Sunday, June 29, 2008

Ιστορία του χωριού Κ.: από της κτήσεώς του μέχρι σήμερον



(αποσπάσματα από μια προφορική διήγηση. Αχρονολόγητο)

[...] Κατά την ανοικοδόμηση της άνω εκκλησίας, (εννοεί την Αγία Κυριακή), ευρέθη ψηφιδωτόν μεγάλης αρχαιολογικής αξίας το οποίον οι τεχνίτες το εκάλυψαν με μπετόν αρμέ.

[...] Ποιος γνωρίζει; ούτε πληροφορίες έχουμε ότι το χωριό κατεστράφη ολοσχερώς και οι κάτοικοι έφυγαν και έκαμαν οικισμόν βορείως του σημερινού χωριού, το ονομαζόμενον σήμερα 'Παλιοχώρι'. Όταν κάποιος θέλει να μεταβή εις το μέρος αυτό περνά από το 'Ασιμόρεμα', ωνομάσθη δε έτσι διότι επνίγη ένας κάτοικος ονομαζόμενος Άσιμος.

[...] Εν συνεχεία φθάνουμε εις την Μεγάλη Στοά που κρέμονται άνωθεν σταλακτήτες περικαλλούς αξίας σαν άμφια Μητροπολιτών, και προχωρώντας, φθάνουμε εις την Πλατεία των Θαυμάτων της οποίας δεν βρίσκω λόγια δια να περιγράψω το τόσο ωραίο κάλλος της. Ευρήκαμε δε εις το άκρο της Πλατείας το πέλμα του αρχιμηχανικού Ατσαλίδη.

[...] Θα ήτο μια παράλειψίς μου εάν δεν έγραφον ελάχιστα δι' αυτόν τον Άγιον Άνθρωπον, ευργέτη του χωριού, αείμνηστον 'Ξελισάχτην' από την Τ. Αυτός είχε μεγάλο κτήμα αποτελούμενον από ήμερον και άγριον τόπον συνολικής εκτάσεως περί τα 4.000 στρέμματα, το οποίον ήθελε να πωλήση. Οι τότε προύχοντες του χωριού ηθέλησαν να το σφετεριστούν και να το αγοράσουν μόνο δια λογαριασμόν των και τότε τους απάντησεν ο αείμνηστος Ξελισάχτης: "εγώ θα το δώσω εις ολόκληρο το χωριό, δεν κάνω ανάθεμα", και τούτο εγένετο.

[....] Γενικώς οι τότε κάτοικοι ασχολούντο με μεγάλην κτηνοτροφίαν αριθμούσα τότε 15.000 αιγοπρόβατα. Μετά λίγα έτη η κτηνοτροφία ήρχισεν να ελαττούται και οι κάτοικοι επεδώθησαν στην γεωργία που ήτο τότε επικερδής, καλλιεργώντας την ινδικήν κάνναβην (χασίσι) μέχρι το 1918, οπότε επί κυβερνήσεως Ελ. Βενιζέλου και υπουργού Α. Παπαναστασίου απηγορεύθη η καλλιέργεια του προϊόντος τούτου χωρίς ουδεμίαν αποζημίωσιν. Τότε οι κάτοικοι και με πρωτοβουλία των αείμνηστων Κ.Π. και Ν.Κ. [οίτινες] εισήγαγον τον καπνόν, και το χωριό μας ήτο το μεγαλύτερον καπνοπαραγωγικόν κέντρον του Νομού κατά τα έτη 1926-30, χρυσούς αιών, καθότι τα καπνά επωλούντο τότε 32 έως 38 δρχ κατ' οκάν.

Λόγω όμως μεγάλης καλλιέργειας σ' ολόκληρον το κράτος έμειναν δυο-τρία χρόνια απώλητα και οι κάτοικοι καθότι είναι όπως και προηγουμένως ανέφερα φίλεργοι και έχοντες άμιλλαν, επεδώθησαν εις ανώρυξιν στον Κάμπο, φρέατων, καλλιεργούντες πατάτες και διάφορα κηπευτικά.

