Monday, November 26, 2007

Νύχτα με πανσέληνο

(από de-placed ή αστικός πόνος, 4/20)



"Kosta mou ya su! Efharisto ya to periodiko; nea ap’ ta meri sou mou ftiahnoun panta to kefi, i zoi mou edo einai toso monotoni! -afto mporeis poly kala na to fantasteis...Elpizo na ksemplekeis me ti thesis sou kai na min sta prizei o foveros kathigitis sou;))".

Με την άκρη του ματιού του πρόσεξε το νέο μήνυμα που αναβόσβηνε και παράτησε για λίγο το email που είχε αρχίσει να γράφει. "Do u cyber?" ρωτούσε ένας Άγγλος -ίσως, νεαρός όπως αποδείχθηκε όταν τσέκαρε τα προσωπικά του στοιχεία. Συνήθως δεν απαντούσε σε ηλικίες που τον άφηναν πίσω ή μπροστά πάνω από -για κάποιο λόγο- επτά χρόνια. Ο Ken ήταν (?) εννιά χρόνια μικρότερος.

Ήταν έτοιμος να κλείσει το παράθυρο στην οθόνη του και να επιστρέψει στο γράμμα του χωρίς καν να απολογηθεί όταν τον κυρίεψε μια ξαφνική ερημιά. Έφταιγε που 'ταν πανσέληνος άραγε?

Όλη τη μέρα σήμερα οι εφημερίδες on line βούιζαν με τα σχέδια για το αποψινό πανηγύρι. Παρασκευή, η τελευταία Αυγουστιάτικη Πανσέληνος του χρόνου, -και της Χιλιετίας για τους περισσότερους αδιόρθωτους. Άνοιγαν ξανά μετά από καιρό τους αρχαιολογικούς χώρους με συναυλίες, ο κόσμος ξεχυνόταν στους δρόμους ή τουλάχιστον έτσι το 'χε φανταστεί κι ας σιγόνταραν όπως κάθε βράδυ οι τηλεοράσεις στα μπαλκόνια των απέναντι. Εκείνον τον είχε καβαλήσει για πολλοστή φορά η έμφυτη αντίδρασή του σε ο,τιδήποτε -κεφάτα η όχι-, οργανωμένο. Έμενε μέσα. Τρόπος του λέγειν φυσικά. Είχε επωφεληθεί απ΄ τη δροσερή νύχτα για να κατεβάσει ακόμα και τα ρολά, απ’ έξω το διαμέρισμα κολύμπαγε στο σκοτάδι, όμως μέσα....

Έχοντας σταθερά καρφωμένο το γεμάτο φεγγάρι στο πίσω μέρος του κρανίου του, εκεί πού παράδοξα το 'νιωθε το τρίτο του μάτι, πάτησε αποφασιστικά το «Reply», και χτύπησε σχεδόν με χαρά: "Yes"! Η απάντηση ήρθε αμέσως: "Do u often do that?". Όχι, δεν το έκανε παρά πολύ σπάνια όμως η ανασφάλεια του Ken δεν έλεγε να χορτάσει: "Do u prefer younger men?". Απάντησε ειλικρινά πως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, βρισκόταν στο όριο. Τον ξάφνιασε η ευγνωμοσύνη του άλλου, "Thanx...", άστραψε στην οθόνη μονολεκτικά η συντροφική μοναξιά.

Για λίγο δεν απάντησε. Έγειρε πίσω στην εργονομική του θέση, πήρε μια βαθιά ανάσα, έπειτα ξανάνοιξε το αρχινισμένο email, ήθελε αυτό να το μεταφέρει στον Κώστα. Ο Ken όμως δεν τον άφησε: "R u there?", ήθελε να ξέρει. "There?", αναρωτήθηκε με πόνο σχεδόν. Που βρισκόταν άραγε πια αυτή η πατρίδα? Εντελώς παρορμητικά άφησε τα δάχτυλά του να ρωτήσουν με αγένεια σχεδόν, άμεσα: "What r u doing right now? can u describe the place u r?". Ήθελε πάρα πολύ να μιλήσει για την Πανσέληνο, κι ας μην τολμούσε ούτε στο μπαλκόνι του να βγεί για να τη χορτάσει. Φαντάστηκε πως ο νεαρός θα απογοητευόταν, "it’s just that I’m not interested in descriptions of underwear any more, if u know what I mean, so please! do stick to the spatial details instead....", ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί ωστόσο.

Ο Ken συμμορφώθηκε χωρίς αντιρρήσεις, he was in the 1st year of Management, -sure! what else?-, τώρα ακριβώς βρισκόταν σε ένα γραφείο του Πανεπιστημίου, ήταν μόνος. "R u near a window?", μα μετάνιωσε γι’ αυτή την αχαλίνωτη περιέργεια που του φάνηκε ακόμα πιο παράλογη κι απ΄ το να 'χε ξαφνικά θελήσει να ξέρει μεμιάς το ζώδιο ή την ομάδα αίματος του άλλου. Βαθιά μέσα του ήθελε μόνο να τον ρωτήσει με τη σειρά του ο Ken για το δικό του δωμάτιο έτσι που να μπορεί επιτέλους να μιλήσει για τον πόνο του, που ωστόσο τον είχε προκαλέσει ο ίδιος στον εαυτό του: ήταν κλεισμένος "έξω" απ’ την Πανσέληνο, ενώ όλοι οι άλλοι ήταν "μέσα". "How about u?", ο Ken επιτέλους έμπαινε στο παιχνίδι.

Ευχαριστημένος που τον είχαν ρωτήσει καταπιάστηκε με την περιγραφή. Πρώτα του δωματίου: τη μέρα, μέσα απ’ τις γρίλιες των ρολών, βλέπει, -για την ακρίβεια νιώθει περισσότερο-, τον αέρα να φουσκώνει πίσω απ’ τις κατεβασμένες μέχρι κάτω τέντες των απέναντι. Έχουν ένα ξέθωρο από τον ήλιο πορτοκαλί χρώμα που καθώς πάλλεται σ’ όλο το ύψος μέχρι πάνω τα ρετιρέ, μοιάζει με πλαγιά λόφου από χώμα που ζωντάνεψε ξαφνικά. Όταν νυχτώνει οι τέντες σηκώνονται για ν’ αποκαλύψουν διαμερίσματα-κουτιά, όμορφα ή άσχημα φωτισμένα, μικρά θέατρα του παραλόγου, με τις κωμωδίες και τα δραματάκια τους

Ο Ken πρέπει να χασμουρήθηκε και η επίκαιρη αναφορά πήγε μάλλον χαμένη. "Full moon from a wide shut room? don’t know really, could be... but, from where I am now, -I mean it’s just a cubicle-, there’s nothing to see". Ναι, βέβαια καταλάβαινε. Δεν υπήρχαν και πολλά να πει κανείς κι έτσι δικαιολογήθηκε πως είχε δουλειά και βγήκε για λίγο. Πιο απογοητευμένος από πριν έριξε αυτή τη φορά όλη του την προσοχή στο email του.

"Fantazomai pos ehete akoma polli kai ygri zesti alla tha ginontai ta festival tora kai poly sas zilevo. Thymasai to propersino kalokairi stin palia mou geitonia, pou eihame paei na doume ta pirotexnimata? De mporo na to ksehaso, tipota de mporo na ksehaso, kathe mikri leptomereia mou kaiei to myalo. Sa nameine xoros sto kefali mou mono ya ekeina ta xronia pou perasa ekei. Kai eidika tetoies nyxtes me panselino thymamai pou eihan anoiksei ton kipo konta sto palio mou spiti gia tin peristasi, tote pou fagame ekeina ta mikra stroggyla glyka..."

Ξαναδιάβασε ό,τι είχε γράψει και του φάνηκε παραληρηματικό. Μακάρισε τη διαφορά ώρας που επέτρεπε στον Κώστα να κοιμάται αμέριμνα, επέλεξε την τελευταία απειθάρχητη παράγραφο και πάτησε το delete.

