Friday, December 12, 2008

pls, όχι άλλη ένδοξη θέα...



Ήταν λάθος μέρα να κατέβει να δει το διαμέρισμα, ή μάλλον νύχτα γιατί ο άλλος επέμενε πως τότε έπρεπε να ’ρθει για ν’ απολαύσει τη θέα. Σε κανονικές συνθήκες ούτε που θα το συζήταγε αλλά το νοίκι ήταν προκλητικά χαμηλό, η θέση θαυμάσια κι η άγνωστη φωνή στο τηλέφωνο τoν τράβαγε μ' έναν περίεργο τρόπο. Την τρίτη νύχτα που καιγόταν η Αθήνα για τη δολοφονία του Αλέξη, κατέβηκε στου Ψυρρή.

Είπε να μην πάει περικυκλωτικά αλλά να προσπαθήσει να περάσει από πιο κέντρο. Τις προηγούμενες μέρες το
’χε αποφύγει κι ένιωθε πως δεν ήταν σωστό να μην πάρει έστω και μια γεύση απ’ ό,τι ζούσαν οι άλλοι, οι λιγότερο προφυλαγμένοι. Τις εικόνες βέβαια τις έβλεπε σε συνεχή αναμετάδοση από την TV όμως ποτέ τελικά δεν είναι κανείς προετοιμασμένος για την ''αληθινή'' πραγματικότητα.

Περίμενε λοιπόν πιο πολλή δράση αλλά φαίνεται πως τα γεγονότα προσωρινά είχαν μεταφερθεί σε άλλες μεριές της πόλης κι έτσι αν και το σκηνικό θύμιζε εγκαταλειμμένο πεδίο μάχης με τα απομεινάρια της φωτιάς, τις σπασμένες ή λαβωμένες τζαμαρίες, τους αναποδογυρισμένους κάδους και προπαντός τα χημικά που του
’καιγαν το λαιμό και τα μάτια, για μεγάλο διάστημα δε συνάντησε ούτε σκύλο. Από μακριά μόνο ακούγονταν πότε-πότε κρότοι που έμοιαζαν υπερβολικά με πυροβολισμούς, κάποιο ασθενοφόρο ή alarm κι αυτό ήταν όλο.

Πλησίαζε στον προορισμό του που σημαίνει πως είχε χωθεί για τα καλά στα στενάκια της γειτονιάς όταν διέκρινε από μακριά μερικά τζάνκια που
’χαν στρωθεί στο πεζοδρόμιο με την άνεσή τους χωρίς αυτή τη φορά ν’ ανησυχούν πως οι μαγαζάτορες ή οι μπάτσοι θα τα κυνηγήσουν. Οι μπάτσοι ήταν αλλού απασχολημένοι, τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Δεν είχε ξαναδεί του Ψυρρή τόσο έρημο ούτε τότε που χιόνισε.

Βάραινε παράξενα η ησυχία μαζί με τη ψύχρα άλλης μιας ταραγμένης νύχτας που πλησίαζε. Στο τέλος για να εκπληρωθεί η ευχή του από κάποια μεριά ακούστηκαν τρεχαλητά κι ώσπου να καλοκαταλάβει φάνηκαν πρώτα δυο τύποι, ο ένας με κράνος, ο άλλος με κουκούλα κι από πίσω τους ασθμαίνοντας δυο Ματατζήδες. Στην στροφή μπροστά του οι τύποι χωρίστηκαν αναγκάζοντας τα Ματ ν' ακολουθήσουν τον έναν, εκείνον με την κουκούλα που πέρασε ξυστά δίπλα του φέρνοντας τα γκλομπ τους σε απόσταση αναπνοής από το κεφάλι του.

Την κλωτσιά την ένιωσε αλλά δεν κατάλαβε από που του
’ρθε. Ο δεύτερος Ματατζής πρέπει να πέρασε από πάνω του καθώς έσκυβε, τον είχαν πετάξει πάνω στα κατεβασμένα ρολλά ενός μαγαζιού. Ο θόρυβος που ’κανε το κεφάλι του πάνω στα σιδερικά αντήχησε τρομακτικός μες στο μεδούλι του μυαλού του. Έχασε τον κόσμο γύρω του και άρχισε να συνέρχεται μόνο όταν κάποια πολύ ευκίνητα δάχτυλα τον ψαχούλεψαν απαλά κάτω απ’ το μπουφάν για να του πάρουν το πορτοφόλι. Τώρα ό,τι και να ’ταν, το ένστικτο ή οι πολεμικές ταινίες που ’χε δει, τον έκαναν να κρατήσει κλειστά τα μάτια, σχεδόν να μην ανασαίνει όσο ο άλλος τον έκλεβε. Όλα αυτά έγιναν γρήγορα σαν αστραπή, μαζί με το πορτοφόλι του έκανε φτερά κι ο άγνωστος κι όταν τόλμησε ν’ ανοίξει τα μάτια του γύρω δεν υπήρχε ψυχή.

Στο τέλος στάθηκε στα πόδια του, τίναξε από συνήθεια τα ρούχα του μα συνέχιζε να τρέμει. Από το ανοιγμένο του κεφάλι το αίμα είχε φτάσει στο λαιμό του, λέρωνε το γιακά και κόλλαγε στο πρόσωπο, το αισθάνθηκε με τις άκρες των δαχτύλων του χωρίς όμως να νιώθει πόνο.

Σα να μην μπορούσε να κάνει αλλιώς συνέχισε την πορεία του προς εκεί που τον περίμεναν. Κάπως σα να μην συνέβη σ’ αυτόν αλλά σε κείνον τον άλλον που είχε το όνομα, την ταυτότητα και τις κάρτες στο πορτοφόλι του.

