Saturday, September 27, 2008

Να βλέπω


Εξέθεσα το πρόσωπο και το κορμί του στον τοίχο απέναντί μου. Μια βίαιη χαρά με ταρακουνούσε ολόκληρη. Ανίκανος να αμυνθεί υπέφερε το πεινασμένο θριαμβευτικό βλέμμα μου. Καταδικασμένος αδιάκοπα να χαμογελά δε μπορούσε να τραβήξει τα μάτια του από πάνω μου.

Ήμουν περήφανη για τη νίκη μου και εύθυμη μέχρι δακρύων για την κατάντια του. Κάθε φορά που τα πράγματα πήγαιναν άσχημα έστρεφα το βλέμμα μου μ’ ελπίδα στη μεριά του. Ανίκανος να είναι οπουδήποτε αλλού ήταν πάντα στην ίδια θέση. Σκέφτηκα πως θα χρησιμοποιούσα αυτό το διαρκές αισιόδοξο, μισοερωτικό του χαμόγελο μέχρις ότου στραγγίσω την τελευταία σταγόνα από την εμπιστοσύνη που μου ενέπνεε.

Η διάθεσή μου ήταν σκληρή μα όχι δίχως λόγο. Παρατηρούσα το αντικείμενο του έρωτά μου με κριτικό μάτι, ολότελα διασκεδασμένη και για έναν τρίτο ίσως με τη σειρά μου εξίσου διασκεδαστική. Θα διαλαλούσα παντού αυτή την διπλή δουλεία.

Ο καιρός θαρχόταν που τα μάτια, το στόμα, το αυθαίρετο δίπλωμα στο πηγούνι, το γυμνό δέρμα του τόρσου, καθετί πάνω σ’ αυτό το τόσο αγαπημένο σώμα θα γίνονταν αδιάφορα όσο κι ενός τυχαίου άλλου.

Απομάκρυνα μ’ όλη μου τη δύναμη αυτή την ευτυχώς όχι τόσο άμεσα επίφοβη πιθανότητα. Ήμουν στην κατοχή του, ήταν στην κατοχή μου. Σε ποιον ανήκε πιο ‘πραγματικά’ ο άλλος ήταν αδύνατον να ξέρει κανείς. Εκείνος δε με είχε αρκετά μόνο και μόνο γιατί δεν είχε ποτέ σκεφτεί κάτι τέτοιο, εγώ πάλι...

Όχι, ήταν καλύτερο αυτό το παιχνίδι, θα το προτιμούσα ξανά 100 φορές από οποιαδήποτε πικρή βεβαιότητα. Ξανακοίταξα τις γεμάτες γραμμές των ώμων, τα διαρκώς βρεγμένα μαλλιά. Πάντα ήταν μισάνοιχτα τα χείλη του, τα μάτια του ζαρωμένα σε μια αστεία γκριμάτσα. Το θαλασσινό νερό δε θα στέγνωνε ποτέ πάνω σ’ αυτό το βρεγμένο κεφάλι, το τρυφερό δέρμα του στήθους και την αλυσίδα.

Πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό μου του έδωσα προκαταβολικά άφεση αμαρτιών για τις μελλοντικές λάγνες λεηλασίες πάνω στο ανυπεράσπιστο θύμα μου. Έπειτα τράβηξα το βλέμμα. Από τις φωτογραφίες του.

2008, 22/6/1988