Και τότε του ήρθε στο μυαλό άλλη μια σκηνή, καθόλου ειδυλλιακή, που πολύ τον είχε προβληματίσει. Γύριζε σπίτι αργά κι ενώ τα πυροτεχνήματα χάλαγαν ακόμα τον κόσμο. Είχε αφήσει τον Κώστα στο σταθμό γιατί έμενε μακριά κι υπήρχε φόβος να χάσει το τελευταίο τραίνο, κι έκοβε δρόμο από κάτι άθλια στενά, σκοτεινά και κακομοιριασμένα ακόμα και κάτω από έναν φωτεινό ουρανό που πάνω του χαμογέλαγαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Πόρτες κλειστές με παλιούς γερασμένους σαν κι εκείνες σύρτες, μερικά ξεραμένα λουλούδια που και που στην άκρη της οριοθετημένης λωρίδας που χρησιμεύει για πεζοδρόμιο, μυρωδιά από το φιδάκι για τα κουνούπια και μόνα παρηγορητικά αδύναμα ντιντινίσματα από τα furin στα χαμηλά παράθυρα. Πικρή και γλυκιά παρακμή. Να μη φυσά.

Έξω από μια μισάνοιχτη πόρτα που άνοιγε πάνω ακριβώς στο δρόμο στάθηκε. Η γαλαζωπή αύρα της τηλεόρασης χύθηκε στα πόδια του. Εντυπωσιασμένος που μια τέτοια νύχτα κάποιος είχε διαλέξει να μείνει μέσα ενώ στην ίδια του τη γειτονιά γινόταν το μεγαλύτερο πανηγύρι της πόλης συνήθισε τα μάτια του στο σκοτάδι μέχρι που διέκρινε τον γέρο και την τηλεόραση καθαρά. Έβλεπε το πίσω μέρος του ξυρισμένου κεφαλιού που ακουμπούσε παραιτημένα σ’ έναν ξεχαρβαλωμένο καναπέ. Στην τηλεόραση έδειχναν τα πυροτεχνήματα που έσκαγαν παντού τριγύρω τους μα πιο πολύ δίπλα στο ποτάμι. Έκανε ένα βήμα πίσω εκστατικά και ξαναθαύμασε το αλλόκοτο θέαμα που θ’ άξιζε να απαθανατιστεί. Τον γέρο που έβλεπε real-time από την τηλεόραση τα πυροτεχνήματα που έλουζαν το ίδιο του το σπίτι με χαρούμενες αστραπές. Τότε δεν είχε μπορέσει να καταλάβει....

Ξαναγύρισε πιο κουρασμένος από ποτέ στο email του.
"Tora vevaia thahete kai ta festival ma amfivallo an tha sou vrisketai xronos ya na diaskedaseis. Prospathise na min skotonesai sti douleia. Omorfa itan tote pouhame dei ta pyrotexnimata sto potami to propersino kalokairi....Tora pou sou grafo yortazoume tin panselino. Anoigoun ksana tous arheologikous horous kai ehei synavlies. An isoun edo tha pigainame mazi, ksero pos s’ aresoun. Na tora pou sou milao, mou gnefei ena terastio feggari apo to mpalkoni (κι ας μην το 'βλεπε έτσι που 'χε κατεβάσει τα ρολά) Den eiha poly kefi na vgo apopse ma mou fainetai pos tha kano telika mia mikri volta mehri to Alsos ki an tohoun anoixto tha hazepso me ton kosmo kai ti fasaria".

Εκεί σταμάτησε για λίγο και σκέφτηκε πως πάλι ψέματα έγραφε. Και τον στενοχωρούσε που ακόμα δεν έβρισκε το κουράγιο να βγει ούτε καν στο μπαλκόνι....Μα αυτό ποτέ δεν θα το παραδεχόταν μπροστά στον Κώστα.

1999/2007

more...

Monday, November 19, 2007

Games

(από de-placed ή αστικός πόνος, 3/20)

Κόλλησε στη μπαλκονόπορτα όλος προσοχή. Η γυναικεία φωνή που ακουγόταν αμυδρά από κάτω καμιά σχέση δεν είχε με την ψυχοπαθή του 2ου που κάθε απόγευμα δεν παρέλειπε να τον υποδεχτεί ανεβαίνοντας απ’ τον φωταγωγό με τις τσιρίδες και την τηγανίλα μόλις γύριζε από τη δουλειά. Ερχόταν κι από πιο βαθιά. Στο μυαλό του σκάναρε τις πιθανότητες: ούτε η μητέρα των τριδύμων μπορεί να ήταν, η φωνή ανήκε σε κορίτσι σχεδόν. Δεν έμενε λοιπόν παρά το υπόγειο...

Πρώτη φορά ακουγόταν γυναικεία φωνή από κει κάτω! Ήταν μέρα-νύχτα απαράλλαχτα το ίδιο βασανιστικό ντουέτο ή και τρίο αγριωπών αντρικών φωνών που συνόδευε το θόρυβο από το joystick με παύσεις, επιφωνήματα και χριστοπαναγίες. Δεν το χωρούσε το μυαλό του: το μαλακισμένο είχε γκόμενα! Αναρωτήθηκε τι είδους κοπέλα θα ανεχόταν αυτόν τον αλήτη... Τον έβλεπε πάλι μπροστά του ν’ ακουμπά άνετα στην κάσα της πόρτας, να μην κοιτάζει πουθενά, με το βρώμικο T-shirt που πάνω του ξαπλωνόταν το γυμνό και ματωμένο κορμί ενός άλλου κοριτσιού: Dead girls don’t say no..., και το δεξί του χέρι στ’ αρχίδια του πάνω στο ξεβαμμένο του blue jean. Ήταν τρισήμισυ το πρωί καθημερινής και στη συνηθισμένη φασαρία από το παιχνίδι είχε προστεθεί εντελώς εξαιρετικά και εκκωφαντική «μουσική». Από φόβο μήπως ο συνδυασμός καθιερωθεί σαν ο από δω και μπρος κατ’ εξοχήν τρόπος «διασκέδασης», είχε αποφασίσει επιτέλους να διαμαρτυρηθεί. Και τότε ήταν που είδε για πρώτη φορά το βασανιστή του...

Θυμάται πως είχε χτυπήσει πάνω από πέντε φορές, τα συγχυσμένα χτυπήματά του πνίγονταν στο έξαλλο κύμα από μουσική και γέλια που έσκαζε από μέσα πάνω στη πόρτα. Τέλος η φασαρία κόπηκε με το μαχαίρι κι ο νεαρός άνοιξε ίσα-ίσα ώστε να χωράει να βγει. Ήταν αρκετά ψηλότερός του, μακρύς και λεπτός, -έτσι του φάνηκε-, μ’ ένα μικρό περιποιημένο μουσάκι που δεν του ταίριαζε καθόλου. Και τώρα είχε μια φίλη! Την συναντούσε ίσως τις σπάνιες βραδιές που στο υπόγειο επικρατούσε ησυχία...

Ήταν έτοιμος να κάνει μεταβολή από το υπνοδωμάτιο όταν ξαφνικά η φωνή του κοριτσιού ακούστηκε καθαρά σα να 'χε πλησιάσει σε παράθυρο. Αποφάσισε να βοηθήσει την κατάσταση, βγήκε στο μπαλκόνι και σίγουρος πως δε φαινόταν από πουθενά έγινε όλος ένα πολύ περίεργο αυτί.

(Κραπ συνεχώς από το jostick): Είχαμε πει πως θα πηγαίναμε σινεμά (ψηλός τόνος)
Πάλι θα μείνουμε μέσα... (χαμηλός τόνος, η πρόταση σβήνει)
Γιατί μου το κάνεις αυτό πάντα? (χαμηλός τόνος με παράπονο, προς το τέλος ανεβαίνει)
Είναι χάλια εδώ, δε μπορώ να μένω πάντα μέσα έτσι μαζί σου... (ψηλός τόνος στα πρόθυρα υστερίας)

Αμέσως συμπάθησε την κοπέλα που του φάνηκε σαν το υγιές αντίδοτο μιας εντελώς βλαμμένης κατάστασης. Μήπως δεν ήταν άραγε ικανή να απεγκλωβίσει τον ηλίθιο γκόμενό της από το υπόγειο λυτρώνοντας ταυτόχρονα και τον ίδιο? Η συνέχεια όμως ψαλίδισε τις ελπίδες του.

