Saturday, March 29, 2008

Της άνοιξης


Κάθισα στο πεζούλι κάτω από ένα πέτρινο φανάρι. Μετά τη βροχή, βροχή πάνω μου τα πέταλα της κερασιάς. Πιο δίπλα σ’ ένα άλλο πεζούλι ακριβώς όμοιο με το δικό μου μια γάτα που λιάζεται.

Μια γυναίκα με το μωρό της μόλις προσκύνησε στο ναό, με πλησιάζει. Μου γέλασε όταν πρόσεξε πως και το μωρό της μου γελούσε από το καρότσι του. Του τραβά προς τα πίσω το σκουφάκι να δει το μέτωπό του ο ήλιος. Φέρνει πιο κοντά το καρότσι στη γάτα πάντα κρατώντας απόσταση ασφαλείας, το παιδί απλώνει το χέρι προς το μέρος της. Η γάτα αδιαφορεί βαθύτατα γι’ αυτή την ξαφνική συγκέντρωση προσοχής.

Το μωρό κοιτάζει μια τη γάτα μια εμένα. Τι θα μείνει στη μνήμη του άραγε μετά από χρόνια; Θα μείνει τίποτα; αναρωτιέμαι. Θα μπορέσει ν’ ανακαλέσει έστω κάτι απ’ αυτή την ανοιξιάτικα ηλιόλουστη επίσκεψη στον Shinto ναό Nezu?

Μ’ ένα αναπάντεχο άλμα της μνήμης προς τα πίσω τριάντα ολόκληρα χρόνια πριν βλέπω τον εαυτό μου να τριποδίζει ανάμεσα σ’ ένα σμήνος καταδεκτικά περιστέρια μπροστά στο Μνημείο του Αγνώστου στο Σύνταγμα. Έχω δει τις φωτογραφίες, φοράω ένα φουστανάκι που στην ασπρόμαυρη βγαίνει γκρι, και μοιάζω απορημένη, σχεδόν συνοφρυωμένη κάτω απ’ τον ήλιο που με στραβώνει.

Τη θυμάμαι τη σκηνή ή μήπως νομίζω πως τη θυμάμαι, τόσες φορές που είδα τις φωτογραφίες, τόσο πολύ που μου το 'χουν διηγηθεί;

Φυσάει. Από το ναό έρχεται μια ανακατεμένη μυρωδιά θυμιάματος και φρέσκιας μπογιάς από τις εργασίες συντήρησης. Κι άλλα πέταλα από τις κερασιές στρώνονται σα να 'χει χιονίσει. Πατούν απρόθυμα οι πιστοί αυτό το λευκορόδινο χαλί καθώς πλησιάζουν. Ακούγεται ο ήχος των κερμάτων που πέφτουν στο ξύλινο κουτί των προσφορών, δυο φορές το χτύπημα των χεριών σε στάση προσευχής και μετά η μεταλλική φωνή της καμπάνας. Ακούνε άραγε οι θεοί από ψηλά;

Με πιάνει μια απότομη κούραση. Μόλις συνειδητοποίησα, κι ενώ η γάτα παραμένει στην ίδια θέση κι η γυναίκα με το μωρό έχει φύγει, πως δεν είμαι πια το παιδί της μητέρας μου. Πόσον καιρό; Ίσως εδώ και δυο χρόνια τώρα.

Τι θα 'λεγε η μητέρα μου; πως θα της φαινόταν η σκηνή εδώ; θα 'θελα πολύ να το ξέρω. Θα 'λεγε κάτι; Θα 'δειχνε χαρά, συγκίνηση, περιέργεια ή μήπως θα παρέμενε γαλήνια, ανέκφραστη, όπως φαίνεται μόνιμα πια μπροστά στο καθετί; Σχεδόν δυσκολεύομαι να τοποθετήσω με τη φαντασία μου τη μητέρα μου κάτω απ’ τις κερασιές εδώ σ’ αυτή την ανοιξιάτικη σκηνή στην καρδιά του Tόκιο.

Αισθάνομαι μεγάλη, επιτέλους ώριμη πια, και καθώς κάτι αιχμηρό σκίζει την καρδιά μου στα δυο χωρίς να 'ναι λύπη, -ή μήπως είναι ακριβώς το αντίθετο, ευτυχία; τόσο λαμπρή είναι η μέρα, τόσο τρυφερά τα άνθη της κερασιάς παντού γύρω μου, στους ώμους, στα μαλλιά μου-, μια χαμογελάω, μια κλαίω, μια κλαίω, μια χαμογελάω, κι η μητέρα γίνεται το δικό μου παιδί.

11/4/95

more...

Friday, March 21, 2008

Μεσάνυχτα στη χώρα των φαντασμάτων


Στο τέλος δεν άντεξε το κρύο και χώθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου έχασκε ορθάνοιχτη η πόρτα. Τα μάτια του βέβαια τα είχε δεκατέσσερα μη χάσει την έξοδο του Αδιάβροχου από το μετρό. Ο Αδιάβροχος, -από το ίδιο μ’ όλους τους καιρούς αδιάβροχο που του 'χε γίνει δεύτερο δέρμα- ήταν ο dealer του.

Πίσω απ’ το παγωμένο τζάμι μαζεύτηκε κι άλλο στο σακάκι του, στο ίδιο του το σώμα μέσα σα να 'θελε να πιάσει τον ελάχιστο δυνατό χώρο. Έτσι έκανε πάντα, “ο σκοπός είναι να μην αφήνει κανείς ίχνη, να περνά με όσο γίνεται ελαφρύτερα βήματα από τη ζωή”, έλεγε.

Έξω στη στοά τα πρεζάκια πηγαινοέρχονταν κάνοντας ουρά για τους λιγοστούς περαστικούς και επιβάτες. Εκείνος μακάριζε την τύχη του που δεν ήταν υποχρεωμένος να κάνει το ίδιο. Προς το παρόν.

Έπεφτε γρήγορα η νύχτα κι η υγρασία καθόταν βαριά παντού. Για να προφυλαχτεί, ένας χοντρός κρύφτηκε πίσω απ’ την πιο μεγάλη κολόνα κι άρχισε να τρώει ένα σάντουιτς φαρδύ σαν παντόφλα. Η μυρωδιά τρύπωσε απ΄ την είσοδο και του 'σφιξε το στομάχι. Θυμήθηκε πως δεν είχε φάει σοβαρά από χτες κι η σκέψη τον ενόχλησε με την αναγκαιότητα της υπενθύμισης. Σπάνια πεινούσε πια.

Λίγο πιο πάνω από το τρίτο και τελευταίο σκαλί του πλατύσκαλου που έβγαινε στη στοά γυάλισε για μια στιγμή ένα όνομα και κάτι άλλα χαραγμένα στη μουτζουρωμένη με graffiti επένδυση, καθώς μια μηχανή ανέβαινε στο πεζοδρόμιο για να παρκάρει. Ξεμύτισε μέχρις εκεί από περιέργεια: Ιφιγένεια Περαχώρη, αρχιτέκτων, 1968, με χρυσούς αρχαιοπρεπείς χαρακτήρες. “Για φαντάσου! Τι γύρευε εδώ η σπουργιτίνα η Ελισαβέτα;”. Δε θυμόταν ποτέ πριν να 'χει ξανασυναντήσει γυναικεία υπογραφή ανάμεσα στους μηχανικούς της εποχής. Έριξε μια καλή ματιά τριγύρω του προς τιμήν της αλλά δεν είδε τίποτα πιο ενδιαφέρον από ό,τι δεν είχε σχεδόν προσέξει προτύτερα: μια στριμωγμένη είσοδο όλο τζάμι με χιλιοβαμμένη μεταλλική κάσα ξυστά δίπλα στο υποχρεωτικό υπόγειο, μάρμαρα κακής ποιότητας που σ’ έφερναν φάτσα στο ασανσέρ, και κάτω από την σκάλα θυρίδες αλληλογραφίας, όλα γκρι. Από τον ξεδοντιασμένο πίνακα με τις ταμπέλες φαινόταν καθαρά πως μόνο μία επιχείρηση είχε ακόμα την έδρα της στο παραμελημένο εξαώροφο: μια εταιρεία μεταφορών στον 4ο. Το έργο, -ίσως και καμάρι, ποιος ξέρει;-, της κας
Περαχώρη, όπως και τόσα άλλα της γενιάς του είχε γεράσει άσχημα.

Τρύπωσε πάλι μέσα και για μια στιγμή σκέφτηκε να κλείσει την πόρτα όμως τον σταμάτησε η παράλογη ιδέα πως αν κάτι πήγαινε στραβά μπορούσε και ν' αποκλειστεί εδώ πέρα, δυο μόλις βήματα από τον στόχο του. Την άφησε λοιπόν ανοιχτή κι ας έμπαζε. Συνέχισε να ξεροσταλιάζει. Έπιασε να χτυπάει πότε-πότε τα πόδια του για να ζεσταθεί, να κάνει καμιά δειλή στροφή, στο τέλος προχώρησε λιγάκι πιο μέσα στο βάθος. Κάθισε κάτω-κάτω στη σκάλα και συνέχισε να παρατηρεί με αμείωτη ένταση την κίνηση έξω που διαρκώς λιγόστευε. Για να περάσει η ώρα άρχισε να λογαριάζει πόσων χρονών θα 'ταν τώρα, αν ζούσε βέβαια, η αρχιτέκτονας. Ακόμα και το πρώτο της έργο να 'ταν, θα κόντευε τριάντα τότε, που σημαίνει θα 'ταν το λιγότερο εβδομήντα και βάλε σήμερα, στην ηλικία των γονιών του πιθανότατα με παιδιά κι εγγόνια. Ίσως να 'χαν γίνει και τα παιδιά της μηχανικοί, ίσως πάλι βλέποντας την κατάντια του έργου της μάνας τους να 'χαν επιλέξει ο,τιδήποτε άλλο.

Φαντάστηκε μετά πως θα 'ταν αν δούλευε στην εταιρεία του 4ου. Τότε βέβαια θα 'πρεπε να είναι ξένος εργάτης, μόνο αυτοί έκαναν πια τέτοιες βαριές δουλειές. Να 'σαι ξένος και να μη μπορείς καλά-καλά να διαβάσεις την ταμπέλα στην είσοδο, μόνο ν’ ανεβοκατεβαίνεις με το κακομοιριασμένο ασανσέρ, ν’ αράζεις στην κακοφωτισμένη είσοδο περιμένοντας το φορτηγό, πάντα σ’ αυτή τη στοά δίπλα στο μετρό, κι αυτή να είναι η καθημερινότητά σου.

