Tuesday, April 29, 2008

Πάσχα στην Αμοργό

Από το Κάστρο της Χώρας

Μ.Παρασκευή στους Αγ.Ανάργυρους στα Θολάρια

Προς Μονή Παναγίας Χοζοβιώτισσας

Μονή Παναγίας Χοζοβιώτισσας

Κάτω Ποταμός

"Άγνωστο" μεν εντυπωσιακό δε φυτό

Με θέα τον όρμο της Αιγιάλης

Θολάρια


more...

Monday, April 14, 2008

Οtsukimi (ή η θέασις της αξιοτίμου σελήνης)



Απόψε κάτι μ’ έσπρωξε να περάσω το ποτάμι και να πάω για πρώτη φορά σ’ ένα πάρκο, το Mukojima Hyakkaen, για να δω το φεγγάρι. Την ανακοίνωση του event, -γιατί για παλαιότατο event πρόκειται-, δεν την βρήκα ούτε στο Tokyo Journal ούτε στο Tokyo Sky which both cater to foreigners, μα στην τοπική δισέλιδη εφημεριδούλα που μου στέλνουν από τον Δήμο κάθε μήνα. Η Mukojima ήταν το φημισμένο θέρετρο του Tokyo πριν 200 χρόνια αλλά από τον σεισμό του 1923 και μετά, πάει, ξέφτισε.


Στην ανατολική μεριά της πόλης, υποβαθμισμένη, άτσαλα βιομηχανοποιημένη και extremely outdated, δεν ζει πια κανείς αν μπορεί να το αποφύγει. Κι έτσι σώθηκαν κάποιες "φωλιές" απ’ ότι ήταν η πόλη "παλιά", πριν ξεχαστεί και μείνει πίσω στην κούρσα της ανάπτυξης. Γι’ αυτό όρθια μέχρι τον επόμενο μεγάλο σεισμό, -που δε λέει να 'ρθεί κι όλο τον περιμένουν-, θα στέκονται τα φτωχά ξύλινα σπίτια χωμένα ανάμεσα στα εργοστάσια, τα παραμελημένα πάρκα, τους υπερυψωμένους αυτοκινητόδρομους.

Αγαπώ αυτή την αίσθηση της παραίτησης, της παρακμής. Δέκα λεπτά είναι το πάρκο από το σπίτι μου με τα πόδια Είχε σκάσει ήδη το φεγγάρι πίσω από την κορυφογραμμή των πολυκατοικιών που το μέτωπό τους συνιστά την απώτερη θέα μου, ήταν πορτοκαλί και μεγάλο σαν τα dango, τα dumplings με τη γλυκιά soy bean paste που από παράδοση τρώνε με τέτοια αφορμή. Διέσχιζα τη γέφυρα Shirahige (της άσπρης γενειάδας ή μήπως φαβορίτας;) και με φυσούσε όπως συνήθως ο δροσερός νότιος άνεμος που έρχεται από τον κόλπο του Tokyo.

Δύσκολα βρήκα την είσοδο του πάρκου, χαμένου -αν και η μια του πλευρά ακολουθεί τη θορυβώδικη, τη δική μου λεωφόρο Meiji-, μέσα στον ιστό της φτωχής γειτονιάς. Μισάνοιχτες πόρτες παντού και στο βάθος φτενοί γέροι με μακριά λευκά σώβρακα, καθισμένοι στα tatami να βλέπουν baseball στην TV.

Όταν πια μπήκα στο πάρκο αδύνατον να δω το φεγγάρι, κι από την πρασινάδα, κι από τα δυνατά φώτα που τουλάχιστον μπροστά στην κεντρική "πλατεία" εξαιτίας του κονσέρτου koto (1), έκαναν τη νύχτα μέρα. Πλήθος κόσμου, μεσήλικες, γριές και γέροι, λίγα παιδάκια κι ακόμα πιο λίγα νέα ζευγάρια, ανάμεσά τους, -έκπληξη;-, κι ένα μεικτό: gaijin (2) με γιαπωνέζα, ξεδιπλώνονταν αργά στα στενά δρομάκια του κήπου, φωτισμένα με χάρτινα ζωγραφισμένα φαναράκια που παράσταιναν φρούτα και λουλούδια. Ήταν κομψά σαν ακουαρέλες και στο κίτρινο φως τους οι γιαγιάδες πότε-πότε, εξηγούσαν τα δύσκολα kanji της καλλιγραφημένης ποίησης στα περίεργα εγγόνια.

