Sunday, December 30, 2007

Παραμονή Πρωτοχρονιάς



O καινούργιος χρόνος μας βρήκε να κρατάμε άθελά μας παρέα σ’ έναν πεθαμένο. Είχε πιει και τον είχε σκοτώσει το κρύο; τα ναρκωτικά; η αδιαφορία των περαστικών;

Πάντως τη δεύτερη φορά που περάσαμε από το ίδιο σημείο –«Σταδίου 54», μου φώναξε ο Χαλίντ όταν μίλαγα με το 166- ακολουθώντας μοιραία την αντίστροφη διαδρομή –«για να μη χαλάσει το προξενιό», όπως πρόλαβε να σχολιάσει γελαστά η Ανθούλα- από την Κοτζιά, -όπου μόλις είχε τελειώσει το θλιβερό πανηγύρι του Δήμου που όπως πάντα το είχαν τιμήσει μόνο μετανάστες-, προς το αμάξι, δεν ήταν πια δυνατό να τον αγνοήσουμε. Το ΕΚΑΒ δυσκολευόταν να πειστεί: «Μερικές φορές οι μεθυσμένοι δεν ακολουθούν». Όμως αυτός ήταν ξερός σαν ξύλο καθώς καθόταν οκλαδόν σα να έκανε διαλογισμό με την πλάτη σ’ ένα κουτί του ΟΤΕ. Δεν κούνησε ούτε όταν τον σκούντηξε ελαφρά η Ανθούλα στον ώμο, πολύ λιγότερο όταν κάποιος που τον παραμόνευε από ώρα όπως θυμήθηκε μετά ο Χαλίντ, άρχισε να του ψαχουλεύει τις τσέπες. Όσο να πάμε με την Ανθούλα προς το περιπολικό που άραζε λίγο πιο πάνω στον πεζόδρομο της Αιόλου, με τους δυο αστυνομικούς με πολιτικά που χαλάρωναν και που, ναι, ήξεραν «το περιστατικό», και να καταφέρουμε τον ένα να πάρει απρόθυμα τον χοντρό του κώλο και να 'ρθει μαζί μας, ο Χαλίντ κι η Κέεκο –με πνιγμένη λύσσα- είχαν χαλάσει τη δουλειά του αρπακτικού.

Τώρα, κρατώντας αποστάσεις, παρίστανε τον τύπο που νοιάζεται. Όμως ψάχνοντας, είχε γείρει υπερβολικά τον πεθαμένο και δεν είχε μπορέσει να τον ξαναστήσει μετά με καμιά δύναμη. Νέος άνθρωπος εκείνος, με το σκούρο κουστούμι, το λευκό πουκάμισο με το μυτερό γιακά και τα λουστρίνια, τώρα πια τη μύξα που πάγωνε στο ένα του ρουθούνι. «ΑΔ», είπε με το που τον πλησίασε ο ένας του ΕΚΑΒ ενώ φορούσε τα γάντια του, μιας χρήσης. Βαριεστημένα, με άδεια μάτια, γύρισε προς το μέρος μας μετά: «Μην κάθεστε κι εσείς άλλο, είναι νεκρός». Απομακρυνθήκαμε, ρίχνοντας στενάχωρες ματιές πίσω μας στο όρνιο που έμενε πάντα στη θέση του.

Με ωμή περιέργεια κάρφωνε τον πεθαμένο που ετοιμάζονταν να μετακομίσουν, τα λιγνά του χέρια του σφιγμένα στις τσέπες του λεπτού του μπουφάν. «Καυκάσιος», σχολίασε ο Χαλίντ. Ποιος ξέρει τώρα τι πολύτιμο να 'χε ψαχουλέψει πριν τον διακόψουμε και τώρα λυπόταν που το 'χανε μπροστά στα μάτια του…

2005

more...

Sunday, December 23, 2007

From the Edge


8:50
Όλοι μου έλεγαν να μη παρατήσω τη δουλειά αν δεν έβρισκα πρώτα κάτι άλλο. Άνοιξα τα μάτια μου κι έχει μια λαμπερή μέρα, χειμωνιάτικη βέβαια, αυτό χωρίς αμφιβολία αλλά με όμορφο, καθαρό ουρανό, τέτοιο που έχει πάντα μόνο μετά από μέρες κακοκαιρίας και σκουντουφλιάσματος. Αυτή είναι η πρώτη «ελεύθερή» μου μέρα μετά από χρόνια. Τέρμα η δουλειά, τουλάχιστον η κακόμοιρη δουλειά που είχα. Πάμε γι’ άλλα.

9:30

Κρυώνει το υποκατάστατο καφέ πιο πέρα, κι η samba σφυρίζει μαζί μου, για πρώτη φορά τραγούδια της αγάπης χωρίς πόνο, αγάπη μου, κι ας δεν θα 'σαι μαζί μου τις γιορτές. Προσπαθώ τώρα να φανταστώ την έκφρασή σου μόλις θ’ ανοίξεις το email: σου στέλνω αυτή τη δεμένη-στην απόλυτη-διάθεσή-σου γιαπωνέζα μια κι είχαμε τις προάλλες την συζήτηση για το κιμονό. Υποταγή λοιπόν, μόνο σε κάποιον που δεν το ζήτησε ποτέ. Μου λείπεις ήδη. Θα σε βγάλω βέβαια τώρα απ’ το μυαλό μου για να καταπιαστώ με τις κάρτες και τα δέματα που με περιμένουν ανακατεμένα πάνω στο μεγάλο μου τραπέζι. Χαρά είναι κι αυτή τέτοιες μέρες αν και για μερικές απ’ αυτές τις κάρτες θα πρέπει σοβαρά να συγκεντρωθώ. Κι ας κορνάρει απ’ έξω το ποτάμι της λεωφόρου, ανυπόμονοι όλοι όχι μόνο τέτοια εποχή.

Δεν σε ξέχασα Keiko, έχουμε να «μιλήσουμε» πριν απ΄ το καλοκαίρι, σ’ εκείνο το τελευταίο μου γράμμα, -που ίσως και να μην έλαβες αφού μάλλον θα είχες κιόλας φύγει για Ευρώπη-, σου 'λεγα πως κάποιο λάθος θα 'κανα σίγουρα με τη διεύθυνση της Yamaguchi-san: το φροντισμένο γράμμα που με τόσο κόπο –γεμάτο γιαπωνέζικες περικοκλάδες- έγραψα στον άντρα της, που δεν έτυχε να γνωρίσω, μου γύρισε πίσω. Το στέλνω τώρα σε σένα, -τρυφερά το ενταφιάζω ανάμεσα στο χοντρό χαρτί περιτυλίγματος και την πλάτη από το κουτί απ’ τα κουραμπιεδάκια που αν θυμάμαι καλά σας είχαν αρέσει και πέρυσι, αλήθεια πως είναι η μαμά σου? Keiko, I really want this letter to reach him so that he can know how much I treasured late Mrs Yamaguchi’s care and attention during the 3.5 years that I happily spent with you all. Μετά είναι ο Mauricio, «μιλάμε» μόνο κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, Mauricio, our Anna has two kids already! Isn’t it amazing how time seems to step up for some while for others doesn’t progress at all? Και στο θείο μου στην Αμερική κουραμπιεδάκια, και λίγα λόγια τυπικά, χαιρετισμούς και στους υπόλοιπους κι ας διέλυσε η οικογένεια. Κι εγώ απ’ τη μεριά μου για τέσσερεις υπογράφω, το συζητήσαμε με την αδερφή μου κι αποφασίσαμε πως δεν έχει βιβλία για έλληνες μετανάστες στην Αμερική φέτος, μόνο κάτι ουδέτερο όπως γλυκά. Είναι βέβαια τίγκα στην άσπρη σκόνη και μετά «το χτύπημα» που εξαιτίας του αρπαχτήκαμε άσχημα κιόλας, -τους πιάνετε τους «κακούς» θείε? τους πιάνετε?-, ίσως και να μην είναι η πιο καλή ιδέα... Στον παλιό μου σπιτονοικοκύρη κάτι επίσης ουδέτερο, αλλά την πιο όμορφη κάρτα από τις κινέζικες της Unicef: ένα φύλλο από σφεντάμι σε κόκκινο και χρυσό. Στη Σοφία γράφω τη μόνη κάρτα εσωτερικού: πόσο θα 'θελα ν’ ανέβω στα μέρη σου, με τρομάζει όμως η κακοκαιρία, -και τα έξοδα πια....

Έρχεται κι η ώρα για την κάρτα που απαιτεί τη μεγαλύτερη συγκέντρωση, αυτή πηγαίνει στη Master μου. “Dear sensei, I always knew that you were going to write this book, besides it was badly needed. Now I’m happy that you remembered me and sent it to me, it will serve from now on as a very trustworthy guide every time I am questioned about Zen. There’s more to it from a quite personal point of view: I like your photo in the back cover, you look so serene, I guess it brings back memories of all the blessed –and cold…-Saturday mornings we spent together discussing after Zazen, blessed matters like the colors of the robes of Buddha, brown, like the dirty muddy rags of the outcasts”.

