Thursday, February 12, 2015

Πάνω στο Πλοίο

(επεξεργασμένη φωτο της Alexandra στο λιμάνι της Ελευσίνας, 2010)

Γλίστρισε αργά από τη θέση του στο δεύτερο ράφι αποσκευών και προσγειώθηκε με δυσκολία στη μοκέτα προσπαθώντας να κάνει όσο το δυνατόν λιγότερο θόρυβο. Η φίλη του κοιμόταν, αυτή στο πρώτο χαμηλότερο ράφι κρύβοντας το μισό της πρόσωπο με την άκρη του sleeping bag. Με κάποια ικανοποίηση επιβεβαίωσε πως παντού γύρω του κι ο υπόλοιπος κόσμος συνέχιζε να κοιμάται βαθιά κάτω από το σκληρό φως στις κατεψυγμένες αεροπορικές θέσεις. Κούνησε χέρια και πόδια να φύγει το ρίγος που τον συγκλόνιζε και μετά με μικρά συγκεντρωμένα βήματα άρχισε την πορεία του προς την έξοδο στο κατάστρωμα.

Πρόσεχε πως οι περισσότεροι κοιμόντουσαν σαν πεθαμένοι σε περίεργες άβολες θέσεις, κάποιοι με τα μάτια πρόχειρα δεμένα με μαντήλια όπως κάνουν στα θύματα απαγωγής, άλλοι με τα στόματα να χάσκουν, ροχαλίζοντας, χυμένοι στα καθίσματα που χωρίζουν μεταξύ τους για να μη μπορείς να ξαπλώσεις κανονικά, αλλά και καταγής στη μοκέτα. Μια χοντρή γυναίκα μαζί με το σκυλάκι της που κι αυτό κουλουριασμένο κοιμόταν, τούρλωνε τον κώλο της μέσα στον διάδρομο κι έπρεπε να προσέξει πολύ για να την αποφύγει. Ψηλά σε μια άκρη η τηλεόραση γουργούριζε χαμηλωμένη δείχνοντας κάποιο ‘’κωμικό’’ σήριαλ σε νιοστή επανάληψη.

Με το που πάτησε στο κατάστρωμα τον χτύπησε στα μούτρα ο ζεστός αέρας κι η υγρασία. Τίναξε από πάνω του ό,τι απέμενε από το κρύο κι ανατρίχιασε μια τελευταία φορά με ανακούφιση πια. Έβγαλε το κεφάλι του έξω στη νύχτα από τα πλαϊνά κάγκελλα και άφησε τον αέρα να το ανακατέψει, το προτιμούσε έτσι κι ας καίγανε τα μάτια του. Όμως όσο κι αν προσπαθούσε δε μπορούσε να θυμηθεί ποιος εφιάλτης τον είχε ξυπνήσει.

Στο σαλόνι του καταστρώματος που σε στράβωνε με τα δυνατά του φώτα κάποιοι λίγοι επιβάτες έπιναν μπύρες παίζοντας μηχανικά χαρτιά χωρίς να μιλάνε. Ακόμα λιγότεροι κοιμόντουσαν καθιστοί με τα κεφάλια τους πάνω σε βρώμικα πλαστικά τραπέζια χωρίς να ενοχλούνται από κάθε είδους μεταλλικό τρίξιμο και σαματά. Το μπαρ είχε κλείσει, δε φαινόταν ψυχή από το πλήρωμα. Ήταν έτοιμος να τους γυρίσει την πλάτη όταν στο βάθος είδε έναν μαύρο να πιάνει δουλειά με μια μεγάλη σακούλα σκουπιδιών αδειάζοντας τους ξεχειλισμένους κάδους. Είχε αφήσει το κινητό του μέσα και τώρα δεν είχε ιδέα τι ώρα είναι. Σκέφτηκε να ρωτήσει τους τύπους που χαρτόπαιζαν αλλά κάτι τον σταμάτησε. Δεν τον είχαν πάρει χαμπάρι που στεκόταν εκεί και φοβήθηκε πως αν τους μιλούσε θα ήταν σα να ξυπνούσε υπνοβάτες.

Βγήκε πάλι στο πλάι και τον ξεκούφανε ο αέρας. Στο πηχτό σκοτάδι δεν κατάφερνε να διακρίνει το παραμικρό γύρω του. Κανένα φως, καμιά ένδειξη νησιού ή στεριάς. Ακόμα και το φεγγάρι που θα ‘πρεπε να γεμίζει είχε χαθεί πίσω από σύννεφα. Μόνο την άκρη από αφρισμένο μαύρο νερό που γυάλιζε καθώς το έσκιζαν τα φώτα του πλοίου έβλεπε, κι αυτό μόνο όταν έσκυβε για τα καλά από την κουπαστή. ’Εβαλε πάλι το κεφάλι μέσα κι είπε να κάνει μια βόλτα. Δε νύσταζε πια κι η ιδέα να ξαναγυρίσει τόσο σύντομα στον παγωμένο νεκροθάλαμο έμοιαζε ανυπόφορη.