Ξεροκατάπια όταν κάτω από την τέντα άρχισε το koto κονσέρτο. Πέντε koto και φωνές, παραλληλισμένα εν πλήρη τάξει, οι μουσικοί τους σαν ψεύτικες κούκλες με τα ροζ κιμονό τους, θελκτικές ακόμα και οι λιγότερο νέες. Δίπλα στην πρόχειρα στημένη μπυραρία, ήταν όλοι στο κέφι χωρίς ποτέ να κάνουν ανυπόφορη φασαρία όπως γίνεται συνήθως. Στάθηκα στη σκιά, έξω από την επικράτεια του προβολέα κι άκουγα και τις δυο μουσικές, μέχρι που οι μεθυσμένες φωνές σίγησαν και τα μακριά δάχτυλα με τα νύχια του koto έφτασαν βαθιά στην καρδιά μου. Έτσι πάντα γρατζουνά αυτή η έγχορδη μουσική. Σε δυσκολεύει στην αρχή ο ρυθμός της, τα τσακίσματα και τα σταματήματά της, -μόλις αρχίζει ή μόλις τελειώνει, σκέφτεσαι-, ώσπου να σε πιάσει στα χέρια της, και τότε σε κρατά με γλυκιά τυραννία στη χούφτα, δε σ’ αφήνει.

Με σφιγμένο το στόμα έπιασα να γυρίζω τα δρομάκια του κήπου κι εγώ με τη σειρά μου, η μουσική μου 'δειχνε το δρόμο. Έπεσα πάνω στην επόμενη attraction για την περίσταση: μια υπαίθρια τελετή τσαγιού, τι άλλο; Κρατημένες από τα σφιχτά κορσάζ των πολυτελών obi (3) τους πάνω από λεπτά θερινά κιμονό, κινούνταν με χάρη σέρνοντας τα zōri (4) τους πάνω στα χαλίκια, οι δασκάλες, οι καλές μαθήτριες κι ένας μαθητής, αυτός με hakama, το informal κιμονό για άντρες. Ουρά έκανε ο κόσμος, αυτός που περιέγραψα παραπάνω, για να πιει το εκλεκτό πράσινο τσάι σε σκόνη (macha), κάτω από αυτή τη δεύτερη τέντα, κι ας πήρε τ’ αυτί μου όσο στεκόμουν εκεί κάτι για ¥2,000.

Υπνωτισμένη παρακολούθησα γι’ άλλη μια φορά τις τελετουργικές κινήσεις. Ήμουν βλέπεις ακόμα υπό την επήρεια της νουβέλας του Kawabata: "Thousand cranes", και σ’ αυτήν πολύς λόγος γίνεται για την ποιότητα των bowls του τσαγιού και των άλλων utensils που χρησιμοποιούνται ανάλογα με την περίσταση από τους ειδήμονες. Μερικά απ’ αυτά είναι ανεκτίμητα κομμάτια, ίσως και τριακοσίων χρονών. Άτεχνα, στραβοχυμένα φαίνονται, ο πηλός τους γκρίζος κα μουντός, αλλά έχει βάλει ο δημιουργός τους όλη του την ψυχή για να δείχνουν ακριβώς έτσι. Η τελετή του τσαγιού αγαπά τα ταπεινά χρώματα της γης, τα ατελή σχήματα, την απλότητα, όσο ακριβά και σπάνια κι αν είναι αυτά (η αισθητική wabi-sabi)

Τώρα χαμογελούσα μέσα μου βλέποντας τους "guests" καθώς υποκρίνονταν πως θαύμαζαν, γυρίζοντας για να το δουν καλύτερα τα πάνω-κάτω, το bowl που τους δινόταν να εξετάσουν, όπως προστάζει το ξύλινο τυπικό, πριν πιουν σ’ αυτό το τσάι τους. Καμιά τύχη δεν είχε το bowl να 'ναι από "γενιά", κι όμως κάτω απ’ αυτή την πρόχειρα στημένη τέντα, του ξεχασμένου πάρκου της φτωχικής άκρης της πόλης, κι ανάμεσα στα χέρια συνταξιούχων και νοικοκυρών, έφτανε ν’ αποκτήσει το inconspicuous bowl συγκινητικό "ύψος" και σημασία. Ακριβέστατες γίνονταν οι κινήσεις από τη leading Sensee (5) που ετοίμαζε το τσάι, με μικρά μετρημένα βήματα, μια ατέλειωτη θα 'λεγες σειρά από βαθιές, της Sensee που πρόσφερε το τσάι, και ελαφρύτερες του guest που το δεχόταν, υποκλίσεις, γέμιζε το οπτικό μου πεδίο. Σηκώνονταν κι έγερναν τα κεφάλια, χωρίς ν’ ακούγεται φωνή σχεδόν, όπως τα φυτά του ρυζιού λίγο πριν το μάζεμα.