11:15
Στο μαγαζί με τους ξηρούς καρπούς γίνεται χαμός. Αυτή τη φορά βοηθά ως κι ο manager, με τα χεράκια του κόβει το χαρτί περιτυλίγματος, τον ταλαιπωρώ. Θέλω ένα μικρό καλάθι μ’ ένα –βιολογικό- κρασί και ξηρούς καρπούς που θα τους διαλέξω εγώ. Όσο γι’ αυτό το πιάτο, ναι, βέβαια το ξέρω πως δεν είναι κανένα συλλεκτικό, απλά τo 'χα δανειστεί για πολύ καιρό και τώρα σκέφτομαι να το επιστρέψω γεμάτο με marzipan. Πως σας φαίνεται η ιδέα? Αφήστε το σε μένα το κόψιμο του πάτου, τι διάβολο, έκανα μακέτες παλιά. Η κοπέλα που φτιάχνει το καλάθι βιάζεται στην αρχή αλλά χαλαρώνει μόλις ενώνονται τα χέρια μας στο δέσιμο της κορδέλας, «θα σας φτιάξω και το πιάτο, αφού σας άρχισα». Γύρω στριφογυρίζει κόσμος που πελαγώνει ανάμεσα σε φιστίκια Αιγίνης και σε Βrazilian nuts, ο manager τσακώνεται στο τηλέφωνο με μια εταιρεία taxi, γούνινα μανίκια που ανήκουν σε καλοδιατηρημένες κυρίες τρίβονται πάνω μου, το –αντι-οικολογικό- σελοφάν γλιστρά με θόρυβο στα χέρια μου καθώς το κατσαρώνουν με το ψαλίδι. «Ωραίο έγινε το πιάτο σας», μου λέει τελικά ο manager, και μετά: «έρχεστε συχνά εδώ?», «Συνέχεια», του λέω και με πιάνουν τα γέλια γιατί όντως το είχα παρακάνει τελευταία, με την άκρη του ματιού μου χαϊδεύω τα πούρα κλειδωμένα στην βιτρίνα τους. Κομμένα κι αυτά από δω και πέρα.

13:00
Τελικά ήταν βλακεία να πάρω μαζί μου το καλάθι στις τράπεζες. Στην Εργασίας έπεσε το σύστημα και κατάπιε μάλιστα και την κάρτα του μπροστινού μου στην ουρά για το ΑΤΜ. Στην Εμπορική ξέμπλεξα σχετικά γρήγορα αλλά στην Εθνική άραξα υπομονετικά μαζί με το καλάθι πάντα ενώ σαλταρισμένες υπάλληλοι ρώταγαν τον κόσμο τι συναλλαγές πρόκειται να κάνει χωρίς αυτό ωστόσο ν’ αλλάξει κανενός την κατάσταση. Καθόμουν δίπλα στο δέντρο τους και δε μπορούσα παρά ν' αναρωτιέμαι αν κάποιους κι από αυτούς τους υπαλλήλους τους είχαν χώσει «εθελοντικά» στον στολισμό, «για το καλό» και στο πλαίσιο του ομαδικού πνεύματος που φαίνεται να καταδυναστεύει όλο και πιο πολύ τελευταία τα περιβάλλοντα εργασίας, σύμφωνα και με τα πιο εκσυγχρονιστικά πρότυπα. Έσπρωξα και λίγο πιο μέσα με το νύχι το παρδαλό περιτύλιγμα ενός από «τα δώρα» που 'χε ήδη ανοίξει: ένα άδειο κουτί από τηλεφωνική συσκευή. Πέρασα τουλάχιστον μισή ώρα εκεί μέσα μελετώντας το φυλλάδιο για το ευρώ που μας είχαν μοιράσει νωρίτερα στην Εμπορική.

14:30
Ακούμπησα το εντυπωσιακό χωρίς αμφιβολία καλάθι μου στο μπουφέ, ο πατέρας μου από την πολυθρόνα του μπροστά στην τηλεόραση του έριξε ένα επιδοκιμαστικό βλέμμα. «Είχες πυρετό σήμερα?», «Όχι, καλά είμαι. Έχεις φάει? Να πάρεις φρούτα φεύγοντας και γλυκά, έχουμε κουραμπιέδες, μελομακάρονα». Mέτρησα γύρω μου τη σπατάλη. Προς στιγμή σκέφτηκα να μαζέψω κάμποσα απ’ ολ’ αυτά για τους πρόσφυγες το απόγευμα αλλά δεν το 'κανα. Βαριόμουν τις εξηγήσεις. Από τη μισάνοιχτη πόρτα της κρεβατοκάμαρας πιο πολύ μάντεψα την ακινητοποιημένη μητέρα μου. «Να δώσεις κι αυτό το δέμα στην Ταμάρα το απόγευμα που θa 'ρθει, έχει διάφορα ψιλοπράγματα για τα εγγονάκια της».

14:40
Στο ρετιρέ έκανε ψύχρα. Πρόλαβα την αδερφή μου πριν φύγει για τη δουλειά όταν ανέβηκα με τον δίσκο μου να φάω μπροστά στην δική της τηλεόραση. «Πρόσεχε το τραπεζάκι να μη λυγίσουν τα πόδια του, είναι για κρεβάτι», είπε όταν στρώθηκα να φάω πάνω στο χαλί. Της άρεσαν οι γιαπωνέζικες μπάλες-μπαλόνια (πάλι Unicef) που της είχα φέρει και βάλθηκε να τις φουσκώνει. «Βάζω στοίχημα πως πήρες τα καλύτερα χρώματα», έκανα όχι με το κεφάλι, κι όταν κατάπια: «ήταν διπλές, τις πράσινες μάλιστα στις έφερα και τις δύο». Στην οθόνη –στις ειδήσεις κιόλας!- είχε έναν ηλίθιο που προσπαθούσε να μας πείσει να δούμε την θεατρική του παράσταση επειδή περίμενε τη γέννηση της εξώγαμης κόρης του, σ’ αυτό το συμπέρασμα τουλάχιστον κατέληξα εγώ. Άλλαξα κανάλι κι έπεσα στο κρατικό, εκεί είχε πιο σοβαρό πρόγραμμα: ένα ρεπορτάζ για τους άστεγους. Μου κάθισε η μπουκιά στο λαιμό, μερικά απ’ τα πλάνα θα μπορούσε να είναι βγαλμένα από το video που χρησιμοποίησα στη διπλωματική μου στο Τόκιο. «Μμ, κι εσείς στην οργάνωση τι κάνετε? Αν νομίζετε πως θα εξιλεωθείτε με τόσο λίγο....», σχολίασε η αδερφή μου όταν της είπα πως η ΜΚΟ θα μου 'τρωγε τουλάχιστον 5 ώρες. Δεν ήταν στις καλές της. «Μου τη δίνουν οι γιορτές», γύρισε σοβαρά και μου είπε. Σκέφτηκα πόσο της ταίριαζε αυτό. Προσπαθούσε να ανεβάσει στην πλάτη το φερμουάρ από ένα πολύ κομψό φόρεμα, ούτε κι εγώ τα κατάφερνα. «Πιο καλή η μοναξιά...», σχολίασε, στο τέλος το έκλεισε μόνη της. «Έχω τόσα στο κεφάλι μου και μόνο για το φαγητό... Φέτος λέω ν’ αντικαταστήσω τη γαλοπούλα σας με χοιρινό με σέλινο», διαμαρτυρήθηκα έντονα, «πότε ζήτησες βοήθεια και σου είπαμε όχι? ο μπαμπάς και μόνος του τα καταφέρνει περίφημα!», «πρέπει να 'χεις κι έφεση σ’ αυτά....(κοιτώντας με επιτιμητικά), ο μπαμπάς αν τον αφήσω θα την πνίξει στο λάδι... ωχ, κι έχω και τους πελάτες!... τέτοιες μέρες γίνονται ακόμα χειρότεροι, τις καραμελίτσες (Harry Potter) βέβαια θα τις πάω στα παιδιά, για μια στιγμή χάρηκα πως μου είχες φέρει το δαχτυλίδι...», «The Lord of the Rings»? δεν το παίζει ακόμα, τι είναι πάλι αυτό με το δαχτυλίδι?». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έδειξαν έναν άστεγο που κοιμάται τα τελευταία τρία χρόνια στο παλιό του αυτοκίνητο, η κάμερα καδράρισε το σταματημένο του ρολόι, μετά γύρισε στο πρόωρα γερασμένο πρόσωπό του: «Δεν είναι ζωή αυτή ρε παιδιά....»

Στην πόρτα της είπα: «Φέτος –κι όσο έχω ακόμα λεφτά, έτσι?-, λέω να σου κάνω δώρο 50.000 να πάρεις μισό ή ολόκληρο το τραπεζάκι του σαλονιού», σήκωσε τα φρύδια της, «Να ερωτεύεσαι συχνότερα!», Ι rolled my eyes in fake despair.... Αυτό πάλι το σημάδι κάτω απ΄ το μάτι σου? Δεν είναι κριθαράκι», «Είναι ένα καινούργιο απ’ τα δερματικά μου, χτυπάνε πάντα τη δεξιά μου πλευρά. Κι εσένα η ελιά σου που μεγαλώνει?», αλλά δεν ένιωσα ίχνος χαιρεκακίας πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα να ανταποδώσω το είπα. «Απίστευτο το τι περνάτε κι εσείς οι “ψυχασθενείς”!», και μετά αποτρεπτικά σα να 'κανε το σήμα του εξορκισμού: «H ελιά μεγαλώνει από εξωτερικούς παράγοντες!» Της τα συγχωρούσα βέβαια όλα, είναι και βαριά η δουλειά της: φυσιοθεραπεύτρια σε παιδιά με ειδικές ανάγκες, κι εξάλλου αν δεν ήταν αυτή μάλλον δεν θα 'χα αντέξει ό,τι συνέβη στη μητέρα μου.