Θα μπορούσα και να φύγω ξέρεις... (σιγανά, χωρίς πολλή βεβαιότητα)
Δε θα ξανά 'ρθω (με βεβαιότητα αλλά και σπάσιμο της φωνής)
Αλήθεια στο λέω αυτό, δε θα ξανά 'ρθω (με βεβαιότητα, ψηλότερος τόνος)
Είσαι κολλημένος μ’ αυτό, μ’ ακούς που σου μιλάω? (υστερικά)
Δε μπορεί αυτό να γίνεται συνέχεια... (χαμηλός τόνος, σπάσιμο φωνής)
Να βγούμε λίγο έξω... (χαμηλότερος τόνος, παράπονο στο όριο των δακρύων)
Έχω σιχαθεί το υπόγειο... (σχεδόν δεν ακούγεται, λυγμός)
Είναι χάλια εδώ, είσαι εντελώς κολλημένος! (απότομα ψηλός τόνος, οργή)
Θα το σπάσω σου λέω! (οργή, σπάσιμο φωνής)
Πως μπορείς να μου το κάνεις αυτό? (οργή που διαλύεται σε απελπισία)
Θες αλήθεια να μην ξανά 'ρθω? (χαμηλός τόνος, λυγμός)
Δε σε νοιάζει καθόλου? (ακόμα πιο χαμηλός τόνος, ρούφηγμα μύτης)
Άκου, σταμάτα το λίγο, να σου πω... (πιο ψηλός αποφασιστικός τόνος, ρούφηγμα μύτης)
Δες εδώ... (σχεδόν ψύχραιμα)
Δος μου το χέρι σου (προστακτικά, σταθερά)
Καλά, μη μου το δίνεις (μουτρωμένα)
Κοίτα όμως, πως σου φαίνονται? (ρούφηγμα μύτης, με πείσμα, σχεδόν παιχνιδιάρικα)
(Επιβράδυνση του κραπ)
Σ’ αρέσει? (χαμηλός τόνος, βαθιά ανάσα, συνωμοτικά)
(Επαναφορά του κραπ στον πρώτο ρυθμό)

Καβλωμένος, με το χέρι μετέωρο, «έβλεπε» τώρα την κοπέλα, την κοπέλα που μικροσκοπική σα μπρελόκ, και με μακριά μαύρα μαλλιά, λευκό δέρμα, αμυγδαλωτά μάτια, -με λίγα λόγια, με όλα τα χαρακτηριστικά των Ασιατικών πορνοστάρ που πρωταγωνιστούσαν στις αγαπημένες του τσόντες με τίτλους: Καυτή κίτρινη σάρκα, Θύελλα sex στο Hong-Kong, etc-, κοιτούσε το φίλο της, και για χάρη του ήταν έτοιμη να τα πετάξει όλα -τα έτσι κι αλλιώς λιγοστά που φορούσε-, και να γλιστρήσει στα τέσσερα. Όμως εκείνος κοιτούσε στην οθόνη τη Lara με τις τέλειες αναλογίες, που την είχε στριμώξει πίσω από μια αρχαία κολόνα και τώρα ήταν έτοιμος να της κατεβάσει τα chinos. Και παρόλο που επρόκειτο για ένα απελπιστικό σχήμα που δεν έκλεινε με τίποτα, ο ήρωάς μας συγκεντρώθηκε στο αρχικό μέρος της φαντασίωσης παραλείποντας το τελικό (Έβρισκε τον εαυτό του κάπως μεγάλο για να μαλακιστεί με μια virtual κούκλα) Τους χάζευε λοιπόν περίπου σαν τα ζευγάρια από τις βιντεοταινίες του, όμως η κοπέλα δεν συνεργαζόταν όσο θα 'θελε....

Ρίξε μου μόνο μια ματιά! Τι μαλάκας που είσαι! (Οργή, ένταση, απελπισία)
Πως μπορείς να μου το κάνεις αυτό? (Ουρλιαχτό)
Τίποτα δε θέλεις πια? (Απελπισία, ουρλιαχτό)
(Παύση δραστηριότητας για λίγο, ρούφηγμα μύτης)
Κι αυτό? Ούτε κι αυτό σ' αρέσει? (σχεδόν ψύχραιμα)
(Επιβράδυνση του κραπ απότομα)
Άκου, σταμάτα το λίγο αφού σ’ αρέσει (με πεποίθηση)
(Άτακτα χτυπήματα του κραπ)
Λίγο μόνο (παρακλητικά, χαϊδευτικά)
(το κραπ σχεδόν σταματά, βαθιά ανάσα)
Έτσι μπράβο! (χαμηλά, βαθιές ανάσες)
(Κρατά για λίγο, βαθιές ανάσες)
(Ακούγεται το σήμα: the game is over, έπειτα οι ανάσες που παγώνουν, ξαφνικά θόρυβος από χαστούκι?, πνιγμένοι λυγμοί, βιαστικά βήματα που σβήνουν, η πόρτα που κλείνει, ησυχία για λίγο, βαθιά ανάσα και το κραπ που ξαναρχίζει πανηγυρικά).


1999/2007

more...

Sunday, November 11, 2007

Νυχτερινή βάρδια

(από de-placed ή αστικός πόνος, 2/20)

"Τότε το βλέμμα ούρλιαξε από επιθυμία να έχει, επιθυμία να καταστρέψει, όπως η λαχτάρα για ένα φρούτο, περνά σαν αστραπή πάνω απ’ το ήδη ιλιγγιωδώς συντελεσμένο γεγονός να δοκιμάσουμε, να δαγκώσουμε, να καταπιούμε.

Και το βλέμμα έγινε χέρια. Η μεταβολή βρήκε τη μικρή απροετοίμαστη. Από το πουθενά άνοιξε η πόρτα υπηρεσίας πίσω της και ξεφύτρωσε το χέρι που της έκοψε την ανάσα. Δεν πρόλαβε ούτε καν να το δαγκώσει αμυνόμενη, άτονα πετάχτηκε στα σκουπίδια που σάπιζαν στο ρείθρο το πακετάκι του φαρμακείου όταν το ίδιο χέρι κατέβηκε στο λαιμό. Γλίστρησε κάτω απ’ το τράνταγμα το μαντήλι κι αποκαλύφθηκαν σπινθιρίζοντα ένα ζευγάρι μακριά σκουλαρίκια που έκαναν έναν αστείο για την περίσταση θόρυβο. Κι όσο το άλλο χέρι τρελό από λαχτάρα ορμούσε στο άνοιγμα της καμπαρτίνας που μέχρι τώρα είχε καλά κρατήσει κρυμμένο μόνο το στήθος, τα μάτια της συνάντησαν τα μάτια του.
Η καμπαρτίνα υποχώρησε αμέσως ενώ απ΄ τους ώμους πετάχτηκε στα σκουπίδια ένα μικροσκοπικό βελούδινο πουγκί που μέχρι τώρα δεν είχε κάνει αισθητή την παρουσία του. Το χέρι σα να βοηθιόταν απ’ τις απανωτές ριπές του ανέμου που είχε ξαναεμφανιστεί, εξερεύνησε αστραπιαία τη διάφανη μπλούζα συντρίβοντας όλα της τα κουμπιά μέχρι να βεβαιωθεί πως τίποτα δεν έμενε ανάμεσα στη παλάμη και στο στήθος. Μικρό κι αγριεμένο με ανατριχιασμένες ρόγες πρόβαλλε εκείνο κάτω απ΄ τα λαίμαργα δάχτυλα. Και μετά.....

Μετά ακούστηκε μονάχα το τράνταγμα της λεπτής σπονδυλικής στήλης που την ωθούν με βία τρελή πάνω σε μια ζαρντινιέρα από μπετόν γεμάτη αποτσίγαρα, έξω απ΄ την επικράτεια της φωτεινής πλημμυρίδας που ως τώρα γιόρταζε τη σκηνή. Η καμπαρτίνα ήταν πια ορθάνοιχτη. Τα πόδια εκείνης χωρίς αντιστάσεις επίσης. Τα μωβ σημάδια που 'χε κάνει το πρώτο, πιο σταθερό στις προτιμήσεις του χέρι, σχεδόν μαύρα, όλη την ώρα που συμπληρωματικά δάχτυλα γεύονταν επιτέλους την αλμυρή ζεστασιά του αντικείμενου του πόθου, ξετρελαμένα απ’ την ευκολία που εκείνο υποχωρούσε κάτω απ’ την αποφασισμένη τους κίνηση.

