Tuesday, December 7, 2010

Άγριες μέρες * 1.0 (work in progress)



αρχή με μαύρο και voice-over

O X. βγήκε από τις «Άγριες Μέρες» του Kar-Wai στην ανοιξιάτικη Πανεπιστημίου και για λίγο δυσκολεύτηκε να συνηθίσει το φως και την κίνηση μετά τη σκοτεινή ψύχρα της αίθουσας.

Είχε περάσει δυο υπέροχα βασανιστικές ώρες με τον αγαπημένο του σκηνοθέτη με μόνο διάλειμμα τις ανταλλαγές εντυπώσεων από δυο γριές που είχαν βρεθεί εκεί κατά λάθος παρασυρμένες από τους κριτικούς διθυράμβους και αναρωτιόντουσαν δυνατά τι να ήθελε να πει αυτό το «αλλόκοτο έργο».

Ανεβαίνοντας τώρα προς το μετρό ο Χ. σκεφτηκε πως ο ίδιος είχε κάμποσες απαντήσεις που ταίριαζαν και με την πρόσφατη ψυχολογική του κατάσταση. Υπήρχε ωστόσο ο κίνδυνος ο Kar-Wai να γίνει ο προσωπικός του David Lynch. Η πανούκλα της υπερανάλυσης παραμόνευε έτοιμη να μολύνει την απλή συγκίνηση κι είχε πιάσει τον εαυτό του να καμαρώνει προσέχοντας τα επαναλαμβανόμενα ρολόγια στα πλάνα και κυρίως το δωμάτιο του ξενοδοχείου με το νούμερο 204...

τέλος με μαύρο. Αρχή πλάνου τίτλων ταινίας χωρίς μουσική αρχικά: σκηνές: τροπικό δάσος, τίτλοι : κόβεται στο 00:00:26:00. Merge

Όχι, αυτό δεν έπρεπε να συμβεί. Με κανέναν τρόπο. Και σα να ‘θελε να ξορκίσει το κακό ξανασυγκεντρώθηκε επιλεκτικά στις σκηνές της ταινίες που ξεχώριζε με πρώτη εκείνη του τροπικού δάσους που λικνίζεται πίσω από ένα γαλαζοπράσινο φίλτρο. Η κουρτίνα της μνήμης; Έτσι του φάνηκε τουλάχιστον.

μπαίνει η μουσική. Μπαίνει ήχος από φασαρία, πορεία που ανεβαίνει αργά

Ανηφόριζε με σκυμμένο το κεφάλι αλλά όσο κι αν δεν έβλεπε γύρω του δε μπορούσε να αγνοήσει τα σπασμένα γυαλιά που έτριζαν κάτω απ’ τα πόδια του.


Σκηνές one minute friend: 1, 2, 3, το ρολόϊ, 4. Merge

Λίγο πιο πάνω η βιτρίνα του Γρηγόρη έμοιαζε σα να την είχαν πυροβολήσει σε κάμποσα σημεία. Αυτό θα ‘χε συμβεί μέσα σε μια στιγμή. Για να τους έχουν χτυπήσει δεν θα ‘χαν κατεβάσει ρολλά. Τώρα δυο τύποι –υπάλληλοι;- στέκονταν με κατεβασμένα μούτρα μπροστά της και πότε-πότε κοιτάζονταν. Ακριβώς πίσω απ’ τη βιτρίνα στο τραπεζάκι και σα να μην είχε συμβεί τίποτα κάθονταν δυο νεαρές και χαχάνιζαν πάνω από δυο freddo με πολύ γάλα.