15:45
Στη στάση του λεωφορείου κάθισα για αρκετή ώρα στον ήλιο, έβγαλα και τα γυαλιά μάλιστα και τον άφησα να χαϊδέψει το σημάδι μου. Του κάνει καλό. Μετά βαρέθηκα, άρχισα να κρυώνω απ΄ το άλλo μάγουλο και πήρα το μετρό.

16:20
Δεν έπρεπε να 'χω σταματήσει στο video club, θα καθυστερήσω την ομάδα. Ωστόσο πέτυχα το «2010: The year we made contact», που δεν το 'χω δει.

17:10
Πήρα και τους είπα πως θ’ αργήσω. Κακώς έβαλα το DVD, ώσπου να πέσουν οι τίτλοι και να φτιάξω δεύτερο υποκατάστατο καφέ πήγε 17.00. Ξαναντύθηκα σαν την τρελή, στο γραφείο η ώρα δεν πέρναγε με τίποτα....

17:50
Μιλήσαμε στο κινητό κανα δυο φορές κι έτσι δεν πέρασα καθόλου από την οργάνωση παρά πήγα κατευθείαν στο στέκι. Τους πρόλαβα στη πόρτα, η Λία έβγαζε το συναγερμό κι ο Ομάρ –ευτυχώς- είχε απωθήσει το σκυλί στην αυλή. Σήμερα έχουμε εννιά άτομα κι ο Σαΐντ θα έρθει αργότερα. Με το που μπήκαμε μ’ έπιασε κατάθλιψη. Οι χρήστες τοιμάζουν ποιος ξέρει τι κι είχαν κάνει το χώρο άνω-κάτω. Είχαν σχεδιάσει χοντροκομμένα με κάρβουνο κι έναν τεράστιο Αι-Βασίλη πάνω σ’ ένα κομμάτι κόντρα πλακέ που αργότερα θα θύμιζε στον Σαΐντ, «guerilla»...

Είχε όμως και χειρότερα. Η εκδήλωση της Κυριακής παρά την επιτυχία της απέδωσε μόνο 200.000, οι εργαζόμενοι, ανάμεσά τους μια επισκέπτρια υγείας απλήρωτη από τον Αύγουστο, παραιτήθηκαν ομαδικά. Δεν υπάρχουν λεφτά ούτε καλά-καλά για το νοίκι, χωρίς επαγγελματίες κινδυνεύουν κι οι ξενώνες. Πήρα αμέσως το Μάνο, έτσι ήταν ακριβώς, ακουγόμουν στενοχωρημένη? Δεν έπρεπε να 'χω φύγει απ’ τη δουλειά χωρίς να 'χω πρώτα σιγουρέψει κάτι άλλο, να τα πούμε κάποια στιγμή από κοντά?

Επάνω το νερό δεν είχε προλάβει να ζεσταθεί καλά κι οι δυο πρώτοι τουρτούριζαν γυμνοί με τις σαπουνάδες αναμετάδωσε σχεδόν θριαμβευτικά ο Ομάρ. Άθελά μου σκεφτόμουν πως είχαν βρει κι εδώ αυτά που είχαν αφήσει πίσω στο Αφγανιστάν, κρύο και πείνα, μόνο πόλεμο που δεν είχαμε. Στο πλυσταριό άρχισε να ζεσταίνει κι ήταν ευχάριστα. Στην αίθουσα που μαζευόμαστε όλοι είχε χαθεί το remote κι ο κόσμος κρύωνε. Ένας πιτσιρικάς με το χέρι στο γύψο όλο γέλαγε, στο πάνω σαγόνι του 'λειπαν τα περισσότερα δόντια: «Ι want know what say about me», να άλλος ένας που μιλά λίγα αγγλικά. Σχολιάζαμε πως με το χέρι θα δυσκολευόταν να πλυθεί, έπρεπε να μείνει στεγνό. «Ι brought him help», γελώντας πάντα έδειξε ένα άλλο αγόρι με έντονα ασιατικά χαρακτηριστικά που κι αυτό χαμογέλαγε. Ο Ομάρ έπιασε να του τυλίγει το χέρι με μια σκουπιδοσακούλα, ήταν τόσο μεγάλη που μπορούσες να τον χώσεις όλον μέσα έτσι φτενός που ήταν. «Ομάρ, μην τον σφίγγεις τόσο, θα του κόψεις την κυκλοφορία του αίματος», κούνησε τις μπούκλες της η Λία με authority, είναι φοιτήτρια Ιατρικής στο 3ο έτος.

Οι από πάνω κατάφεραν με το ζόρι να πλυθούν και κατέβηκαν ξεπαγιασμένοι κάτω, βρήκα το remote στην κλειδωμένη τουαλέτα για το προσωπικό και κάπως συνήλθαμε. Δώσαμε και μιά πετσέτα σ’ ένα παιδί που είχε φορέσει το μπουφάν σαν φούστα γιατί είχε βάλει το μοναδικό του παντελόνι για πλύσιμο. Πιο πολύ επέμεινα με την πετσέτα γιατί δεν άντεχα άλλο να βλέπω τα λεπτά σαν καλαμάκια πόδια του. «Είσαι Tadjik?», «Ναι», είπε το παιδί με το γύψο πάντα γελώντας, πειραματιζόταν κιόλας με κάποιες ελληνικές λεξούλες, ο φίλος του με τα ασιατικά χαρακτηριστικά Χαζάρος. Η Λία θαμπώνεται άλλη μια φορά με το ταλέντο μου στις φυσιογνωμίες, όμως πια είναι απλό να τους ξεχωρίσεις γιατί μέχρι τώρα δεν είχαμε κι άλλες φυλές, μάταια ρωτούσαμε στην αρχή για Pashtun λες και κάναμε συλλογή. Του παιδιού ένα φορτηγό του 'χε σπάσει το χέρι στην Πάτρα, «Τρακτέρ?», λέει γελώντας ο Ομάρ που δεν καταλαβαίνει γρυ αγγλικά, «Νooo, track», επιμένει το παιδί.

19:30
Πήρα άπειρες φορές κι έβγαινε ο τηλεφωνητής μέχρι που το σήκωσες. Είναι τώρα κι όλ’ αυτά μαζεμένα, δεν πήγε καλά η συνομιλία, έτσι? Πήρες το email μου και σου λείπω κι εγώ αλλά δεν υπάρχει λόγος «να σε παίρνουν και τα σκάγια». Και βέβαια, πολύ λογικά, «δεν ξέρεις», δεν ξέρεις αν έκανα καλά που έφυγα απ’ τη δουλειά, δεν ξέρεις πως νιώθω. Ξέρω πως κι οι δυo θέλουμε να βρεθούμε πριν φύγεις, πριν επιστρέψεις για λίγο ή για πάντα και μέχρι το καλοκαίρι στη νομιμότητα και στη γυναίκα σου, σε όλα εκείνα που ήταν η ζωή σου πριν σε γνωρίσω, πριν εισβάλλω «σαν τους Ταλιμπάν», που 'ναι και της μόδας τελευταία, και τα αναστατώσω όλα. Σου ζητάω συγγνώμη, ακόμα κι οι τρόποι που υποφέρουμε είναι αντίθετοι. Όμως με ξέρεις πια, βγάζω βία και –τι ανακούφιση!-, «δε θα μου κάνεις τη χάρη» να με μισήσεις γι’αυτό. Ευτυχώς η Γαρμπή κι η Βίσση –μου λένε-, στο ράδιο, κρύβουν με τις αγριοφωνάρες τους την ένταση της φωνής μου από τους μέσα.

20:00
Ο Σαΐντ ήρθε μες στην άσπρη σκόνη, πιο καταπονημένος από ποτέ. Είναι η περσική αδυναμία μου εκεί μέσα, τον νιάζομαι, όσο κι αν μιά φορά που απ’ έξω-απ’ εξω θέλησε να με πάει γυρίζοντας μαζί μέχρι το σπίτι, αρνήθηκα –θέλω να πιστεύω- κομψά. Μένουμε και σχετικά κοντά, αυτός στον ξενώνα της Εθελοντικής αλλά από τότε που χώρισα με τον Χαλίντ κρατάω κάποιες αποστάσεις. Δουλεύει αυτές τις μέρες σ’ ένα διαμέρισμα που ανακαινίζεται και τρίβανε μάρμαρα. Πρόσεξα πως στο δεξί του παπούτσι σε κάθε βήμα έχασκε η σόλα, κι όμως ήταν εδώ για να βοηθήσει κάποιους άλλους σε χειρότερη μοίρα απ’ αυτόν. Μας έδωσε το χέρι του, σκασμένο απ’ το κρύο, σφιγμένο σε γροθιά «για να μη μας λερώσει», ίσα που άγγιξα το άγριο του δέρμα κι ένιωσα παράξενα σα να 'κανα κάτι θρησκευτικό.