Κάτω απ’ την Κ1 μούσκευαν μόνα τους παρατημένα τα ψηλοτάκουνα φετίχ-παπούτσια της άγνωστης".

Αυτό έγινε όταν δούλευε την πιο βίαιη ιστορία της: το διπλανό διαμέρισμα από τη μεριά της κρεβατοκάμαρας που ήταν πάνω από 7 μήνες άδειο, νοικιάστηκε. Στο μπαλκόνι είδε απλωμένα αντρικά μποξεράκια σε έντονα χρώματα κι ένα καλό ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Μπορεί να μην είχε δει ακόμα τον νέο ενοικιαστή αλλά τον άκουγε, είχε πολύ βαριά φωνή και αρκετά συχνά έφερνε φίλους του που μαζί συζητούσαν μέχρι αργά. Εκείνη έγραφε στην κρεβατοκάμαρα και τους άκουγε σαν αδιάκοπο βουητό με ξαφνικές εντάσεις. Άνοιγε κι έκλεινε η εξώπορτα, πάντα η ίδια βαριά φωνή φαινόταν να δεσπόζει. Βρισκόταν στο τρίτο ξαναγράψιμο της ιστορίας της, (Νυχτερινή Βάρδια την έλεγε), και πιο πολύ την παίδευε το τέλος. Οι φίλοι της δε μπορούσαν να καταλάβουν γιατί πάντα διάλεγε να γράφει για θλιβερά πράγματα, -ή για άχρηστους ανθρώπους-, αυτή η ιστορία όμως δεν ήταν απλά θλιβερή, η ίδια ήθελε να πιστεύει πως ήταν βίαιη και αισθησιακή μαζί: είχε αποφασίσει να περάσει σε άλλη κατηγορία γραψίματος με μεγαλύτερη πέραση στο ευρύ κοινό.

Ένα βράδυ Παρασκευής που μάζευε την αλληλογραφία της, πάντα χύμα στον πάγκο του θυρωρού κάτω από τη σκάλα, εμφανίστηκε ο ίδιος ο θυρωρός με μια περίεργη λάμψη στα μάτια. «Έχω κάτι να σας πω», της είπε συνωμοτικά και την τράβηξε στο βάθος της εισόδου πίσω από το ασανσέρ. Τον ακολούθησε από συνήθεια φέρνοντας στο νου της όλα τα συνηθισμένα παράπονα και κουτσομπολιά. Το φαλακρό του κεφαλάκι γυάλιζε στο ημίφως. «Τον καινούργιο νοικάρη δίπλα σας τον είδατε?», ρώτησε εκείνος υποψιασμένα. Αποδείχτηκε ότι ούτε εκείνος τον είχε δει ακόμη. Που ήταν το περίεργο? Πριν μερικές μέρες είχε έρθει αστυνομία με πολιτικά και ρώταγε γι ’αυτόν, είχε κιόλας βάλει τ’ όνομά του στο κουδούνι. Του θυρωρού του είχαν πει πως ο καινούργιος μόλις είχε βγει απ΄ τη φυλακή.... Με τι κατηγορία ήταν μέσα? Ο θυρωρός δίστασε για λίγο: «κάνει να σας το πω?», μετά σχεδόν ντροπαλά: «μάλλον καλύτερα να το ξέρετε αφού μένετε και δίπλα....Για βιασμό ανήλικης...»

"Κάπως αναποφάσιστα κινήθηκε εκείνη προς το θάλαμο, μπορούσε να φανταστεί τον ήχο απ΄ τα τακούνια της πεισματικά χτυπώντας πάνω στο πεζοδρόμιο που άστραφτε ευχάριστα σε αρκετά σημεία του γεμάτο νερό. Στον θάλαμο δεν έμεινε πολύ, όλη την ώρα του 'χε γυρισμένη την πλάτη, σήκωσε κι ένα λεπτό, μαύρο μαντήλι που βγήκε σαν από θαύμα μέσα απ’ το γιακά της κοντής μαύρης κι εκείνης καμπαρτίνας της, και τύλιξε το κοντοκουρεμένο της κεφάλι. «Τι πλάσμα!», μπορούσε μόνο να ψελλίσει γοητευμένος αυτός γιατί τον ερέθιζε μια τόσο επιτηδευμένη αισθητική από κάποια τόσο νέα, κοριτσάκι σχεδόν. Και με την πρώτη ριπή ξαφνικού αδιάκριτου αέρα, βρήκε την ευκαιρία να τρυπώσει κάτω απ’ την βρεγμένη της καμπαρτίνα όπως άνοιξε ψηλά μέχρι τα φτενά της μπούτια . Αυτό συνέβη όταν η μικρή διέσχιζε το δρόμο, ερχόταν ολοπρόθυμα να σταθεί κάτω απ ’την κάμερα της εισόδου. Χαχάνισε δυνατά μαγεμένος απ’ αυτό το περίσσευμα ζωϊκής ενέργειας απ’ το πουθενά που τον κυρίευε και τον γαργαλούσε παντού μα πιο πολύ στον καβάλο".

Την κόρη της την έφερνε ο πρώην άντρας της στο σπίτι κάθε τρίτο σαββατοκύριακο. Κάθε φορά της φαινόταν και λίγο ψηλότερη, ήταν πια ολόκληρη γυναίκα κι ας ήταν μόλις δώδεκα χρονών. Περνούσαν καλά μαζί τις περισσότερες φορές, από εκείνη μάθαινε όλα τα ονόματα των νέων φιλενάδων του μπαμπά. Άλλαζαν σχεδόν κάθε έξι μήνες με εκπληκτική συνέπεια, το παιδί όμως δεν φαινόταν να το ενοχλεί αυτό. Πάντα έφερνε μαζί δουλειά απ’ το σχολείο, μελετούσε ενώ η μητέρα της έγραφε. Ήταν κι οι δυο τους ήσυχοι τύποι ή ίσως οι κρίσεις της εφηβείας δεν τις είχαν ακόμα προφτάσει.

Την επόμενη εκείνης της Παρασκευής που είχαν μιλήσει με τον θυρωρό, την περίμενε. Πρώτη φορά που ένιωθε άβολα, την συνηθισμένη ώρα κι από πιο νωρίς βγήκε στον διάδρομο με μπερδεμένα αισθήματα: ευχόταν να γινόταν κάτι και να 'βλεπε τον καινούργιο διπλανό της. Ίσως τότε όλα να της φαίνονταν πιο απλά, το πρόσωπό του δε μπορεί να 'ταν τόσο φοβερό, όμως δεν ήταν και σίγουρη. Έστεκε λοιπόν δίπλα στην πόρτα από το σιωπηλό διαμέρισμα με την έννοια στο δικό της κουδούνι, χωρίς να σκέφτεται καλά-καλά πως αυτό ήταν πολύ περίεργο και πως θα 'πρεπε να 'χει κάτι να πει σε περίπτωση που εκείνος έβγαινε ξαφνικά. Οι σκέψεις της κάλπαζαν νευρικά, της φαινόταν πως ξαφνικά η φανταστική πραγματικότητα των βιβλίων της είχε ζωντανέψει κι ήταν πολύ πιο μεγάλη και απειλητική απ΄όσο η σιγουριά των περιγραφών της της είχε επιτρέψει να ελπίσει.