Απομακρύνθηκα αποφασισμένη να κυκλώσω τη ρηχή λίμνη που ακίνητη καθρέφτιζε την πρασινάδα, τα φαναράκια, τους περιπατητές. Τώρα το φεγγάρι, χλωμό πια, είχε ανέβει ψηλά. Τo 'πιανε το μάτι μου κατά διαστήματα μες απ’ τα δέντρα. Κάτω από μια πέργκολα που έμοιαζε να 'ναι το καλύτερο μέρος για να το δει κανείς, είχε μαζευτεί ένα μικρό group ηλικιωμένων, πιο πολλές γυναίκες, που μουρμούριζαν κι όλο το 'δειχναν με το δάχτυλο, σα να το μάλωναν. Τραβούσαν και φωτογραφίες με flash, αν είναι δυνατόν!, κι ο θόρυβος που έκανε το αυτόματο γύρισμα του film στη μηχανή, έσκαζε ξαφνικά με ορμή στη σκοτεινιά κι αναστάτωνε περιοδικά τους γρύλους κι όλα τα υπόλοιπα ντόπια πλάσματα που δικαιωματικά κατοικούν στο πάρκο.

Προσπέρασα, ακολούθησα για λίγο τα φαναράκια και βρήκα ένα καλό σημείο απ’ όπου μπορούσα να βλέπω τον πεύκο. Ήταν ένας ώριμος πεύκος γερμένος πάνω απ’ το νερό όσο χρειάζεται, και καθρεφτιζόταν γαλήνια πάνω απ’ το μοναδικό πέτρινο γεφυράκι με μια μικρή lantern δεμένη στα κλαδιά του σα μαξιλάρι. "Αυτό το πεύκο είναι υπέροχο!", σκεφτόμουν, και δεν πρόσεξα ξανά τα παιδάκια που έτρεχαν, τα flash που άστραφταν, τη σιλουέτα του hi-rise της Obayashi construction company και το apartment complex στο βάθος. Σα σκηνή του Noh ακινητούσε το πεύκο, ιδεώδες background για τους ηλίθιους που σταματούσαν εκστατικοί για λίγο στο γεφυράκι, κούναγαν πάνω-κάτω τα χέρια τους υπό το φως, σχολίαζαν τη "μαγεία" και προσπερνούσαν.

Μ’ έτρωγαν τα κουνούπια δίχως έλεος και ψεκαζόμουν συνεχώς με το mushiyoke (αντικουνουπικό) μου που δεν είναι κι ό,τι πιο ρομαντικό επίσης, αλλά η καρδιά μου είχε κολλήσει στην πλάτη γιατί όσο κι αν έκανα πως την αγνοούσα, η μουσική του koto με είχε φτάσει ως εδώ.

Στην άλλη άκρη του πάρκου πέτυχα μια δεύτερη αίθουσα, όχι τέντα αυτή τη φορά, για την τελετή του τσαγιού. Πίσω απ’ τα μισάνοιχτα shōji (6) δασκάλες και μαθήτριες στριμώχνονταν σμήνος πολύχρωμες πεταλούδες πάνω στα tatami. Μια απλή see-through καλαμωτή χώριζε τη "σκηνή" από τα "παρασκήνια"». Αυτά: τσάντες, τσαντάκια, utensils, μαζί με μια μακριά, πάντα ζεστά ανθρώπινη στη πρώτη της θέαση, σειρά από γυναικεία κυρίως παπούτσια, μπροστά στην κυρία είσοδο, με διασκέδασαν για ώρα.

Ξαναγυρίζοντας στο σημείο εκκίνησης βρήκα τα koto κατεβασμένα από τις βάσεις τους, τυλιγμένα στις υφασμάτινες σα μεγάλα furoshiki (7) θήκες τους. Η γιορτή όπως όλα, βάδιζε προς το τέλος της. Στάθηκα για λίγο με μια μικρή παρέα από μεσήλικες οπλισμένους με cameras και videos μπροστά σ’ έναν για την περίσταση στημένο μικρούλικο "ναό". Ποια να 'ταν η Shinto θεότητα που γιορταζόταν με αφορμή το Otsukimi απόψε; Μπροστά στο κλειδωμένο ντουλάπι της, σε σκαλωτή παράταξη έστεκαν τα μπουκάλια με το sake και η πιατέλα με τα dango. Παραμυθένια έμοιαζαν τα κομψά αφιερώματα κάτω απ’ το αδύναμο φως.

Στην τέντα της τελετής του τσαγιού, λίγο πριν από το κλείσιμο, κάποιος "ειδήμων" με την arrogance της σιγουριάς, -ή μήπως του μεθυσιού;-, έπιασε να θαυμάζει μεγαλόφωνα τα σύνεργα. Με αρχαία περίτεχνης ευγένειας γιαπωνέζικα του απαντούσε η leading Sensee.