Ασχολούνται και με το κυνήγι, ήσαν δε πολλοί καλοί κυνηγοί. (Ακολουθεί λίστα με τα ονόματα των κυνηγών, περί τα 12 ονόματα) (*)


(*) δεν διασώζεται

more...

Tuesday, June 17, 2008

Signs and/or Scars




"... a king, a queen, a knight, a monk, a nun, an architect, a miner, a seraph, and finally a blue spirit and a red one!" from "The Alexandria Quartet", by L. Durell, 1960, p. 809, drawing from the Life of Paracelsus.

Στον Τζε

Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο χωριό αυτή τη φορά, πόσα σημάδια!

Πρώτα-πρώτα το πεθαμένο μαύρο πουλί που με υποδέχτηκε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού, μια καρνάβα όπως την είπε η θεία Ασπασία.

Και στο σπίτι, μέσα κι έξω, πόσες πεταλούδες! Σα να ζωντάνεψαν ξαφνικά τα 100 χρόνια μοναξιάς...

Στην ταράτσα το μικρό νισυριώτικο γλυπτό της Λ., ο αστεία τρομακτικός 'πιγκουίνος', έχασε το ένα χάντρινο μάτι του υπερασπιζόμενος το σπίτι, σαν άλλο gargoyle, το χειμώνα που πέρασε.

Αργότερα στο νεκροταφείο, τοποθετώντας τα flashy λουλούδια μου στις δυο ανθοδόχες του τάφου που σαν τους πίθους των Δαναϊδων δεν κρατούσαν νερό (!), κάτω από τον γλυκό απογευματινό ήλιο μα κι έναν αέρα που σ' έπαιρνε και σε σήκωνε, ψάχνοντας για την παραμικρή ένδειξη της θείας μου και αποτυχαίνοντας.

Ελπίζω τουλάχιστον ν' αποκτήσω κάποια φωτό από τα πανέμορφα νιάτα της, -άσχετο που πέθανε όμορφη-, για την πινακοθήκη των προγόνων στη σάλα. Αλλά και γιατί το θέλω. Όλοι κάνουμε τις προβολές μας.

Ευτυχώς το χωριό κι οι άνθρωποί του με γειώνουν. Μιλώντας με την Ελένη τη μπακάλισα που τους ήξερε καλά: "ο θείος είχε προβλέψει και θέση-σχάρα για τη θεία στον 'οικογενειακό' τάφο", φρέσκο, ούτε 40 ημερών. "Ας ελπίσουμε πως δεν θα την πλακώσει, να τσακώνονται κι εκεί κάτω!", έλεγε γελώντας.

Και από τη θεία μου τη Γεωργία: "όσο κι αν ήταν αράθυμος -άλλη μια ωραία καινούργια λέξη για μένα-, εκείνος, τελικά ταίριαζαν".

Αυτή ήταν η δεύτερη ευκαιρία της θείας για έναν παθιασμένο όψιμο έρωτα που κράτησε μέχρι το θάνατο παρά τα μπινελίκια του θείου και τις τάσεις φυγής τις δικές της.

Σήμερα αλλάζοντας τα τραπεζομάντηλα άνοιξα νομίζω για πρώτη φορά, το συρτάρι στο τραπέζι της σάλας. Very fittingly στο βάθος βρήκα μόνο ασπρόμαυρες φωτο από τρεις κηδείες τότε που ακόμα συνηθιζόταν: μιας προγιαγιάς, ενός προπάππου, και του παππού μου του ίδιου.

1963 η πρώτη, δυο μήνες πριν γεννηθώ, 1972, 1977. Οι φωτό είναι απίθανες, έχουν σχεδόν ανθρωπολογικό ενδιαφέρον, θα στις δείξω. Θέλω οπωσδήποτε να κάνω κάτι μαζί τους. Νομίζω πως είναι σημαντικό που όσο κι αν τόλεγα πως θα γράψω κάποτε εδώ δεν τόκανα μέχρι σήμερα. Το αφιερώνω, αυτό το λίγο, σε σένα και στην εκκεντρική θεία μου Ντίνα με τη μακριά, περιπετειώδη διαδρομή: Ελλάδα-Γερμανία-Αμερική-Ελλάδα ξανά, τα τελευταία 45 χρόνια, σχεδόν τη μισή της ζωή, μέσα στο ίδιο σπίτι, πίσω από το ίδιο παράθυρο με την τραβηγμένη πάντα κουρτίνα που' βλεπε στην πλατεία του χωριού, κι έξω απ' τον κόσμο.