σκηνές: έρωτας 1, 2, φυγή 1, 2: κόβεται στο 00:00:06:12. Merge. Το πρώτο φιλί που τα άρχισε όλα, τα πίσω-μπρος μιας ασύμμετρης σχέσης. Σκηνές με συνθήματα. Το πρώτο carré από την σκηνή με την πόρτα της εισόδου. Μπορούν να γραφτούν τα κείμενα των photo real-time πάνω στην πόρτα του πλάνου. Η επίσκεψη-έκπληξη, ακούγονται φωνές και λαχανιάσματα και ο ήρωας δεν τολμά να χτυπήσει αλλά φεύγει παραιτημένος, η πόρτα κλείνει στα μούτρα. Μαύρο

Έτσι πέρασαν οι μέρες. Ξύπναγε, άφηνε τη θλίψη του να τον νιώσει. Δεν προσπαθούσε πια να την σταματήσει ή να της στρέψει την προσοχή αλλού. Κι εκείνη τον είχε διαρκώς από κοντά, δεν τον άφηνε στιγμή. Ακόμα κι όταν πέρναγε καλά δεν ήταν μόνος. Πάντα παραμόνευε στη σκιά έτοιμη να γεμίσει το παραμικρό χάσμα του χρόνου με την παρουσία της. «Άκου κι αυτό» του είπε κάποια φορά που περιμένοντας το μετρό είχαν πλησιάσει υπερβολικά, σχεδόν άγγιζαν τα κεφάλια τους. Κρατούσε μερικές φωτοτυπημένες σελίδες πιασμένες με συνδετήρα και διάβαζε απ’ τη μέση:

«We can also say that the sexuation of knowledges of love disjoints:

1. the following vericidal masculine statement: «What will have been true is that we were two and not at all one;» (1)

Αnd the feminine statement?

«Δες». Ακολούθησε το δάχτυλο προς την οθόνη που λέει τον καιρό και ποιοι γιορτάζουν. Μόνο που στη θέση τους τώρα έπαιζε μια σκηνή από ένα πολύ ταπεινωτικό ne-me-quitte-pas for all to see. Ήταν εκείνη τη νύχτα που είχαν καυγαδίσει. Θύμωσε, γύρισε την πλάτη και δεν απαντούσε. Ο άλλος σηκώθηκε να φύγει μες στη νύχτα, άρχισε να ντύνεται. Τότε σύρθηκε πίσω του. Εκείνος γυμνός και στα γόνατα, ο άλλος ντυμένος να τον κοιτά από ψηλά. Τελικά έμεινε και τέλειωσαν το sex που είχαν αρχίσει αλλά ο ύπνος τους χώρισε, το πρωί τους έστειλε σε διαφορετικές πορείες κι από τότε δεν ξανασυναντήθηκαν. «Αρκούσε μια φορά;». «Έτσι φαίνεται».

Επίσκεψη στο σπίτι της μητέρας: σκηνές 1, 2, 3, 4: θέλει κόψιμο στο 00:00:13:17, εδώ μπαίνει η photo της επιστροφής στο σπίτι. Merge. A digital walk on the past (google talks / SL mementos)


«Θα ‘θελα να τον δω να σε πηδάει», και με τα μάτια έδειξε τον τύπο που του ‘χε συστήσει πριν λίγο και που είχε ακούσει κρίνοντας από την αμηχανία με την οποία έσκυψε στο πιάτο του. Η συζήτηση είχε συνεχιστεί στην ταβέρνα μετά την διάλεξη για τη βία ενός γάλλου φιλόσοφου που χαμογελούσε απέναντι δίπλα στην επίσης γαλλίδα γυναίκα του. Κανείς τους δε μιλούσε ελληνικά. Έτσι τα ‘λεγε αυτά βέβαια, τα δικά του μάτια διασταυρώθηκαν με εκείνα του νεαρού στα δεξιά του άλλου. Ήταν ο τρίτος στη σειρά που γνώριζε και του φαινόταν πως όλοι είχαν το ίδιο στρογγυλεμένο βλέμμα. Πίσω του μπορούσες καθαρά να δεις στο φως του ανοιχτού ορίζοντα ένα ήρεμο φυσικό τοπίο που θα γέμιζε με τον καιρό με φαράγγια, απόψεις, ποτάμια λάβας και πόλεις, επιχειρήματα και τραύματα. Παρά τη λύπη και τον θυμό που τον εμπόδιζαν να καταπιεί ήταν αδύνατον να μη νιώσει τρυφερότητα. «Αν σηκωνόμουν να φύγω;» Το ‘χε κάνει παλιότερα. Ο άλλος έσπρωξε πέρα το πιάτο του. «Αδύνατον να φάω αυτό το πράγμα!». Εκείνου του ‘ρθε ν’ αρπάξει το πηρούνι από το πιάτο και να του το καρφώσει στον λαιμό. Ή να τον χαστουκίσει ενώ δεν το περίμενε. Με το δεξί που ‘χε το δαχτυλίδι για να του σκίσει το μάγουλο, μια λεπτή γραμμή αίμα μέχρι τον γιακά του λευκού του πουκάμισου. Αντί γι’ αυτό χαμήλωσε τα μάτια πάνω στο πιάτο με το κρέας μισοδαγκωμένο μέσα στην κόκκινη σάλτσα του.





