Tuesday, April 21, 2009

Πάσχα στη Λακωνία



Στο καφενείο "Η Συνάντηση" στο Καστόρι



H γέφυρα από το 1936






Παλιός αλευρόμυλος στο Γεωργίτσι

Ο κύριος Θανάσης

Ο φάρος στο νησάκι της Κρανάης στο λιμάνι του Γυθείου


Ο πύργος Τζανετάκη

Το Γύθειο, στο βάθος ο Ταύγετος



Στην πόλη της Σπάρτης

Στην κεντρική πλατεία

Sparta Inn

O "τάφος του Μενέλαου" στην Πελάνα

more...

Saturday, April 11, 2009

Αποχαιρετώντας το γραφείο στη Λεπενιώτου





















αρχαίο διαφημιστικό εταιρείας ξυλείας

more...

Thursday, April 2, 2009

Pray for the city



more...

Tuesday, March 31, 2009

Μπροστά στη Βουλή



Δευτέρα μεσημέρι

more...

Saturday, March 21, 2009

Medea Electronique at Booze



19/3/2009



Stelios rocks!

more...

Tuesday, March 17, 2009

Spring, slowly


more...

Tuesday, February 24, 2009

Portrait of the artist at a young age


Στο κλείσιμο της ομιλίας του Γιάννη Κουνέλλη στην ΑΣΚΤ με την ευκαιρία της αναγόρευσής του σε επίτιμο καθηγητή. Όχι πια ο δικός μου Ν.

more...

Saturday, February 14, 2009

Valentines


Both limericks by Γ.Τ.


Κάποια σαδίστρια βαρόνη
ιδιαιτέρως την καυλώνει
όχι an Sich το πέος
μα πιο πολύ το δέος
που τα γουρούνια σ’ εραστές μεταμορφώνει.

An Sich: in itself, ως τέτοιο.

Ήταν ένας νέος εν Ναυπάκτω
που ’λεγε στην καλή του: «Ipso facto
καθίσταται το σεξ
dulcis, sed dura lex.
Τουτέστιν: πρώτα γλύψ’ το, μετά fuck το».

ipso facto: εκ του γεγoνότος μόνον, αυτομάτως.
dulcis, sed dura lex: γλυκός, αλλά σκληρός νόμος.




στη Ν. που βρήκα τυχαία μετά από πολύ καιρό.

more...

Friday, January 23, 2009

Γαλήνη


The host will not enter the room until all the guests have seated themselves and quiet reigns with nothing else to break the silence save the note of the boiling water in the iron kettle. The kettle sings well, for pieces of iron are so arranged in the bottom as to produce a peculiar melody in which one may hear the echoes of a cataract muffled by clouds, of a distant sea breaking among the rocks, a rainstorm sweeping through a bamboo forest, or the soughing of pines on some faraway hill.

Τhe Book of Tea, by Okakura Kakuzo (a.k.a. Tenshin), Kodansha International, Tokyo and New York 1989, p. 83 [first ed. 1906]

more...

Wednesday, January 7, 2009

Congrats! It's a new year and it's black!


[...]
I am terrified by this dark thing
That sleeps in me;
All day I feel its soft, feathery turnings, its malignity.
[...]

Elm, from Ariel, by Sylvia Plath

more...

Monday, December 22, 2008

Μήδεια² interrupted


Eίμαστε ζωντανοί;

more...

Friday, December 12, 2008

pls, όχι άλλη ένδοξη θέα...



Ήταν λάθος μέρα να κατέβει να δει το διαμέρισμα, ή μάλλον νύχτα γιατί ο άλλος επέμενε πως τότε έπρεπε να ’ρθει για ν’ απολαύσει τη θέα. Σε κανονικές συνθήκες ούτε που θα το συζήταγε αλλά το νοίκι ήταν προκλητικά χαμηλό, η θέση θαυμάσια κι η άγνωστη φωνή στο τηλέφωνο τoν τράβαγε μ' έναν περίεργο τρόπο. Την τρίτη νύχτα που καιγόταν η Αθήνα για τη δολοφονία του Αλέξη, κατέβηκε στου Ψυρρή.

