Friday, September 19, 2008

Κλέφτικος (*)

Ο Ν. γιόρτασε τη γέννηση της κόρης της γυναίκας που αγαπούσε με τον τρόπο που του φάνηκε καλύτερος: έγινε τύφλα παίζοντας τον ‘Κλέφτικο’ χορό του Σκαλκώτα μέχρι που το cd χτύπησε. Ιδέα δεν είχε γιατί διάλεξε αυτό ειδικά το κομμάτι. Ίσως στο μεθύσι του επάνω του φαινόταν πως σε κάθε κόμπιασμά της η μουσική φράση που του είχε κολλήσει, μαζί με τους κλέφτες, τις Σουλιωτοπούλες και ό,τι άλλο, έφτανε ένα βήμα από τον γκρεμό κι εκεί κρατιόταν και δεν πήδαγε κάτω.

Όμοια κι αυτός ταλαντευόταν μεταξύ ζωής και θανάτου, -έτσι του φαινόταν από το τρίτο ποτήρι ουίσκι και μετά. Το παιδί δεν ήταν δικό του, η γυναίκα που λάτρευε είχε διαλέξει να μείνει με τον άντρα της, γιόρταζε απλά το γεγονός κι ούτε καταλάβαινε γιατί. Έπαιζε λοιπόν το κομμάτι ξανά και ξανά, και κάθε φορά που πλησίαζε πολύ κοντά στο χαμό του γύριζε πίσω. Ήταν αλήθεια, η μουσική μπορεί να σώσει τη ζωή κάποιου: τον κρατά από μια κλωστή πάνω απ’ την άβυσσο, τον πηγαινοφέρνει αλλά τον σώζει στο τέλος.

Έτσι ο Ν. πήγαινε κι ερχόταν τώρα, το κομμάτι τον οδηγούσε ή μάλλον προσπαθούσε να του βρει τα βήματα γιατί το μυαλό του είχε θολώσει. Είχε μήνες να δει τη γυναίκα που τον είχε φέρει σε τέτοια απόγνωση. Ήξερε βέβαια πως όπου να ’ναι θα γεννούσε το παιδί της, αυτό το παιδί που δεν ήταν δικό του κι όμως τον ένιαζε περισσότερο απ’ όσο αν ήταν. Γιατί αν ήταν δικό του τα πράγματα θα ’ταν αλλιώς και η γυναίκα θα ’χε μείνει μαζί του, ήταν σίγουρος γι’ αυτό, βαθιά μέσα του ήταν σίγουρος πως αυτός ήταν η μία, η μοναδική αγάπη, ο μεγάλος έρωτας της γυναίκας, κι όμως δεν είχε σταθεί δυνατό.

Στο τέλος καμιά εμπιστοσύνη δεν είχε καταφέρει να εμπνεύσει στην αγαπημένη του και τώρα την έχανε για πάντα. Εκείνη είχε προτιμήσει μια ρουτίνα που ήξερε, ‘ένα στοίχημα ζωής’ όπως το ονόμαζε, από κείνα που μετριούνται με την αντοχή στον χρόνο όσων συμμετέχουν, και τώρα απομακρυνόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα από κοντά του. Ποτέ ξανά, ποτέ δεν θα γνώριζε τον έρωτά του, ποτέ...ένα μικρό πλάσμα την έδενε οριστικά με μια άλλη πραγματικότητα που εκείνος δεν θα ήταν μέρος της.

Κι όσο οι Σουλιωτοπούλες χόρευαν τον χορό τους εκείνος βυθιζόταν στην απελπισία που συνιστά η βεβαιότητα πως ποτέ ξανά, ποτέ ξανά...Κι όσο το αλκοόλ κυριαρχούσε στο μυαλό του ο χορός τον έφερνε ένα βήμα πριν το πέσιμο και πάλι τον μάζευε.

Ευλογημένος ας είναι λοιπόν ο χορός γιατί χωρίς αυτόν θα ’πρεπε, είχε αρχίσει κιόλας να σχεδιάζει την αυτοκτονία του για τα 40α του γενέθλια, είναι τόσο δύσκολη λοιπόν αυτή η ηλικία; Είναι. Γι’ αυτό κι αυτός σχεδίαζε πριν τη βοήθεια του χορού ένα πέταγμα, κάτι εντυπωσιακό που να φανεί όμως και σαν ατύχημα για να μην στενοχωρηθούν οι φίλοι. Όμως ήρθε η μουσική, παρ’ όλες τις αμφιβολίες και τα ερωτήματα που θέτει ή ίσως ακριβώς εξαιτίας τους, και τον τράβηξε από το μανίκι, πέρασε ένα χέρι υποστήριξης γύρω από τη μέση του και τον κράτησε πάνω από το ηφαίστειο, γιατί φυσικά μες στον πόνο του θέλησε να πηδήξει πάνω απ’ το ηφαίστειο της Νισύρου κι ας μη γίνεται κάτι τέτοιο.

