
Από τη μισάνοιχτη πόρτα είδε τη γυναικούλα που στεκόταν στον διάδρομο μπροστά στο γραφείο της προϊσταμένης. Την ίδια την προϊσταμένη δεν την έβλεπε, του την έκρυβε μια μεταλλική ντουλάπα αλλά μπορούσε να φανταστεί το γουρουνίσιο πρόσωπό της να σουφρώνει ολόκληρο καθώς ύψωνε τη φωνή: «όχι κυρία μου, κάνετε λάθος, εδώ στα χαρτιά μου τo 'χω γραμμένο καθαρά: ο άντρας σας έμεινε στη μονάδα μας από τις 15/4 ως τις 29/4 και μετά ξανά από την 1/5 ως τις 5/5, αυτές τις πέντε μέρες με αποκλειστική», όμως η γυναικούλα δε φαινόταν να πείθεται: «κι εγώ σας λέω πως έμεινε συνέχεια εδώ, μετά την εγχείριση την παραμονή της Πρωτομαγιάς ξανά εδώ τον φέρανε και δεν πήγε πουθενά αλλού, πως θα μπορούσε άλλωστε? Την αποκλειστική την είχε συνεχώς από τις 29 μέχρι…το τέλος», εκεί κόμπιασε λιγάκι κι η φωνή της έπεσε κι άλλο.
Πίσω η γυναίκα συνέχιζε να διαμαρτύρεται με διστακτική φωνή που ξανακέρδιζε σιγά-σιγά σε ένταση: «δεν καταλαβαίνετε, δεν είναι δυνατόν να μην το έχετε στα χαρτιά σας, σας λέω εδώ τον φέρανε μετά την εγχείριση και ήταν χάλια, που θα πήγαινε?», όμως η προϊσταμένη θα κουνούσε αρνητικά το κεφάλι της: «δεν υπάρχει στην κατάστασή μου, και σημασία έχει ό,τι γράφεται εδώ, δείτε και μόνη σας», η γυναίκα θα 'σκυβε κι ο Θανάσης δε χρειαζόταν να κοπιάσει για να το φανταστεί αυτό, ήξερε καλά τη μπερδεμένη κατάσταση της προϊσταμένης, ο διάβολος ο ίδιος δε θα 'βγαζε άκρη εκεί μέσα.
«Ναι, βλέπω», έλεγε τώρα η γυναίκα ξανά, «όμως ξέρετε καλά πως ήταν συνέχεια εδώ 6 μέρες ακριβώς από τις 29 μέχρι που…», «εσείς μπορεί να το λέτε αυτό αλλά εγώ στα χαρτιά μου έχω άλλα και βέβαια το καταλαβαίνετε, δε μπορώ να σας δικαιολογήσω παρά τις πέντε μέρες της αποκλειστικής», η μέχρι τώρα αποστασιοποιημένη φωνή της προϊσταμένης άρχιζε να προδίδει κάποιον εκνευρισμό.
Ο Θανάσης άκουσε τον αναστεναγμό της γυναίκας σχεδόν δίπλα του, του φάνηκε πως εκείνη ξεφύσηξε στ’ αυτί του, και γύρισε. Φως φανάρι της γυναικούλας της είχανε φάει μια ολόκληρη μέρα και βέβαια φωναχτά δε θα μπορούσε κανείς να το παραδεχτεί πως κάπου κάποιος είχε κάνει ένα λάθος. Κι από τέτοια και χειρότερα λάθη άλλο τίποτα….Ξαναγύρισε τη ματιά του στην διακαλωδιωμένη θεία του που μόλις και ανάσαινε μετά από τρεις αποτυχημένες διαγνώσεις. Οι τελευταίοι μήνες ήταν αρκετοί για να δυσκολεύεται ο Θανάσης να κάνει την ταύτιση ανάμεσα στη θεία του όπως την ήξερε και στο ανήμπορο πλάσμα που βρισκόταν μπροστά του. Και πιο πολύ αυτός ο τελευταίος μήνας, φοβερός στη διάρκειά του, στην ακινησία του, είχε δώσει τη χαριστική βολή στην παλιά εικόνα που ο Θανάσης νόμιζε πως διατηρούσε κάπου βαθιά μέσα του, προστατευμένη, αμετάβλητη: τώρα πια δεν ήταν σίγουρος όχι μόνο αν αναγνώριζε αλλά κι αν μπορούσε να θυμηθεί τη θεία του, το μοναδικό του συγγενή στον κόσμο, όπως ήταν πριν αρρωστήσει.