“Κι εγώ;”, σκέφτηκε, “μήπως εγώ τα πηγαίνω καλύτερα;”. Αυτός βέβαια ήταν “ένας καλλιτέχνης της ζωής”, όπως του άρεσε να αυτοπαρουσιάζεται μετά το τέταρτο ποτό τα βράδια στα μπαράκια κάθε φορά που στην παρέα εμφανιζόταν κάποια καινούργια πιτσιρίκα γεμάτη από τον ενθουσιασμό και την άγνοια της ηλικίας της, έτοιμη να εντυπωσιαστεί και να αφοσιωθεί –τουλάχιστον για κάποιο διάστημα- χωρίς όρια. Εκείνος είχε καταπιαστεί μ’ ένα σωρό πράγματα, και στην αρχή μάλιστα με καλά αποτελέσματα. Στην ηλικία που πρέπει να 'ταν η κα Περαχώρη όταν υπέγραφε την αντιπαροχή της είχε κάνει κιόλας τα πιο επιτυχημένα –βλέπε αποδεκτά- έργα του, και ούτε καν εδώ μα στο εξωτερικό: ζωγραφική, φωτογραφία, μερικές πειραματικές ταινίες μικρού μήκους. Δεκαπέντε χρόνια μετά χαμένος στο Διαδίκτυο δυσκολευόταν ν' απαντήσει όταν τον ρωτούσαν με τι ασχολούνταν σήμερα, ελάχιστοι καταλάβαιναν έτσι κι αλλιώς.

Στο διάστημα που είχε περάσει εξερευνώντας και αναπτύσσοντας όλες τις δυνατότητες που έφερνε μέσα του από παιδί, κάθε προδιάθεση, ακόμα και την πιο ριψοκίνδυνη, έφτιαξε από τον εαυτό του ένα πολυεπίπεδο, συχνά αντιφατικό κατασκεύασμα που η ίδια του η πολυπλοκότητα τον απομάκρυνε για πάντα από τις περισσότερες διδιάστατες κατασκευές γύρω του. Υπήρχαν φυσικά και οι εξαιρέσεις, άλλα περίπλοκα, ενδιαφέροντα κατασκευάσματα, όσοι δεν είχαν ξεπουληθεί εννοείται ευχαρίστως στην αγορά καταντώντας απλοί ακροβάτες και κλόουν της τέχνης τους. Κι απ’ αυτούς όμως που απέμεναν, τους λίγους, αρκετοί, και με τον καιρό όλο και περισσότεροι, άγγιζαν τα όριά τους και χάνονταν. Τους τσάκιζε η ηλικία, η ζωή με τις στυγνές απαιτήσεις της. Πίσω από καθέναν απ’ αυτούς έμεναν πέρα από ένα μικρό και χιλιοβασανισμένο έργο συνήθως, μόνο αναμνήσεις.

Εκείνος προς το παρόν το έλεγχε, ακόμα και στην κόψη του ξυραφιού το έλεγχε. Ακόμα και τις φορές που τον είχε πάρει από κάτω, το είχε. Έμοιαζε τόσο λεπτεπίλεπτος στο τζάμι της εισόδου που του 'στελνε όσο σκοτείνιαζε έξω το είδωλό του πίσω με μια ολοένα και μεγαλύτερη φωτεινότητα, κι όμως ήταν δυνατός. Χαμογέλασε στην εικόνα του τώρα με αυταρέσκεια σηκώνοντας μια ιδέα τους ώμους, κι ήταν μια από τις κινήσεις τις τόσο δικές του που τον έκανε πραγματικά ακαταμάχητο, και το ήξερε. Μπορούσε να μιλάει με τις ώρες, να ταξιδεύει εκείνους που ενδιαφέρονταν να τον ακούσουν σε μέρη που φαίνονταν σκοτεινά κι επικίνδυνα μόνο και μόνο γιατί οι περισσότεροι δεν τολμούσαν να παραδεχτούν πως θα 'θελαν πολύ να γνωρίσουν. Τους ταξίδευε μέσα τους. Τους άπλωνε το χέρι όμως οι πιο πολλοί έκαναν πίσω. Ακόμα κι εκείνοι που θα μπορούσαν ν’ ακολουθήσουν έκαναν πίσω.

Τότε άρχισε ν' απλοποιεί την περίπλοκη κατασκευή, να κόβει από παντού το θαυμάσια ασυνάρτητο κατασκεύασμα μέχρι να το φέρει στα όρια της επιβίωσης και της λογικής. Ελαφρύς σαν φύλλο πέταξε ανάμεσά τους αλλά και πάλι η συμπυκνωμένη του παρουσία ήταν υπερβολική για τους πανικόβλητους. Στο τέλος όσοι δεν έφυγαν σταμάτησαν ακόμα και να τον αντιλαμβάνονται, να τον προσέχουν. Πετυχαίνοντας τον τελικό του σκοπό είχε εξαφανιστεί.

Κάπνιζε το δεύτερο τσιγάρο με σταθερό χέρι πια και μάτια πάντα στο είδωλό του στο τζάμι. Στην ησυχία του δρόμου που όλο κι ανέβαινε άκουσε μια πόρτα ν’ ανοίγει. Μπροστά του από τα σκαλιά στο υπόγειο αναδύθηκαν αργά πρώτα η λεπτή πλάτη ενός άντρα και στη συνέχεια μια πιτσιρίκα με ξανθά μαλλιά. Βγήκαν κι οι δυο στη στοά και σα να 'ταν συνεννοημένοι γύρισαν σχεδόν χορευτικά και τον κοίταξαν γελαστά μέσα απ’ το τζάμι.

“Ηanna!” τρόμαξε εκείνος και του 'πεσε το τσιγάρο από το χέρι γιατί είχε να τη δει από τότε που ήταν φοιτητές, την πρώτη, τη μεγάλη του αγάπη, και δεν είχε αλλάξει καθόλου όλ' αυτά τα χρόνια. Κι η ταραχή που τον είχε αφήσει άφωνο τον εμπόδισε στην αρχή να προσέξει πως χωνεύονταν τα χαρακτηριστικά του ειδώλου του μέσα στην εικόνα του άγνωστου άντρα μέχρι που στο τέλος δίπλα της έβλεπε μόνο τον εαυτό του.

Αχ, η Ηanna τον είχε ακολουθήσει από τότε που καλά-καλά κανένας τους δε γνώριζε όλες τις κρυμμένες δυνατότητες, όλους τους επικίνδυνους παράξενους δρόμους. Η Ηanna τον ακολουθούσε πάντα με μια μεταδοτική ζωντάνια, ένα θάρρος για ζωή που ποτέ του δεν ξανασυνάντησε. Η Hanna, μόνο εκείνη τον είχε ακολουθήσει, μέχρι που πέρασε μπροστά του και χώρισαν οι δρόμοι τους. Τώρα ερχόταν πάλι για κείνον και με πόση ανακούφιση για μια φορά μπορούσε επιτέλους να βαδίσει στα βήματα κάποιου άλλου. Με απόλυτη εμπιστοσύνη σηκώθηκε, άνοιξε τα χέρια του σε μια μεγάλη αγκαλιά και πέρασε, ελεύθερος πια, μέσα απ’ το τζάμι.

2008

more...

Saturday, March 15, 2008

Ξινός τραχανάς

(από deplaced ή αστικός πόνος 20/20)


«Θα γράφεις όμως, μου το υπόσχεσαι?», γύρισες και μου 'πες ενώ έβαζες τις μπότες σου. «Και βέβαια θα γράφω! έχω τόσο υλικό, ειδικά μετά την εκδρομή. Πως σου φαίνεται αυτό: «Ο Τραχανάς που Δεν Έβραζε», για παιδιά και για μεγάλους». Έκανες μια γκριμάτσα, άνοιξες την πόρτα: «Μα δεν έγραφες ποτέ για παιδιά....», μου 'κλεισες το μάτι κι έπειτα χάθηκες στον διάδρομο. Θα κάνω δυο χρόνια να σε ξαναδώ, ούτε να μπάρκαρες όπως παλιά, κι έπειτα σου λένε πως μίκρυναν οι αποστάσεις ... όμως στο Δίκτυο είναι αλλιώς. Αυτά έγιναν την περασμένη βδομάδα κι απ’ το ταξίδι μας έχω ακόμα τον τραχανά. Πάει κιόλας το τσίπουρο, το ήπια «για θεραπευτικούς λόγους», κι ας μην είμαι πολύ σίγουρη πως ταιριάζει με την ομοιοπαθητική.

Τις τελευταίες μέρες βρέχει καταρρακτωδώς, ξεκινά το απόγευμα και πιάνει μέχρι το βράδυ. Κάτι βροχές φοβερές που δεν τις έχω ξαναδεί εδώ, τροπικές, επισκέπτριες, που δεν κολλάνε στο κλίμα αλλά δε λένε να χαμηλώσουν τους τόνους ή να ξεκουμπιστούν. Γεμίζουν απελπισμένα τα υπόγεια και τα δελτία ειδήσεων, οι «ειδικοί» λένε πως θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί τους. Κάθε απόγευμα λοιπόν, μόλις πέφτει το φως, -και βραδιάζει νωρίς πια-, πέφτει κι ένα γκρίζο καπάκι πάνω απ’ την πόλη και η ζέστη που σε κάνει να κολλάς απ’ το πρωί χάνεται, πιάνει απότομα ψύχρα. Αρχίζει ο χορός των αστραπών, λευκών και παγωμένων, και τρομάζει η γάτα. Εγώ πια όχι, τις συνήθισα, προσπαθώ να τις συμπαθήσω με το να φαντάζομαι πως αυτό δεν συμβαίνει εδώ, αλλά στο αγαπημένο μου Τ…. με το που μπαίνει το φθινόπωρο και πιάνουν οι τυφώνες, ακόμα κι εκεί όμως, ανησυχητικά όλο και πιο νωρίς.

Τώρα που σου γράφω βρέχει πάντα, χώνεται η ασταμάτητη κίνηση κι οι αντανακλάσεις απ’ τα φώτα της λεωφόρου μέχρι την οθόνη μου που αναβοσβήνει σα να βρίσκομαι σε κάποιο αμερικάνικο motel σε road movie, εκεί που έχει πάντα νύχτα και μόνο ροζ και πορτοκαλί neon, όμως πόση θλίψη....Ο δολοφόνος πάντα πίσω απ΄ την κουρτίνα του μπάνιου με το μαχαίρι στο χέρι («να το σβήσεις αυτό, πολύ επιτηδευμένο», σ’ ακούω να λες).

