφορές του χαρακτήρα, οι διαφορετικές συνήθειες, το μέγεθος του στήθους, those little “quirks”...Κρατούσε πάντα στο μυαλό του, -oops!-, μιά λίστα με όσα θάπρεπε η γυναίκα των ονείρων του να διαθέτει. Κι όσο άλλαζε όνειρα, άλλοτε με το καλό, άλλοτε με το ζόρι, μόλις γνώριζε κάποια αμέσως άρχιζε το τσεκάρισμα. Κι όσο έβλεπε τα κουτάκια δίπλα στις προϋποθέσεις να γεμίζουν τόσο έπεφταν οι αντιστάσεις του, άδειαζε, εγκατέλειπε την αίσθηση του εαυτού, γι’ άλλη μια φορά και ξανά χωρίς ελπίδα ερωτευόταν.

Ο φωτισμός γύρω του άλλαζε, καπνός απο ξερό πάγο, -«πόσο παλιό και αποτελεσματικό!» κι ας μύριζε κάτι σαν καμένος πολυεστέρας-, ξέφευγε χαμηλά στη βάση της έκθεσης/αποθήκης, ανέβαινε κι έκανε, -επιτέλους! ο διπλανός του γύρισε και τούδειξε-, τους φακούς απ’ τα μάτια μωβ-μπλε, «σαν τους λύκους!», τα δόντια ολόλευκα. Κάτω απο το μαύρο φως όλα ξαναγίνονταν «σημαντικά», τώρα είχαν μια ζωή από μόνα τους, δε χρειαζόταν ν’ ανησυχεί για τίποτα.

Έβαλε ξανά στην τσέπη του το κινητό, μια στιγμή αδυναμίας ήταν και πέρασε, του τριβέλισε όμως για λίγο το μυαλό.





Τους έδωσαν ένα ελαφρύ κράνος μπαίνοντας. Η αίθουσα ήταν στο μαύρο σκοτάδι μα σιγά-σιγά τα μάτια συνήθισαν κι όταν ένα-ένα άρχισαν ν’ ανάβουν τα σποτ πάνω απ’ όλες αυτές τις γυμνές κούκλες...άλλαξε κι η ψυχική του διάθεση. Δεκάδες κούκλες βιτρίνας περιστρέφονταν μέχρις εκεί πούφτανε το μάτι, άλλες πιο γρήγορα, άλλες πιο αργά γύρω απ’ τον άξονά τους χωρίς τριβές. Ο κόσμος υπάκουα φόρεσε το κράνος και άρχισε να περιφέρεται μουρμουρίζοντας ανάμεσα σ’ αυτό το ανθρωπόμορφο δάσος, ακολούθησε κι αυτός σκοντάφτοντας πότε-πότε, το δάπεδο είχε στρωθεί πρόχειρα.

«Μια πολύ απλή ιδέα τελικά», κάθε κούκλα ήταν πομπός μικρής εμβέλειας, περνώντας από δίπλα της «έπιανες» το μήνυμά της. Όμως φυσικά το πράγμα δε σταματούσε εκεί. Μπορούσες ν’ «απαντήσεις» και τότε η κούκλα άρχιζε έναν «διάλογο» μαζί σου. Ωραία, έστω, κάτι που έμοιαζε με διάλογο.

Σταμάτησε στη μέση της πορείας, οι από πίσω του ενοχλημένοι τον προσπέρασαν στο τσακ να τον εμβολίσουν. Δεν ήθελε άλλο, έβγαλε το κράνος. Χωρίς αυτό όλα ήταν διαφορετικά. Τέρμα κι η μουσική, πάει κι ο «διάλογος». Μόνο το σούρσιμο των ποδιών, κάποιο πνιγμένο γελάκι, ο καθένας φαινόταν απασχολημένος να δέχεται και να κάνει ερωτήσεις. Τι θα μάθαιναν απ’ όλ’ αυτά?

Άστραφτε σποραδικά η touch screen πούχε η κάθε κούκλα στο στομάχι της και σε κάθε περιφορά ο ομφάλιος λώρος της καλωδιωμένης πλάτης της, την απόληξη όμως της καλωδίωσης δεν μπορούσε να την διακρίνει γιατί χανόταν στα σκοτεινά βάθη της καλά κρυμμένης κονσόλας. Ενιωθε πως όπου νάναι κάποιος θα τον χτυπούσε με επαγγελματικό ενδιαφέρον στην πλάτη: «είστε οκ?»