Μαζί με: "Wild is the Wind", της Nina Simone, for we're creatures of the wind, και τη "Περιμπανού", του Χατζιδάκι, 14 χρόνια απ' ό,τι ακούω, από το θάνατό του σαν σήμερα.

15/6/2008

more...

Monday, June 9, 2008

IJIME II (*)

Είμαι κουρασμένη. Ξέρω πως είναι ανόητο που αρχίζω έτσι αλλά και πάλι τι αρχίζω άραγε; Πήρα να διαβάσω για πολλοστή φορά το "Σιγανή βροχή" του Ναγκάϊ Καφού που η Celina επέστρεψε, κι ας μη βρέχει, όλη αυτή η λεπτή μελαγχολία του καιρού που χάνεται μου τρύπησε την καρδιά.

Έχει ένα φεγγάρι γεμάτο και κατακόκκινο απόψε, το βλέπω μες απ’ τα στόρια να ξεπροβάλλει, δεσπόζει θριαμβευτικά ανάμεσα στα τερατώδη appartment bldgs που 'ναι εδώ και δυο χρόνια η θέα μου. Προς το ποτάμι. Πρέπει ν’ αγοράσω τα δυο βιβλία του Καφού: "Το ποτάμι Σουμίντα" (το δικό μου ποτάμι), και την "Ιστορία" -πάλι- "από τ’ ανατολικά του ποταμού".

Δε μπορώ να σε αποχωριστώ. Το γράφω έτσι απλά. Βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση. Όλες οι μικρές κακίες των τελευταίων ημερών, το τρέξιμο της έκθεσης, οι απογοητεύσεις των θλιβερών -ανύπαρκτων- επαγγελματικών επαφών, φωλιάζουν μέσα μου για να πάρουν την εκδίκησή τους. Το στόμα μου είναι πικρό, όλος αυτός ο θυμός, η ένταση, μετριέται χτύπο με χτύπο στα μηνίγγια μου. Νομίζω πως ο κόσμος θα σπάσει, θρυμματίζεται μέσα στο κεφάλι μου. Αυτό που νιώθω για σένα…, δεν έχει νόημα. Είναι το αλλόκοτο μείγμα από το θυμό μου και την αγάπη που αγωνίστηκα να ξεπεράσω.

Έπειτα η καθημερινή παρενόχληση μ’ έχει κάνει τρελή. Ονειρεύομαι όλες τις διαφορετικές εκδοχές τέλους σ’ αυτό το φοβερό bōnenkai  (**) που τόσο τρέμω. Σε φτύνω στο πρόσωπο αφού σου ευχηθώ sayonara, σε χαστουκίζω, σε φιλώ στο στόμα. Wretched.

Δεν καταλαβαίνω πια τον εαυτό μου. Εσύ κι η χώρα που αφήνω γίνατε ένα. Μετά από τόση προσπάθεια μάταια επιχειρώ να κρατήσω τη λεπτή ισορροπία μέχρι την τελευταία στιγμή. Όλα γκρεμίζονται με πάταγο μπροστά μου. Δεν ξέρω τι θέλω. Τι φοβάμαι περισσότερο: να γυρίσω στη μικρή κόλαση που άφησα και να σε χάσω για πάντα ή να μείνω στη συναισθηματική έρημο που με κρατά τρία χρόνια τώρα, σε διαρκή φρίκη με την προοπτική μιας "τυχαίας συνάντησης"; Κι από πάνω λυπάμαι που δε γράφω στ’ αγγλικά. Δε θα με διαβάσεις ποτέ.

Πόσο κακή ήταν αυτή η τύχη! Για μένα σίγουρα, για σένα; Θα χωριστούν οι δρόμοι μας, δε στάθηκε δυνατό να καταλάβουμε ποτέ η μια τον άλλον. Με μισείς όσο σε μισώ; Αναστάτωσες τη ζωή μου. Για τρία χρόνια ήσουν το καθημερινό πρόσωπο της φρίκης. Σε λάτρεψα. Το πικρό σου στόμα μ’ όλους τους στραβούς του μορφασμούς, δε θα δοκιμάσω ποτέ.