Εσείς πάλι στο κάτω μισό του πλανήτη θα 'χετε ζέστη και ξηρασία. Σε βλέπω in the back yard, κρατάς το κομμάτι ξερό ξύλο που άφησε πίσω της η τραβηγμένη όχθη της λίμνης και πέρασες με χίλιους κόπους από την καραντίνα του αεροδρομίου. Σκέφτεσαι να το κάνεις κάτι αλλά τι? το στριφογυρίζεις στα χέρια σου, έχεις μια φρέσκια πληγή στον αντίχειρα του δεξιού, πάλι κόπηκες με τις δουλειές στον κήπο αλλά κι αυτό θα περάσει. Ο τραχανάς λοιπόν ... δεν σου είπα, έγινε ένα παράξενο πράγμα. Πριν δυο μέρες -

Στον Νικόλα

Ξινός τραχανάς

Η βροχή έπεφτε μονότονα, η κουζίνα βούλιαζε στην υγρασία. Από το φωταγωγό χτύπαγε πάνω της ό,τι απέμενε από ένα εξωπραγματικό γαλάζιο φως αφού είχαν φύγει κι οι τελευταίοι από τον οδοντίατρο απέναντι. Τέντωσε τα χέρια της μπροστά, βάφτηκαν και κείνα μπλε. Πόσο διαφορετικό κι αυτό το βράδυ! Είχε γυρίσει απ’ την δεκαήμερη εκδρομή, την τελευταία τους μαζί εδώ και μια βδομάδα αλλά για κάποιο λόγο δε μπορούσε ακόμα να προσαρμοστεί. Τα πρωινά και τα βράδια ήταν τα χειρότερα. Τα πρώτα γιατί της έλειπε η εικόνα του -είχε ξυπνήσει πρώτος και φτιάξει καφέ- με τις πυτζάμες δίπλα στην ξυλόσομπα, τα δεύτερα γιατί αναζητούσε το φιλί του για καληνύχτα.

Τώρα λουσμένη στο φως απ’ έξω θάπρεπε να πάψει να παριστάνει τη θλιμμένη ηρωίδα και ν’ ανάψει το φως μέσα. Αντί γι’ αυτό χρονοτριβούσε σαν παιδί που δεν τ' αποφασίζει να ξυπνήσει απ’ τον εφιάλτη του, η πραγματικότητα θα 'ναι ακόμα χειρότερη. Η γάτα τρίφτηκε παραπονεμένη στα πόδια της. Νηστική. Χτύπησε το τηλέφωνο και βγήκε ο τηλεφωνητής: «you’ve reached 9898...», είπε η πολύ αποστασιοποιημένη φωνή που ήταν δική της. Μπιπ, μπιπ, έκανε ο τηλεφωνητής μα κανείς δεν άφησε μήνυμα κι ας τους είχε παρακαλέσει. Με μηχανικές κινήσεις σαν κούκλα που είναι προορισμένη να χορέψει αλλά κάποιο μικρό ελατήριο μέσα της έσπασε ξαφνικά έλουσε την κουζίνα της στο φως, η μπλε φαντασμαγορία πήγε αμέσως για ύπνο, -μέχρι το επόμενο βράδυ οπότε και θα έπαιρνε την εκδίκησή της αργώντας να εξαφανιστεί, θα υπήρχε κόσμος στο λευκό σκηνικό μέχρι τις 11.00

Θα βάλει μουσική? Θα μαγειρέψει? Ο ήχος από το «μαγειρέψει» τηλεπαθητικά έκανε γκελ πάνω στη γάτα που τέντωσε μ’ ελπίδα τ’ αυτιά της. Λίγο αργότερα θ’ αρκούνταν ευχαρίστως σε ξηρά τροφή. Ούτε καν κονσέρβα, ακόμα και τα κρακεράκια της ήταν τα τελευταία. Τσαλάκωσε την πλαστικοποιημένη σακούλα με δυσκολία, όμως ο θόρυβος είχε γίνει κιόλας τα κλαδάκια απ’ το προσάναμμα στο τζάκι όταν αρχίζουν να καίγονται.

Εκείνος έκανε πίσω στην πολυθρόνα του, έστριψε τσιγάρο, μετά απέμεινε να κοιτάει τη φωτιά που είχε φουντώσει κι έτριζε με δύναμη. Της φαινόταν πως την ίδια δεν την κοίταζε παρά πολύ σπάνια κι ωστόσο ποτέ άλλοτε δεν είχε αισθανθεί την αδιάκοπη προσοχή κάποιου επάνω της με τόσο έντονο τρόπο. Τριγυρισμένη, καλά-καλά τυλιγμένη με την αγάπη του κουλουριάστηκε κι άλλο στο κρεβάτι του, πάνω στη φλοκάτη.

Μες απ’ την τσάντα χτύπησε το κινητό, χτύπησε, χτύπησε. Η γάτα σταμάτησε για μια στιγμή να γλείφεται στη μαξιλάρα που καθότανε. Χορτασμένη. Για μια στιγμή μόνο. «Για λίγο μόνο, άσε με να μείνω... κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό μου κι εδώ είναι τόσο ζεστά...» Σαν τη γάτα πριν και κείνη παρακάλεσε αλλά άδικος κόπος, το 'ξεραν βέβαια κι οι δυο, τι χρειάζονταν, τι θα συνέβαινε αν έμενε κι άλλο πάνω στη φλοκάτη, πάνω στο κρεβάτι, δίπλα στο τζάκι, στο δικό του δωμάτιο. Τη φίλησε απαλά αποφεύγοντας με κάθε τρόπο τα χείλη της: «aprite bune» (*).

«Να 'ξερα μόνο από που έρχονται, πως καταφέρνουν και γλιστράνε με το παραμικρό όταν δεν τις περιμένεις οι εικόνες, οι αναμνήσεις...», αλλά έτσι το 'λεγε χωρίς πεποίθηση και την έτσουζαν τα μάτια της. Το τζάκι είχε καπνίσει τελικά, ακόμα και κει πάνω φυσούσε πράγμα περίεργο για την εποχή, νοτιάς.

Θα μαγειρέψει? Ναι, καλύτερα να μαγειρέψει, είναι μέρες που τρέφεται με καπνιστό τυρί και ψωμί του τοστ. Το μαγείρεμα, κι ας μην τα πολυκαταφέρνει, της κάνει καλό, την ηρεμεί. «Πάντως θα του τα γράψω όλ’ αυτά στο mail», έτσι έλεγε μα δεν θα το 'κανε, είχαν ανταλλάξει κιόλας κανα δυο μηνύματα από τότε που γύρισε, πάντα τυπικά. Θα φτιάξει ξινό τραχανά. Είναι απλό και νόστιμο πιάτο. Μόνο που δεν θα βάλει ντομάτα, δεν έχει τίποτα φρέσκο στο ψυγείο.


Ενώ εκεί ... εκεί ήταν όλα πολύ εύκολα, σχεδόν άπλωνες το χέρι και σαν από θαύμα προσγειώνονταν στο τραπέζι φρέσκα κρεμμυδάκια, μαρούλια, για να μην πούμε για τα κάστανα, τα κυδώνια ... Μμμ, σαν από θαύμα, ε? Αυτό ήταν ανακριβές στην επιεικέστερη των περιπτώσεων και το 'ξερε καλά, φυσικά και δεν υπήρχε κανένα θαύμα, ή τουλάχιστον το θαύμα δεν ήταν αυτό. Εκείνη μόνο ξερίζωνε, αυτό έκανε το χέρι που τα 'βρισκε όλα εύκολα. Απαλά βέβαια και συχνά αν όχι πάντα με την συναίσθηση ότι έκανε κάτι «ιερό», όμως έστω κι έτσι, ξερίζωνε. Ξερίζωνε χωρίς να 'χει φυτέψει πριν. Επισκέπτρια ήταν, τουρίστρια κι όχι το «αγαπημένο παιδί της φύσης». Ξένη. Εκείνος την ένιωθε τη χαρά της μα και την απόστασή της απ’ τα πράγματα, δεν θα τον ξεγελούσε ποτέ αλλά δεν την πείραζε, την άφηνε στο παιχνίδι της που σιγά-σιγά έγινε παιχνίδι και των δυο.

Τραχανάς λοιπόν. Θα 'ναι έτοιμος αμέσως και χωρίς πολλά-πολλά. Πόσο νόστιμο τον έκανε η γιαγιά! Βέβαια έβαζε και ντομάτα αν θυμάται καλά, κάπως σαν κοκκινισμένο τον είχε στο μυαλό της, και πολύ λαδερό. Αν δεν της πετύχει μάλλον δεν θα φταίει που δεν είχε ντομάτα, κάτι άλλο θα φταίει. Τι έφταιγε που η γιαγιά δεν τη συμπάθησε καθόλου απ΄ την αρχή?

Η γιαγιά. Πλατιά σαν πατρίδα και στρογγυλή σαν τις πίτες που 'φτιαχνε στα κάρβουνα. Αεικίνητη, με το σίγουρο περπάτημα του ανθρώπου που δεν ντράπηκε ποτέ για τη δουλειά που κάνει, έσερνε πίσω της μπερδεμένες όλες τις μυρωδιές της γης και γω δεν χόρταινα να τις ακολουθώ προσπαθώντας μάταια να τις ξεμπερδέψω. Μας ένωναν μόνο οι απογευματινές σαπουνόπερες αλλά ούτε κι εκεί κατά βάθος ταίριαζα, καθόμουν βέβαια και της έκανα παρέα όταν εσύ όλο και κάποιον ξάδερφο είχες να χαιρετήσεις «στο καφενείο που πηγαίνουν ακόμα μόνο άντρες», όμως πιο πολύ χάζευα με το ένα μάτι κολλημένο στο τζάκι. Ο χορός της φωτιάς μου φαινόταν πολύ πιο συναρπαστικός από την παράλογη δράση στην οθόνη και μερικές φορές άθελά μου κάγχαζα όταν εκείνη μισο-αστεία μισο-σοβαρά συμμετείχε στο δράμα.

Φραπ! που βρέθηκαν κουνούπια Νοέμβρη μήνα! Ακόμα και κει πάνω είχε μύγες, πρώτη φορά. Έτριψε τον τσιμπημένο της αγκώνα κι έβαλε νερό να βράσει. Και μέχρι να κοχλάσει το νερό θυμήθηκε το ξερό ποτάμι και τη μυλόπετρα που 'στεκε μουγκή κάτω απ’ τον θεόρατο πλάτανο. Με τη δύναμη της φαντασίας έβαλε και κείνη την περίπλοκη ξύλινη κατασκευή που είχε ξεχάσει τ' όνομά της, να γυρίζει κάτω απ’ το ορμητικό νερό και να χτυπά με σαματά τις βελέντζες. Ήθελε πολλή φαντασία για να καταφέρει κάτι τέτοιο, το νερό το τραβούσαν εδώ και χρόνια στο χωριό, στο ποτάμι απέμενε μισογκρεμισμένη η άχρηστη γέφυρα. Όμως ήταν όμορφα, πολύ όμορφα, -δεν θα 'λεγε με τίποτα: θαύμα!-, δίπλα στο αλλοτινό ποτάμι.