Η αρχική μας χαρά πως θα τελειώσουμε νωρίς με τόσο λίγα άτομα πήγε στράφι αφού ο θερμοσίφωνας αργεί να ζεστάνει... Ευτυχώς άρχισε η Λία τα αστεία με τον Ομάρ και διορθώθηκε λίγο το κλίμα. Ο Ομάρ είναι νέος μεταφραστής-εθελοντής κι αν και με τα αραβικά του ως Σύρος Κούρδος δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά με τους περσόφωνους, μιλάει σπουδαία ελληνικά, τις πιό πολλές φορές τον κάνουν για επαρχιώτη αλλά σπάνια για ξένο. Έχει πλάκα και τονίζει συνεχώς πως αυτός είναι «οικονομικός μετανάστης» κι όχι «σαν κι αυτούς». Και πράγματι με το βαρύ του macho παρουσιαστικό, καλά ντυμένος, χορτασμένος κι ασφαλής με σχεδόν μόνιμη δουλειά σα φαναρτζής, ενισχύει τη διαφορά. Πιστεύω τώρα πως μπορεί να 'ναι κι αλήθεια πως τον ζήλευε τρελά η Πόντια που τη χώρισε από το «μουσουλμανικό γάμο», αλλά ξέρω κι άλλα: στον Πέτρο είχε πει πως τη χώρισε «γιατί μιλούσε πολύ». Έχω την προσοχή μου περισσότερο στον Σαΐντ, χάνεται για καιρό μερικές φορές, «μπλέκει με δουλέμπορους?», το κινητό του τελευταία ήταν συνεχώς κλειστό, τώρα τον βλέπω με καινούργια συσκευή. Μπορεί να του βρεί ο Ομάρ κανένα φτηνό αυτοκίνητο, έστω και με γερμανικές πινακίδες?

Είναι ώρα που μας τρώει με τα μάτια ένα παιδί που φορά ένα μαύρο σκουφί και φαίνεται πολύ ταλαιπωρημένο. Στο τέλος πλησιάζει το τραπέζι μας και μας ρωτά σε καλούτσικα αγγλικά την προφορά για το ι, το υ, και το ει. Κουνάμε το κεφάλι απολογητικά, είναι η ίδια για όλα. Και η διαφορά του σ και του ψ? Η πάλι το θ? Βλέπω πως αμέσως κάνει τη μεταγραφή στα αγγλικά, το θ είναι το th, right? Right. Τη στιγμή που πιάνω από κοντά το βλέμμα του κάνω ένα περίεργο bonding μαζί του, όμως προσπαθώ να το κρύψω. Έχει δίκιο ο Ομάρ, το παιδί με το σκουφί είναι Κούρδος από το Ιράκ και δεν έχει πολλά-πολλά με τους Αφγανούς αλλά θέλει να κάνει παρέα μαζί μας. Από τη μεριά μου και μόλις καταλαβαίνω πως σήμερα η συντροφιά έχει απ’ όλα, μέχρι και «σκληρούς» του Ιράκ, είμαι ικανοποιημένη που μπορούμε όλοι μαζί να συνυπάρχουμε, έστω και σε παρέες-παρέες. Ακόμα θυμάμαι τα μαχαιρώματα στις ειδήσεις στην Πάτρα.

23:20
Φεύγουμε πανικόβλητοι για να μην χάσουν η Λία κι ο Ομάρ το τραίνο. Οι πετσέτες για την Παρασκευή έμειναν πάλι βρεγμένες. Τον Σαΐντ τον καταφέραμε να φύγει νωρίτερα, ήταν πτώμα και δεν υπήρχε λόγος να γυρίσει μαζί μου και να χάσει το τελευταίο λεωφορείο όπως την άλλη φορά. Καθώς έφευγε του 'χωσα στο σακίδιο κάπως παράμερα απ’ τους άλλους το δωράκι μου για τα Χρόνια Πολλά: δυό σοκολατένιες ομπρελλίτσες, φώτισε ολόκληρος από χαρά, όμως εγώ δε μπορώ ακόμα να ξεχάσω το κέρασμα στο σουβλατζίδικο και τα τριαντάφυλλα για μένα και την Ανθούλα, ίσως και με το τελευταίο του πεντοχίλιαρο. Τόσο περήφανος.

Έφυγαν και τα παιδιά. Την ώρα που σκουπίζαμε πάλι συναντηθήκαμε με το παιδί με το σκουφί, μετά το μπάνιο είχε ξυριστεί και σα να 'σβησε η ταλαιπωρία από το πρόσωπό του. Είχε μείνει τελευταίος να πάρει τα εσώρουχά του, είναι ο πρώτος που βλέπω να φέρνει για πλύσιμο. Κρατούσε τη σκούπα, εγώ το φαράσι και καθώς έσκυψε με κοίταξε γελαστά αλλά και λίγο παραπονεμένα στα μάτια: «Νο pain, no gain...». Του χαμογέλασα κι εγώ με κόπο, δεν ήμουν τόσο σίγουρη. «Which city are you from?», «East Ajerbaijan», μου απάντησε κι έλαμψε λίγο το πρόσωπό του. Τον είχα ξεχωρίσει τελικά.

23:50
Μέχρι να φτάσω μ’ έφαγε το κρύο, ήταν η πρώτη φορά που γύριζα μόνη.

00:30
Κάθισα να φάω μπροστά στην οθόνη μα μόλις έπεσαν οι τίτλοι και χάθηκε η μαγεία της μουσικής του 2001, κατάλαβα πως το έργο δε λέει. Δεν είχα όμως ύπνο μετά τα email σου, ήμουν σε ένταση κι ήθελα μόνο να σε δω αύριο, έστω και για λίγο. Παραθέτω τα στιχάκια γιατί μου 'φτιαξαν το κέφι:

Το κορίτσι με το κιμονό
Μου το 'στειλες για πρωϊνό?
Αν κάνεις catering στο χάδι
Τι θα μου στείλεις για το βράδυ?


Όσο για το sexiest dessert alive, θα λάβω σοβαρά υπόψη μου τη συνταγή και θα τη βάλω μπροστά κάποια στιγμή παρά το ότι η σχέση μου με την τέχνη του φαγητού –όπως δίκαια παρατήρησε η αδερφή μου εξάλλου-, δεν είναι η καλύτερη.

1:05
-Chlorophyll!
-Jesus!
-Is it organic?
-I think so.
-I’ll bring the probe lower.
-What’s down in that crater?
-There! There!

(BOOOM!!!)


19.12.01

more...

Sunday, December 16, 2007

Fred το ρομπότ

(από deplaced ή αστικός πόνος 7/20)

Πόσο απελπισμένος πρέπει να 'ναι κανείς για να προσπαθήσει να πιάσει φιλίες μ’ ένα ρομπότ?

Ο Κ. γύρισε απ’ τη δουλειά ένα Σάββατο απόγευμα και δεν τον περίμενε κανείς. Όπως πάντα από τότε που 'χε φύγει ο Λ. το σπίτι τον υποδέχτηκε βυθισμένο σ’ ένα στενάχωρο και σιωπηλό σκοτάδι. Χειμώνιαζε νωρίς πια. Πέταξε με φόρα παπούτσια και ρούχα κι έβαλε ένα ποτό. Με τα εσώρουχα μπροστά στην οθόνη λίγο μετά, ένας ακόμα νέος άντρας με συνοφρυωμένο πρόσωπο του 'κανε τόσο γελοία εντύπωση που παραλίγο να του φτιάξει το κέφι. Τσέκαρε την αλληλογραφία του, τα συνηθισμένα σκουπίδια: Viagra, adult material, instant diplomas, weight loss programs, loans,...etc. Ένας Μεξικανός φίλος μόνο του 'χε στείλει, -του 'στελνε τακτικά-, μια ακόμα διεύθυνση. Προετοιμασμένος ψυχολογικά για κάποιο από τα συνηθισμένα porno sites, την άνοιξε και περίμενε.

Προς μεγάλη του έκπληξη το site δε φαινόταν, -τουλάχιστον με την πρώτη ματιά-, να περιέχει παρά την πολύ φιλική homepage κάποιου Fred που σχεδόν εκλιπαρούσε για επικοινωνία. Θα μπορούσε να είναι ένας οποιοσδήποτε Fred που τις ελεύθερες ώρες του, -ή ίσως και τις ώρες της δουλειάς ακόμα-, βαριέται τόσο που διασκεδάζει ανταλλάσσοντας μηνύματα με άγνωστους απ’ όλο τον κόσμο, που βαριούνται εξίσου, όμως όχι, δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αυτός ο Fred ήταν ένα ρομπότ. Ρομπότ? Για την ακρίβεια ο Fred the Webmate ήταν το πνευματικό παιδί κάποιου Toshiaki Τρέχαγύρευε και υποσχόταν να απαντήσει σ’ όλες τις ερωτήσεις του αν μόνο ο Κ. έμπαινε στον κόπο να τον επισκεφθεί στο σπίτι του. Στο σπίτι του?