"Με το ένα της γαντοφορεμένο χέρι, εκείνο που δεν κρατούσε το τυλιγμένο απ’ τον φαρμακοποιό κουτάκι, και που πάνω του έλαμπε παράλογα το δαχτυλίδι ενός υπέρογκα μεγεθυσμένου κρυστάλλου, προσπάθησε εκείνη να βάλει σε τάξη το ανυπότακτο ρούχο που φούσκωνε ανεμίζοντας. Όμως δεν το πέτυχε με τη μια όσο καλά θα 'θελε. Μέσα στην ησυχία από τη βροχή που 'χε σχεδόν σταματήσει απορροφήθηκε ακινητοποιημένη κάτω απ’ το λαίμαργο μάτι της κάμερας έτσι που ούτε για μια στιγμή δεν της πέρασε απ’ το νου πως το ίδιο εκείνο χέρι που ξανατοποθετούσε τα φύλλα της καμπαρτίνας κάτω απ’ τη σφιχτή ζώνη, είχε συντροφιά ένα πεινασμένο βλέμμα που το συνόδευε όλο λαχτάρα στην τακτική του αναζήτηση. Κι όλη την ώρα που εκείνη φτιαχνόταν, εκείνος δε χόρταινε ν’ αναμασά τη γλυκιά ανακάλυψη: κάτω απ’ τη μικρή της καμπαρτίνα δε φορούσε τίποτα πέρα απ΄ τις μακριές μέχρι πάνω απ’ το γόνατο νάιλον κάλτσες! Εκείνη είχε τελειώσει από ώρα το σιγύρισμα κι είχε πιάσει να βαδίζει με μικρά συγκεντρωμένα βηματάκια κάτω απ’ τη φωτοχυσία που ξεχυνόταν πίσω απ΄ την κάμερα, -προφανώς εκεί ένιωθε πιο ασφαλής περιμένοντας-, κι εκείνος δε μπορούσε να ξεχάσει τη λευκότητα των μπουτιών της και την ελαφρά χνουδωτή μαυρίλα απ΄ το μουνάκι της, έτσι όπως πρόβαλλε κορνιζωμένο μες από τα σκληρά τελειώματα της δαντέλας κάλτσας και ζαρτιέρας. Είχε θολώσει και δε μπορούσε να δει καλά-καλά το προσωπάκι της που έτσι κι αλλιώς το 'κρυβε εκείνη στο σκύψιμο, πολύ απασχολημένη να στέκεται και να πατά. Ίδρωνε τώρα κι ανάσαινε κάπως βαριά γιατί ακόμα κι όταν συγκεντρώθηκε στις σκιές απ’ τις μακριές βλεφαρίδες που έριχναν σκιές πάνω στα μάγουλά της καθώς άλλαζε κάθε τόσο γωνία κάτω απ΄ το φως, αυτό μόνο γλίστρησε το βλέμμα του πιο χαμηλά στο κατακόκκινό της στόμα, απ΄ την περίσκεψη να μην πέσει, τρυφερά μισάνοιχτο κι υγρό απ΄ τη νοτισμένη της αναπνοή στον κρύο αέρα, κι αυτό ξανά το μουνί της του θύμισε".

«Γιατί είσαι έτσι ντυμένη?», πρώτη φορά έβλεπε την κόρη της τόσο γυμνή. Εκείνη την κοίταξε για μια στιγμή με απορία. «Μα πάντα έτσι ντύνομαι!», μουρμούρισε, «το top μου το έχεις αγοράσει εσύ... δε θυμάσαι?» Τράβηξε σχεδόν με βία τη μικρή μέσα στο διαμέρισμα σα να 'χε σκοπό να την κλείσει στη ντουλάπα, εκείνη αυτή τη φορά την κάρφωσε με τα μάτια, την έφτανε στο ύψος με τις πλατφόρμες που φορούσε. Ένιωσε πως μπορούσε να διαβάσει την σκέψη που γεννιόταν στο μυαλό της κόρης της: η πρώτη κόντρα της εφηβείας / εμμηνόπαυσης ήταν κιόλας εδώ... Αναστέναξε τότε κι αυτό έσωσε την κατάσταση, «συμβαίνει κάτι μαμά?», είπε εκείνη με ενδιαφέρον.

"Στρογγυλοκάθισε μπροστά στον πίνακα ελέγχου για την πρώτη «επίσκεψη» της νύχτας με το χέρι σε απόσταση αναπνοής από την καφετιέρα που πότε-πότε γουργούριζε σιγανά. Οι έξι κάμερες η μια μετά την άλλη του 'κλεισαν φιλικά το μάτι. Ησυχία κι απόψε. Ούτε το διανυκτερεύον φαρμακείο δεν έδινε σημεία ζωής πέρα από τη φωτισμένη του ταμπέλα. Το βενζινάδικο κλειστό, ακόμη και το σήμα του (Κάμερα 1, της γενικής εισόδου) Ήταν στη δουλειά κάπου εννιά μήνες τώρα και είχε αποδειχτεί πολύ πιο βαρετή απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί. Λίγη δράση, λίγη ενέργεια, παρακάλεσε από μέσα του. Κάποιο πρεζόνι να σπάσει τη βιτρίνα του φαρμακείου, αλλά που σ’ αυτή την ερημιά.... Έστω κάποιο ζευγαράκι ν’ απομονωθεί στο άδειο parking, ένα δυστύχημα ίσως τώρα με τη βροχή.... Τίποτα. Κι ήταν ακόμη νωρίς, μόλις μιάμιση. Αραιά αυτοκίνητα πέρναγαν σα βολίδες στον επαρχιακό δρόμο (πάλι Κ1) Ένας αδέσποτος σκύλος που κούτσαινε θλιβερά (Κ3, απ’ τη μεριά των αποθηκών) χάθηκε στο γυαλιστερό σκοτάδι.

Αναστέναξε, νύσταξε, άδειασε την πρώτη κούπα καφέ, ξενύσταξε και καταράστηκε πάλι από μέσα του τον κανονισμό που απαγόρευε ράδιο και τηλεόραση Το χέρι του ήταν έτοιμο να γλιστρήσει στο συρτάρι όπου κράταγε «ανεπίσημα» τη συλλογή του από πορνοπεριοδικά, τόσο «ειδικού τύπου» όπως αρεσκόταν να λέει που τα παράγγελνε απ’ έξω μόνο μέσω Internet, όταν στην Κ1 η άκρη του εξασκημένου του ματιού κατέγραψε κίνηση μπροστά στο φαρμακείο. Δυόμιση! Από το πουθενά είχε εμφανιστεί πελάτης! Συγχισμένος γιατί είχε χάσει συνέχειες γύρισε πίσω νευρικά την ταινία. Δεν είχε χάσει και πολλά βέβαια, ένα μικρό σπορ αυτοκινητάκι σταμάταγε απότομα, ένα λεπτοκαμωμένο πλάσμα πεταγόταν έξω από την πόρτα του συνοδηγού, το αμάξι ξαναξεκίναγε σα βέλος και το μόλις ντυμένο πλασματάκι κλυδωνιζόμενο πάνω στα ψηλά τακούνια του διευθυνόταν προς την μισοσκότεινη πόρτα του φαρμακείου που άναβε σ’ ένα λεπτό. Ευχαριστημένος που 'χε καλύψει τα κενά έγειρε πίσω στη χωνευτική πλάτη της πολυθρόνας του και ζύγισε στο μυαλό του τις πιθανότητες «δράσης» μες στα επόμενα πέντε λεπτά. Η μικρή είχε μείνει μέσα στην άγρια νύχτα και με βροχή. Για κάποιο λόγο η δουλειά της είχε χαλάσει, δε θα 'μενε στο φαρμακείο για πάντα, ίσως ειδοποιούσε κάποιον, μέχρι τότε....

Γύρισε την Κ1 σε max zoom-in mode και περίμενε κολλημένος την επάνοδό της στη σκηνή. Κι αυτό δεν άργησε. Απ’ τη χαρά του μόλις την είδε να προβάλλει στο φωτεινό άνοιγμα, που ξανάγινε μισοσκότεινο σα να 'χε πέσει απότομα για ύπνο, σήκωσε το δεξί του χέρι και σκόπευσε από συνήθεια σα να μπορούσε να πετύχει το θήραμα. «Μπουμ!», του ξέφυγε στην πνιγηρή σιωπή του θαλάμου του και τον έπιασαν τα γέλια. Χτύπησε το μαρτυριάρικο χέρι πάνω στο μπούτι του από ενθουσιασμό, η σιωπή στον θάλαμο ράγισε κι άλλο. Έσκυψε μπροστά στην οθόνη, την είχε πιάτο μπροστά του".

Στην κρεβατοκάμαρα εκείνη τη μέρα δεν την άφησε να κουρνιάσει στο κρεβάτι και να διαβάσει εκεί. Κατέβασε μάλιστα και τα στόρια, κάτι που δεν συνήθιζε ποτέ γιατί το δωμάτιο ήταν μάλλον σκοτεινό. Ούτε η ίδια θα δούλευε εκεί σήμερα. Όμως αργότερα όταν η ίδια ήταν στην κουζίνα άκουσε με ένα αλλόκοτο προαίσθημα κακού τη φωνή της κόρης της από μέσα. Είχε ξανά χωθεί στην κρεβατοκάμαρα και κρυφοκοίταζε απ΄ τα στόρια το μπαλκόνι του απέναντι διαμερίσματος. «Είναι ο καινούργιος νοικάρης μαμά?». «Τον είδες? Σε είδε? Πως είναι?» Το τρέμουλο της φωνής της δεν είχε περάσει απαρατήρητο. Η μικρή ήρθε στην κουζίνα, στάθηκε μπροστά της και την κοίταξε καλά-καλά. Μετά μ’ ένα αδιάφορο σήκωμα των ώμων: «Είναι όπως όλοι. Τι εννοείς?»