Έριξε τον τραχανά στην κατσαρόλα και το τσιρτσίρισμα της έφερε στο μυαλό τα κόκκινα φύλλα που τριζοβολούσαν κάτω απ΄ τα πόδια της. Περπατούσαν για ώρα κατά μήκος μιας παραδόξως ακόμα γερής και στη θέση της πέτρινης μάντρας που έκλεινε ένα παρατημένο μοναστήρι: του Άβελ και της Ζωοδόχου Πηγής. Πρώτη φορά έβλεπε μονή αφιερωμένη στον Άβελ, κι όσο για τη Ζωοδόχο Πηγή, αυτή είχε καθαρά αλλάξει τόπο διαμονής. «Κι αν αφιέρωναν το μοναστήρι στον Κάιν?», γύρισα και σε κοίταξα, γέλασες. Ήταν όμως μια προσωπικότητα που από παιδί «θαύμαζα», ναι, θαύμαζα, και λυπόμουν μαζί. Τώρα σ’έναν τέτοιο έρημο τόπο ο Κάιν θα μπορούσε να μείνει, δεν θα χρώσταγε χάρη σε κανέναν. Τη στιγμή ακριβώς που μνημόνευσε τον Κάιν -ή ήταν σύμπτωση?-, ο τραχανάς άρχισε να κοχλάζει. Για την ακρίβεια ο τραχανάς κόχλαζε κι η κατσαρόλα χοροπήδαγε. Έσκυψε απορημένη από πάνω του και μισάνοιξε το σκέπασμα όμως τότε ο θόρυβος έγινε εκκωφαντικός κι η πλάκα της κουζίνας γέμισε πιτσιλιές. Σαν κουτσουλιές της φάνηκαν, ξανάβαλε το καπάκι και κράτησε κάποια απόσταση για να μπορεί να ελέγχει το φαινόμενο αν υπήρχε ανάγκη.

Ο τραχανάς συνέχιζε να κοχλάζει, υπόκωφα, σταθερά σα να ετοίμαζε κάποια σπουδαία έκρηξη που θα συγκλόνιζε την κουζίνα και τον κόσμο. Η γάτα εμφανίστηκε από τη ντουλάπα γεμάτη ένταση. Η παράξενη μουσική συνεχίστηκε ακόμα κι όταν χαμήλωσε τη φωτιά. Έπεσε ένα τόνο πιο χαμηλά βέβαια αλλά εξακολουθούσε. Στο τέλος πήρε την κατσαρόλα απ’ το μάτι και τη μισοξεσκέπασε. Ο τραχανάς είχε βράσει, μύριζε ξινά -φυσικά-, κι είχε γίνει ένα κιτρινόλευκο σώμα. Πάνω εκεί άνοιγαν με κάθε παφ! μικροί κρατήρες που ενώ δεν βρίσκονταν πάνω από τέσσερεις πόντους απ΄ τον πάτο της κατσαρόλας, φαίνονταν να έχουν τεράστιο βάθος, στην μέση απ’ τον καθένα κοιτούσε σοβαρό κι από ένα μεγάλο μαύρο μάτι. Το θέαμα ήταν αλλόκοτο και γοητευτικό, ξεσκέπασε λοιπόν εντελώς την κατσαρόλα κι έσκυψε από πάνω, κι ας καιγόταν πότε-πότε. Ήθελε να κάνει επίσκεψη σ’ αυτόν τον άγνωστο πλανήτη, της φαινόταν μάλιστα πως αν συγκεντρωνόταν και πλησίαζε αρκετά ίσως και να διέκρινε μες απ’ τους κρατήρες χαμένα πρόσωπα ή δρόμους, εκείνον, τη γιαγιά, ακόμα και τον Κάιν τον ίδιο, όχι πως τον είχε γνωρίσει ποτέ. Όμως τίποτα, απότομα όπως είχε αρχίσει έπαψε ο χρησμός. Ηρέμησε η ανατριχιασμένη επιφάνεια του τραχανά, έπαψε κι ο θόρυβος. Ησυχία.

Ποτέ δεν είχε ησυχία στο δάσος όταν έψαχναν για μανιτάρια. Άνοιγαν δρόμο μες απ’ τα ξερά κλαριά που γατζώνονταν απελπισμένα απ΄ τα μανίκια τους και τσάκιζαν με διαδοχικές εκπυρσοκροτήσεις όταν ξέμεναν πίσω. Κοίταζαν κάτω απ’ τα πεύκα για τα 'καλά', όχι τα δηλητηριασμένα κόκκινα που σου τραβάνε το βλέμμα: «φάε με! φάε με! θα στα μάθω όλα, ακόμα κι αυτά που δεν θέλεις να ξέρεις», ή τα πλακουτσωτά λευκά που αν τα σπάσεις στη μέση βγάζουν μια μυρωδιά πτώματος που σου μένει στα δάχτυλα για καιρό. Είχε μέρες όμως να βρέξει και δεν βρήκαν κανένα.

Ο τραχανάς στο βαθύ πιάτο δεν είχε τίποτα από τον παλιό τρομακτικό εαυτό του. Είχε παραβράσει δυστυχώς, κείτονταν σα μια μάζα νωθρή, το κουτάλι χωμένο για τα καλά στο πλευρό του δεν του 'κανε και μεγάλη ζημιά. Δεν ήταν δυνατό να το φάει αυτό το πράγμα, πριν της είχε φανεί πως λίγο ήθελε και θα της μιλούσε, ήταν ζωντανό και θα χοροπήδαγε δεξιά κι αριστερά στο στομάχι της γιατί δεν το είχε σκοτώσει εντελώς. Έκανε μια μικρή λιμνούλα στο κέντρο αλλά δεν είχε μείνει καθόλου ζουμί, όλο το 'χε πιεί.

Η ξηρασία χτυπούσε κι εδώ, είχαν τραβηχτεί τα νερά της όχθης και φάνηκε μια παλιά βυθισμένη βάρκα, όλη κάτω από ένα παλτό από λάσπη. Παντού ξεφύτρωναν κοχύλια, ξερά φύκια και κομμάτια ασπρισμένο ξύλο του παλιού βυθού. Πήρες στα χέρια ένα μεγαλούτσικο κομμάτι και είπες: «αυτό είναι καλό για σκάλισμα». Μετά σηκώθηκες και μπήκες στο σπίτι, πάντα με το ξύλο στα χέρια. Έκλεισες πίσω σου την πόρτα της κουζίνας κι ο απογευματινός ήλιος, ευτυχώς αδυνατισμένος και στα τελευταία του καθρεφτίστηκε για μια στιγμή στο τζάμι.

Εσείς εκεί κάτω ζεσταινόσασταν και μεις πνιγόμασταν, το νερό που τόσο χρειαζόσασταν προσπερνούσε με μανία τα φραγμένα λούκια τραβώντας για τη θάλασσα. Σκέφτηκα πως και στα δυο μέρη θα μπορούσε να μείνει ο Κάιν και να 'ναι δίκαια δυστυχισμένος.

(*) aprite bune: καλό ξημέρωμα (στα βλάχικα)

2002/2008



more...

Sunday, March 9, 2008

Στο νησί

(από deplaced ή αστικός πόνος 19/20)


Ήταν το τρίτο βράδυ στο νησί που 'χε τον ίδιο εφιάλτη: βρισκόταν στο γραφείο του που τον έπνιγε περισσότερο απ’ όσο συνήθως. Για άλλο ένα καλοκαίρι δεν θα 'κανε διακοπές. Καρφωμένος πάνω στην καρέκλα του χάζευε την οθόνη του όπου μια γραμματοσειρά γεμάτη καμπύλες έμοιαζε έτοιμη να χορέψει σάμπα. Με αυξανόμενη ανησυχία ένιωθε τους λευκούς διαχωριστικούς τοίχους γύρω του να γίνονται ολοένα φωτεινότεροι. Οι λάμπες φθορισμού της οροφής του 'καιγαν τα μάτια κι ενώ οι θερμοκρασίες σε πείσμα του κλιματισμού ανέβαιναν, αυτός κρύωνε.


Για να πάρει κουράγιο γύρισε στα δεξιά του και χάϊδεψε με το κουρασμένο του βλέμμα το γαλάζιο κορδόνι που 'χε κρεμάσει χαλαρά στον ασπροπίνακα για να του θυμίζει τη θάλασσα. Πράγμα περίεργο, το κορδόνι δεν τον παρηγορούσε. Το αντίθετο μάλιστα, του φάνηκε πως είχε έναν ενοχλητικό κυματισμό από μόνο του, που μεγάλωνε στιγμή με τη στιγμή. Κι όσο το κοίταζε μεγάλωνε κι η ναυτία του.

Όπως όταν ερχόταν με το καράβι, όταν είχε υποχρεωθεί από ανία να ξεκοκκαλίσει ένα ολόκληρο life-style περιοδικό, ανακατευόταν. Το γραφειάκι το 'πιανε η θάλασσα και το κορδόνι λίγο ήθελε ν’ αποσπαστεί από τον ασπροπίνακα που πια διατηρούσε μόνο το πλαίσιό του, είχε μεταμορφωθεί σε φινιστρίνι κι από κεί απειλούσε η θάλασσα να τον φτάσει και να τον καταπιεί.

Σ’ αυτό πάντα το κρίσιμο σημείο έκανε την ίδια παράλογη κίνηση: χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει τα χέρια του κατέβαζε το κορδόνι και το περνούσε στο λαιμό του. Ούρλιαζε κάτι μέσα του βαθιά από φρίκη αλλά δεν ήταν αρκετό να τον εμποδίσει. Η κραυγή δεν έβγαινε στην επιφάνεια, εξάλλου είχε σηκωθεί μεγάλη αντάρα, ο θόρυβος των κυμάτων σκέπαζε τα πάντα ως και την τρομάρα βαθιά μέσα του.

Κι ενώ το γραφειάκι κλυδωνιζόταν αβοήθητο στη θυμωμένη θάλασσα, αυτός χωρίς να μπορεί να τα ελέγξει, έφτιαχνε μια περιποιημένη θηλειά για το λαιμό του με τα ίδια του τα χέρια! Ξυπνούσε πάντα με κομμένη αναπνοή και βουή στ’ αυτιά, το σεντόνι τυλιγμένο γύρω απ’ το κεφάλι του και παγωμένα όλα τα ιδρωμένα του μέλη.