Τι σκέφτεσαι; Σκέφτεσαι ποτέ εμένα; Υπάρχω? ή μόνο σαν θόρυβος, σαν παραμόρφωση στο ορθολογισμένο πλαίσιο της δραστηριότητάς σου, "σχολικής" ακόμα από ανάγκη;

Σου έγραψα ήδη ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα που δε θα στείλω. Έγραφα: I have to explain myself to myself. Τώρα πια δεν είμαι τόσο σίγουρη. Η σκοτεινή μου πλευρά: articulate? clearly cut? Αδύνατον, θόλωσε, μαύρισε τόπους-τόπους άχαρα. Δεν την αναγνωρίζω πια. Ποιος έχει τις απαντήσεις;

Σε χρειάζομαι. Όμως ακριβώς γιατί δεν το ξέρω. Και ίσως είναι ακόμα ένα λάθος. Ένα λάθος τόσο μεγάλο που εξαιτίας του χάνομαι άδικα. Δεν ξέρω τίποτα για σένα. Αν σ’ έχω παρεξηγήσει όσο με παρεξήγησες, είμαι χαμένη. Δεν ξέρω τίποτα για σένα κι ίσως γι’ αυτό καταδυνάστεψες τη φαντασία μου. Σε πλάθω όπως μπορώ.

Δεν είχα γράψει για μήνες, και τώρα αυτό το παραλήρημα...Θα σταματήσω. Είμαι λίγο μεθυσμένη. Θα πάω στο ποτάμι. Αν όλα τέλειωναν απόψε .., θα μου γινόταν η χάρη να μην αποφασίσω, να μην πληγωθώ άλλο. Όλος ο κατοπινός δρόμος φαντάζει στα κουρασμένα μου μάτια ένας άλλος μακρύς Γολγοθάς. Χωρίς ανάσα.

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

(**) 忘年会: αποχαιρετιστήριο πάρτυ στο τέλος του χρόνου (συνήθως το Δεκέμβρη)
 
24/2/1997

more...

Sunday, June 1, 2008

IJIME III (*)


“Quoting the great Buddhist master Nāgārjuna Dōgen says that the zazen of non-Buddhists has the flaw of attachment to experiences and wrong views, while the zazen of Buddhists in quest of individual salvation has the flaw of aspiration for self-tranquilisation and aiming for extinction”.

(from: “Shōbōgenzō. Zen Essays by Dōgen”, transl. by T. Cleary, Univ. of Hawaii Press, 1986)


Αν μόνο μπορούσες να απολογηθείς, θα 'χα τη χαρά να σε συγχωρήσω και ν’ απολογηθώ και εγώ με τη σειρά μου. Ή μήπως η περηφάνια μου μπαίνει στη μέση? Πως να δώσω όμως μια συγγνώμη σε κάποιον που δεν τη χρειάζεται, ή κι αν τη χρειάζεται δεν την απαιτεί;

Θα 'θελα ν’ αφήσω εδώ την αγάπη και το μίσος μου για σένα, σαν υπερβολικά συναισθήματα που είναι δεν αντέχω να τα κουβαλήσω μαζί μου πίσω. Στην Ελλάδα θα 'χω άλλα κομμάτια μου από το παρελθόν ν’ αντιμετωπίσω, κι ωστόσο το φορτίο μου αντί να γίνεται ελαφρύτερο γίνεται βαρύτερο.