1999/2007

more...

Sunday, November 4, 2007

Fast Food Elegy

(από de-placed ή αστικός πόνος, 1/20)

“so hot that August comes on not like a month but like an affliction”, Slouching towards Bethlehem, Notes from a native daughter, J. Didion, Flamingo 1993

Ο καύσωνας υποτίθεται -κατά την μετεωρολογική πάντα- πως είχε περάσει εδώ και δυο μέρες όμως η Αθήνα καιγόταν ακόμα χωρίς κανείς να επιτρέπεται, ίσως για λόγους εξορκισμού, να το παραδεχτεί ανοιχτά. Δεκαπενταύγουστος, κι ο κόσμος, αυτός που λίγο πριν φύγει διακοπές σου υπενθυμίζει χωρίς να ντρέπεται πόσο καλύτερα περνάνε όσοι μένουν πίσω τέτοιες μέρες, είχε αφήσει μεγάλα κενά στις πλατείες, στους δρόμους και τα πεζοδρόμια χωρίς ούτε κι αυτό να είναι αρκετό. Ούρλιαζαν τα τζιτζίκια μαζί με τον ανεμιστήρα της όταν ξύπνησε ανήμερα Κυριακή με το πρόσωπο βουτηγμένο στον ιδρώτα, από ένα δυσάρεστο όνειρο που αυτόματα ξέχασε κι ένα κάθετο πόνο στο μυαλό. Η ημικρανία της είχε επιστρέψει απ’ τις δικές της διακοπές.

Ήξερε πως θa 'πρεπε τώρα να μαζέψει όλο της το κουράγιο για να κλείσει τα παντζούρια, η φωτοφοβία προχωρούσε με μεγάλο δρασκελισμό και στο πέρασμά της σώριαζε ένα μετά το άλλο τα προστατευτικά οδοφράγματα που συνήθιζε να επιστρατεύει τέτοιες ώρες, -δεν είχε προχωρήσει πολύ στη visualisation αλλά βοηθούσε μερικές φορές να ξαναγυρνά στο δροσερό δάπεδο του ναού στη δεύτερή της πατρίδα, τότε στη θέση του μισού λωτού προσπαθούσε να μετατοπίσει το βάρος του πονοκέφαλου χαμηλά στην κοιλιά και να συνδιαλλαγεί μαζί του. Αυτό όμως ίσως επειδή η αυτοσυγκέντρωσή της δεν ήταν όση πρέπει δεν πετύχαινε σχεδόν ποτέ.

Στην αρχή βέβαια της φάνηκε καλή ιδέα να χωθεί κάτω απ΄ το ντους -το χλιαρό νερό έδιωξε για λίγο τα βάσανά της αντικαθιστώντας τα ρίγη της ναυτίας με καινούργιες πιο ευπρόσδεκτες ανατριχίλες, όμως την συνεπήρε ολοκληρωτικά η αίσθηση εκείνη της γλυκιάς αδυναμίας που έχουμε όλες όταν βλέπουμε το ίδιο μας το αίμα να κυλά πολύ συγκινητικά και να χάνεται στην αποχέτευση. Αφέθηκε να γλιστρήσει στη μπανιέρα κι αυτό αποδείχτηκε ακόμα χειρότερη ιδέα γιατί της ήρθε στο μυαλό, -γιατί βέβαια εκεί συμβαίνουν όλα, έτσι?-, το κεφάλαιο από ένα απ’ τα βιβλία που τη συντρόφευαν τελευταία, περί της υψηλής θέσης που έχαιρε η αυτοκτονία κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Κι επειδή οι σκέψεις τρέχουν χωρίς πάντα να προλαβαίνει να τις σταματήσει καμιά, -ειδικά όταν τα αντανακλαστικά της σέρνονται σ’ ένα πάτωμα που πάλλεται απ’ τη ζέστη-, είδε την εικόνα κι όχι μόνο την είδε αλλά τη συμπλήρωσε σ’ όλες της τις λεπτομέρειες: έκοβε τις φλέβες της σε μια γεμάτη μπανιέρα, ένας ακόμη αξιοσέβαστος συγκλητικός, -χωρίς ωστόσο να 'χει τη χαρά της ανταλλαγής κάποιων κομψών αποφθεγμάτων, ήταν μόνη-, θα την έβρισκαν μετά από μια ολόκληρη βδομάδα όταν το κορμί της θα είχε αλλάξει σε έναν αποκρουστικό σωρό μαλακό σαν jello, ή ίσως και λίγο νωρίτερα γιατί είχε ειδοποιήσει τον πατέρα της πως θα κατέβαζε στο εξοχικό τους τη γάτα.

Τη γάτα? Βρήκε τη γάτα σε απόλυτη παραίτηση πάνω στο καπάκι του καλαθιού για τα άπλυτα. Είναι αλήθεια λοιπόν, ένα άλλο ζωντανό πλάσμα, τα φυτά σου, μια ιδέα, ακόμα και το εκκαθαριστικό της εφορίας όταν έχεις επιστροφή, σε κρατούν ζωντανή. Η γάτα δεν ήθελε τίποτα απ’ αυτή. Άφησε κάτι παραπονιάρικα μισά νιαουρητά, ούτε νύχια δεν έβγαλε όταν τη γαργάλησε στην κοιλιά, κάτι που σε φυσιολογικές συνθήκες δεν παραλείπει να κάνει γιατί βέβαια την είχε υιοθετήσει για την ομορφιά της κι όχι για τον καλό χαρακτήρα της.

Ξαναγύρισε στην ύπτια θέση κι οι σκέψεις της σα να μην είχαν κάνει διακοπή της έφεραν πάλι μπροστά της βελτιωμένη την αποκρουστική εικόνα, πιο αποκρουστική αν είναι ποτέ δυνατόν, -είναι πάντα-, όπως κάποιος πολύ επίμονος ασφαλιστής που δεν σταματά να σου ξεδιπλώνει "πακέτα" στα μέτρα σου, το ένα μετά το άλλο, συνεχώς πιο προσαρμοσμένα, τόσο που φτάνουν στο τέλος να εφάπτονται του σώματος και της προσωπικότητάς σου όμοια μ’ ένα φέρετρο που σου πέφτει κοντό. Αυτή τη φορά, η γάτα είχε κι εκείνη μια θέση στον ξυπνητό εφιάλτη της: το διάστημα που εκείνη μεταμορφωνόταν σε δύσοσμη μάζα αποκτούσε και τα χαρακτηριστικά της τροφής της, στο κάτω-κάτω το βραστό ψάρι της όταν μείνει πάνω από δυο ώρες εκτός ψυγείου με τέτοια ζέστη δε μυρίζει καλύτερα, κι είχε κάπου διαβάσει για πολύ πιστότερα pets που έφαγαν κομμάτια από τις κυρίες τους, -για κάποιον άγνωστο λόγο, ίσως γιατί ζουν περισσότερο? ηλικιωμένες γυναίκες φαίνεται να συναντούν συχνότερα ένα τέτοιο τέλος.

Όχι, καθόλου δε της άρεσε αυτή η εικόνα και ξαφνικά ενώ ένιωθε ξερή σαν καμένο χόρτο βρέθηκε με δάκρυα στα μάτια, δάκρυα που αγωνίζονταν να βγουν παρά τις διαμαρτυρίες του πονοκέφαλου που όπως όλες ξέρουμε δουλεύει μεθοδικά και δεν ευνοεί τέτοιες άναρχες εκφράσεις συναισθημάτων γιατί ξεφεύγουν απ’ τον έλεγχό του. Ναι, ο πονοκέφαλος έχει σύστημα, σαφέστατη αρχή, μέση και τέλος. Αν μάλιστα ξέραμε καλύτερα να παρεμβάλλουμε πυκνότερες διακοπές στη λειτουργία του ίσως και να του παίρναμε το πάνω χέρι, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που παλιότερα όταν μπορούσε να κλαίει συχνότερα σχεδόν δεν πάθαινε ποτέ πονοκεφάλους. Ξεχνιέται κι αυτή η τέχνη με τον καιρό, όπως όλα τα πράγματα που για κάποιο λόγο παύουμε να χρησιμοποιούμε. Σκουριάζει στην άκρη.