Όμως αυτό το πρωί τον ξύπνησαν οι φωνές των δίπλα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, πέταξε το σεντόνι από πάνω του και ανακάθησε στο κρεβάτι. Μια βαριά αντρική φωνή τσακωνόταν με μια πολύ νεαρότερη, πιτσιρικά σχεδόν. Ο αέρας έξω τράνταζε την πόρτα. Καθώς συνερχόταν άρχισε να βγάζει νόημα από τον καυγά όμως δεν πρόλαβε να καλοκαταλάβει γιατί η θέα ενός μαύρου ποδιού που ξεμύτιζε από το σεντόνι δίπλα του με μια χρυσή αλυσιδίτσα περασμένη κομψά στον αστράγαλο, τον πάγωσε από φρίκη για δεύτερη φορά.

Οι βρισιές δίπλα είχαν μαλακώσει, ο αέρας πάντα κοπάναγε την πόρτα και το δυνατό φως που τρύπωνε απ’ τις γρύλλιες κι απ’ όπου αλλού μπορούσε, χάιδευε αυτό το πόδι που έμοιαζε γυναικείο, λείο και ελκυστικό μέσα στην εβένινη σκοτεινιά του. Ανασήκωσε απαλά ως πάνω την άκρη από το σεντόνι με τρεμάμενο χέρι κι έπειτα θυμήθηκε να εκπνεύσει, η καρδιά του χτυπούσε τρελλά σα να μην είχε συνέλθει από το χτεσινό μεθύσι, και πρέπει να 'ταν πολύ βαρύ μεθύσι το χτεσινό κάτι του 'λεγε μέσα του γιατί καθόλου δε θυμόταν, δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το πώς είχε βρεθεί στο κρεβάτι του αυτό το πόδι μαζί με όλο το υπόλοιπο υπέροχο απ’ ότι έδειχνε στην παρατημένη του γύμνια σώμα.

Για μια στιγμή δεν ήταν σίγουρος ούτε για το κρεβάτι του αλλά μια αγχωμένη ματιά γύρω του τον έπεισε πως, ναι, αυτό ήταν το δωμάτιό του, το μπάνιο του, η βαλίτσα του, ξεκοιλιασμένη πιο κει με το αγαπημένο του σακάκι να σέρνεται το μισό στο πάτωμα… κοκ

Σηκώθηκε με μεγάλη προφύλαξη γιατί το κρεβάτι έτριζε όμως το σώμα δίπλα του δεν κουνήθηκε καθόλου. Ετσι που 'χε πετάξει πριν το σεντόνι διπλα του της είχε καλύψει το κεφάλι, κοιμόταν τώρα μπρούμυτα, ο ομορφος κώλος της κι ένα μέρος της πλάτης γυάλιζαν στο μισόφωτο, και ναι, ευτυχώς ανάσαινε κανονικά κι έτσι μπορούσε να εκπνεύσει για δεύτερη φορά... για μια στιγμή είχε φοβηθεί πως στον ύπνο του την είχε σκοτώσει. Είχε περάσει το βράδυ μ’ ένα πτώμα δίπλα του αλλά όχι, ανάσαινε κανονικά, φοβόταν όμως ακόμα να την ξεσκεπάσει, για την ώρα του έφτανε να τη χαίρεται έτσι χωρίς πρόσωπο, μετά θα 'ρχόταν το σοκ όταν θα χρειαζόταν να δώσει ένα νόημα στο πρόσωπό της, ένα όνομα και ν’ απαντήσει σε ερωτήσεις πιθανά.

Σύρθηκε προς το μπάνιο με την παράλογη ελπίδα πως με κάποιο τρόπο κι εκείνη θα 'χε ξεχάσει τη χτεσινή νύχτα και θα τα ανακάλυπταν μαζί όλα, ξανά απ΄ την αρχή.

Οι δίπλα μάλλον είχαν κάνει ανακωχή, μόνο η βαριά φωνή μουρμούριζε ακόμα παραπονεμένα, και δυστυχώς ακουγόταν καθαρά: «θα μπορούσες και να με πλακώσεις ρε γαμώτο! εγώ όμως δε μπορώ και το ξέρεις, που να σε κάνω καλά που είσαι δυο μέτρα! όταν λέω πως θα τα πάρω στο κρανίο, δεν εννοώ πως θα σε πλακώσω κιόλας... ενώ εσύ ρε μαλάκα, μπορεί και να το κάνεις μια χαρά, σου είναι τίποτα?».

Στάθηκε με πόδια που έτρεμαν σα να 'χε κάνει χιλιόμετρα γιατί θα 'πρεπε τώρα να αντιμετωπίσει τον καθρέφτη κάτω απ’ το ηλεκτρικό φως. Επειδή πάντα ζούσε με τον κρυμμένο φόβο πως θα 'ρχόταν ένα πρωινό που το πρόσωπο του νέου ακόμα άντρα με το ξυράφι στο χέρι μπροστά στον καθρέφτη δεν θα 'χε κανένα απολύτως νόημα. Έτσι ένιωθε μετά απ’ τα μεγάλα μεθύσια του, πως ο άγνωστος απέναντι δεν θα 'δειχνε καμιά συμπάθεια για το άτομό του, μόνο περιφρόνηση.

Κι έτσι γυμνός και μπερδεμένος θα πέρναγε κι άλλη απελπισμένη ώρα ακουμπισμένος στην κάσα του μπάνιου αν δεν τον έκανε ν’ αναπηδήσει μια πιο δυνατή ριπή αέρα που φαινόταν αποφασισμένος να γκρεμίσει την πόρτα και να φέρει τη θάλασσα στο δωμάτιο, τη θάλασσα που απ’ όσο θυμόταν -αν και δε μπορούσε να είναι σίγουρος για τίποτα πια-, την άφηνε πάντα κάπου εκατό μέτρα πίσω του, τώρα ούρλιαζε σα να βρισκόταν κιόλας στο κατώφλι του. Έβγαλε το κεφάλι του απ’το μπάνιο αλλά η γυναίκα κοιμόταν όπως την είχε αφήσει. Από δίπλα ακουγόταν το ρυθμικό τρίξιμο του στρώματος και μιά μπουκωμένη ανάσα που πότε φαινόταν να ευχαριστιέται και πότε να υποφέρει.

Ξαναγύρισε προς το μπάνιο. Μαζεύοντας όλο του το κουράγιο στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη κι ευτυχώς γι’ άλλη μια φορά το ταλαιπωρημένο πρόσωπο απέναντί του του φάνηκε οικεία αξιολύπητο. Ανακουφισμένος που είχε κριθεί άξιος συγγνώμης κι όχι απόρριψης έπιασε να ξυρίζεται όταν τον σταμάτησε η ενοχλητική σκέψη: «μου χρωστάς μια απάντηση», φαινόταν να ρωτάει βουβά το πρόσωπο στον καθρέφτη, «τι ακριβώς έγινε χτες?».

Τότε του ήρθε να βάλει τα κλάματα από απελπισία, γιατί συνειδητοποιούσε σιγά-σιγά πόσο τον πονούσε το κεφάλι του, και πως είχε ταχυπαλμία και καθόλου γεύση στο στόμα. Τον βασάνιζε εδώ και ώρα μιά τρομερή δίψα αλλά το επιτιμητικό βλέμμα του άλλου στον καθρέφτη δεν τον άφηνε ούτε νερό να πιεί. Μαζί κι η αγωνία του με τον αέρα, τη θάλασσα που απειλούσε να εισβάλλει στο δωμάτιο, την άγνωστη που κοιμόταν σαν πεθαμένη στο κρεβάτι του και τις καβλωμένες ανάσες των δίπλα, τον βασάνιζε ανυπόφορα.

«Τι διάολο έγινε χτες?», αναρωτήθηκε κι ο ίδιος στο τέλος. Κάτι τόσο χοντρό δεν του 'χε ξανασυμβεί, «αλλά και να του 'χε συμβεί μήπως θα το θυμόταν?» τον ειρωνεύτηκε ο άλλος.

Και είχε δίκιο... με μεγάλη προσπάθεια μπορούσε να φέρει στη μνήμη του το χτεσινό απόγευμα, κομμάτια, εικόνες, ξαναγύριζαν τώρα στη βάση του μυαλού του σα να 'χαν λείψει χρόνια, όμως στο μέρος του βραδιού είχε ένα κενό.

Είχε αγοράσει κάρτες στο τουριστικό κάτω απ’ το Μοναστήρι, αυτό το θυμόταν καθαρά. Έναν Αρχάγγελο, μια Παναγία κι έναν Παντοκράτορα μεταξύ άλλων. Ο Αρχάγγελος έμοιαζε με μουτρωμένο έφηβο, η Παναγία είχε έξυπνο και τρυφερό βλέμμα και μόνο ο Παντοκράτορας κοιτούσε αυστηρά, «δύσκολο να σε συγχωρήσει αυτός...», σκέφτηκε αυθόρμητα. Και οι τρεις του φαίνονταν αόριστα γνωστοί σε γκροπλάν, κι ας υπήρχε ο κίνδυνος να του φανούν ξένοι το πρωί που θα τους εντόπιζε από μακριά σε κάποια καπνισμένη γωνιά στο Μοναστήρι.

Είχε περπατήσει μετά στα στενά που ήταν όντως «γραφικά», ό,τι κι αν σημαίνει πια αυτό, ενώ έπεφτε το φως κι ο αέρας. Πότε-πότε στο βάθος κάποιας καμάρας πρόβαλε ένα κομμάτι της θάλασσας, ξέθωρης σα να 'χε ξεβάψει όλη μέρα μανιάζοντας στους αφρούς και επιτέλους γαλήνευε με τη δύση. Στις εξώπορτες των σπιτιών ηρεμούσαν στερεωμένες οι κουρτίνες για τον ήλιο, του φάνηκε πως είχε μπει μέσα στη βυζαντινή πόλη της κάρτας κι η εντύπωση διαλύθηκε μόνο όταν βγήκε λίγο απ΄ τη Χώρα.

Δεν συνάντησε κόσμο, μόνο τρεις Γάλλους τουρίστες που τον εκνεύρισαν με τους λαρυγγισμούς τους για τη θέα και το φως «που τα 'βαφε όλα κόκκινα». Με αναπάντεχη ευχαρίστηση έφερε τώρα στο νου του τον φαρδύ μουλαρόδρομο που πήρε τραβώντας με την πλάτη στη δύση, όσο είχε ακόμα φως. Τα όρια αυτού του δρόμου διαμορφώνονταν απ΄ τις αγαπημένες του ξερολιθιές, συχνά μέχρι κάτω σκεπασμένες απ΄ τα ανοικονόμητα κλαριά κάποιας συκιάς προβλέψιμα ξερής όσο κι εκείνη του Ευαγγελίου. Πατημένα φιρίκια σε πολλά σημεία ανακατεμένα με καβαλίνα και ξερά χόρτα γέμιζαν τον αέρα μ’ εκείνη τη μυρωδιά που είναι συνώνυμη με τον ελληνικό Αύγουστο σε όποιο μέρος.