Γύριζα πίσω κι έκανα μια στάση σ’ έναν αληθινό ναό αυτή τη φορά. Ορθάνοιχτο στη νυχτερινή ζέστη ήταν το σπίτι του ιερέα, στο βάθος έπαιζε η έγχρωμη SONY αλλά ο περίγυρος ήταν ακόμα "παραδοσιακός". Άστραφτε το ξύλινο πάτωμα, στη βυθισμένη ένα σκαλί είσοδο γραμμικά παρατάσσονταν τα ψάθινα
zōri. Το στοιχειό του ναού, μια καλοθρεμμένη μαύρη γάτα, καθόταν μ’ όλη της την άνεση, obviously appreciating the solo concert of a cricket lost in the grass next to her. Μ’ άφησε να την χαϊδέψω για ώρα.

Λίγο πριν φύγω, ένας τρελός ξαναμμένος jogger μούσκεμα στον ιδρώτα, στάθηκε για λίγο μπροστά στο κιβώτιο με τα offerings, clapped his hands twice, χωρίς όμως να χτυπήσει το gong για ν’ ακούσουν οι θεοί, πήρε ανάσα, κι έφυγε βιαστικά όπως είχε έρθει. Σαν τον άνεμο.

(Από τα "Γράμματα από το Τόκιο", Tokyo, 1995-96)

(1) η γιαπωνέζικη άρπα
(2) ξένος
(3) φαρδιά ζώνη του κιμονό
(4) ψάθινα σανδάλια
(5) δασκάλα, ισοδύναμο του master
(6) συρόμενες πόρτες που αντί για τζάμι έχουν γιαπωνέζικο χαρτί: washi
(7) μεταξωτό πανί περιτυλίγματος

more...

Tuesday, April 8, 2008

Omikoshi


Ο Shinto ναός της γειτονιάς μου (Kumano jinja, ναός των νεκρών), εκείνος ο ίδιος που υπήρξε το θέατρο των παράδοξων γυμναστικών ασκήσεων που σου περιέγραψα (*), είχε πανηγύρι (matsuri).

Χτες το μεσημέρι είχα περάσει από κει, -το Tokyo Journal άλλωστε το είχε στα must-, αλλά τίποτε το ιδιαίτερο. Μετά το πρώτο μου matsuri, -στο Bandobashi όταν ήμουν ακόμα για τη γλώσσα στη Yokohama-, είχα αποκτήσει σχετική ανοσία στα πάσης φύσεως αλλόκοτα ερεθίσματα: μικροπωλητές που πουλούν σε αυτοσχέδια περίπτερα χρωματιστές πλαστικές μάσκες για παιδιά, takoyaki (κομματάκια βρασμένο χταπόδι κρυμμένα σε σβώλους από ζύμη με ginger), μπανάνες-σουβλάκι περιχυμένες με σοκολάτα ή άλλο παρδαλό unidentified υλικό, noodles, ψάρεμα βώλων σε mini λιμνούλες με χρυσόψαρα μικρά όσο ένα δάχτυλο, κι ό,τι άλλο βάζει ο νους, μάλιστα μπορώ να πω πως με το φως της μέρας όλα τα παραπάνω που τόσο με είχαν αφήσει με το στόμα ανοιχτό, τόσο που να ξοδέψω ένα ολόκληρο film δοκιμάζοντας την καινούργια μου Nikon εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ, -με αμφίβολα πάντως αποτελέσματα-, να μ’ ενοχλήσουν σχεδόν τώρα.

Κάτω από το γκρίζο χαμόγελο ενός αναποφάσιστου ουρανού, -θα περάσει ο τυφώνας απόψε ή όχι?-, καθετί έμοιαζε άσχημο, κακόγουστο. Συνηθισμένη κιόλας στην περισυλλογή της τελετουργικής πια βόλτας μου στα εδάφη του ναού, χαζεύοντας τους παχουλούς κυπρίνους με τα ζωηρά χρώματα να κόβουν βόλτες στη λιμνούλα, ένιωσα πως κάτι άγριο και ξένο είχε κάνει κατοχή σ’ ό,τι αγαπούσα μέχρι τώρα. Γι’ αυτό ήμουν διστακτική να αφεθώ να συμφιλιωθώ μ’ αυτή τη νέα τόσο εμπορευματοποιημένη ακόμα και με τα μέτρα τα δικά μου που αφήνουν περιθώρια εικόνα.

Την επόμενη μέρα είχα κιόλας ξεχάσει την κακή εντύπωση κι αν δεν ήταν οι διακοσμήσεις, -κόκκινα και κίτρινα φαναράκια-, σ’ όλο το μήκος του δρόμου, κι η μουσική, διαρκής, παραλίγο ενοχλητική στην επανάληψη και στη μονοτονία της: ήχοι του Noh φλάουτου τόσο «παραδοσιακοί» όσο δημοτικά από την Ηπειρο αναμεταδιδόμενα από μεγάφωνα στη Σταδίου, ούτε που θα περνούσε καθόλου από το μυαλό μου πως στο ναό συνεχιζόταν το πανηγύρι.

