Thursday, September 17, 2009

H δεσποινίς ''Μοναχική Καρδιά'' (ένα σχέδιο)

Λέει συνέχεια πως βαρέθηκε τη δουλειά της –είναι νοσοκόμα- και θα φύγει στην Ινδία για πάντα όμως υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες αν θα την αντέξουν εκεί. Έμεινε στη Γαλλία έναν μήνα, πέρασε απ’ την Ελβετία ωστόσο τα γαλλικά της παραμένουν φριχτά. Σε πιάνει αμηχανία να την ακούς και δεν είναι ακριβώς πως θες να γελάσεις μα χειρότερα, πως ντρέπεσαι να είσαι δίπλα της όταν σου απευθύνεται με τη φριχτή της προφορά.

She’s quite a character though. Με τα λευκά ρούχα της δουλειάς θα είναι δράμα. Είναι αδύνατη και ψηλή για τα ελληνικά δεδομένα, πάνω από 1.80. Στον δρόμο ξεχωρίζει ανησυχητικά. Είναι φυσική ξανθιά και διαλέγει τα ρούχα της στα πιο απίθανα χρώματα -και μεγέθη. Συνήθως υπερβολικά στενά και κοντά, καφέ σκούρα με πορτοκαλί ή κόκκινα με μαύρο.

Τα μαλλιά της είναι μονίμως καταπιεσμένα. Αδύνατα και ηλεκτρισμένα φουντώνουν διαρκώς πάνω από το κάπως πεπιεσμένο κεφάλι. Ίσως να ήταν καλύτερα ελεύθερα στους ώμους γιατί δεν είναι και μακριά όμως εκείνη τα περιορίζει δραστικά σε μια ξασμένη αλογοουρά που φορτώνει με τσιμπιδάκια, χτένες κι άλλα πολλά. Μα το πρόσωπό της είναι το καλύτερο: ματάκια που κρύβονται πίσω από γυαλιά με χοντρό κοκκάλινο σκελετό και πλατιά ανοικονόμητα χείλη σαν της πάπιας, που τώρα που το ξανασκέφτομαι μπορεί και να ευθύνονται για την προφορά που λέγαμε. Αλλά σ’ αυτό θα επιστρέψω αργότερα.

Πάντα έρχεται καθυστερημένη, μουρμουρίζει έναν χαιρετισμό και προσπαθεί να βολέψει το μακρύ της δερμάτινο παλτό που ανοίγει και δείχνει μέχρι πάνω τα λεπτά της μπούτια γερά τσιτωμένα μες το μαύρο collant. Το πλεχτό ζακετάκι, δυο νούμερα πιο μικρό, από μέσα τη σφίγγει κυρτώνοντας κι άλλο την στενή της πλάτη και πιέζοντας μέχρι εξαφάνισης το ήδη ανύπαρκτο στήθος.

Κάνει φοβερή φασαρία προσπαθώντας να καθήσει στη θέση της χωρίς ν’ ακουστεί. Σέρνει μαζί της σακούλες, περίεργες τσάντες και συχνά τεράστιες αγκαλιές φτηνά λουλούδια. Προχτές, δε θυμάμαι ποιος άγιος γιόρταζε πάλι, κατέφθασε φορτωμένη λευκά χρυσάνθεμα. Τα περισσότερα μάδησαν όταν τ’ ακούμπησε απρόσεχτα στο καλοριφέρ δίπλα στο παράθυρο.

Αμέσως πιάνει κουβέντα με τις διπλανές της. Η φωνή της ακκίζεται περίεργα. Θα’ λεγε κανείς πως στο τέλος κάθε της φράσης ο τόνος επιστρέφει αμέσως στην αρχή κάνοντας μια θηλειά που στραγγαλίζει το ήδη ασαφές νόημα. Η φωνή της, -αλήθεια-, ξαναδιπλώνεται: όταν την ακούς για ώρα έχεις την εντύπωση πως προφέρει συνεχώς στρογγυλά όμικρον που ανεβαίνουν στο ταβάνι σαν δαχτυλίδια καπνού. Ή τουλάχιστον προσπαθούν.