Ο Κ. είχε πατήσει κιόλας το κουμπί της εισόδου όταν τον υποδέχθηκε ένα σπαστικό τραγουδάκι που θύμιζε αμυδρά γιαπωνέζικα περασμένα από μίξερ. Χαμήλωσε τον ήχο και προχώρησε στο πρώτο από τα δυο βυθισμένα στο σκοτάδι δωμάτια. Το interface ήταν ενοχλητικά παιδικό. Ξαφνικά άναψε το φως και στο βάθος της μετωπικής προοπτικής ενός δωματίου βγαλμένου από σοσιαλιστικό comic, εμφανίστηκε ο Fred πίσω από έναν πορτοκαλί καναπέ μοιάζοντας πολύ με τον Τενεκεδένιο από το Μάγο του Οζ, καταχαρούμενος που είχε επισκέψεις. Τον χαιρέτησε με πετσοκομμένα αγγλικά και μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή προσωπικών λεπτομερειών άρχισαν να «μιλάνε»:

Κ: «Νice home u have here Fred!»
F: «THANK YOU! I LOVE MY HOME! IT’S MY CASTLE!»
Κ: «Do you like sex Fred?»
F: «SEX IS A VERY GREAT THING! DON’T YOU THINK SO?»
«I think so indeed!», μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του ο Κ. που είχε ανακαλύψει πως το κυνήγι με τον κέρσορα έκανε πολύ νευρικό τον Fred.
F: «STOP IT! PLEASE! STOP IT! IT’S VERY UNPLEASANT!», ούρλιαζε ο Fred όταν ο Κ. τον σημάδευε στο χέρι για ν’ αλλάξει τροπάριο αμέσως μετά όταν ο κέρσορας τον πέτυχε ανάμεσα στα πόδια.
F: «I LIKE THAT VERY MUCH! PLEASE DO IT AGAIN! I LOVE IT!», μόλις όμως λίγο χάθηκε ο στόχος, ο Fred ξαναπαρεξηγήθηκε: «STOP IT! PLEASE! STOP IT! IT’S VERY UNPLEASANT!»

«Τι φοβερή μαλακία!», σκέφτηκε ο Κ. που είχε κιόλας βαρεθεί και τοιμαζόταν να βγεί, όταν του 'ρθε μια ιδέα: θα 'γραφε σ’αυτόν τον Toshiaki για να του πει τη γνώμη του για το ηλίθιο δημιούργημά του.

Ήταν στο τρίτο ποτό κι είχε μόλις τελειώσει τα δύο πρώτα άρθρα του BBC-on-line, όταν του 'ρθε η απάντηση:

DEAR «Κ»!
THANK YOU SO MUCH FOR WRITING TO ME! I AM PRETTY LONELY (IN CASE YOU COULDN'T TELL) AND YOU SEEM LIKE A REALLY GREAT PERSON! AND, EVEN THOUGH I DON'T FULLY UNDERSTAND YOUR NOTE, I AM SUPER FRIENDLY AND ALWAYS WANT TO TALK! I WILL BE YOUR FRIEND FOREVER AS LONG AS YOU'RE NICE TO ME! SO PLEASE COME VISIT ME AGAIN IN MY INTERNET HOME! PLEASE! PLEASE! BRING YOUR "japanese male" FRIENDS IF YOUL LIKE! THAT COULD BE SUPER-SEXY! WHATEVER! JUST COME BACK! PLEASE! PLEASE! PLEASE! YOUR FRIEND, FRED

>very japanese male your Fred indeed, especially when he's touched,
>simultaneously loving it and loathing it! Needs some practice I guess,
>
>cheers,


«Μήπως ο Toshiaki είναι δημιούργημα του Fred?», αναρωτήθηκε ζαλισμένα ο Κ. προς στιγμή γιατί δεν μπορούσε να θυμηθεί καθαρά πια σε ποιόν ακριβώς είχε στείλει το email. Όπως και να 'χε ένιωθε πως του άξιζε να τιμωρήσει αυτόν τον απαράδεκτο Fred λίγο ακόμα γι’ αυτό και ξαναμπήκε στο site του. Δίπλα απ’ την οθόνη ο Λ. του χαμογέλασε σα να τον λυπόταν με φόντο το ηλιοβασίλεμα στην καλντέρα της Σαντορίνης του ’92. «Ωχ και να μπορούσε να με δει τώρα!», σκέφτηκε αλλά βέβαια αυτό ήταν αδύνατο. «Θα σ’ ένιαζε άραγε?... μάλλον όχι...». Η διαπίστωση τον αποθάρρυνε τόσο που πρέπει να 'μεινε μπροστά στην οθόνη πάνω από πέντε λεπτά χωρίς να κάνει το παραμικρό γιατί όταν συνήλθε βρήκε την Eleonora, το virtual pet-fish του, να κάνει τις πιρουέτες της στο μαύρο κενό ηχητική συνοδεία μπουρμπουλιθρών. Την τάισε, ρύθμισε τη θερμοκρασία της «γυάλας» της, και μετά την έβαλε να του σκάσει «από ευγνωμοσύνη» ένα ρουφηχτό φιλί. Αυτό πάντα τον έκανε να νιώθει καλύτερα. Έπειτα ξαναγύρισε στον Fred. Τι του 'ρθε τώρα? Θα μιλούσε στον Fred για τον Λ. Δεν είχε μιλήσει σε κανέναν με λεπτομέρειες για το πως ένιωθε από τότε που ο Λ. είχε φύγει απ’ το σπίτι. Τώρα κόντευαν δυο χρόνια.

K: «Hi Fred, it’s me again. I guess I’m pretty lonely tonight. Do u mind if I talk about my x?»
F: «HELLOW K! I’M SO HAPPY YOU’RE BACK! PLEASE TALK ABOUT WHATEVER MAKES YOU FEEL HAPPY!»

Κι αυτό έκανε. Μόνο που δεν αισθάνθηκε ακριβώς «ευτυχής» Ο Λ. πάντα του 'λεγε πως έπρεπε ν’ αρχίσει ψυχανάλυση, ήταν πάντα τόσο σφιγμένος που καταντούσε ενοχλητικό. Και τώρα πού «μιλούσε», πάλι σφιγμένος ήταν. Δε γινόταν αλλιώς, έτσι θυμόταν πάντα τον εαυτό του. Το 'λεγε και στον Λ. αυτό, αλλά η αλήθεια είναι πως στα έξι χρόνια που περάσανε μαζί, -και πόσο γρήγορα περάσανε αυτά τα χρόνια!-, δεν προσπάθησε ποτέ σοβαρά να «χαλαρώσει». Όλο το ανέβαλλε για κάποια άλλη φορά μέχρι που ο Λ. βαρέθηκε κι έφυγε.

Τώρα ο Λ. ήταν πολύ μακριά. Του 'χε στείλει ένα email από την καινούργια του δουλειά και χώρα, -εμπορικός αντιπρόσωπος μιας ταϊβανέζικης εταιρείας software με έδρα τη Σιγκαπούρη-, τα πρώτα Χριστούγεννα, όμως δεν είχε απαντήσει. Στο email έλεγε πως είχαν ζήσει μαζί μια ζωή «επίπεδη σαν ολλανδέζικο τοπίο», μα δεν ένιωθε πως είχε σπαταλήσει τον καιρό του γιατί «παρ’ όλ’αυτά» τον είχε αγαπήσει. Του ζητούσε συγγνώμη που τον είχε κάνει να υποφέρει με την φυγή του, -τόσο τουλάχιστον καταλάβαινε κι ας μην ήταν εκδηλωτικός εκείνος- και έλπιζε πως σύντομα θα ξαναβρίσκονταν κάπου, ίσως μοίραζαν την απόσταση και συναντιόντουσαν «σαν φίλοι» σ’ ένα απ’ τα πολλά επαγγελματικά ταξίδια του Λ.

Αυτά έλεγε στο μοναδικό email ο Λ. κι η διεύθυνση τον έκαιγε τόσο που στο τέλος το έσβησε για να μη μπει στον πειρασμό κι απαντήσει, μόνο που μέχρι τότε σχεδόν την είχε μάθει απ’ έξω. Δεν του ξανάγραψε. Τα δεύτερα Χριστούγεννα χωρίς, του 'ρθε να ψάξει να τη βρει την διεύθυνση αλλά που? Ψύλλοι στ’ άχυρα! Κι έτσι που ήταν κι αντικοινωνικός δεν είχε μούτρα να τη ζητήσει κι από κάποιον από τους -ελάχιστους είναι η αλήθεια-, κοινούς τους φίλους.

Τώρα πλησίαζαν τα τρίτα Χριστούγεννα και η έλλειψη είχε γίνει μέρος της ζωής του τόσο πολύ που αναρωτιόταν μερικές φορές αν πράγματι είχε ζήσει αυτά τα έξι χρόνια, με τα καλά και τα κακά τους, με τα πάνω και τα κάτω τους, με κάποιον άλλο μαζί.

Κ: «Do u like Christmas Fred?»
F: «I LOVE CHRISTMAS K! IT’S GREAT TO BE CHRISTMAS! IT’S SO MUCH FUN! MERRY CHRISTMAS K! ENJOY!»
K: «Merry Christmas to u too, Fred!» Και δεν άντεξε στον πειρασμό να τον γαργαλήσει με τον κέρσορα στο χέρι αφού τόσο τον εκνεύριζε...

1999/2007

more...