Είχε πια νυχτώσει, είχα κλειστεί από νωρίς στο «κελί» μου και ξεφύλλιζα αποφασιστικά το βιβλίο του Soper: "Art and Architecture in Japan", το ίδιο εκείνο βιβλίο που είχε αποτελέσει αν θυμάσαι τη Βίβλο μου το περασμένο καλοκαίρι όταν προετοιμαζόμουν για την υποτροφία, ενώ αναρωτιόμουν αν δεν θα 'κανα καλά να του ξαναρίξω μια σοβαρή ματιά, αυτή τη φορά με αφορμή τις επικείμενες, -έστω και για την τιμή των όπλων-, εξετάσεις του τέλους του μήνα, όταν..., τύμπανα και ρυθμικές κραυγές μ’ έκαναν ν’ αλλάξω απότομα γνώμη.

Απ’ το παραθυράκι του φωταγωγού, -αν για φωταγωγός λογαριάζεται αυτή η φέτα κενού που σου επιτρέπει ν’ αγγίζεις και κυρίως ν’ ακούς τις αποχετεύσεις του απέναντι-, ήρθε μεγεθυσμένο στην ένταση και στη σημασία του ένα κύμα ανθρώπινης δραστηριότητας που με ξεσήκωσε στη στιγμή.

Θυμάμαι πως καλά-καλά δεν πρόλαβα να σκεφτώ τι να ρίξω πάνω μου, τι είδους αφορμή χρειαζόμουν για μια τόσο απροσδόκητη έξοδο. Είναι απίστευτο πόσο excited ένιωσα κάτω από την επήρεια των "βάρβαρων" αυτών ήχων! Μουρμουρίζοντας στον εαυτό μου πως τάχα επειγόμουν ν’ αγοράσω katorisenko (το φιδάκι για τα κουνούπια), -που από μόνο του ποτέ δε θα μ’ έβγαζε μέχρι το κοντινότερο convenience store-, όρμησα έξω από την πολυκατοικία σα να 'χε πιάσει φωτιά.

Από τον κόσμο είχε κλείσει ο δρόμος. Στα πρώτα φανάρια ήταν σταματημένες δυο εξέδρες σε ρόδες, γεμάτες παιδιά-μουσικούς που τις τράβαγε πλήθος. Και πιο πέρα ο omikoshi μου. Χρυσός σα μονώροφη παγόδα, χιλιάδες λιλιά κρεμασμένα πάνω του. Στην κορφή κάτι που έμοιαζε με πετεινό ή ανεμοδούρα, στις τέσσερεις γωνιές χοντρά μωβ κορδόνια, κι όλο αυτό το φορητό οικοδόμημα σειόταν και λυγιόταν στους ώμους δεκάδων νεαρών στην πλειοψηφία τους ατόμων. Έκανε να μοιάζει ακόμα πιο σκούρα και επιβλητική η κορυφογραμμή του Δημαρχείου του Tange που προβαλλόταν μισοφώτιστη πίσω από τη μαύρη μάζα των δέντρων του πάρκου.

Όλοι, ακόμα κι αυτοί που απλά ακολουθούσαν, φορούσαν τα
happi τους, (ελαφρά σακάκια), πιο συχνά μπλε, που στην πλάτη είχαν τα kanji των χορηγών και διαφημιζόμενων. Στο κεφάλι τη δεμένη στριφτή κορδέλα, στα πόδια σαγιονάρες ψάθινες, πολλοί ξυπόλητοι ή με tabi (τα λευκά καλτσάκια που κουμπώνουν με κόπιτσες στον αστράγαλο κι έχουν χωριστή θέση για το μεγάλο δάχτυλο) .

Μου πήρε αρκετή ώρα για να παρατηρήσω μέσα στη γενική ταραχή πως πολλοί άντρες κάτω από τα happi τους, -που συνήθως σταματούν κάτω απ΄ τον κώλο-, ήταν σχεδόν γυμνοί! Φορούσαν ένα είδος εσώρουχου που θύμιζε tanga (fundoshi) και κυκλοφορούσαν πολύ άνετα, αυτός μάλιστα που τον κατάλευκό του πισινό πρόσεξα πιο πολύ δεν ήταν κι ο πιο νέος.

Ο κόσμος χαμογελούσε καθώς η ρυθμική κραυγή όσων κουβαλούσαν τον omikoshi: wasshoi!, κι όσων τους ενθάρρυναν με ντουντούκες, ανακατεύονταν με τη μουσική των παιδιών από τις εξέδρες και τους μπάσους ήχους από το taiko, το μεγάλο ιερό τους τύμπανο, σταθμευμένο παραπάνω. Οι αστυνομικοί κουνώντας πέρα-δώθε τα φωτορυθμικά globs (?) τους προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο για τα τελευταία αυτοκίνητα που 'χαν εγκλωβιστεί στη λεωφόρο. Μητέρες με μωρά στη πλάτη χαιρετούσαν με βαθιές υποκλίσεις την πομπή παρασύροντας και τα μωρά στην κίνησή τους.