Δυο ντεπόν, ένα χάπι σιδήρου και πικρός μαύρος καφές. Αυτό είναι το κυριακάτικο πρωϊνό σήμερα κι ο πόνος μόνο γίνεται θριαμβευτικότερος καθώς η μνήμη που επίσης συχνότατα δουλεύει πιο εντατικά για το κακό μας και μόνο ξαναφέρνει εικόνες από άλλα πρωϊνά, σχεδόν ειδυλλιακά ευτυχισμένα από τέτοια μακρινή απόσταση. Πως γίνεται και αυτό το καλοκαίρι πήγαν τόσα πολλά μαζί τόσο στραβά? Τουλάχιστον όσο υπήρχε ο κλιματισμός της δουλειάς η κατάσταση ήταν υποφερτή. Θα 'φτανε στο σημείο να πει αξιοπρεπέστατη, μέχρι που άρχισαν κι επίσημα οι "διακοπές", -από τι άραγε?-, και "έληξε" επισήμως κι ο καύσωνας.

"Σκατά!", σκέφτεται πως έτσι που κλείνουν τα μάτια της και είναι βαρύ το κεφάλι της δε μπορεί ούτε στο Δίκτυο να μπει. Και μόνο η ιδέα της οθόνης της φέρνει αηδία, κι έπειτα είναι κι όλοι αυτοί που γυρίζουν απελπισμένοι σε random chat mode, που πρέπει με μισή καρδιά πάντα να τους κάνεις delete ή decline κι όταν σου ζητάνε και το λόγο να δίνεις κι εξηγήσεις: too young/old, ή για τους εντός των τειχών: πολύ μακριά, επειδή ποτέ δε μπορείς να πεις την αλήθεια: δε μ’ ενδιαφέρει να μιλήσω με κάποιον που δεν κρίνει σκόπιμο να αναφέρει κάτι διαφορετικό απ’ το ύψος του, το αυτοκίνητό του και την πετυχημένη δουλειά του! Ναι, τώρα η μοναξιά κόβει βόλτες και μέσα στο ίδιο της το σπίτι, δεν είναι όπως παλιά που συναντούσες όλα αυτά τα σαλταρισμένα αντρικά βλέμματα, στα θερινά σινεμά ή απλά στο δρόμο, αν ξανά για κακή τύχη ξέμενες στην Αθήνα τον Αύγουστο.

Έτσι που έγινε -και σε τόσο σύντομο διάστημα!-, δε μπορεί σχεδόν να το πιστέψει πως χτες βράδυ πέρναγε καλά, πολύ καλά μάλιστα, μόνη της σ’ ένα -έστω- θερινό ανακαινισμένο σινεμά που έσφυζε από design όσο τα καινούργια παπούτσια της (κάποτε ήταν αρχιτέκτονας ξέρετε). Έβλεπε λοιπόν την παλιά Lolita, έπινε μπύρα, κάπνιζε ένα πούρο, και ήταν ευτυχής. Ή μήπως όχι? Έχει αποδειχτεί πως μόλις δώσεις συγχαρητήρια στον εαυτό σου για κάτι, τότε αυτό το κάτι που σ’ έκανε περήφανη γίνεται μονομιάς κομματάκια και θρύψαλα. Παύει να υφίσταται. Full stop. Period. Συχνά μάλιστα, τώρα που το σκέφτεται καλύτερα κι όσο ο πονοκέφαλος το επιτρέπει, μεταλλάσσεται στο ακριβώς αντίθετό του, έτσι που μόνο συγχαρητήρια δε σκέφτεσαι να δώσεις στον εαυτό σου παρά ψάχνεις μια τρύπα για να βάλεις το κεφάλι σου. (Αυτό το τελευταίο σίγουρα ο πονοκέφαλος της το υπαγόρευσε, αλλά ας είναι).

Έλεγε λοιπόν πως ούτε λόγος για να στηθεί μπροστά στην οθόνη, μήπως τουλάχιστον να συνέχιζε ένα άλλο βιβλίο που διάβαζε με πάθος αυτό τον καιρό?. Όμως ο κόκκινος δεύτερος τόμος (*) της προξενεί τρόμο έτσι που την αντιμετωπίζει από το πάτωμα κατάχαμα με τον σελιδοδείκτη εδώ και μερικές μέρες κολλημένο στο ίδιο σημείο: είναι εκεί που η Αγάθη ξανατοποθετεί την κάψουλα με το δηλητήριο αφού πετάξει τη φωτογραφία του παλιού αγαπημένου της. Έχει μόλις συνειδητοποιήσει πως οι σκέψεις για τον αδελφό της κάθε άλλο παρά επιτρεπτές είναι αλλά δεν είναι αυτό που τη νοιάζει. Λίγο πιο πριν ο Ούλριχ ετοιμάζεται χωρίς να ετοιμάζεται να θέσει κάποιο φραγμό στα σχέδια της αδερφής του.

Η ίδια προετοιμαζόταν να ξαναδεί το σπίτι των παιδικών της διακοπών μετά από πάρα πολλά χρόνια.

Είχε κι άλλα σχέδια για το άμεσο μέλλον, μικρή αποζημίωση για τις απογοητεύσεις των τελευταίων δυόμιση χρόνων από τότε που γύρισε πίσω. Για τα γενέθλιά της είχε λάβει περισσότερες ευχές από εκείνους που είχε αφήσει παρά από όσους είχε βρει εδώ. Κι ακόμα κι αν δυσανασχετούσε που τόσο πολλή επιθετική μοναξιά κυκλοφορούσε στο Διαδίκτυο χρωστούσε πολλά στο μέσο, την ταξίδευε εύκολα και οικονομικά στις άκρες του κόσμου που είχαν γίνει για κάποια -και πιο ευτυχισμένη εποχή- η δεύτερη -και πιο αγαπημένη- πατρίδα της.

Έστελνε ακόμα και συμβατικά γράμματα φυσικά. Πάνω στο τραπεζάκι του τηλεφώνου είχαν μείνει δυο που δεν είχε προλάβει να στείλει, το ένα ήταν τα συγχαρητήρια για το πρώτο μωρό μιας φίλης που πάντα τη θαύμαζε και τη ζήλευε μαζί για την ικανότητά της να είναι απολύτως ευτυχισμένη με κάθε μικρό και μεγάλο βήμα της ζωής της, ακόμα και το πιο τυχαίο (?). Στο δεύτερο παραδεχόταν ανοιχτά τη δική της ανικανότητα σχετικά με το παραπάνω θέμα. Έγραφε σε μια πιο κολλητή φίλη που έχοντας μείνει μόνη από πεποίθηση κι από τύχη μαζί, έλπιζε πως θα την καταλάβαινε -και θα την δικαιολογούσε (?)- ευκολότερα. Σ’ αυτό το γράμμα πρόσθετε πως της έλειπε πάντα η δεύτερή της χώρα που τα νέα της πάλι χάρη στο Διαδίκτυο παρακολουθούσε καθημερινά, κι ας της έκανε αυτό κακό καθώς είχε πολύ λιγότερη πληροφόρηση για ό,τι συνέβαινε κυριολεκτικά δίπλα της. Το μέσο συντηρούσε την πλάνη της, ζούσε σαν νεκρή εδώ έχοντας αφήσει το ζωντανό κομμάτι της εκεί.

Κακό δικό της θα μου πείτε και θα συμφωνήσω όμως δεν είχε καταφέρει ακόμα να βρει κάποιον καλύτερο τρόπο.

Δεν είχε πια ναυτία κι είχε αρχίσει να ανησυχεί γιατί θα 'πρεπε να φάει κάτι. Μια ματιά στο ψυγείο όμως την έπεισε πως τα αφημένα στην τύχη τους εδώ και μέρες λαχανικά δεν είχαν καμιά ελπίδα ν’ αναστηθούν. Και τότε της ήρθε στο μυαλό η ιδέα -ή μήπως η γεύση?- απ’ το Filet-O-Fish των McDonald's.