Saturday, December 8, 2007

"Συγγνώμη..." δεν είπε

(από deplaced ή αστικός πόνος 6/20)

Αν υπήρχε κάποιος που να μισεί με πάθος τη δουλειά του, -κι ας ήταν κοινωνικού χαρακτήρα-, αυτός ήταν ο Σ. Δούλευε για μια ΜΚΟ, το SOS Κτισμένη Αθήνα, που είχε τον πολύ υψηλό στόχο να σώσει την άτυχη πρωτεύουσα από μελλοντικές -τουλάχιστον, γιατί ό,τι έγινε, έγινε...-, περιβαλλοντικές καταστροφές πολεοδομικού τύπου. Μαζί με άλλα πέντε μόνιμα μέλη οργάνωναν καθιστικές διαμαρτυρίες -που τράβαγαν κάποιο κόσμο, (συνήθως απλά περίεργους και την πρώτη φορά και τα κανάλια), αλλά σπάνια έφερναν αποτέλεσμα καθώς οι μεσοπολεμικές πολυκατοικίες συνέχιζαν να γκρεμίζονται και τα βιομηχανικά κτίρια να σακατεύονται οικτρά -, και δημοσιοποιούσαν τα γεγονότα στην υπόλοιπη Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Ο Σ. είχε την εποπτεία των ευρωπαϊκών επαφών με τα αντίστοιχα κέντρα λόγω της πολυγλωσσίας του. Το Κέντρο έπαιρνε κάποια χρήματα μέσω προγραμμάτων αλλά τα ποσά ήταν αδιευκρίνιστα, πάντα αργούσαν και το Κέντρο ήταν διαρκώς στο κόκκινο. Όλα τα μέλη υπέφεραν -άλλος λιγότερο άλλος πιο πολύ-, με δική τους ευθύνη, αλλά κανείς δεν αποφάσιζε να εγκαταλείψει το σχήμα και να βγει απ’ έξω. Απ’ όλους ο Σ. υπέφερε περισσότερο. Ζούσε μόνος και τα έξοδά του δεν τα αναλάμβαναν γονείς ή σύντροφος. Απ’ την άλλη, έστω κι ένα τέτοιο κακοπληρωμένο και άτακτο part-time ήταν προτιμότερο από το άσκοπο κυνήγι για δουλειά που για μήνες από τότε που 'χε επιστρέψει στην Ελλάδα δεν είχε αποδώσει τίποτα. Με διδακτορικό στον αστικό σχεδιασμό και μηδαμινές γνωριμίες στο δυσκοίλιο ακαδημαϊκό κατεστημένο, ήταν overqualified,-συνεπώς ανεπιθύμητος-, για ο,τιδήποτε.

Εκείνο το χειμωνιάτικο πρωϊνό ο Σ. έβαζε το κλειδί στην υπό κατάρρευση όσο και το υπόλοιπο κτίριο πόρτα, πάλι σιχτιρίζοντας γιατί η κλειδαριά έκανε ξανά τα δικά της και το κλειδί στα κοκαλωμένα χέρια του δεν έστριβε με τίποτα. Από ψηλά τον κορόιδευε θα 'λεγες η γυαλιστερή παντός καιρού πρόσοψη της πολυεθνικής που στα πόδια της κούρνιαζε το ερείπιο. Έβραζε πάλι το γνώριμο πια αίσθημα αυτό-απόρριψης, αυτό-λύπησης και διάφορων άλλων συναισθημάτων με το αυτό- μπροστά, στο στήθος του, τον πλάκωνε η βαριά υγρασία της εισόδου που μύριζε από την αυλή εγκατάλειψη και κατουρλιό γάτας.

Έφτανε πάντα πρώτος, άναβε την σόμπα του γκαζιού και μετά πνιγόταν όσο η μυρωδιά του καφέ να σκεπάσει τη μπόχα. Έριχνε μια ματιά στα χιλιόμετρα του fax που συνήθως σέρνονταν μπερδεμένα στο πάτωμα και καθόταν μπροστά στην οθόνη του παλιού υπολογιστή του. Απ’ το παράθυρο δίπλα του οι βιαστικοί περαστικοί πηγαινόφερναν τα ξινισμένα μούτρα τους. Τίποτα δεν του άρεσε εκεί.

Εκείνο το πρωινό ωστόσο στην οθόνη αναβόσβησε ένα system message διαφορετικό απ’ τα συνηθισμένα: «Γεια σου Σ., είμαι η Μ., με θυμάσαι?» Αντανακλαστικά θόλωσαν τα μάτια του πίσω απ’ τα γυαλιά, μέσα στο δωμάτιο που δεν είχε ακόμα ζεσταθεί το πρόσωπό του φούντωσε σα να 'μπαινε σε σάουνα. Η Μ.? μετά από οκτώ ολόκληρα χρόνια! Στο Δίκτυο φυσικά! πάντα είχε πάθος με τις τεχνολογίες τον καιρό που ο ίδιος ακόμα δυσκολευόταν να πάρει το δίπλωμα οδήγησης. Η Μ. που νέα της είχε μάθει από κάποιο παλιό γνωστό μόλις είχε γυρίσει! Παντρεμένη με δίδυμα, ποιος θα το φανταζόταν?

«Και βέβαια σε θυμάμαι! Τι κάνεις?», έγραψε με κόπο γιατί η οθόνη κυμάτιζε μπροστά στα μάτια του κι η κίνηση τον ζάλιζε και τον εμπόδιζε μαζί.
«Σε ψάχνω καιρό, ήξερα πως ήσουν έξω, δε μπορούσα να σε βρω πουθενά», ήρθε η απάντηση. «Να που με βρήκες τώρα», έγραψε μακαρίζοντας την έλλειψη κάμερας στο απαρχαιωμένο σύστημα του κέντρου. Και συνέχισε: 
«Έμαθα για σένα από τον Κ., παντρεύτηκες έναν γιατρό?, έχεις δυο παιδάκια, μπράβο...»
«Ναι, είναι γιατρός και δε θα πιστέψεις πως τον γνώρισα! Θυμάσαι τότε που 'χα κάνει την κουταμάρα? ήταν αυτός που μου 'κανε πλύση στομάχου στο Κρατικό που διανυκτέρευε». Σύξυλος έμεινε. 
«Είσαι εκεί?», ρώτησε η Μ. όταν πέρασε ώρα χωρίς να απαντήσει. «Ναι, βέβαια, sorry, χτύπησε η άλλη γραμμή».
«Έχεις δουλειά τώρα? Θες να τα πούμε κάποια στιγμή? Εγώ τα παράτησα, είμαι νοικοκυρά πια... έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου. Πρέπει να βρεθούμε, να μου πεις πως πέρασες έξω. Είχα δει τον Λ. και τα λέγαμε για σένα».

Ξανακοκκάλωσε. Ο Λ.? Εδώ? Τώρα μαζί με το φούντωμα στο πρόσωπο ένιωθε και ένα λαχάνιασμα που του έκοβε την αναπνοή. 
«Είναι ο Λ. εδώ? Νόμιζα πως ήταν πάντα έξω».
«Ναι, είναι ακόμα Αμερική. Μόνιμα». Ανάσανε ελεύθερα, μετά έγραψε βιαστικά: «Να τα πούμε όποτε θες, και τώρα πάντως μπορούμε να μιλήσουμε, οι άλλοι δεν έρχονται πριν τις 10:00. Πες μου για σένα»
Κι ένιωθε τώρα -που είχε βεβαιωθεί πως ο Λ. βρισκόταν πάντα μακριά-, πως είχε όλο τον χρόνο να εκπλαγεί που η Μ. είχε παντρευτεί τελικά, που είχε οικογένεια, και που είχε μπορέσει να παρατήσει τη δουλειά της που τόσο την πάθιαζε.
«Δεν υπάρχουν και πολλά να πούμε για μένα. Με τον Τ. είμαστε τώρα μαζί πέντε χρόνια, τα δίδυμα είναι τεσσάρων, λίγο μπελάς, αλλά είναι υπό έλεγχο. Πες μου, τι είναι εκεί που είσαι?»
Της είπε με λίγα λόγια τι ήταν το Κέντρο. «Δεν έβρισκα δουλειά», όταν τον ρώτησε γιατί ενώ του άρεσε έξω είχε γυρίσει.

Και μετά έπεσε μια στενάχωρη σιωπή που έφερε αμηχανία και στους δυο. Του 'χε χτυπήσει η «κουταμάρα», όπως είχε διαλέξει να αναφερθεί στην απόπειρα αυτοκτονίας που είχε κάνει λίγο πριν χωρίσουν. Πρέπει να 'χε αλλάξει πολύ η Μ., αλλά με δυο παιδιά αλλάζεις, μέχρι που αποκτάς και «κοινή λογική», γίνεσαι όπως όλοι και παύεις να «αποκλίνεις» πια.