Ακολουθούσα ευτυχισμένα μπερδεμένη στο χαρούμενο πλήθος, -η μόνη "ξένη" χωρίς υπερβολή-, χωνεμένη σ’ αυτή τη μάζα από παραδοσιακά και "δυτικά" ντυμένους ανθρώπους που στο μεταξύ έβρισκαν χρόνο να τραβούν φωτογραφίες, video, ακόμη και ν’ απαντούν σε κινητά.

Πλησιάζοντας όλο και πιο άφοβα το κύριο σώμα της πομπής δε μπορούσα παρά να νιώθω έκπληξη χαζεύοντας τα μερικές φορές τόσο νέα πρόσωπα των "πιστών". Είναι καλή τύχη να κουβαλήσει κάποιος στους ώμους του omikoshi. Συχνά κάποιοι από τους "ένθεους" συμμετέχοντες κουράζονταν και αποχωρούσαν. Βουτηγμένοι στον ιδρώτα μετά απ’ όλο αυτό το σπρώξιμο, το κόλλημα του ενός πάνω στον άλλο, τσαλακωμένοι και σχεδόν γυμνοί, έκαναν στην άκρη με πρόσωπα που άστραφταν, παραχωρώντας στους επόμενους την πολύτιμη θέση τους. Μου τράβηξε την προσοχή ένα οξυζεναρισμένο κεφάλι πιτσιρικά που αν τον είχα συναντήσει στην ανατολική έξοδο του σταθμού μου θα τον είχα πάρει σίγουρα για τσιράκι της τοπικής yakuza. Τώρα εδώ, γεμάτος ενθουσιασμό, σαν παιχνίδι, άλλαζε το happi του με τους ανυπόμονους φίλους του, πορτοκαλιά αυτή τη φορά μαλλιά, σκουλαρίκια γεμάτους.

Στα δεύτερα φανάρια μπροστά στο New Prince Hotel, -προς μεγάλη χαρά των ξένων που έτρωγαν για βράδυ-, o Οmikoshi σταμάτησε για να κάνει επιτόπου στροφή παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής.

Δεν είχαμε διανύσει ούτε διακόσια μέτρα μα η αργή πέρα-δώθε κίνηση της πομπής, οι φωνές, τα παραγγέλματα και η εύθυμη αναταραχή, τα 'καναν να μοιάζουν με μια λαμπρή συγκλονιστική πορεία.

Όποιος έχει παρακολουθήσει από κοντά περιφορά omikoshi δε μπορεί παρά να 'νιωσε όπως εγώ αυτή την ανεξήγητη έντονη διάθεση να ορμήσει μπροστά για να πάρει τυφλά τη θέση ενός από τους "πιστούς", αν μπορεί κανείς εδώ να χρησιμοποιήσει τον όρο. Ν’ αγγίξει τα βάρβαρα, ειδωλολατρικά, κι όμως εκλεπτυσμένα στολιδάκια, να νιώσει το βάρος του ταλαντευόμενου χρυσαφένιου σκηνικού, ν’ απαντήσει ουρλιάζοντας από το βάθος της ψυχής του στο κάλεσμα.

Γιατί αυτός ο βαθύτατα παγανιστικός πετεινός, αυτό το υπερβολικό λοφίο, ασκεί πάνω μου γοητεία τέτοια που κανείς επιτάφιος δε μπόρεσε ποτέ να εξασκήσει?

Η Shinto θρησκεία είναι θρησκεία της ζωής. Δοξάζει τον Θεό της στο καθετί: στο δέντρο, στην πέτρα και στο βουνό, υπάρχει πάντα ένα kami (πνεύμα). Αντίθετα ο Χριστιανισμός, αποπνικτικά θλιβερός, στο μυαλό μου συνδέθηκε με την τιμωρία του Πάσχα.

Τα Χριστούγεννα πάλι ήταν πάντα ελάχιστα "ορθόδοξα" χριστιανικά, με τον ψευτοχιονισμένο luxurious τρόπο που τα θυμάμαι από παιδί, μέσα σ’ έναν καταιγισμό από ειδικά τηλεοπτικά προγράμματα, γλυκά που μοσχομυρίζουν στον φούρνο και δώρα τυλιγμένα σε αστραφτερά χρυσόχαρτα κάτω απ’ το αιώνιο χριστουγεννιάτικο δέντρο που αυτό κι αν δεν έρχεται από κάπου αλλού.