Είπε να μην πάει περικυκλωτικά αλλά να προσπαθήσει να περάσει από πιο κέντρο. Τις προηγούμενες μέρες το
’χε αποφύγει κι ένιωθε πως δεν ήταν σωστό να μην πάρει έστω και μια γεύση απ’ ό,τι ζούσαν οι άλλοι, οι λιγότερο προφυλαγμένοι. Τις εικόνες βέβαια τις έβλεπε σε συνεχή αναμετάδοση από την TV όμως ποτέ τελικά δεν είναι κανείς προετοιμασμένος για την ''αληθινή'' πραγματικότητα.

Περίμενε λοιπόν πιο πολλή δράση αλλά φαίνεται πως τα γεγονότα προσωρινά είχαν μεταφερθεί σε άλλες μεριές της πόλης κι έτσι αν και το σκηνικό θύμιζε εγκαταλειμμένο πεδίο μάχης με τα απομεινάρια της φωτιάς, τις σπασμένες ή λαβωμένες τζαμαρίες, τους αναποδογυρισμένους κάδους και προπαντός τα χημικά που του
’καιγαν το λαιμό και τα μάτια, για μεγάλο διάστημα δε συνάντησε ούτε σκύλο. Από μακριά μόνο ακούγονταν πότε-πότε κρότοι που έμοιαζαν υπερβολικά με πυροβολισμούς, κάποιο ασθενοφόρο ή alarm κι αυτό ήταν όλο.

Πλησίαζε στον προορισμό του που σημαίνει πως είχε χωθεί για τα καλά στα στενάκια της γειτονιάς όταν διέκρινε από μακριά μερικά τζάνκια που
’χαν στρωθεί στο πεζοδρόμιο με την άνεσή τους χωρίς αυτή τη φορά ν’ ανησυχούν πως οι μαγαζάτορες ή οι μπάτσοι θα τα κυνηγήσουν. Οι μπάτσοι ήταν αλλού απασχολημένοι, τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Δεν είχε ξαναδεί του Ψυρρή τόσο έρημο ούτε τότε που χιόνισε.

Βάραινε παράξενα η ησυχία μαζί με τη ψύχρα άλλης μιας ταραγμένης νύχτας που πλησίαζε. Στο τέλος για να εκπληρωθεί η ευχή του από κάποια μεριά ακούστηκαν τρεχαλητά κι ώσπου να καλοκαταλάβει φάνηκαν πρώτα δυο τύποι, ο ένας με κράνος, ο άλλος με κουκούλα κι από πίσω τους ασθμαίνοντας δυο Ματατζήδες. Στην στροφή μπροστά του οι τύποι χωρίστηκαν αναγκάζοντας τα Ματ ν' ακολουθήσουν τον έναν, εκείνον με την κουκούλα που πέρασε ξυστά δίπλα του φέρνοντας τα γκλομπ τους σε απόσταση αναπνοής από το κεφάλι του.

Την κλωτσιά την ένιωσε αλλά δεν κατάλαβε από που του
’ρθε. Ο δεύτερος Ματατζής πρέπει να πέρασε από πάνω του καθώς έσκυβε, τον είχαν πετάξει πάνω στα κατεβασμένα ρολλά ενός μαγαζιού. Ο θόρυβος που ’κανε το κεφάλι του πάνω στα σιδερικά αντήχησε τρομακτικός μες στο μεδούλι του μυαλού του. Έχασε τον κόσμο γύρω του και άρχισε να συνέρχεται μόνο όταν κάποια πολύ ευκίνητα δάχτυλα τον ψαχούλεψαν απαλά κάτω απ’ το μπουφάν για να του πάρουν το πορτοφόλι. Τώρα ό,τι και να ’ταν, το ένστικτο ή οι πολεμικές ταινίες που ’χε δει, τον έκαναν να κρατήσει κλειστά τα μάτια, σχεδόν να μην ανασαίνει όσο ο άλλος τον έκλεβε. Όλα αυτά έγιναν γρήγορα σαν αστραπή, μαζί με το πορτοφόλι του έκανε φτερά κι ο άγνωστος κι όταν τόλμησε ν’ ανοίξει τα μάτια του γύρω δεν υπήρχε ψυχή.