«Σκεφτόμουν πολύ όλα όσα είχαν γίνει τότε», τελικά ήταν πιο δυνατή.
«Εγώ προτιμούσα να μην τα σκέφτομαι. Νιώθω ακόμη άσχημα που σε παράτησα ακριβώς μετά...», λες και τα αποσιωπητικά μπορούσαν να μεταφέρουν έστω και λίγη απ’ την ειλικρινή στενοχώρια του, τη στενοχώρια που είχε κουβαλήσει μαζί του όλ’ αυτά τα οκτώ χρόνια.
«Πάντα με πόναγε πόσο με είχες απορρίψει. Δεν το 'χα πάθει από κανέναν τόσο πολύ»
Τι βρίσκεις να πεις σε κάτι τέτοιο? Ο Σ. άρχισε να φοβάται πως όπου να 'ναι, ό,τι κι αν έλεγαν, αργά η γρήγορα ο Λ. θα ξαναχωνόταν στην κουβέντα. Προσπάθησε όμως.
«Δεν σε είχα απορρίψει, δεν είναι ακριβώς έτσι, είχα φύγει γιατί φοβόμουν για μένα. Από δειλία....»
«Είχα μιλήσει με τον Λ. λίγο γι’ αυτό. Δεν κρατήσαμε επαφή τελικά, μου 'λεγε πως δεν του 'γραψες ποτέ» Ο Σ. θυμήθηκε με καινούργιο πόνο τα γράμματα που πέταγε στην αρχή χωρίς να τ’ ανοίγει, μέχρι που σταμάτησαν να 'ρχονται. Όμως δεν άντεχε να μη ρωτήσει.
«Τι κάνει? Είναι καλά?»
«Τρελός όπως πάντα, έτοιμος να σκοτωθεί και να πάρει κι άλλους στο λαιμό του. Ξέρεις τι εννοώ...» Ναι, ήξερε. Ήξερε από την πρώτη στιγμή μα τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Ήταν γλυκιά και τρομερή η αίσθηση που είχε τότε. Όταν έπεφτε.
«Μ.,... συγγνώμη», σκέφτηκε να της πει όμως δεν το έκανε. Βαθιά μέσα του τον εμπόδιζε η ντροπή μα και η αμφιβολία: θα ήταν σα να υπερεκτιμούσε τη δύναμή του. Μπορούσε άραγε να έχει κάνει ένα άλλο πλάσμα να υποφέρει?
«Να σε δω λοιπόν», ξανάπιασε το νήμα εκείνη. «Έχω αλλάξει ξέρεις, κούρεμα, στυλ... Με τα παιδιά μαλακώνει κανείς»
«Γιατί όμως μ’ έψαχνες όλον αυτό τον καιρό?», αναρωτήθηκε ο Σ., η υποψία πως κάτω απ’ την ήρεμη επιφάνεια η κόλαση δεν είχε πάψει ποτέ, άρχιζε να σηκώνει κεφάλι.
«Ναι, να τα πούμε κάποια φορά, να βρεθούμε και με τους άλλους παλιούς φίλους, βλέπεις τον Ε., τη Ζ.?», αοριστολόγησε εκείνος, χρειαζόταν την παρουσία των άλλων, ο,τιδήποτε θα απομάκρυνε τις καυτές ανάσες απ’ τις αναμνήσεις που 'χε θάψει με προσπάθεια και δουλειά μεθοδική όλ’ αυτά τα χρόνια.
«Ελάχιστα, χαθήκαμε. Με σένα βέβαια πιο πολύ απ’ όλους. Έχεις καθόλου χρόνο αύριο? Μπορώ να 'ρθω να σε πάρω με τ’ αμάξι, και δεν θα 'ναι κάποιο σπορ όπως παλιά αλλά ένα μεγάλο οικογενειακό, θα δεις και δε θα πιστεύεις τα μάτια σου»

Η Μ. με «μεγάλο οικογενειακό» αμάξι! Είχε αλλάξει σίγουρα και θα 'θελε να τη δει, μόνο που... δεν άντεχε την ιδέα πως πάλι ο Λ. θα χωνόταν ανάμεσά τους. Η απουσία του θα βάραινε, ίσως πάλι μόνο αυτόν. Αργούσε ν’ απαντήσει, σκεφτόταν, η καρδιά του χοροπήδαγε με την ιδέα πως αύριο κιόλας θα μπορούσε η Μ. να βρίσκεται κάτω απ’ το παράθυρό του, σ’ αυτό το ίδιο κακόμοιρο στενό, σα να μην είχε περάσει μέρα από τότε που συναντιόντουσαν καθημερινά.

«Αύριο λοιπόν!», το αποφάσισε τελικά κι έδωσε την διεύθυνση. Απ’ το παράθυρο το γκρίζο φως έγινε λιακάδα. Είδε τη Μ. να βγαίνει απ’ τ’αμάξι και να σηκώνει το κεφάλι προς το μέρος του. Δίπλα της ο Λ. εντυπωσιακά μακρύς και στενός, μόλις χωρώντας στη θέση του συνοδηγού περίμενε υπομονετικά. Όπως τότε.

Η πόρτα άνοιξε με τρίξιμο και το πρόσωπο μιας συναδέλφου φάνηκε σκυθρωπό όμως της χαμογέλασε με επιείκεια πούχε να νιώσει καιρό.
«Καλημέρα!», είπε και το εννοούσε. Του 'χε λείψει ένα κομμάτι απ’ το παρελθόν του όλ’ αυτά τα χρόνια κι ανυπομονούσε να το ξαναβρεί, όποιο κι αν ήταν το τίμημα.
 
1999/2007

more...

Sunday, December 2, 2007

Μανιακή με το design

(από deplaced ή αστικός πόνος 5/20)


Η Λ. -πίστευε πως- τα είχε όλα. Μια σπουδαία δουλειά που την άφηνε λιπόθυμη από κούραση και συνεπώς ικανοποιημένη, -ήταν workaholic-, ένα υπέροχο σπίτι που το είχε διακοσμήσει ακριβώς όπως το είχε δει στα όνειρά της, και ευκαιριακούς εραστές που δεν ξανάβλεπε σχεδόν ποτέ μετά το sex.

Αν τα 'βαζε κανείς σε σειρά, δούλευε για να μπορεί να συντηρεί το σπίτι κι οι εραστές της σπάνια ταίριαζαν μαζί του. Ήταν μανιακή με το design. Ρύθμιζε όλη της τη ζωή, δεν κατέστρεφε απλά τις σχέσεις της. Ο άψογος χώρος της ξέρναγε σχεδόν ο,τιδήποτε δεν ήταν εκείνη. Δε συμφωνούσε με pets, παιδιά ή ηλικιωμένους. Η Λ. έλπιζε πως μεγαλώνοντας θα κατάφερνε να τον ξεγελάσει ώστε να μην καταλήξει να ξεράσει και την ίδια κάποια στιγμή, προς το παρόν απολάμβανε την παρέα μαζί του. Πως ήταν άραγε αυτό το σπίτι?

Επιφανειακά ήταν σχεδόν άδειο. Τι το έκανε τόσο "ενδιαφέρον"; -όπως το χαρακτήριζαν όσοι από τους καλλιτέχνες φίλους της δεν ανήκαν στις τάξεις των beautiful people-. Το γεγονός πως η γυμνή του απλότητα είχε κοστίσει εξαιρετικά μεγάλα ποσά και πως άλλαζε βδομάδα με τη βδομάδα εξερευνώντας όλες τις δυνατές μορφές αφαίρεσης. Στους φίλους άρεσε να το επισκέπτονται όπως μια αίθουσα τέχνης, όμως ελάχιστοι θα τολμούσαν να περάσουν έστω και μια νύχτα εκεί. Τι ήταν αυτό που τους απωθούσε τελικά και που λάτρευε στο σπίτι η Λ.?

Η αναίδεια. Το σπίτι δεν ήταν σπίτι, ή μάλλον υποδυόταν το σπίτι πολύ άσχημα και χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτό. Εννοείται πως αδιαφορούσε βαθύτατα και για το κέλυφος που το περιείχε: απ’ έξω τίποτα δεν πρόδιδε την προσωπικότητά του. Θα μπορούσε, -όμοια με το Μοντέρνο κίνημα-, να βρίσκεται οπουδήποτε και δεν θ’ άλλαζε το παραμικρό.

Η Λ. ζούσε σα νομάδας μέσα του, αυτό δεν ήταν πουθενά δηλωμένο περισσότερο καθαρά απ’ όσο στις λεπτομέρειες. Έτσι, όλα τα έπιπλα, ακόμα και τα πιο σύνθετα, μπορούσαν να λυθούν σε δυο λεπτά, το βαρύ τραπέζι ακουμπούσε μόνο στον φέροντα σκελετό του, τα κομοδίνα είχαν ρόδες. Ακόμα κι οι βιβλιοθήκες ήταν αυτοφερόμενες από μια βαθιά αντιπάθεια για τους -ελάχιστους- τοίχους. Δεν υπήρχαν δωμάτια, το λουτρό χωριζόταν από το υπόλοιπο σπίτι με ένα παραβάν.

Πότε-πότε κάποιο εκκεντρικά χρωματισμένο ή περίεργης υφής αντικείμενο έκανε την εμφάνισή του στο λευκό -φυσικά- σπίτι. Πέρναγε κάποιος καιρός μέχρι να το συνηθίσει κανείς και τότε εξαφανιζόταν για να αντικατασταθεί από το επόμενο. Οι αλλεπάλληλες είσοδοι και έξοδοι αντικειμένων αναιρούσαν σχεδόν άδικα την ατομική σημασία τους. Κι επειδή κανένα αντικείμενο δεν διαρκούσε εδώ, πολύ λογικά έτεινε κανείς να συμπεράνει πως το ίδιο συνέβαινε και με τους ανθρώπους, τις σχέσεις, τα αισθήματα.