Μόνο το Πάσχα ήταν βαθύτατα, απαραίτητα "ορθόδοξο". Στο χωριό της μητέρας μου στην Αρκαδία ή και στη γειτονιά μου στην Αθήνα, η αργή τελετουργική περιφορά του επιταφίου μέσα στο βαθύ σκοτάδι μιας χλιαρής βραδιάς που δεν υπόσχεται τίποτα ευχάριστο, με υπόκρουση τους επιβλητικούς ήχους μιας καμπάνας που δεν εξιστορεί, μόνο υπενθυμίζει. Και σε κάθε βήμα το αργό, βασανιστικό στάξιμο του κεριού στα δάχτυλά μου, σαν τιμωρία. Η φλόγα που σ’ αυτή προσηλώνω το βλέμμα , που τη σβήνει στο τέλος μια δυνατότερη ριπή ανέμου.

Με φίλες μου πιο πολύ ακολουθούσα τον επιτάφιο, πάντα αποτυχαίνοντας να 'μαι κοντά στην αρχή, στην κεφαλή της λιτανείας. Μ’ εντυπωσίαζαν, -ζήλευα-, τα παπαδάκια που 'βγαιναν πρώτα ντυμένα στα χρυσά, με τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ στα χέρια, κι όλο ήθελα να βρεθώ κοντά στον πεθαμένο Χριστό. Όταν πια αυτό συνέβαινε, ήμασταν πίσω στην εκκλησία, τα φώτα είχαν ξανανάψει, το αναγκαστικά βιαστικό προσκύνημα μόνο άγχος μου 'φερνε. Δεν πρόφταινα καλά-καλά να ρίξω μια ματιά στον "νεκρό" και πάντα μου 'μενε αυτή η δυσάρεστη υποψία: δεν υπήρχε κανείς πεθαμένος σ’ αυτό το τετράγωνο χρυσοποίκιλτο σπίτι-φέρετρο.

Η δισδιάστατη -too realistic- εικόνα του Χριστού στον σταυρό, μου 'κανε την ίδια κακή εντύπωση. Και το χειρότερο ερχόταν το Μ. Σάββατο το πρωί: ο πατέρας μου δεν έπινε ούτε νερό, -αυτός που σπάνια νήστευε-, μα εγώ πάντα είχα την ίδια ενοχλητική αίσθηση: δεν υπήρχε κανείς πέρα απ’ τα αφημένα στεφάνια των λουλουδιών που τόσο συγκινητικά μαραίνονταν κάνοντας την ατμόσφαιρα γλυκερή και βαριά στην εκκλησία.

Θρησκεία που εστιάζει κύρια στον θάνατο του ιδρυτή της, -γιατί ποτέ η Ανάσταση του Μ. Σαββάτου και η Κυριακή του Πάσχα δε μου 'καναν καμιά ιδιαίτερη εντύπωση λύσης του δράματος, με εξαίρεση φυσικά τις κανιβαλικές γαστριμαργικές επιδόσεις μου-, και δι’ αυτού στον παραδειγματισμό των πιστών, ο ορθόδοξος χριστιανισμός με τρόμαζε πάντα μα και με προσέλκυε μ’ έναν σχεδόν διεστραμμένο τρόπο.

Τώρα εδώ σ’ αυτή την άκρη της γης, βρισκόμουν για πρώτη φορά σε επαφή με μια θρησκεία που γιορταζόταν απλά σα μια χαρούμενη δραστηριότητα.

Αφέθηκα να παρασυρθώ κι εγώ από το πλήθος που ομαλά, ευτυχισμένο, διαλυόταν σε μικρότερες ομάδες. Είχα χτυπήσει κι εγώ μαζί τους παλαμάκια όσες φορές είχε χρειαστεί. Ήμουν αδέξια, ακολουθούσαν φυσικά τους γνωστούς τους ρυθμούς με παραδειγματική άνεση, κάποιος στην κεφαλή της πομπής χτυπούσε πότε-πότε δυο ξύλα μεταξύ τους και το πλήθος χαρούμενο, σα να το περίμενε, αμέσως ακολουθούσε.

Κατηφόρισα προς τα πίσω ενώ η κυκλοφορία άνοιγε ξανά, ακολουθώντας από παρόρμηση έναν πολύ ελκυστικό Γιαπωνέζο που 'χε τραβήξει την προσοχή μου από ώρα. Μα συνοδεύονταν, έστω κι από μια πολύ χοντρή κι άσχημη Γιαπωνέζα που φορούσε το ίδιο μ’ αυτόν happi. Άραγε η γυναίκα του?

Στο convenience store δεν είχαν katorisenko. Έπειτα πίσω στο κελί μου, με τα κουνούπια, -σκνιπάκια μάλλον, αθόρυβα, σχεδόν αόρατα στ’ αμάθητα μάτια μου-, να με τρώνε ανελέητα, και το βιβλίο της ιστορίας ακόμα ανοιχτό στην ίδια σελίδα χωρίς προοπτική, σκέφτηκα για να παρηγορηθώ πως τα καλύτερα μαθήματα ιστορίας, αρχιτεκτονικής και μη, δίνονται στο δρόμο, που αλλού?