Στο τέλος στάθηκε στα πόδια του, τίναξε από συνήθεια τα ρούχα του μα συνέχιζε να τρέμει. Από το ανοιγμένο του κεφάλι το αίμα είχε φτάσει στο λαιμό του, λέρωνε το γιακά και κόλλαγε στο πρόσωπο, το αισθάνθηκε με τις άκρες των δαχτύλων του χωρίς όμως να νιώθει πόνο.

Σα να μην μπορούσε να κάνει αλλιώς συνέχισε την πορεία του προς εκεί που τον περίμεναν. Κάπως σα να μην συνέβη σ’ αυτόν αλλά σε κείνον τον άλλον που είχε το όνομα, την ταυτότητα και τις κάρτες στο πορτοφόλι του.

Όταν χτύπησε το κουδούνι και του άνοιξαν κόντεψε να βάλει τα κλάματα από τη συγκίνηση όμως βγαίνοντας από το ασανσέρ τα χρειάστηκε. Το φως δεν άναβε, από την κλειστή πόρτα ξεχυνόταν ροκ μουσική στη διαπασών, κι όσο κι αν χτύπαγε δεν τον έπαιρνε είδηση κανείς.

Μερικά λεπτά αργότερα άνοιξε επιτέλους η πόρτα και στο σκοτάδι του κλιμακοστασίου προστέθηκε ένα μπλε μισόφωτο από το εσωτερικό του διαμερίσματος. Μαζί με τη μουσική βγήκε στην πόρτα ένας σωματώδης άντρας που η ανάσα του μύριζε αλκοόλ. Το σκέφτηκε λίγο αλλά τελικά μπήκε, τι χειρότερο μπορούσε να πάθει;

Μέσα το σκηνικό ήταν περίεργο, μισο-μαγαζί, μισο-έκθεση: ''Ο πολυχώρος μου!'', είπε ο τύπος σέρνοντας τα λόγια του και κάνοντας μια πλατιά κίνηση που τ’ αγκάλιαζε όλα: το μπαράκι στην άκρη με τα ποτά και τη μουσική, -που τη χαμήλωσε τελικά-, τις φωτο στον τοίχο που δεν διακρίνονταν καθαρά, και προπαντός κάτι παράξενα φωτιστικά, ιδιοκατασκευές, με κρόσια και μαύρα πανιά.

''Κουρέλι του ’68; θα μπορούσε να
’ναι πατέρας μου'', σκέφτηκε κοιτάζοντας τη γκρίζα κοτσίδα του τύπου που του ’χε γυρίσει την πλάτη. ''Να σου βάλω ένα ποτό; Έχω πιει μισό μπουκάλι βότκα'', λες και δε μπορούσε να το καταλάβει.

''Απόψε είμαι ο κανένας'', είπε κι εκείνος για να κάνει εντύπωση. Και διηγήθηκε την περιπέτειά του με τα Ματ και τον πορτοφολά. Κι όταν ο άλλος δεν το σχολίασε: ''Πριν δυο χρόνια, παραμονή Πρωτοχρονιάς, βρήκαμε με κάτι ξένους φίλους έναν πεθαμένο στη Σταδίου, να κάθεται οκλαδόν μπροστά σ’ ένα κουτί της ΔΕΗ. Ώσπου να ''ρθει το ΕΚΑΒ χρειάστηκε να φυλάμε σκοπιά για να μην τον κλέψει ένας κακομοίρης που παραμόνευε σαν όρνιο δίπλα του''.