Όταν χτύπησε το κουδούνι και του άνοιξαν κόντεψε να βάλει τα κλάματα από τη συγκίνηση όμως βγαίνοντας από το ασανσέρ τα χρειάστηκε. Το φως δεν άναβε, από την κλειστή πόρτα ξεχυνόταν ροκ μουσική στη διαπασών, κι όσο κι αν χτύπαγε δεν τον έπαιρνε είδηση κανείς.

Μερικά λεπτά αργότερα άνοιξε επιτέλους η πόρτα και στο σκοτάδι του κλιμακοστασίου προστέθηκε ένα μπλε μισόφωτο από το εσωτερικό του διαμερίσματος. Μαζί με τη μουσική βγήκε στην πόρτα ένας σωματώδης άντρας που η ανάσα του μύριζε αλκοόλ. Το σκέφτηκε λίγο αλλά τελικά μπήκε, τι χειρότερο μπορούσε να πάθει;

Μέσα το σκηνικό ήταν περίεργο, μισο-μαγαζί, μισο-έκθεση: ''Ο πολυχώρος μου!'', είπε ο τύπος σέρνοντας τα λόγια του και κάνοντας μια πλατιά κίνηση που τ’ αγκάλιαζε όλα: το μπαράκι στην άκρη με τα ποτά και τη μουσική, -που τη χαμήλωσε τελικά-, τις φωτο στον τοίχο που δεν διακρίνονταν καθαρά, και προπαντός κάτι παράξενα φωτιστικά, ιδιοκατασκευές, με κρόσια και μαύρα πανιά.

''Κουρέλι του ’68; θα μπορούσε να
’ναι πατέρας μου'', σκέφτηκε κοιτάζοντας τη γκρίζα κοτσίδα του τύπου που του ’χε γυρίσει την πλάτη. ''Να σου βάλω ένα ποτό; Έχω πιει μισό μπουκάλι βότκα'', λες και δε μπορούσε να το καταλάβει.

''Απόψε είμαι ο κανένας'', είπε κι εκείνος για να κάνει εντύπωση. Και διηγήθηκε την περιπέτειά του με τα Ματ και τον πορτοφολά. Κι όταν ο άλλος δεν το σχολίασε: ''Πριν δυο χρόνια, παραμονή Πρωτοχρονιάς, βρήκαμε με κάτι ξένους φίλους έναν πεθαμένο στη Σταδίου, να κάθεται οκλαδόν μπροστά σ’ ένα κουτί της ΔΕΗ. Ώσπου να ''ρθει το ΕΚΑΒ χρειάστηκε να φυλάμε σκοπιά για να μην τον κλέψει ένας κακομοίρης που παραμόνευε σαν όρνιο δίπλα του''.

''Μμμμ'', έκανε ανέκφραστα ο άλλος σα να μην είχε προσέξει ποτέ το ματωμένο του μάγουλο. Και μετά: ''Χτες ήμουν σ’ ένα ντου, σπάσανε μια βιτρίνα στη γωνία Χέϋδεν και Πατησίων, μπαίναν όλοι, πήρα κι εγώ. Αλλά και σ’ αυτό άτυχος, και η ζώνη και η τσάντα γυναικείες... Δε βαριέσαι, θα τα κάνω δώρο. Έπρεπε να
’βλεπες τους ξένους, στην αρχή φοβόντουσαν, μετά ξεθάρρεψαν και δεν τους μάζευες!''.

Γιατί όμως το νοίκι ήταν τόσο χαμηλό; ''Θα κρατήσω τα σκυλιά μου στο δώμα, οι περισσότεροι την κάνουν μόλις το ακούνε. Όμως είναι ώρα να δεις τη θέα'', και με μια ακόμα πιο θεατρική χειρονομία μάζεψε τις κουρτίνες και φάνηκε μπροστά του η Ακρόπολη, ολόφωτη και τόσο κοντά που έτσι να
’κανε, -έτσι του φάνηκε-, την άγγιζε.

Βγήκαν στο μπαλκόνι του ρετιρέ. Εδώ πάνω φύσαγε περισσότερο κι ο αέρας ήταν ακόμα πιο καφτερός, του
’φερε βήχα και δάκρια. Ο άλλος τον πλησίασε από πίσω, ένιωσε την ανάσα του ζεστή στο σβέρκο. ''Μας γάμησε η γενιά σου'', σκέφτηκε. ''Θα πεθάνουμε με τη λαχτάρα πως δε ζήσαμε αυτά που νομίζουμε πως ζήσατε, κι όσα προσπαθούμε να ζήσουμε με τη σειρά μας, τα ζούμε σα φάρσα''.

Η Ακρόπολη μπροστά του αιωρούνταν πάνω από το καταθλιπτικό σκοτάδι της πόλης, υπέρλαμπρο διαστημόπλοιο ενός άλλου μακρινού, χαμένου για πάντα πολιτισμού. Θυμήθηκε την απορία μιας Κινέζας φίλης: ''Πως είναι να ζεις στη σκιά της;'', ''Βαρύ. Αλλά μόνο όταν την προσέχεις, δηλαδή σπάνια''.

Απόψε ήταν δύσκολο να την αγνοήσεις και σχεδόν αφόρητο να την κοιτάς. Του
’φερνε πόνο η φωτεινή της ομορφιά, η γαλήνια αδιαφορία της. Γύρισε στον διπλανό του: ''Αν την καίγαμε κι αυτή;'', εκείνος χαχάνισε. ''Αν ξαναρχίζαμε;''.

Μακριά πάλι κάποια σειρήνα ασθενοφόρου ή πυροσβεστικού έπιασε να σφυρίζει αλαφιασμένη. Απ’ το δώμα τα σκυλιά λύσσαξαν στο γαύγισμα.