("Γράμματα από το Τόκιο", Tokyo, 1995-96)

(*) τελικά επρόκειτο για ασκήσεις εθελοντών πυροσβεστών γειτονιάς

more...

Friday, April 4, 2008

H επίσκεψη του Αυτοκράτορα


Σήμερα το πρωί, καθ' οδόν προς τη σχολή είδα -από μακριά- τον Αυτοκράτορα και την Αυτοκράτειρα της Ιαπωνίας. Το Μητροπολιτικό Μουσείο Δυτικής Τέχνης ήταν κλειστό και φαίνεται πως ήταν οι μόνοι επίσημοι επισκέπτες.

Στην αρχή δεν κατάλαβα τι συνέβαινε. Όλα ήταν όμως κάπως πιο ήσυχα απ’ ότι συνήθως, έτσι στάθηκα κι εγώ με τον κόσμο που μαζευόταν σιγά-σιγά να δω ποιος θα βγει από τη μαύρη λιμουζίνα που 'χε παρκάρει στο σκοτεινό βάθος των δέντρων.

Εκεί, εν μέσω αστυνομικών που 'χαν παραταχτεί μάλλον αραιά, κι ενώ κάποιες γυναικούλες είχαν ήδη γονατίσει σε καθαρά απλωμένα μαντήλια, άφωνα, το αυτοκρατορικό ζευγάρι βγήκε, κομψό, μικροσκοπικό, και με χαριτωμένα βηματάκια σα να εκτελούσε κάποιο νούμερο για χάρη των παρευρισκόμενων, κατευθύνθηκε προς την είσοδο χαιρετώντας και κάνοντας ελαφρές υποκλίσεις.

Η αυτοκράτειρα, ντυμένη στα λευκά, σαν κούκλα, με κείνο το απαράδεκτο και ανεξήγητο πάντα στην ισορροπία του καπελάκι που σαν καρούμπαλο που μόνο αλλάζει χρώματα είναι αιωνίως καρφωμένο στο μέτωπό της, προχωρούσε μερικά βήματα πίσω από τον προπορευόμενο αυτοκράτορα.

Submission είναι μου φαίνεται η λέξη που κατά παράδοση αρέσει πιο πολύ στον γιαπωνέζο άντρα. Άλλωστε αν δεν ήταν έτσι πως θα ευδοκιμούσε η S&M discipline στη χώρα?

Σκέφτηκα τον S. και την ακατανόητη συμπεριφορά του και μου πέρασε από το μυαλό πως αν περπατούσα κι εγώ μερικά "βήματα" πίσω του αυτό θα βελτίωνε τις σχέσεις μας που χειροτέρευαν φανερά τον τελευταίο καιρό χωρίς προφανή λόγο.

Υποκλίθηκα λοιπόν ελαφρά ταραγμένη που η εικόνα του συμβόλου της Ιαπωνίας φαινόταν να μου γνέφει εμένα προσωπικά. Έπειτα πρόσεξα παρ’ όλη τη βεβιασμένη συγκίνησή μου ανακατεμένη με αυτoπεριφρόνηση, πως τους homeless που οι σκηνές τους από πάντα ακούμπαγαν στη μάντρα του μουσείου, εκείνη ειδικά τη μέρα τους είχαν ξηλώσει.

Από την επομένη όμως όλα ήταν όπως πρώτα στη θέση τους.


6/9/1994, 2008

more...

Thursday, April 3, 2008

She dances, then vanishes at dawn


Έτσι χόρεψε το φάντασμα της νέας γυναίκας χωρίς όνομα, στο Noh πάντα γνωστή σαν "the well curb lady" (η κυρά του φιλιατρού του πηγαδιού).

Στη σκηνή της κορύφωσης σκύβει στο πηγάδι, ή τουλάχιστον σ’ αυτό που συμβολίζει πολύ αφαιρετικά το πηγάδι, φορώντας τα ρούχα του αλλοτινού εραστή της. Στον καθρέφτη της επιφάνειας του νερού, 'βλέπει' τον παντοτινά αγαπημένο της.

Κι έτσι, με μια σειρά από κοφτές, σφιγμένες, βασανιστικά αργές σα να θέλουν να ξεφύγουν από την εξαναγκασμένη χορευτική τροχιά τους κινήσεις, το φάντασμα παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Οι δεήσεις του ιερέα θα του επιτρέψουν από δω και στο εξής να "αναπαυθεί".

Φαντάσματα όμως γίνονται κατά τη βουδιστική δοξασία εκείνοι που η ψυχή τους αφού πεθάνουν, μένει ακόμα με αγωνία προσκολλημένη σε κάτι που τους κρατά στη ζωή, στον κόσμο των αισθήσεων. They just linger.

1995/2008

more...