Τον κράτησε απαλά, τον άφησε μετά για λίγο, αιωρήθηκε εκείνος, και σα να μαλάκωσε κάπως ο πόνος και παρά το μεθύσι ξαστέρωσε ο νους του και δεν ήταν πια σίγουρος πως ήθελε να κάνει κακό στον εαυτό του. Γιατί είχε πολλές φορές θελήσει να κάνει κακό στη γυναίκα και μετά στο παιδί της αλλά τον κρατούσε ένας κρυφός φόβος που τελικά μόνο από την αληθινή αγάπη μπορεί να προέρχεται γιατί αλλιώς θα ήταν μόνο χαιρέκακο μίσος, τώρα όμως όλη αυτή η κακία που δεν είχε τολμήσει να εκφραστεί είχε γυρίσει πάνω του και τον έπνιγε. Ήθελε να σκοτωθεί αφού η αγάπη του δεν του επέτρεπε να σκοτώσει κι η μουσική τον κράταγε παρηγορητικά πάνω απ’ το κενό όλην αυτή την ώρα και τον νανούριζε σα να ’ταν αυτός το μωρό, το μωρό της γυναίκας στην αγκαλιά της. Πολύ μικρό, που έχει ανάγκη συνεχούς φροντίδας και για μια στιγμή μονάχα να το αφήσεις απ’ τα μάτια σου κάτι κακό θα του συμβεί και θα ’ναι για πάντα.

Για πάντα. Πόσο πικρή είναι αυτή η έκφραση! Και πόσο λίγο κρατά...γιατί αύριο θα σηκωθεί ξανά και θα πάει όπως όλες τις μέρες στη δουλειά του, θα στριμωχτεί στο λεωφορείο και θα ζεσταίνεται, θα φάει κάτι ανθυγιεινό για μεσημέρι και θα κουτσομπολέψει με τους συναδέλφους. Δεν θα τον ενδιαφέρει τίποτα γιατί μόλις την προηγούμενη νύχτα ένας χορός θα τον έχει γλυτώσει στο τσακ από τον χαμό του κι όμως θα γυρίσει σπίτι από τη δουλειά και θα κάτσει να ράψει ένα κουμπί που του λείπει καιρό από το αγαπημένο του πουκάμισο, και μετά θα χτυπήσει το τηλέφωνο και δεν θα το σηκώσει γιατί πάλι χωρίς να το καταλάβει γέμισαν τα μάτια του δάκρυα και γι’ αυτό παράτησε το ράψιμο αλλά προνόησε να κοιτάξει ποιος καλούσε and made a mental note.

Επειδή αύριο το δίχως άλλο θα ’ναι καλύτερα, η μουσική τον κρατά πάνω από το χάος που του γνέφει, κι έτσι θα ’ναι σε θέση να ξυπνήσει πάλι την επομένη και ν’ αντέξει το φως, να πάρει πίσω εκείνον που τον κάλεσε, γιατί η ζωή εξακολουθεί, έτσι λένε, έτσι είναι, η μουσική του το φέρνει μαλακά για να μη φρικάρει και συχαθεί εντελώς τον εαυτό του που όσο κι αν πίστευε πως αυτό πρέπει να κάνει, αυτό είναι το σωστό, δε βρίσκει το κουράγιο να σκοτωθεί και το πράγμα να τελειώσει εδώ αντί να σέρνεται ποιος ξέρει για πόσο καιρό ακόμη μέχρι να βρεθεί κάτι άλλο, φάρμακο ή υποκατάστατο και να μη θέλει πια να πεθάνει από έρωτα.

‘Θα γίνω πάλι όπως πριν; Θα είμαι ο ίδιος ή μήπως κάποιος άλλος πιο κουρασμένος, πιο κυνικός; Θα ξαναγαπήσω; Θα προλάβω;’

Γελοίες σκέψεις ενός μανιακού όμοιες με εκατομμύρια άλλες, έτσι του φαίνεται κι έτσι είναι, όμως πρέπει να ξεφύγει απ’ τις μαύρες τούτες σκέψεις κι η μουσική τον βοηθά όπως και τόσους άλλους πριν απ’ αυτόν. Με μικρά βήματα, όσο αντέχει.

2004;

(*) ‘Κλέφτικος, σε φα ελάσσονα’. Moderato andantino. 1936