Monoplano πιθανά σε slow motion: κόβεται στο 00:01:21:06. Το ταξίδι στη Μάνη: I drove all night

Παραπονέθηκε ξανά για τη ζέστη. «Κάνε ένα ντους λοιπόν, τι φοβάσαι; Σ’ έχω δει γυμνό, ξέχασες πως σ’ έχω γαμήσει;» και δεν του πήγαιναν αυτά τα λόγια. Δεν απάντησε, σήκωσε μόνο αντανακλαστικά τα φρύδια όπως έκανε πάντα όταν ένιωθε αμηχανία και πήγε στο μπάνιο που ήταν βρώμικο κι ας είχε μόλις γίνει η μετακόμιση. Στον καναπέ μετά, αφού έκαναν ένα τσιγάρο, τον πίεσε να σκύψει και να του τον πάρει στο στόμα όσο κι αν κανείς τους δεν είχε όρεξη.

Έσβυναν από τη ζέστη κι είχε μια βεντάλια, προσπάθησε να του μιλήσει για τους γιαπωνέζους salarymen που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να τις χρησιμοποιούν στα τρένα, στον δρόμο, αλλά εκείνος τον έβρισκε γραφικό.

Στο κρεβάτι έπεσε ξερός στο στρώμα που κόλλαγε κιόλας κάτω απ’ το βάρος τους. Πήγε όσο μπορούσε στην άκρη, «για να μην τον φτάνουν τα χέρια μου» σκέφτηκε. Απ΄ τη γωνία ο ανεμιστήρας κάρφωνε πάνω τους το μοναδικό του μάτι, λευκό μες το σκοτάδι. «Πρέπει να βάλεις έναν οροφής, θ’ αλλάξει η ζωή σου», του είπε κι ο άλλος κάγχασε. Άρχιζαν να συνηθίζουν τα μάτια του, έβλεπε τώρα πως το δωμάτιο δεν ήταν πολύ μεγαλύτερο από το κρεβάτι τους. Γύρισε προς το μέρος του, το στρώμα του ήταν άγνωστο και κάθε του κίνηση μεγεθυνόταν, βούλιαζε ολόκληρος, μετά ξανασηκώνονταν. Στη δεύτερη προσπάθεια το πόδι του βρήκε κάπου, ένα βιβλίο που γλίστρισε στο πάτωμα.

Όλη τη νύχτα του φάνηκε πως δεν έκλεισε μάτι. Φύλαγε σκοπός τον ύπνο του αλλουνού, κι εκείνος πρώτη φορά κοιμήθηκε τόσο ήρεμα. Είχε ησυχία που δε μπορούσε να το πιστέψει, μόνο για λίγο όταν έκλειναν τα τελευταία μαγαζιά στη Μιαούλη έγινε χαμός. Οι φωνές των μεθυσμένων έφτασαν καθαρά μέχρι επάνω.