Περπάτησε ανάποδα, με κάποιον κόπο κόντρα στον αέρα και σκεφτόταν: μόλις στρίψω θ’ απαγγειάσει, μα στη γωνία επάνω, μπήκε στον εφιάλτη του. Αυτή τη σκηνή στο βάθος είχε δει. Πιο πολύ μαντεύοντας από τις σποραδικές λάμψεις των κινητών, γιατί τράβαγαν video, τις τέσσερεις ή πέντε σκιές που χοροπηδούσαν γύρω από κάτι που σερνόταν αργά, κουρασμένα και χωρίς να πολυπιστεύει πως θα ξεφύγει γιατί κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. Του θύμιζαν αγέλη από λύκους που βρήκαν τροφή και το γιορτάζουν, όμως αντί από βρυχηθμούς και γρυλλίσματα μέχρι εκείνον έφταναν μικρά γέλια, σφυρίγματα και παλαμάκια, αρκετά για να σκεπάσουν τα σιγανά αναφυλλητά.

Ήξερε με απότομη σιγουριά πως το θύμα ήταν η μικρή τσιγγάνα που ζητιάνευε κάποιες ώρες νωρίτερα όσο η οικογένειά της –μάνα, γιαγιά, και μικρότερα αδελφάκια- άπλωναν τις κουβέρτες τους και τοιμάζονταν για ύπνο κάτω από τη σκάλα δίπλα στις γυναικείες τουαλέτες. Την είχε προσέξει κι αυτός μαζί με πολλούς άλλους γιατί το κορίτσι ήταν όμορφο, με τη μακριά κοτσίδα του πλεγμένη με κόκκινα γαρύφαλλα, τα μεγάλα μάτια και το στόμα που γέλαγε, όχι πάνω από δεκατέσσερα αλλά κιόλας περισσότερο γυναίκα παρά παιδί. Ήξερε επίσης πως και η συμμορία ήταν αγόρια όχι πολύ μεγαλύτερά της, μπορεί μαθητές. Την είχαν πειράξει πρωτύτερα κι αυτή θα τους είχε χαμογελάσει, ίσως και να είχε ανταποδώσει θαρρετά το πείραγμα. Τώρα όμως υπέφερε στα χέρια τους μισόγυμνη και εξαντλημένη κι αυτοί ατιμώρητοι μες στο σκοτάδι γίνονταν όλο και χειρότεροι, παράβγαιναν ποιος θα φερθεί σκληρότερα, ποιος θα σκεφτεί κάποια καινούργια φρίκη ν’ απαθανατίσει και για λίγο να δοξαστεί.

Στο όνειρό του γινόταν τριπλός. Ο ένας εαυτός του έτρεχε πίσω στο σαλόνι του καταστρώματος να φέρει ενισχύσεις ελπίζοντας πως θα κατάφερνε να ξεκουνήσει τους τύπους ν’ αφήσουν το παιχνίδι και να ‘ρθουν μαζί του. Ο άλλος κατέβαινε στη ρεσεψιόν μήπως και πετύχει κανέναν εκεί, ή και να μη πετύχαινε τουλάχιστον να κάνει φασαρία να ξυπνήσουν όλοι. Κι ο τρίτος και πιο άτυχος έμενε πίσω παγωμένος, βουβός από την ανημπόρια και τον πανικό. Δεν είχε ελπίδα να τα βγάλει πέρα με τη συμμορία μόνο κοίταζε καταναγκαστικά, κι ο φόβος που τον παρέλυε μη τον καταλάβουν, ανακατευόταν στο στομάχι του με τη ξεδιάντροπη γοητεία που ασκούσε πάνω του η σκηνή.

Πως θα ‘θελε τώρα να μην το είχε δει ποτέ αυτό, που ξέρει πως θα τον στοιχειώνει για πάντα, πως θα ‘θελε να είναι ο τέταρτος, εκείνος που κοιμάται ακόμα στο δεύτερο ράφι των αποσκευών πάνω από τη φίλη του, κι αν τρομάξει από εφιάλτη μπορεί πάντα να κατεβάσει το χέρι και ν’ αγγίξει για παρηγοριά το αγαπημένο μάγουλο...

Και μετά, μέχρι να ησυχάσει πάλι, να περιμένει με ανυπομονησία να ραγίσει το σκοτάδι κι από τα παράθυρα να μπει επιτέλους το πρωινό φως.


(καλοκαίρι 2014)