Εκείνη τη μέρα καθώς απλωνόταν μακριά κι οστεώδης στο κάθισμα δίπλα μου, -κι ήταν η πρώτη φορά που τύχαινε να βρεθώ σε τόσο καλή γωνία καθώς η καρέκλα της ήταν τραβηγμένη λίγο πιο μπροστά από τη δική μου και μπορούσα να την παρατηρώ άνετα χωρίς να με προσέχει-, αισθάνθηκα έντονη την ανάγκη ν’ αγγίξω τη μικρή χτένα σε σχήμα φιόγκου που’ χε στα μαλλιά. Ήταν ένας φιόγκος μικρός με ρίγες πράσινες και χρυσαφιές κι έμοιαζε καρφωμένος πάνω απ’ τ’ αριστερό της αυτί.

Σκεφτόμουν πως μια τέτοια αναπάντεχη κίνηση θα προκαλούσε μια απότομη συστροφή, ένα ελικοειδές κουλούριασμα αυτού του εξαιρετικά επιμηκυσμένου κορμιού προς το μέρος μου, και σαν αποτέλεσμα θα είχα την ευχαρίστηση να απολαύσω όλο της το πρόσωπο σε απόσταση αναπνοής. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε βρεθεί tête-à-tête παρά για δευτερόλεπτα, θα’ ταν άλλωστε ανάρμοστο να την παρατηρήσω κατάφατσα για πιο πολύ. Ακόμα όμως και τα λίγα που’ χω προσέξει και σημειώσει στο μυαλό μου είναι αρκετά για να βάλουν φωτιά στη φαντασία μου.

Λοιπόν, το πρόσωπο της κοπέλας είναι μάλλον πλατύ, όπως έλεγα, σε σύγκριση με το στενό και μακρύ σώμα της. Είναι επίσης οστεώδες με κάπως ανεβασμένα ζυγωματικά Καθώς τα γυαλιά που λέγαμε κι οι μακριές φράντζες δεν αφήνουν περιθώρια για εκτενέστερη παρατήρηση θα επικεντρωθώ με χαρά στα χείλη, πηγή εξάλλου αυτής της τόσο ξεχωριστής σε σημείο πρόκλησης φωνής.

Σίγουρα η φωνή δεν είναι χυδαία, βαριά ή πρόστυχα σγουρή αλλά και πάλι δεν ταιριάζει με το θολό μυωπικό, λίγο γαλανό βλέμμα όπως εξωτερικεύεται αυτό μέσα απ’ τα γυαλιά. Με λίγα λόγια άλλο περιμένει κανείς ν’ ακούσει.

Την στιγμή που τα πλατειά παπίσια χείλη ανοίγουν για ν’ αρθρώσουν λέξεις είτε στα ελληνικά ή πολύ χειρότερα στα γαλλικά, ξαφνικά μεταστρέφονται. Αυτή η ενέργεια πάει κόντρα στη φυσική τους ροπή και επειδή οι δυνάμεις της αδράνειας δεν αστειεύονται το αποτέλεσμα είναι για γέλια. Αντί για τα όμικρον που λέγαμε παραπάνω ένας μισοστρόγγυλος φθόγγος αρθρώνεται τελικά. Αυτός είναι που καταφέρνει ν’ ανέβει σαν εκείνο το πολυφορεμένο δαχτυλίδι του καπνού.

Επειδή όμως βασανίστηκαν στην εκφορά τους, οι περίπου στρογγυλές συλλαβές απελευθερώνονται από το φράγμα των δοντιών με σημαντικές αβαρίες. Τραβάνε πάνω τους ό,τι κουρέλια απέμειναν απ’ τα ρούχα τους, συμμαζεύονται όπως-όπως όμως καθώς ανεβαίνουν πάντα υπολείπεται μια θλιβερή ουρά πίσω τους, τεκμήριο της ταλαιπωρίας τους ως τη στιγμή που κουτά χτυπούν στο ταβάνι.