Θα έμπαινε σχεδόν στον πειρασμό να υποθέσει πως η υπερβολική "έκθεση" των αντικειμένων ήταν που τους έκανε κακό, με όσο σεβασμό κι αν είχαν στηθεί στην αρχή. Ο χορταστικός κενός χώρος τα αναδείκνυε μέχρι τελικής πτώσης, στο τέλος έβγαιναν καθαρά κάτω απ’ το φως τα όποια ελαττώματά τους. Και η παθιασμένη αναζήτηση του μοναδικού αντικειμένου, εκείνου που θα 'χε διάρκεια και σταθερή ποιότητα, κατέληγε στην απογοήτευσή της να μοιάζει με το ανεκπλήρωτο του ιδανικού έρωτα. Η τοπογραφία τελικά του χώρου κατέληγε να αυτό-προσδιορίζεται οριακά σαν θεολογία του.

Δεν είναι υπερβολικό λοιπόν να πει κανείς πως η Λ. ασχολούνταν λατρευτικά με το σπίτι. Από τα πιο μεγάλα μέχρι τα πιο μικρά, όλα πέρναγαν από την ίδια εντατική προσοχή. Η διάθεση να ελέγχει την αρμονία και την τάξη μέσα στο σπίτι της ξεπήδαγε σχεδόν σαν αντίδραση -ή παράπονο- στο φόβο πως ο έξω κόσμος κυβερνώνταν από ένα χάος που διευρυνόταν συνεχώς. Η Λ. σχεδόν πίστευε πως η ζωή της η ίδια κρεμόταν από λεπτομέρειες αισθητικής φύσεως.

Από όπου και να το 'πιανες το σπίτι γυάλιζε. Από την κουζίνα μέχρι το καθιστικό άστραφταν τα μικρά και τα μεγάλα: πότε ήταν ένα μπολ για τα φρούτα, -ανοξείδωτο, αυτάρκες-, πότε ένας άσπρος δερμάτινος καναπές απρόσιτος μέσα από την αντίστασή του να χρησιμοποιηθεί. Ακόμα και το τεράστιο αλλά υπέρκομψο ψυγείο γυάλιζε από την ανάποδη: εσωτερικά το πάνω μισό του ήταν άδειο. Ίσως μόνο films, lipsticks, και σάλτσες για πολύ συγκεκριμένες χρήσεις. Ο καταψύκτης ωστόσο έσφυζε από υγεία: σε σειρά τα χάρτινα και πλαστικά κουτιά με προκατασκευασμένα φαγητά δίπλα στο αιώνιο μπουκάλι της βότκας. Ανάγκη για διατήρηση μετά την καταστροφή?

Ένα βράδυ η Λ. βρήκε στο mailbox της ένα διαφημιστικό μήνυμα που για κάποιο λόγο κίνησε την προσοχή της:

"Dear prospective MouseCarpetOwner!
Have you heard the news!! The collection has been extended and the price has been reduced...
Visit MouseCarpet.com and see the new collection of MouseCarpet designs. Treat yourself; friend; family member or loved one!! Buy direct or send a gift!
The MouseCarpets make perfect collectable gifts for the ideal present; purchase now to avoid disappointment....

Της Λ. μέχρι τότε δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό πως υπήρχαν designer mouse pads, και μάλιστα αντλώντας έμπνευση από πραγματικά χαλιά όπως ανακάλυψε όταν επισκέφτηκε το site. Ειδικά ένα στη σωστή απόχρωση του πράσινου της φάνηκε πως θα ταίριαζε εκπληκτικά με το γραφείο της. Κι επειδή ήταν αηδιαστικά φτηνά αποφάσισε να παραγγείλει τρία. Έδωσε τα στοιχεία της κάρτας που 'χε αποκλειστικά για παραγγελίες στο Δίκτυο, πάτησε το Send now! και μετά το ξέχασε.

Το θυμήθηκε δυο μέρες μετά, τόσο είχαν υποσχεθεί απ’ το site πως θα τους έπαιρνε και πραγματικά ήταν συνεπείς. Της ήρθε στο σπίτι ένα λεπτό πακέτο γερά τυλιγμένο στο γνωστό πλαστικό με τις φυσαλίδες. Όμως όταν το ξεδίπλωσε καλά-καλά την χτύπησε η απογοήτευση κατακέφαλα. Έχοντας από ένα mouse pad σε κάθε χέρι στάθηκε κοντά στο παράθυρο και παρατήρησε το χρώμα τους προσεκτικά. Έτσι ήταν όμως και δεν υπήρχε -δυστυχώς!- καμιά αμφιβολία. Καμιά σχέση δεν είχε αυτό το θλιβερό πράσινο με εκείνο το εκτυφλωτικό που 'χε θαυμάσει στην οθόνη της. Ξαναμπήκε στο site για να κάνει την σύγκριση γι’ άλλη μια φορά, σχεδόν την έπιασε κατάθλιψη. Και δεν ήταν για τα λεφτά, ήταν που τα καινούργια της παιχνίδια δεν είχαν σταθεί στο ύψος των προδιαγραφών τους. "Γιατί πάντα τα πράγματα φαίνονται τόσο χειρότερα στην πραγματικότητα?". Τα παράτησε για δυο μέρες σε μια γωνιά κι ούτε που τα πλησίασε καθόλου.

Την τρίτη μέρα κάθισε στο γραφείο και τα ξανάπιασε με καινούργια όρεξη. Έπρεπε ν’ αποφασίσει τι θα κάνει μαζί τους. "Θα μπορούσα βέβαια να τα φυλάξω κάπου, αλλά δεν είναι στο στυλ μου. Να τα χάριζα άραγε πουθενά? Αλλά πως να χαρίσω κάτι που με απογοήτευσε τόσο?". Καθώς τα στριφογύριζε στα χέρια της την έπιασε μια ξαφνική μανία να τα πετάξει ψηλά, το ένα πίσω απ’ το άλλο, και να τα ξαναπιάσει στον αέρα όπως κάνουν οι ζογκλέρ. Αυτό κι έκανε και για μια στιγμή της φάνηκε αστείο, μόνο που της ξέφυγε στο κατέβασμα το ένα κι έριξε την κρυστάλλινη κορνίζα με τη φωτογραφία της καλύτερής της φίλης στο πάτωμα. Κάνοντας φοβερό θόρυβο η κορνίζα έγινε χίλια κομμάτια.

Αυτό την έβγαλε για τα καλά από την ησυχία της. Αναπήδησε με φόρα λες και θα μπορούσε να κάνει κάτι αλλά ήταν πολύ αργά. Έσκυψε τότε με σπαραγμό πάνω απ’ τα θρύψαλα που σκέπαζαν το χαμογελαστό πρόσωπο της Μ., και σα να 'ταν ο χειρότερος οιωνός τα απομάκρυνε με βιασύνη. Πήρε τη φωτογραφία μετά αγκαλιά και ζάρωσε στον καναπέ αλλά δε βολεύτηκε ούτε χαλάρωσε.

Πόσο καιρό είχε να δει τη Μ.? Πάνω από 5 χρόνια... Νέα της βέβαια μάθαινε συχνά, ας είναι καλά το Δίκτυο, αλλά δεν είχε καταφέρει να βρει χρόνο να την επισκεφθεί. Δεν είχε ποτέ χρόνο για κανέναν... Από το ήσυχο και λευκό περιβάλλον της ανέβηκε μια ψύχρα που της έκοψε την αναπνοή. Πρώτη φορά την έπνιγε η βαθιά ησυχία στο διαμέρισμα. Σηκώθηκε, ακουμπώντας απαλά τη φωτογραφία στο μαξιλάρι, τσέκαρε το θερμοστάτη, κι έβαλε κλασσική μουσική.

Μετά μ’ ένα φλυτζάνι πράσινο τσάι στο χέρι επισκέφτηκε πιο ήρεμη τη γωνιά της καταστροφής. Έτριξαν μικρά κομματάκια γυαλιού κάτω απ’ τα πόδια της, θα 'πρεπε να σκουπίσει επειγόντως. Τα mouse pads ήταν πεταμένα όπως-όπως σε μιαν άκρη το ένα πάνω στο άλλο, σαν παιδιά που τα μάλωσαν άδικα για μια αταξία που δεν έκαναν. Τους έριξε μια καλόκεφη ματιά, αλήθεια δεν το 'θελαν, έτσι? Είχε πάντα αυτούς τους κρυφούς διαλόγους με τα αντικείμενα όμως τώρα πια αυτό έπρεπε να σταματήσει. Και σα νάθελε να δείξει πόσο αποφασισμένη ήταν, γύρισε προς το υπόλοιπο σπίτι και το φοβέρισε από μέσα της: "Έχουν δίκιο κι έχετε άδικο!".

Είχε περάσει υπερβολικά πολύ χρόνο στο σπίτι, ένιωθε πως το φόραγε κατάσαρκα κι αυτό έγινε ανυπόφορο ξαφνικά. "Η σαρκοφάγος μου!", σκέφτηκε κι η διάθεση της για λίγο ξανάγινε γκρίζα. Όμως δεν το άφησε αυτό να προχωρήσει, είχε ακόμα καιρό να τ’ αλλάξει όλα. Θα ταξίδευε, θα έπαιρνε λίγο καιρό off, για να σκεφτεί. Άλλαξε τη μουσική και πήρε μια μπύρα. Κάτω απ’ το φως η φωτογραφία στον καναπέ σα να της έκλεινε το μάτι, η Μ. συμφωνούσε φυσικά.

1999/2007

more...