Είναι κάποιος καιρός τώρα που συμφιλιώθηκα με την ιδέα της πληρωμής των χρεών μου, όχι ότι δε με πονά πότε-πότε αλλά τουλάχιστον αναγνωρίζω τη σημασία της. Στο κάτω-κάτω άδικα ήρθαν να με βρουν όλοι αυτοί οι agents of fortune? Όσο ατελείς κι αν είμαστε κουβαλάμε πάντα ένα μήνυμα, αν όχι για μας τους ίδιους, ίσως για κάποιον άλλον. Δε γνωρίζουμε συνηθέστατα το περιεχόμενο, δε γνωρίζουμε τον άλλον, όμως σχεδόν πάντα στη διάρκεια της ζωής μας πραγματοποιείται η συνάντηση, -κι αν ήθελα τώρα να είμαι πιο ακριβής, θα μιλούσα για συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα κάθε στιγμή χωρίς να είμαστε καν σε θέση να το συνειδητοποιήσουμε-, παραδίδεται τα μήνυμα ακόμη κι όταν αυτός που το παίρνει ούτε καν το αντιλαμβάνεται. Απομένει τώρα η αποκρυπτογράφηση του μηνύματος κι αυτό είναι δύσκολη δουλειά. Όμως αισθάνομαι πως βρίσκομαι στο σωστό δρόμο, μένει μόνο να το αποδεχτώ. Είναι πολύ σκληρό να το αποδεχτώ, αλλά και πάλι φαίνεται μάταιο πια να βουτήξω στη θάλασσα για να ξεφύγω, όπως ο προφήτης Ιωνάς θα καταλήξω στην κοιλιά του κήτους.

Εξάλλου δεν ξεφεύγουμε ποτέ, ο εχθρός (;) είναι μέσα μας. Με πονάει πολύ να παραδέχομαι the inevitability of the thing. Πληγώνει τον ευαίσθητο, ανεξάρτητο, κακομαθημένο, επαναστατημένο εαυτό μου όμως δεν προσπαθώ πια με την ίδια μανία να τον καταστρέψω. Don’t indulge, don’t destroy. Ανάμεσα στα δυο άκρα θα πρέπει να κινηθώ ζώντας παράλληλα my life fully. Και δε θα μου επιτραπεί πια να λυπηθώ την προσπάθεια, γιατί αυτή η προσπάθεια θα απαιτηθεί σε κάθε μου βήμα, κι αφού έχω τελικά όλη αυτή την ενέργεια θα ήταν άδικο να μη την αποδώσω. Δικαιοσύνη;

Πρέπει να κλείσω τους λογαριασμούς μου μαζί σου αγαπημένε μου. Πρέπει να μου δώσεις την ευκαιρία να σου ζητήσω συγγνώμη. Ευχήθηκα τον θάνατό σου, και το χειρότερο, λίγο στ’ αστεία, λίγο στα σοβαρά στο φώναξα κατάμουτρα. Σε δυο βδομάδες, όταν μετά την τελετή της παραμονής θα σας δεχτώ στο αποχαιρετιστήριο party μου θα στα φωνάξω αυτό σιωπηλά. Μην αποφύγεις τη ματιά μου αυτή τη φορά. Σε παρακαλώ. Είναι ίσως μάταιο που θέλω ή πιστεύω πως έτσι μπορεί να σωθώ ακόμα και την τελευταία στιγμή από την οδύνη που θα πάρω μαζί μου όμως έχω την συνείδηση πια πως είναι παράλογο, καταστροφικό να προκαλούμε τόση αδικαιολόγητη λύπη στον εαυτό μας. Σε πονάει άραγε και σένα? αναρωτιέμαι μα απάντηση δεν είναι δυνατό να πάρω. Ίσως δεν συγκεντρώνομαι αρκετά στο πρόσωπό σου. Μπορώ να ελέγχω το μίσος μου πια αλλά ακόμη δεν έχω φτάσει στο σημείο που η σκέψη σου δεν θα με ταράζει.

Υ. Γ. Ο Q. δεν ήρθε στο party μου, κι όταν ήρθε τελικά στο party που έκανε το lab για μένα και προσπάθησε μεθυσμένος, αδέξια, να μου εξηγήσει πως όλον αυτόν τον καιρό δε με μισούσε, δεν του το επέτρεψα. Επτά χρόνια μετά, επιστρέφοντας στο Τόκιο, μιλήσαμε στο τηλέφωνο μετά από απαίτηση και παρουσία του καθηγητή μου που το διασκέδαζε ολοφάνερα. Δυο αμήχανοι ξένοι που δεν αντάλλαξαν ποτέ κανένα απολύτως μήνυμα.

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

16/3/1997, 2008

more...