Κι όσο απομακρυνόταν απ’ τη Χώρα τόσο ο αέρας ξαναδυνάμωνε που στο τέλος έπρεπε να συγκρατεί με το αριστερό του χέρι το μακρύ του σκουλαρίκι με τη σπείρα για να μη φύγει μαζί με το αυτί του. Συνάντησε και δυό ντόπιες που ανταπόδωσαν μασημένα την καλησπέρα του, μετά ένα τελευταίο ζευγάρι Γάλλων που μάταια προσπαθούσαν να εγκλωβίσουν το ύστατο φως σε μηχανή μιας χρήσης.


Σταμάτησε μπροστά σ’ ένα κατάλευκο εκκλησάκι σε μια στροφή χωρίς να καταλαβαίνει γιατί, με εκείνο το αίσθημα που έχουμε συχνά όταν φτάνουμε κάπου που μας θυμίζει το σπίτι και γι’αυτό μπορούμε να μείνουμε. Σα να 'βγαινε μέσα απ΄ το ίδιο το χώμα, με ολόκληρα κομμάτια βράχου στη μιά του πλευρά, έστρεφε ταπεινά την είσοδό του προς τη δύση που μάτωνε πια. Στάθηκε ανάμεσά τους όταν ξαφνικά μες από μια χαραμάδα της μικροσκοπικής του πόρτας κάτι σπινθίρισε. Του 'ρθε στο νου το «αστεράκι» του Παπαδιαμάντη, πλησίασε, τράβηξε τον σύρτη και προς μεγάλη του κατάπληξη, μπήκε.

Ήταν η πρώτη φορά που 'βρισκε εκκλησάκι ξεκλείδωτο στο νησί στους απογευματινούς περιπάτους του, και του 'ρθε ξαφνικό όταν με το άνοιγμα της πόρτας έπεσε πάνω σε τρία κεράκια που 'καιγαν σ’ ένα μανουάλι με άμμο ακριβώς μπροστά στο ιερό που σχεδόν το άγγιζε άμα τέντωνε τα χέρια. Ήταν το μόνο φως στο εκκλησάκι ενώ πίσω του απ΄ την ανοιχτή πόρτα ορμούσε άγρια η κόκκινη δύση φέρνοντας μαζί της τον αγέρα και την ανάσα της θάλασσας, αναγκάζοντάς τον παρά τη θέλησή του να υποκλιθεί στη θεότητα.

Και θυμήθηκε ένα άλλο καλοκαιρινό απόγευμα στην Αθήνα πριν χρόνια όταν στην Αγία Φωτεινή, στις Στήλες, περιμένοντας τη Μ. για μια συναυλία είχε γράψει αδέξια στα «υπέρ αναπαύσεως» τα ονόματα του S., του Ο. και του Σ. που τότε μόλις είχε μάθει πως είχε πεθάνει. Πόσα πολλά από τότε είχαν προστεθεί στη λίστα του!

Αυθόρμητα γονάτισε μετά όμως σκέφτηκε πόσο θεατρικά γίνονταν όλ’ αυτά, ξανασηκώθηκε λοιπόν κι έμεινε για λίγο μπροστά στις μικρές φλόγες γυρίζοντας την πλάτη στο υπερθέαμα που τόσο τον είχε ξεσηκώσει νωρίτερα.

Θα 'θελε να πιστεύει σκεφτόταν, όμως το μυαλό του έφευγε μακριά απ’ το ασφυκτικό δόγμα κι αναγνώριζε τη θεότητα μονάχα στο απέραντο σύμπαν που λυσσομανούσε πίσω του διεκδικώντας τον. Σιγά-σιγά το στενάχωρο εκκλησάκι που τον είχε για λίγο ανακουφίσει με τον κατευνασμό που επέβαλε στη νόηση και στις αισθήσεις του, τον απέλπισε.

Άφησε τους νεκρούς και τις τύψεις του στην ησυχία τους, έκλεισε πίσω του την πόρτα κι εγκαταλείφθηκε στην αγκαλιά της πανθεϊστικής Δύσης που τον έπνιξε στα φιλιά. Φιλιά φλογερά σαν τα φούξια λουλούδια της βουκαμβίλιας που στο νησί βλέπεις σε κάθε πέργκολα.

Στέγνωσαν τα δάκρυά του από τον άνεμο και μπροστά του το βλοσυρό Κάστρο που συμμάζευε βιαστικά σαν παιδιά τ' άσπρα σπιτάκια, -γιατί η Νύχτα ερχόταν αδυσώπητα με τις μνήμες απ’ τους ληστές και τους κουρσάρους της-, του 'γνεψε σοβαρά με το δάχτυλο στα χείλη.

Δεν συνάντησε ψυχή γυρίζοντας.

1991/1999/2008

more...

Saturday, March 1, 2008

Deathwish

(από deplaced ή αστικός πόνος 18/20)


Κόλλησε το κινητό όσο πιο πολύ μπορούσε στ’ αυτί του, μέσα στη φασαρία μόλις και άκουγε τον αυτόματο: «Το γραφείο της γιατρού Ν.Ε. δέχεται κάθε απόγευμα εκτός...», αν κι ήταν μάταιο τέτοια ώρα. «Που στο καλό ήταν?», ούτε στο κινητό της έβγαινε. Είχε κουρνιάσει στο βάθος της στοάς προσπαθώντας να κρυφτεί από την κίνηση όμως ο κεντρικός δρόμος ούρλιαζε στα μηνίγγια του και τα χέρια του τρέμαν. «Ήρεμα», συμμάζεψε τον εαυτό του, «θα χωθείς σε κάποιο στενό κι όλα θ’ αλλάξουν» Πρώτα όμως έπρεπε να βουτήξει με τα μάτια κλειστά στον πανικό των μαγαζιών που έκλειναν, ν’ αντισταθεί στη φόρα όλων αυτών που εγκατέλειπαν το κέντρο Παρασκευή καλοκαίρι σα να 'χε πιάσει φωτιά.

Τα κατάφερε. Με χτυποκάρδι που δεν έλεγχε πια στάθηκε να πάρει ανάσα σ’ ένα δρομάκι του καημένου ιστορικού κέντρου που φαινόταν να 'χε κατεβάσει τα ρολά από το μεσημέρι. Διψούσε κι ήταν παγωμένος στον ιδρώτα, ακούμπησε με ευγνωμοσύνη την πλάτη του σ’ έναν ετοιμόρροπο τοίχο και προσευχήθηκε για έναν σεισμό. Τον πιάσαν όμως τα γέλια και πνίγηκε με το σάλιο του. Ήθελε να γελάσει, να γελάσει δυνατά, λες και κρεμόταν η ζωή του απ’ αυτό το ξέσπασμα μα κάτι τον σταμάταγε κι ας ήταν μόνος κάτω απ’ αυτό το ρημαγμένο νεοκλασικό μπαλκόνι που τα φουρούσια του είχαν γνωρίσει καλύτερες μέρες: «πως ήταν, πότε, οι δικές σου καλύτερες μέρες?», του ξέφυγε και τον τρόμαξε ή ίδια του η φωνή, ματωμένη σα τζαμαρία απ’ όπου πέρασε με το κεφάλι , «οι δικές μου δεν γνωρίζονται πια...», το βούλωσε.

Από το πίσω του μυαλού του έφτασε διαρκώς αυξανόμενος ένας μηχανικός θόρυβος και μύρισε καμένο λάδι. Τον προσπέρασε αργά ένα τρίκυκλο φορτωμένο του σκασμού. Το ζευγάρι των γύφτων ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Σταμάτησαν λίγο πιο κάτω μπροστά σ’ ένα μεγάλο βουνό από σκουπίδια, κατέβηκαν και στρώθηκαν στη δουλειά. Τότε πρόσεξε ανάμεσα στο σωρό το ψυγείο, δίπλα του μια παλιά κουζίνα κι ένα θερμοσίφωνο περίμεναν τη σειρά τους. Η γυναίκα όχι μόνο ήταν έγκυος με την κοιλιά στο στόμα αλλά ξαμόλησε κι ένα πολύ μικρό γυφτάκι ακόμα με τις πάνες του στον πεζόδρομο. Τρεκλίζοντας εκείνο στρογγυλοκάθισε πιο πέρα κι άρχισε να παίζει μ’ ένα κουτί. Ο πατέρας του αγκάλιασε γερά το ψυγείο, άστραψαν τα γυαλισμένα ποντίκια του στο τελευταίο φως μα δεν τα κατάφερνε όσο κι αν ζοριζόταν μόνος του. Έβαλε κι η γυναίκα του ένα χεράκι και βρέθηκε χώρος στην καρότσα. Από ψηλά στην σκισμένη αφίσα του πολυκαταστήματος οι ανορεξικές καλλονές που μαράζωναν μέσα στ’ αντηλιακά και τα αρώματα, θαύμασαν με ανυπόκριτη περιέργεια.

Άρχιζε να βαδίζει αντίθετα έριχνε όμως και ματιές προς τα πίσω, του φαινόταν απίθανο να καταφέρουν να φορτώσουν την υπόλοιπη οικοσκευή στο τροχοφόρο. Έβγαλε ξανά το κινητό κι έκανε μια ύστατη προσπάθεια, περπατούσε τώρα με την όπισθεν κι είχε να το κάνει αυτό από παιδί, δεν ήθελε να χάσει από τα μάτια του την Αγία Οικογένεια. Τόση επίδειξη ζωικής δύναμης του 'κανε καλό. Κι όσο μάκραινε μπροστά του το θέμα τόσο καλύτερα ένιωθε, οι παλμοί του γύριζαν σε κανονικότερους ρυθμούς. Δεν άφησε μήνυμα κι ούτε έστειλε τον αριθμό του στη γιατρό. Δεν είχε νόημα πια. Θα το αντιμετώπιζε μόνος.

Μπροστά του προχωρούσε εκείνη η γυναίκα με τη μαύρη ρόμπα και το κόκκινο ιδεόγραμμα στην πλάτη που στριφογύριζε σαν δράκος. Την είχε ξαναδεί στο διάδρομο αυτή τη γυναίκα, μιλούσε ψιθυριστά κι είχε τρία μικρά σημαδάκια στο λαιμό. Πίσω της φάνηκαν κι οι άλλοι άρρωστοι, ακολούθησε κι εκείνος μαζί τους, όλοι μαζί σαν ένα άβουλο κοπάδι, στην κορφή η λευκή νοσοκόμα, που το σέρνουν για εξετάσεις στην άκρη του γκρεμού, λένε για τη σωτηρία του, μπορεί για το χαμό του.