Χτες το πρωί κι ενώ πάλευε με τη ζέστη και τα ψώνια στο κέντρο της Αθήνας είχε χρησιμοποιήσει τις τουαλέτες τους με ευγνωμοσύνη. Είχε μια θεωρία πάνω σ’ αυτό, -πάνω δηλ. στα standards της ασφάλειας και υγιεινής που αντιπροσωπεύουν τέτοιες πανταχού παρούσες πολυεθνικές, ειδικά σε πολύ "δύσκολα" για τουρίστες-του-καναπέ σαν και κείνη μέρη-, όμως σπάνια της δινόταν η ευκαιρία να την υπερασπιστεί. Η εικόνα και μόνο των αλλοιωμένων από θυμό προσώπων των πιο συνειδητοποιημένων φίλων της της έφερνε γέλια και αμηχανία μαζί. "Μα η Αθήνα είναι μια 'δύσκολη'» πόλη!", επέμενε μια φωνούλα μέσα της. Πάλι πέρασαν μπροστά απ’τα μάτια της οι συνηθισμένες σκηνές: κοπάδια ολόκληρα από αφυδατωμένους Αμερικανούς και άλλους τουρίστες, πολύ πιο κόκκινοι και ευτραφείς απ’ όσο θα 'πρεπε, μερικοί στα όρια του εμφράγματος, μπροστά στο ταμείο του fast food, ενώ εκείνη γλίστραγε ντροπαλά στο υπόγειο. Δεν είχε φάει ποτέ στο
McDonald's του Συντάγματος κυρίως γιατί πάντα έπρεπε να περιμένεις ώρα ατέλειωτη στην ουρά κι ήταν πολύ πιθανό να σε πάρει κάποιο μάτι σ’ ένα τόσο πολυσύχναστο μέρος.

Όπως και να 'χει θυμήθηκε τη γεύση με λαχτάρα μόνο και μόνο γιατί την είχε δοκιμάσει στην τοπική εκδοχή της άλλης πατρίδας. Έχουν μια αξιοθαύμαστη πολιτική αυτού του είδους οι πολυεθνικές: διατηρούν τα ονόματα προσαρμόζοντας κατά τι τα προϊόντα στις ιδιαίτερες γευστικές προτιμήσεις του τοπικού αναδόχου. Φυσικά προσθέτουν και μερικά προϊόντα καθαρά "τοπικά", ωστόσο είχε ξαφνικά την περιέργεια να το δοκιμάσει, αναρωτιόταν μάλιστα αν θα κατάφερνε να διακρίνει τη μικρή διαφορά.

Η σκέψη αυτή ξέθαψε μια απροσδόκητη εικόνα μεγάλης χρωματικής έντασης: μια γριά που πρέπει να υπήρξε καλλονή στα νιάτα της, μ’ ένα πλεκτό μελί φόρεμα, και φλούο ροζ νύχια πολύ περιποιημένα, καθόταν σε, -για την ακρίβεια χυνόταν από- έναν πλαστικό καναπέ και κάπνιζε σα να πέθαινε από δίψα, με μικρές τρεμάμενες ρουφηξιές. Ήταν αδύνατο να πάρει τα μάτια της από πάνω της, στο τέλος με δυσκολία σήκωσε το βλέμμα ψηλά, τάχα πως παρακολουθούσε το άφωνο video: μιλούσε ένας ράπερ που μόλις είχε αποφυλακιστεί αφού σκότωσε -κατά λάθος- τη μάνα του. Η γριά έσβησε το τσιγάρο πλάι στην τελειωμένη από ώρα giant Cola, σήκωσε κι εκείνη τα μάτια ψηλά σ’ ένα άλλο μόνιτορ απέναντί της: "Α, τι ωραία νύφη!", είπε δυνατά, γιατί μόλις είχε αρχίσει μια επίδειξη μόδας. Ο νεαρός δίπλα της τράβηξε τα μάτια απ’ την οθόνη του κινητού που ξάπλωνε ανάσκελα δίπλα στις προτηγανισμένες του πατάτες, και την κάρφωσε κι εκείνος με απορία, η φωνή της για μια στιγμή είχε διακόψει το επίμονο beat του μουσικού background.

Αυτό είχε συμβεί τον περασμένο χειμώνα, ένα βράδυ που 'κανε πολύ κρύο, σε ένα άλλο fast food. Είχε χωθεί εκεί γιατί την είχαν στήσει σ’ ένα rendez-vous της αλλά δεν της πήρε πολλή ώρα για να καταλάβει πως για τον ίδιο λόγο ένα σωρό γέροι και γριές που η πιο μόνη ανάμεσά της ήταν η γριά καλλονή όπως αμέσως την βάφτισε, είχαν ζητήσει καταφύγιο. Από εκείνο το βράδυ και σ’ όλη τη διάρκεια του τρομερού χειμώνα, δεν παρέλειπε να ψάχνει με τα μάτια την αδυναμία της κάθε φορά που ο δρόμος της την έφερνε προς το κέντρο. Η γριά ήταν πάντα εκεί, κάθε φορά με άλλα, όλο και πιο βρώμικα ρούχα, περιφερόταν ή καθόταν στην συνηθισμένη θέση κι έπιανε κουβέντα με τις part timers που τη γνώριζαν και φαινόταν να την αντιμετωπίζουν σαν παλιά γνωστή. Παράξενο που το θυμήθηκε τώρα αυτό με τέτοια ζέστη....

Το
McDonald's της γειτονιάς της ήταν δίπλα σ’ ένα Everest. Έμπαινε για πρώτη φορά. Στα τραπεζάκια έξω παρά τη ζέστη κάθονταν ηλικιωμένοι και σχολίαζαν -δείγμα μεγάλης υγείας- τις "νεαρές κόρες" κάποιου. Μέσα είχε πεσμένου φωτισμού κλιματισμό, αραιό κόσμο και λαϊκά σε χαμηλή ένταση: "γιατί είν’ το σώμα μου νεκρό αφού εγώ δεν είμαι εδώ" ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων που της έφερε ξανά στο μυαλό τις προηγούμενες σκέψεις της περί Διαδικτύου, κάτω από ένα τελείως άλλο πρίσμα φυσικά, κάνοντάς την να χαμογελάσει παρά τη μόνιμη υγρασία στα μάτια της πίσω απ΄ τα γυαλιά ηλίου. Την περιποιήθηκαν πολύ σ’ αυτό το κατάστημα.

Βγαίνοντας ξαναέριξε μια ματιά στο Everest, ολάνοιχτο, τυπικά μεσογειακό στη σχετική ζωντάνια του. Από παλιά είχε πάντα μια αγαπημένη γεύση σ’ αυτό το μαγαζί, που άλλαζε συχνά, ξεκινώντας από το τώρα αηδιαστικό και-πως-το 'τρωγα-αυτό-άραγε-κάποτε τόνο με μαγιονέζα τον καιρό που δούλευε σ’ έναν διακοσμητή στο Κολωνάκι, στη συνέχεια το σάντουιτς με κοπανιστή και πολτό ελιάς στο Σύνταγμα, και τελευταία το κουλούρι με σαλάμι αέρος και ροκφόρ εδώ.

Γυρίζοντας στο σπίτι έβαλε το φιλέτο ψαριού δίπλα στο κουλούρι και ξανασκέφτηκε τις πολύ κοντινές τους συγγένειες, μόνο στο μυαλό της φυσικά. Δάγκωσε την πρώτη μπουκιά από το φιλέτο και σε τίποτα δεν διέφερε από εκείνο της παλιάς της πατρίδας. Η γεύση έφερε πίσω τη συγκίνηση για όλα αυτά που είχε χάσει όμοια κι απαράλλαχτα σα να της είχαν κάνει το τραπέζι στο μοναδικό καλό γιαπωνέζικο εστιατόριο της Αθήνας. Έπειτα δοκίμασε το κουλούρι. Μπουκιά-μπουκιά, με περίεργο τρόπο ξαναγύριζε γι’ άλλη μια φορά στην Ελλάδα.

(*) Από το "Ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες", του Ρόμπερτ Μούζιλ


1999/2007

more...