''Μμμμ'', έκανε ανέκφραστα ο άλλος σα να μην είχε προσέξει ποτέ το ματωμένο του μάγουλο. Και μετά: ''Χτες ήμουν σ’ ένα ντου, σπάσανε μια βιτρίνα στη γωνία Χέϋδεν και Πατησίων, μπαίναν όλοι, πήρα κι εγώ. Αλλά και σ’ αυτό άτυχος, και η ζώνη και η τσάντα γυναικείες... Δε βαριέσαι, θα τα κάνω δώρο. Έπρεπε να
’βλεπες τους ξένους, στην αρχή φοβόντουσαν, μετά ξεθάρρεψαν και δεν τους μάζευες!''.

Γιατί όμως το νοίκι ήταν τόσο χαμηλό; ''Θα κρατήσω τα σκυλιά μου στο δώμα, οι περισσότεροι την κάνουν μόλις το ακούνε. Όμως είναι ώρα να δεις τη θέα'', και με μια ακόμα πιο θεατρική χειρονομία μάζεψε τις κουρτίνες και φάνηκε μπροστά του η Ακρόπολη, ολόφωτη και τόσο κοντά που έτσι να
’κανε, -έτσι του φάνηκε-, την άγγιζε.

Βγήκαν στο μπαλκόνι του ρετιρέ. Εδώ πάνω φύσαγε περισσότερο κι ο αέρας ήταν ακόμα πιο καφτερός, του
’φερε βήχα και δάκρια. Ο άλλος τον πλησίασε από πίσω, ένιωσε την ανάσα του ζεστή στο σβέρκο. ''Μας γάμησε η γενιά σου'', σκέφτηκε. ''Θα πεθάνουμε με τη λαχτάρα πως δε ζήσαμε αυτά που νομίζουμε πως ζήσατε, κι όσα προσπαθούμε να ζήσουμε με τη σειρά μας, τα ζούμε σα φάρσα''.

Η Ακρόπολη μπροστά του αιωρούνταν πάνω από το καταθλιπτικό σκοτάδι της πόλης, υπέρλαμπρο διαστημόπλοιο ενός άλλου μακρινού, χαμένου για πάντα πολιτισμού. Θυμήθηκε την απορία μιας Κινέζας φίλης: ''Πως είναι να ζεις στη σκιά της;'', ''Βαρύ. Αλλά μόνο όταν την προσέχεις, δηλαδή σπάνια''.

Απόψε ήταν δύσκολο να την αγνοήσεις και σχεδόν αφόρητο να την κοιτάς. Του
’φερνε πόνο η φωτεινή της ομορφιά, η γαλήνια αδιαφορία της. Γύρισε στον διπλανό του: ''Αν την καίγαμε κι αυτή;'', εκείνος χαχάνισε. ''Αν ξαναρχίζαμε;''.

Μακριά πάλι κάποια σειρήνα ασθενοφόρου ή πυροσβεστικού έπιασε να σφυρίζει αλαφιασμένη. Απ’ το δώμα τα σκυλιά λύσσαξαν στο γαύγισμα.





more...

Monday, December 1, 2008

Study for a Crucifixion


Amidst the disciplined crowds that were tiptoeing noiselessly in odd angles trying not to obstruct each other’s views of the Francis Bacon paintings at the Tate, there stood a very thin and tall creature with a shaven scalp, pale and frail, in front of his triptych of a Crucifixion.

It took a while before long eyelashes betrayed her as a young female and till then one could only comment on how stick-like the legs were and about the manner in which the left shoulder of a simple, dark blue coat fell looking at it from the back.

She had stood in front of this particular painting for a long time, chin at hand, face contorted in deep thought, while around her people constantly changed places. She may as well be invisible.

If it was true that most people would rather not look when sickness or death is looming then all this professed appetite for framed carnage was even more striking.

Despite the cheerfully colored backgrounds and the secondary actors who looked as if they couldn’t care less, -or because of that-, one could not shake the feeling that the black stains all over the left and right canvasses were not ordinary. They reminded one of flies caught in the act of feasting on rotting flesh, more animal than human.

Bacon should be around to connect the dots creating another web of lines starting from where reality springs to where the canvas ends. Time was rushing head-on from the young woman’s side to its proper annihilation.

She kept looking on as crowds went by.

more...