«Σέρναμε λοιπόν κι εμείς ανυπεράσπιστοι τα παντουφλένια μας βήματα και φορούσαμε παστέλ νυχτικά και ανοιχτόχρωμες πυτζάμες, -εκτός από τη μαύρη γυναίκα με τον δράκο δηλαδή-, στους ατέλειωτους διαδρόμους, ακόμα και έξω στον κήπο του νοσοκομείου, ενώ δίπλα μας, πίσω απ’ τα κάγκελα συνωστίζονταν κάτω από ένα διαφορετικό φως τα πλήθη των υγιών, που ντυμένοι τα στέρεα καθημερινά τους ρούχα και τα αποφασιστικά πρόσωπα κυλούσαν θορυβώδικα στη λεωφόρο».

Εκείνος όμως είχε ξεφύγει ακόμα πιο πίσω, τώρα τον τραβούσε από το χέρι η μάνα του, ήταν δεν ήταν έξι χρονών, κι έμπαιναν από την πύλη ενός άλλου νοσοκομείου, άραγε το «Θεοτόκος Μητέρα»?, καθόλου δεν θυμόταν. Οι δύο φύλακες που βαριόντουσαν στο καμαράκι τους και περίμεναν να σκοτεινιάσει για να πέσει η ζέστη, μόλις που τους έριξαν μια ματιά. Διέσχισαν ένα τεράστιο παραμελημένο πάρκο -άρα μπορεί και να ήταν το «Θεοτόκος»-, δεξιά κι αριστερά οι γερασμένες προσόψεις έσκυβαν πάνω από παρτέρια όπου κάτι μικρούλικα παρδαλά λουλουδάκια πάλευαν να σηκώσουν κεφάλι μέσα απ΄ τα σκουπίδια. Είχε αφεθεί να τον σύρει η μάνα του που βάδιζε βιαστικά και σαν να ήξερε καλά το δρόμο, μέσα από μια πλαϊνή πορτούλα και τώρα βρέθηκε λαχανιασμένος σ’ έναν μακρόστενο διάδρομο γεμάτο θεόρατες πόρτες. Στο πιο ήπιο φως του εσωτερικού χαλάρωσε λιγάκι το τρέξιμο, η μάνα του τον άφησε απ΄ το χέρι και εκείνος βάλθηκε να κοιτά δεξιά κι αριστερά τις κάμαρες με τους αρρώστους. Ο διάδρομος έστριβε και στο γύρισμα επάνω είχαν ακουμπήσει πάνω σ’ ένα μισό φορείο έναν μπόγο που σκεπασμένος μ’ ένα λευκό κάλυμμα έμοιαζε με πτώμα. Τον φόβισε αυτό αλλά γρήγορα του πέρασε.

Τέλος σταμάτησαν μπροστά σε μια ίδια με τις άλλες ορθάνοιχτη πόρτα κι η μάνα του τον έσπρωξε μέσα λέγοντας του στ’ αυτί: «πες καλημέρα στη θεία αλλά μην την αφήσεις να σε φιλήσει» Βρέθηκε τότε σ’ ένα στενόμακρο και φοβερά ψηλοτάβανο δωμάτιο. Ήταν σα να 'χε μπει σ’ ένα σπιρτόκουτο, έτσι του φάνηκε, από τη μεγάλη του πλευρά, και μπροστά του ακριβώς βρισκόταν η θεία ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό σιδερένιο κρεβάτι, ίδιο κι απαράλλαχτο με άλλα τρία. Στο ένα ήταν μια γυναίκα, στα άλλα κανείς. Πρόσεξε τον δίσκο πάνω στο φορητό τραπεζάκι στα πόδια του κρεβατιού της θείας, που 'χε ανέγγιχτο φαγητό. Δίπλα η χοντρή γυναίκα μόλις είχε αρχίσει να τρώει. Η θεία του χαμογέλασε αδύναμα όταν την πλησίασε απ’ τα δεξιά, κι έτσι πιο κοντά απ’ όσο θα 'θελε με τη χοντρή άγνωστη της έδωσε απρόθυμα το χέρι. Του φάνηκε πως είχε χάσει βάρος, τα μάγουλά της που παλιά ήταν δυο ροζ βούλες πάνω σ’ ένα αδιάκοπα χαμογελαστό παχουλό πρόσωπο, χλωμά, το χαμόγελό της το ίδιο κουρασμένο.

Τραβήχτηκε πίσω και κάθισε ακίνητος σε μια καρέκλα από φορμάικα κοντά στα πόδια του κρεβατιού. Το φαγητό ήταν πάντα ανέγγιχτο, η μητέρα είπε: «έφαγες τίποτα?» και «πότε έφυγαν οι άλλοι?» Δίπλα η χοντρή γυναίκα, το ένα της πόδι κρεμασμένο γυμνό ως το γόνατο απ’ το πλευρό του κρεβατιού, συνέχιζε ήσυχα-ήσυχα να τρώει. Έτρωγε κάτι που έμοιαζε με σούπα. Είχε ένα μικρό βουναλάκι από κρέας στο κέντρο του πιάτου και το 'κοβε προσεκτικά πιάνοντάς το με το κουτάλι μαζί μ’ ένα χυλώδες άσπρο πράγμα μέσα σε ζουμί. Ρίχνοντας μια ματιά στο φαγητό της θείας που δεν είχε ακόμα πειραχτεί, το αναγνώρισε: ήταν φιδές.

Η θεία είπε στη μητέρα που πηγαινοερχόταν ξεδιπλώνοντας και τακτοποιώντας διάφορα πράγματα από τη σακούλα που κράταγε στα χέρια της: «Δε θέλω να φάω τίποτα απ’ αυτά. Ούτε κρέας, ούτε πουρέ, ούτε το γιαούρτι, ίσως μια κουταλιά φιδέ και την κρέμα που έφερες». Εκείνος συνέχισε από μέσα του απαριθμώντας όλα τα πράγματα που βρίσκονταν πάνω στον δίσκο: ούτε τη φέτα του ψωμιού, ούτε το λεμόνι, ούτε τα μαχαιροπήρουνα, ούτε το πλαστικό ποτήρι, ούτε τον δίσκο τον ίδιο, ούτε...

Η μητέρα άρχισε να ταΐζει με γρήγορες κουταλιές την άρρωστη αφού την ανασήκωσε με τον ειδικό μηχανισμό που βρίσκεται κάτω από το κρεβάτι. Ο μηχανισμός έκανε τρεις φορές γκράααν καθώς ζοριζόταν. Στο τέλος η θεία ανασηκώθηκε αλλά κάπως σα να δυσκολευόταν με την κοιλιά της που διαγραφόταν καθαρά κάτω απ’ το σεντόνι. «Έκανε εγχείριση στην κοιλιά, είχε πέτρα στη χολή», σκέφτηκε. Κι άφησε την προσοχή του να πέσει στη διπλανή γυναίκα που συνέχιζε να τρώει. Δεν είχε πειράξει ακόμα το γιαούρτι. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο αυτό τον ικανοποίησε. Το κεσεδάκι με το γιαούρτι ήταν άσπρο και πράσινο. «Μακεδονικός συνεταιρισμός», είχε πει η μητέρα του που διάβασε την ετικέτα. «Φρέσκο αγελαδινό» «Άστο καλύτερα», είχε πει η θεία.

Η χοντρή άγνωστη έφαγε όλο το φιδέ μα άφησε ένα όρθιο κομμάτι κρέας στο πιάτο. Έμοιαζε τώρα σα να 'χε κοπεί ένα κομμάτι βράχου απ΄ την ξηρά, ολομόναχο στη μέση μιας θάλασσας κλειστής γύρω-γύρω «Είναι το όρος Γιβραλτάρ», αποφάσισε. Τον είχε πιάσει απότομα πείνα. Το πρόσωπο της χοντρής τώρα που σταμάτησε να τρώει και σκουπίστηκε, του φάνηκε πολύ πλατύ. Πρόσεξε πως φούντωναν τα κατάμαυρα μαλλιά της και πως δεν ήταν όσο μεγάλη την είχε κάνει στην αρχή. Η γυναίκα προσπαθούσε να βολέψει το πόδι της που κρεμόταν μα εκείνο ξεσκεπάστηκε ως το μπούτι. Τον κατατρόμαξε η άμορφη λευκή μάζα από λίπος και τεντωμένες φλεβίτσες και παραλίγο να βγάλει φωνή. Η χοντρή πρέπει να πρόσεξε το γουρλωμένο του βλέμμα. Έκανε να σκεπαστεί καλύτερα όμως τότε φάνηκε η χοντρή της κοιλιά και τα μεγάλα βυζιά της που τόσην ώρα κρύβονταν από το τραπεζάκι με το φαγητό. «Τι ψηλά που 'ναι τα παράθυρα σ’ αυτό το δωμάτιο!», σκέφτηκε. Ήθελε πολύ να σκεφτεί κάτι διαφορετικό γιατί το φαγητό είχε χάσει ξαφνικά όλο του το ενδιαφέρον.

Χρατς τέσσερεις φορές έκαναν οι σακούλες που ανακάτεψε η χοντρή στο κομοδίνο της. «Δεν έχω καθόλου χώρο για όλα αυτά τα πράγματα κι έχω γεμίσει άδεια μπουκάλια από πορτοκαλάδες που μου φέρνουν οι δικοί μου!», είπε παραπονιάρικα και κάπως μπουκωμένα. «Θα 'πρεπε να τους δώσετε πίσω μερικά όταν ξανάρθουν να σας δουν», είπε ευγενικά η μητέρα. Κι ήταν η δεύτερη φορά που της μιλούσε γιατί την είχε πρωτύτερα ρωτήσει: «πως είστε σήμερα?» κι η χοντρή είχε πει: «δεν έχω πυρετό ευτυχώς», «Όμως μάλλον δεν θα 'ρθούν σήμερα», συνέχισε.