Με το πρώτο φως άρχισε να καλύπτει την απόσταση που τους είχε χωρίσει. Η ζέστη ξαναξεκίναγε χωρίς καλά-καλά να ‘χει σταματήσει. Ήταν πάντα ιδρωμένος αλλά ήθελε πολύ ν’ ακουμπήσει το μάγουλό του στην καμπύλη που έκανε η μέση του άλλου καθώς του γύριζε την πλάτη με λυγισμένα τα γόνατα. Δοκίμασε να τον αγγίξει κι εκείνος δεν αντέδρασε. Γύρισε μάλιστα μπρούμυτα για να τον διευκολύνει. Ξεκίνησε να τον χαϊδεύει απ’ το μαύρο σημάδι που ήταν πάντα εκεί, στο αριστερό κωλομέρι, κι ανέβασε την παλάμη του που κόλλαγε σπόνδυλο-σπόνδυλο μέχρι τον αυχένα. Άκουγε την ανάσα του να βαθαίνει ευχαριστημένη. «Να πάρω μια φωτογραφία την πλάτη σου;». «Όχι» έκανε μέσα απ’ τον πάτο του μαξιλαριού ο άλλος ξαναπαίρνοντας την πρώτη του θέση. Κάποιες δικές του φωτογραφίες «είχαν σβυστεί καταλάθος». «Ας το κρατήσουμε real this time». Δεν είχε απ’ αυτόν παρά μια φωτογραφία, όλο κι όλο ένα μυτερό προφίλ με φόντο το βράχο της Καρδαμύλης να ροδίζει στο βάθος εκείνο το καλοκαιρινό σούρουπο πριν δυο χρόνια. Ξανακούμπησε το χέρι του χαμηλά στη λεπτοκαμωμένη πλάτη. Ακριβώς εδώ σ’ αυτή την κοιλάδα της καμπύλης που έκανε η μέση χώραγε ολόκληρο αντάρτικο πόλης, κούρνιαζε η επανάσταση.

Σε αγαπώ γιατί μέσω της σχέσης μου με σένα μπορώ να σκεφτώ και να δράσω ισχυρότερα **

Στο τέλος γύρισε όλος ανάποδα, κουλουριάστηκε σαν έμβρυο με τα μάτια κλειστά και το πρόσωπο κολλημένο στις γάμπες του φίλου του. Τίποτα δεν τον πείραζε, διάλεγε να θυμάται την τελευταία φορά που έκαναν ευτυχισμένοι έρωτα. Τότε βέβαια δεν το ήξεραν, λαχανιασμένοι κύλισαν στο πλάι, κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν.

σκηνή καταδίωξης: κόβεται στο 00:00:07:05. σκηνή τέλους: κόβεται στο 00:01:02:07. Πιθανά superimpose την σκηνή: έρωτας 1 σε fast motion από το 00:00:13:00 μέχρι το τέλος

Πλησίαζε πια στη σκάλα του μετρό και το ξεδόντιασμα στο μαρμάρινο κιγκλίδωμα που ‘χε γίνει από γίγαντες ή από μεγάλο θυμό. Αφήνοντας πίσω το βράδυ που ‘πεφτε στην πόλη μ’ έναν ουρανό γεμάτο φούξια σύννεφα ν’ ανταγωνίζονται το σήμα του Χόντου βούτηξε με το κεφάλι και τον κατάπιε μεμιάς το άσπρο φως.




(μετρό Πανεπιστήμιο, Φεβρουάριος 2013)

κείμενα: περνάνε σαν LED strips στο κάτω μέρος της σκηνής

SORY ΠΟΥ ΓΡΑΦΩ ΕΔΩ, ΕΜΕΝΑ ΔΕΝ ΜΕ ΚΑΛΟΥΝ ΣΤΑ TALK SHOWS, H ANATΡΟΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚΠΟΜΠΗ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ / ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ, CAPITALISM KILLS / FIGHT BACK, ΣΟΡΥ ΠΟΥ ΓΡΑΦΩ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ / ΔΕΝ ΜΕ ΚΑΛΟΥΝΕ ΣΤΑ TALK SHOW!, ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ ΞΥΠΝΑ, ΔΩΣΕ ΤΡΟΠΟ ΣΤΗΝ ΟΡΓΗ, ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΤΜΗΜΑΤΑ, ΑΝΤΙΚΑΤΟΧΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, ΑΓΡΙΕΣ ΑΠΕΡΓΙΕΣ

(1) What is Love?, Alain Badiou, Conditions, Éditions du Seuil, 1992

* Days of being wild, film by Wong Kar-Wai, 1990

** Michael Hardt, συνέντευξη στη συντακτική ομάδα του Κοντέινερ, αφιέρωμα_έρωτας πέρα από το ζευγάρι, τ. 9, Αύγουστος 2010