Γενικά ένας τέτοιος μισοπνιγμένος τρόπος ομιλίας πρέπει είτε να θάβεται ή ν’ αντηχεί. Στην πρώτη περίπτωση όλοι μιλούν μαζί δυνατά και γρήγορα σα να θέλουν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον. Σκοπός τους είναι να καλύψουν όσο γίνεται τις παρείσακτες ουρές που διαμαρτύρονται μουρμουρίζοντας, χαμηλοβλεπούσες και σκεπτικές καθώς γυροφέρνουν την ομήγυρη. Για τους πιο γενναίους συνιστάται η ''απόλαυση'' μιας τέτοιας ομιλίας σε απόλυτη σιωπή. Όλοι ησυχάζουν και τεντώνουν αυτιά και νεύρα. Κάνουν χώρο διακριτικά να περάσει η κουρελιασμένη συνοδεία, η εξεφτελισμένη στρατιά με ύφος προβεβλημένης δυστυχίας και έντονα σημάδια κύρτωσης και ραχιτισμού.

Οι συλλαβές συνεχώς κουτουλάνε εδώ κι εκεί. Σέρνονται, διαμαρτύρονται πάντα σε χαμηλό τόνο, γκρινιάζουν, εξηγούν χωρίς να γίνονται ποτέ κατανοητές αφού το τάγμα των λέξεων έχει από την ώρα κιόλας της εκφοράς του διαλυθεί. Μεσολαβούν στιγμές σιωπής μες στη σιωπή, στιγμές το ίδιο φοβερές για όλους. Οι τυπικά συνομιλητές και συνένοχοι δέχονται στο πρόσωπο και στο στήθος τις άτακτες ριπές του διακοπτόμενου μη-λόγου. Ντρέπονται και χαίρονται γι’ αυτό, σοβαροί, θωρακισμένοι στη λογικότητα της εκούσιας σιωπής τους απέναντι στο οικτρό θέαμα, στο πανηγύρι της αποτυχημένης προσπάθειας για έκφραση. Οι πιο νευρικοί κοιτούν αλλού, κάνουν πως δεν ακούνε, θέλουν να φωνάξουν λέξεις με νόημα. Να ξορκίσουν το παράλογο, ν’ αφορίσουν τη σιωπή.

Στο τέλος τα κουρέλια του ξυπόλυτου τάγματος σταματούν οριστικά να γυροφέρνουν τα κεφάλια αυτών που παρακολουθούν. Στέκονται καταμεσίς του χάους του κενού ζαλισμένα απ’ τις αλλεπάλληλες κουτουλιές, υποταγμένα

Ενώ σταυρώνουν τα χέρια σε στάση απόλυτης κατάρρευσης κάποιος ψύχραιμος απευθύνεται στο πρόσωπο που προκάλεσε την καταιγίδα της αμηχανίας. Με προτάσεις καθαρές, μικρές, μεστές, που χωρίζονται με τελείες, κόμματα κι ερωτηματικά υποκρίνεται πως δεν κατάλαβε. Χρησιμοποιεί περισσότερο απ’ όσο είναι απαραίτητο τον ερωτηματικό τόνο, διστάζει ψεύτικα καθώς προσπαθεί από ευγένεια ή διακριτικότητα να χρωματίσει τα λόγια του έτσι που απ’ έξω-απ’ έξω να μοιάζουν με τα ακυβέρνητα πλοία που στο παρθενικό ταξίδι της εκφοράς ναυάγησαν με τόσο άδοξο τρόπο.

Επειδή όμως οι δικοί του φθόγγοι και συλλαβές είναι ολόγεροι, ξεκάθαροι και δε φοβούνται κανέναν, απορρίπτουν με συχασιά το βρώμικο κουρέλι της αφασίας που προσπαθεί με το ζόρι να τους ρίξει στην πλάτη.

Έτσι που στο τέλος –μα και πόσο συχνά!- αυτός που εκφράζεται με ευγένεια να είναι ανάγωγος, αυτός που μιλά με καλοσύνη να είναι σκληρός κι αυτός που μιλά διστακτικά να είναι απόλυτος.

(πιθανότατα 1984, 2009)