Είχε στην αγκαλιά της σακούλες, χάρτινες σακούλες που έγραφαν πάνω τους: Φρυγανιές, και διάφορα μικροπράγματα Σε μια απ’ αυτές έχωσε το λίγο πρησμένο της χέρι, πήρε κάτι και το 'φαγε. «Θέλετε γλυκό?» είπε, τείνοντας τη σακούλα προς το μέρος της θείας και της μαμάς. Η θεία είπε όχι, η μαμά είπε όχι με τα μάτια, εκείνος είπε όχι ευχαριστώ, έχω φάει «Κανείς δεν είπε πως δεν έχεις φάει», είπε η χοντρή παρεξηγημένα και ξανά με παράπονο. Εκείνος ξανακοίταξε το παράθυρο: πως ανοίγουν το πάνω μέρος τους που είναι ένα άλλο σωστό παράθυρο από μόνο του εκεί ψηλά? πως ανοίγουν τα παντζούρια από έξω? πως τραβούν τις κοντές κουρτίνες? Κανένα κορδόνι δε φαινόταν να κατεβαίνει από πουθενά. Η μητέρα που το πρόσεξε είπε: «Θα πρέπει να φέρνουν σκάλα, μπορεί όμως και να 'ναι έτσι μόνο για φως».

Εκείνη την ώρα έγινε κάτι περίεργο: από μια πόρτα στ’ αριστερά που έμοιαζε με ντουλάπα βγήκε μια ζαρωμένη γριά που είχε καμπούρα, ασπροκίτρινα μαλλιά σε κοτσίδα και φανελένιο νυχτικό με μπλε λουλουδάκια. Με πολύ αργά βήματα πέρασε ανάμεσα σ’ αυτόν, -που μάζεψε βιαστικά τα πόδια του-, και στα κρεβάτια, για να πάει στο δικό της που ήταν τελευταίο στη σειρά. Του έκανε εντύπωση πόσο ζαρωμένο ήταν το πρόσωπό της. Κι εκείνη είχε φαγητό στο τραπεζάκι της. Η χοντρή είπε ξαφνικά κοιτάζοντας τον διάδρομο: «Τους πηγαίνουν μπιφτέκια με μακαρόνια εμείς όμως πρέπει να τρώμε συνέχεια κρέας με φιδέ....». «Κρέας με φιδέεεεεε...», είπε η ηχώ. Αυτό του άρεσε και το επανέλαβε κάμποσες φορές μέσα του όμως όσο να κοιτάξει από την πόρτα τα μπιφτέκια με τα μακαρόνια είχαν κάνει φτερά. Η γριά βγήκε την ώρα που μια όμορφη ξανθιά νοσοκόμα έμπαινε μ’ ένα θερμόμετρο κι ένα τετράδιο στα χέρια. Η χοντρή πήρε υπάκουα το θερμόμετρο και εκείνος σκέφτηκε πως έτσι έπρεπε να γίνει. Η θεία και η μητέρα όλο και κάτι μουρμούριζαν στη γωνιά. Πρόσεξε πως το πόδι της χοντρής που περίσσευε είχε στο μεγάλο δάχτυλο ένα κίτρινο νύχι. Γύρισε αλλού το βλέμμα, έφερε καλύτερα στο μυαλό του τα αδύνατα πόδια της νοσοκόμας μέσα στα λευκά πάνινα παπούτσια της.

Η γριά ξαναμπήκε αθόρυβα μ’ ένα κατσαρολάκι στα χέρια. Πήγε αργά στη γωνιά της και το άδειασε στο πιάτο της. Είχε σούπα λοιπόν. Μετά τρύπωσε με δυσκολία στα σκεπάσματα, πέρασε την πετσέτα της στο λαιμό και βάλθηκε να στύβει ένα λεμόνι με πολλή προσοχή. Της πήρε ώρα. Εκείνος σκεφτόταν: «μήπως πρέπει να το κάνω εγώ?», όμως το ρουφηγμένο πρόσωπο της γριάς δεν φαινόταν καθόλου φιλικό. Πάντως του άρεσε πιο πολύ απ’ τη χοντρή, πιο πολύ σχεδόν κι απ΄ τη θεία. Ήταν πιο κοντά στο μέγεθός του και τουλάχιστον μπορούσε να περπατά.

Η χοντρή που είχε τελικά κατεβάσει και τα δυο της πόδια απ’ το κρεβάτι κι έψαχνε για τις παντόφλες της, είπε: «Όταν θα φύγουν τούτα δω θα μπορέσω και γω να γυρίσω σπίτι μου». Τότε για πρώτη φορά πρόσεξε εκείνος με φρίκη κάτι μακριά σωληνάκια που 'φευγαν απ’ την κοιλιά της και κρυβόντουσαν κάτω απ’ το κρεβάτι. Για να συμπληρωθεί το κακό η χοντρή τα τράβηξε και τα σήκωσε ψηλά σα να 'θελε να τα ρίξει καταπάνω τους! Δε γινόταν λοιπόν να μη δει πως κατέληγαν σε δυο πλαστικές σακούλες, στριμμένες στο πάνω μέρος τους, και που περιείχαν ένα θολό πορτοκαλοκίτρινο υγρό. Η θέα του έφερε τέτοια τρομάρα που κόλλησε την πλάτη του στην καρέκλα του με θόρυβο που τράβηξε για λίγο την προσοχή της μητέρας του, και σκέφτηκε: «νικηθήκαμε!»

Η γιαγιά στο μεταξύ είχε τελειώσει με το στύψιμο του λεμονιού και μούσκευε τη φέτα το ψωμί στο ζουμί στο πιάτο της χωρίς να σηκώνει τα μάτια ούτε στιγμή «Στον διάδρομο, ποτέ δεν κυκλοφορούν γιατροί και νοσοκόμες μ’ άσπρες ποδιές, στο διάδρομο?» Η όμορφη νοσοκόμα πέρασε, άρπαξε το θερμόμετρο απ’ τη χοντρή και χάθηκε πάλι. «Δεν είχα πυρετό σήμερα, έτσι δεν είναι?», ρώτησε εκείνη με αγωνία. «37.5, όχι», είπε η νοσοκόμα τρέχοντας.

Κάρφωσε το βλέμμα του στο βάθος του διαδρόμου. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων μπήκε σε μια πόρτα σπρώχνοντας ένα τραπεζάκι φαγητού που πάνω του άστραφτε ένα κατακόκκινο κουτί Coca-Cola με καλαμάκι. «Γιατί πηγαίνουν στους αρρώστους πάντα πορτοκαλάδα?» Όλα τα κομοδίνα είχαν κι από μια. «Ποιος να μένει άραγε σε κείνο κει κάτω το δωμάτιο? ποιος πίνει Coca-Cola?», συνέχισε ν’ αναρωτιέται για ώρα, το αστραφτερό κουτί δεν έφευγε απ’ το μυαλό του. Ήταν τόσο μουντά εδώ μέσα! Άσπρο, μπεζ, κίτρινο απαλό, άσπρα τα νυχτικά των αρρώστων με λουλουδάκια αχνά, σχεδόν αόρατα. Άσπρες κι οι νοσοκόμες. Ευτυχώς η θεία είχε ένα βαθυγάλαζο βολάν στο λαιμό του δικού της νυχτικού, κι η μαμά φορούσε πράσινα. Εκείνος φορούσε σορτς και μπλούζα καφέ καρό.

Ξανάφερε το βλέμμα του πάνω-κάτω, σταμάτησε πάνω στην κοιλιά και τα βυζιά της χοντρής. Εκείνη τον κοίταξε για λίγο αφηρημένα, «έτσι κοιτάζουν οι κροκόδειλοι», σκέφτηκε. Πάλι είπε κάτι εκείνη για το μονότονο φαγητό. Είχε κάνει πέρα τη σακούλα με τα γλυκά, βαριόταν. «Το ίδιο φαγητό σήμερα, μεσημέρι, βράδυ! Αν ξαναφέρουν φιδέ θα της το πετάξω στο κεφάλι!» Η μαμά και η θεία χαμογέλασαν αλλά εκείνος το βρήκε απαίσιο. Ντράπηκε μάλιστα για λογαριασμό τους. Για μια στιγμή φαντάστηκε την όμορφη νοσοκόμα -υποθέτοντας πως αυτή έφερνε το φαγητό-, με το αναποδογυρισμένο πιάτο στο ξανθό της κεφάλι: τα ζουμιά κι ο φιδές κατρακυλούσαν στο πρόσωπο, στα μαλλιά και στους ώμους της και μόνο το κεντρικό κομμάτι το κρέας είχε μείνει στην κορυφή. Η νοσοκόμα δεν έλεγε τίποτα, μόνο πρότεινε επίμονα το θερμόμετρο στη χοντρή. «Ό,τι και να κάνει δε μπορεί παρά να υπακούσει!», σκέφτηκε ευχαριστημένος και ξανάφερε στο μυαλό του τη χοντρή να βάζει χωρίς αντίρρηση το θερμόμετρο κάτω απ’ το παχύ της μπράτσο.

Έπειτα δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάνει παρά να γυρίζει το βλέμμα ξεκινώντας από τα φαγητά της θείας που χάλαγαν πάντα ανέγγιχτα, -τι άδικο αλήθεια!-, και πηγαίνοντας στα ψηλά παράθυρα με τις καφετιές κουρτίνες και στα βυζιά της χοντρής που τραντάζονταν γερά κάθε φορά που επιχειρούσε την παραμικρή κίνηση, για να καταλήξει στη γιαγιά που συνέχιζε να τρώει σα να 'κανε το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Έκανε αυτή τη διαδρομή με τα μάτια μερικές φορές, στο τέλος άφησε πάλι το βλέμμα του να ξεφύγει στο διάδρομο. Στο δωμάτιο που έμενε ο τυχερός που έπινε Coca Cola μπήκε μια γυναίκα που φόραγε ένα τόσο γυαλιστερό πουκάμισο που στραβώθηκε. Την ίδια στιγμή βγήκε το ηλικιωμένο ζευγάρι τραβώντας μαζί του το καροτσάκι του φαγητού και πάνω του πια άδειο το κόκκινο κουτί. Όλοι μαζί χάθηκαν στο σκοτεινό βάθος, τελευταίο το κουτί.

Ξαφνικά του 'ρθε να βάλει τα κλάματα. Γύρισε απελπισμένα τα μάτια του στο δωμάτιο μα αυτά από μόνα τους πήγαν κι έπεσαν ξανά πάνω στα βυζιά της χοντρής: «τα βυζιά της είναι μεγάλα και άσπρα, τι να συμβαίνει ανάμεσα στα βυζιά της που χωρίζουν καθώς ακουμπάνε στη χοντρή της κοιλιά?» του 'χε γίνει έμμονη ιδέα και δε μπορούσε να τα τραβήξει από κει. Σαν υπνωτισμένος κοιτούσε ολοένα το άνοιγμα με το κορδελάκι στον πλαδαρό λαιμό της και τον έπιανε ναυτία: «θέλω να είμαι εκεί», σκέφτηκε αλλά μπορεί και να το φώναξε δυνατά γιατί η μητέρα που πρόσεξε το αρρωστημένο του ύφος, είπε γρήγορα: «τώρα, τώρα θα φύγουμε!».

1991/1999/2002/2008

more...