Το μόνο που του άρεσε όλο και πιο πολύ ήταν πως γυάλιζε το πλαστικό δέρμα απ’ τις κούκλες, πως είχαν φτιάξει τις ρόγες τους. Στα φαλακρά τους κεφάλια τα άδεια μάτια κοίταζαν χαμηλά, μόνο οι ρόγες τους ανηφόριζαν σα να αδιαφορούσαν για τις συνέπειες της βαρύτητας. Πάλι ο πόνος της στέρησης τούκαψε το μυαλό, -ναι, το μυαλό...-, το κινητό βρέθηκε με δική του βούληση ξανά αναμμένο στην ιδρωμένη χούφτα του. «Τι να της γράψω? πως θάθελα νάταν εδώ? how pathetic…και γιατί δε λέμε πια ποτέ την αλήθεια», ή μήπως είχα λογοκρίνει κι αυτή τη λέξη?

Η αλήθεια, κι ο πόνος που μου παίρνει το μυαλό, κι όλες οι λέξεις που δεν έχω το δικαίωμα να χρησιμοποιώ αφου ευτέλισα το νόημά τους. «Addiction!», σφυρίζει τότε η κούκλα που είναι πιο κοντά μου, κι ας μην είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό αφού δε φοράω πιά το κράνος. Αρχίζω να τρέμω, σηκώνω τα μάτια απ΄ την οθόνη και ξαφνικά είμαι μόνος. Σα νάχει τελειώσει το party και να με ξέχασαν μέσα.

Όμως δεν είμαι εγώ αυτός που του συμβαίνουν όλ’ αυτά κι αν το προσπαθήσω πολύ θα ξυπνήσω. Κι ας στριφογυρίζουν όλο και πιο γρήγορα σαν τις τρελές οι κούκλες ως εκεί που προοπτικά φτάνει το μάτι, κι ας μου δείχνει τώρα τα δόντια της εκείνη που προηγουμένως μου σφύριξε αυτό που δεν ήθελα να ξέρω, αυτό που πρέπει αμέσως να ξεχάσω. Γελάνε μαζί μου, κατάλευκα κάτω απ’ το μαύρο φώς. Πόσο τη μισώ, πόσο τη λατρεύω!

Και ξέρω τι θα της γράψω: «δεν είσαι εδώ, είσαι εδώ» Σε διατάζω. Σε ελέγχω.

Ξαναβάζει το κράνος κι όλα είναι οκ. Ο κόσμος συνεχίζει να περιφέρεται, σταματά άτακτα, δέχεται, εκπέμπει. Οι κούκλες, αυτό το μυστικό μαντείο, έχουν τη λύση. Τυχαία, καρμικά, όπως ρωτάμε το I-ching, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα τα ζώδια με τον πρωϊνό καφέ, κι όπως εμπιστευόμαστε τον καθρέφτη στο μπάνιο: «σε ξέρω καλά, κι αυτό θα περάσει».

Στέκεται μπροστά σ’ εκείνη την συγκεκριμένη κούκλα που προηγουμένως ξεχώρισε απ’ όλες τις άλλες. Για όλους τους άλλους είναι μια απ’ τις πολλές και με τίποτα στον κόσμο δεν θα μπορούσαν να την διακρίνουν, για κανένα λόγο. Μόνο αυτός το βλέπει, μόνο εκείνος καταλαβαίνει.

Οι διαφορές του χαρακτήρα, οι διαφορετικές συνήθειες, το μέγεθος του στήθους, those little “quirks”..., μαγικά η λίστα από τα βάθη του μυαλού του που καίει συμπληρώνεται από ένα αόρατο χέρι. Εκείνος αδειάζει, κομμάτια του πέφτουν στο πάτωμα, και χύνεται. Είναι απίστευτα, απίθανα ερωτευμένος και κανένας δεν θα το χαλάσει αυτό. Και δεν ακούει τίποτα απ’ όσα σε κανονικά προγραμματισμένα από την κρυμμένη κονσόλα διαστήματα εκτοξεύει επάνω του εκείνη, μόνο ξέρει καλά τι θα της πει, τι θα της ζητήσει:

«Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος»

«Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος»

«Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος»

1999/2008

more...

Το αστείο

(από deplaced ή αστικός πόνος 13/20)



Ίσως αργότερα...

more...