Η σκέψη αυτή τον ενοχλούσε όλο και περισσότερο όμως περιέργως δεν του μεγάλωνε τη θλίψη. Από τότε που τη θεία την είχανε μεταφέρει στο μοναδικό μονόκλινο της μονάδας λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής της, ο Θανάσης έβρισκε την σκέψη εκεί να τον περιμένει κάθε απόγευμα την ίδια ώρα λες και είχε γεννηθεί στο στενάχωρο δωμάτιο κι όχι στο κεφάλι του. Η αλήθεια είναι πως τον πρώτο καιρό η συμβίωση της θείας του με άλλες τρεις ασθενείς τον είχε εμποδίσει να εστιάσει την προσοχή του στη σταδιακή επιδείνωσή της. Τότε ακόμα κατάφερνε κι έτρωγε λιγάκι, έπαιζε διαρκώς η τηλεόραση, οι συγγενείς των αλλωνών έμεναν κι αφού τελείωνε το επισκεπτήριο και σχολίαζαν με πάθος τα διαδραματιζόμενα. Τώρα όμως όλα είχαν τελειώσει, από τη μισάνοιχτη πόρτα μόλις κι ένιωθε την κίνηση του διαδρόμου και του απέναντι δωματίου. Όλα έφταναν στ’ αυτιά του σαν πνιγμένα με το βαμβάκι.
Κάπως έτσι ένιωθε και τη ζωή του, καπακωμένη. Γύριζε το βράδυ σ’ ένα έρημο σπίτι και μπορούσε μόλις να ελπίζει σε μια από τα ίδια την επόμενη. Το μόνο που 'χε δώσει λίγη «δράση» στην τελματωμένη του καθημερινότητα ήταν το σπάσιμο ενός σωλήνα του νερού ακριβώς μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας του.
Γύριζε λοιπόν πάνω που 'χαν ανάψει στο δρόμο τα φώτα και τον καλωσόριζε το μουρμουρητό του νερού που ξεχυνόταν με αμείωτη ένταση σαν πίδακας και χανόταν στο πεζοδρόμιο. Τις δυο πρώτες μέρες είχαν τηλεφωνήσει στην υπηρεσία, στα κανάλια κι όπου ήταν δυνατό, όμως τίποτα δεν είχε γίνει. Είχε βγει στη σκάλα κι ο ένοικος του ημιυπογείου που από κάτω του φαίνεται να 'χε σπάσει ο αγωγός, και τραβούσε τα μαλλιά του. Ήταν συνταξιούχος καθηγητής της Αστρονομίας, έλεγε, πανεπιστημιακός, στο υπόγειο ορκιζόταν πως είχε ένα σωρό παλιά συγγράμματα και σπάνια βιβλία που θα καταστρέφονταν από την υγρασία αν το πράγμα συνεχιζόταν. Του Θανάση πάντα του ήταν αόριστα συμπαθής ο γέρος αλλά για να λέμε την αλήθεια ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν του είχε γεμίσει το μάτι. Τώρα άρχισε να τον βλέπει αλλιώς. Ο ίδιος έμενε ακριβώς από πάνω στο υπερυψωμένο ισόγειο, το νερό τον νανούριζε ευχάριστα.
Ωστόσο ήταν κι η σπατάλη. Την πέμπτη μέρα τον έπιασε στο μπλα-μπλα το πρωί που πήγαινε στη δουλειά ο παππούς και δεν τον άφηνε με τίποτα. Τι σπατάλη φυσικών πόρων ενώ πιο πέρα κόσμος χάνεται από την ξηρασία, ξέχωρα από την δική του την προσωπική καταστροφή, δεν του κοπάνησε! Εκείνο το βράδυ γυρίζοντας από το νοσοκομείο, πάντα με πεσμένο το ηθικό, ο Θανάσης σχεδόν θύμωσε βρίσκοντας το νερό να ξεχύνεται χωρίς σταματημό στο δρόμο. Κοντοστάθηκε για λίγο με σκοτεινιασμένο βλέμμα όμως ήταν αρκετό για να τον τσιμπήσει πάλι ο παππούς που παραμόνευε πίσω απ’ τα κατεβασμένα στόρια. Του 'χε καρφωθεί πως μπορεί να 'στελνε η υπηρεσία τα συνεργεία της έτσι ξαφνικά μες στη νύχτα και δεν του κόλλαγε ύπνος.
Στάθηκαν λοιπόν κι οι δυο χωρίς να βιάζονται, ο συνταξιούχος που 'χε όλον τον καιρό δικό του κι ο ενεργός ακόμα εργαζόμενος που δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει και κουβέντιαζαν, στο τέλος ανέβηκε ο παππούς και κάθισαν μαζί στη σκάλα. Η νύχτα ήταν γλυκιά, μες στην ησυχία όταν δεν μιλούσαν μόνο το νερό φλυαρούσε κουτρουβαλιάζοντας βιαστικά στο πουθενά.
Έβγαινε πως ήδη κάποια συγγράμματα και βιβλία την είχαν πληρώσει και πως «αν το πράγμα συνεχιζόταν» θα μούχλιαζαν και τα υπόλοιπα. «Έλεγα να τα χαρίσω στην Ακαδημία Επιστημών, μερικά είναι πολύ αξιόλογα, αλλά δυστυχώς δεν εκδήλωσαν ενδιαφέρον. Για την ακρίβεια, στην αρχή εκδήλωσαν ενδιαφέρον, μάλιστα ήταν σχεδόν ενθουσιασμένοι θα μπορούσε να πει κανείς αλλά τελικά, βλέπετε, ακόμα περιμένω…». Ο Θανάσης κουνούσε το κεφάλι του και δεν έβρισκε τίποτα να πει όμως το ίδιο βράδυ τα είδε τα βιβλία του παππού στον ύπνο του. Στοίβες ολόκληρες μέχρι το ταβάνι που για υπόγειο είχε γίνει απίστευτα ψηλό, και πάνω σε καθένα μικρές και μεγάλες πιτσιλιές χνουδωτής μούχλας. Τότε μια φριχτή απελπισία τον έπιασε, πως τάχα μέσα σε κείνα τα βιβλία που καταστρέφονταν στιγμή με τη στιγμή, κρυβόταν ένα τρομερό μυστικό. Όποιος το έβρισκε θα κέρδιζε τη απάντηση…ποιος ξέρει για ποιο πράγμα τώρα, στο όνειρο δεν ήταν ακριβώς καθαρό τι σόι μυστικό ήταν αυτό πάντως τον κυρίευσε μεγάλη μανία και βουτώντας στα βιβλία άρχισε με τρεμάμενα χέρια να τ’ ανοίγει και να πασχίζει να καταλάβει το νόημα των σελίδων τους. Όμως κάτω απ’ τα μάτια του προχωρώντας η μούχλα με γοργό ρυθμό έσβηνε τα γράμματα, έτρωγε τις σελίδες. Ξύπνησε αγκομαχώντας με ένα απέραντο αίσθημα ματαίωσης, σα να 'χε μόλις χάσει για πάντα κάτι απ’ το οποίο κρεμόταν η σωτηρία της ανθρωπότητας.
Εκείνο το πρωί στη δουλειά ήταν αφηρημένος κι όλα του έφταιγαν μα είχε ξεχάσει εντελώς τον εφιάλτη του. Το απόγευμα στο νοσοκομείο του φάνηκε πως η θεία του κάπως σα να πήγαινε καλύτερα. Την κοίταζε πολλή ώρα και στο τέλος νόμισε πως άνοιξε τα μάτια και του 'γνεψε μάλιστα αδύναμα με το κεφάλι, όταν όμως έσκυψε με προσμονή από πάνω της τη βρήκε όσο ασάλευτη ήταν όλο τον τελευταίο καιρό.
Αργότερα το βράδυ ήρθε η γυναικούλα. Το 'χε μάλλον πάρει απόφαση πως δεν ήταν δυνατόν να τα βάλει με την προϊσταμένη. Μουρμούρισε λοιπόν έτσι για τους τύπους κι έφυγε αναστενάζοντας. Τον αναστεναγμό της ο Θανάσης τον κουβάλησε μαζί του σπίτι. Τον είχε συνέχεια στ’ αυτιά του γυρίζοντας, τόσο που του πέρασε από το μυαλό πως δεν ήταν τα χαμένα λεφτά που την πόναγαν τη γυναίκα αλλά που της είχανε κλέψει με τέτοιο παράλογο τρόπο τη μια από τις τελευταίες έξι μέρες του μακαρίτη.
Μπροστά στην είσοδο το νερό κυλούσε πάντα αλλά κάπως σα να 'χε ελαττώσει τη ροή του. Ο Θανάσης μόλις που του 'ριξε μια ματιά. Πήγαιναν κιόλας έξι μέρες, -«για κοίτα!» του 'ρθε στο μυαλό, «όσες πέρασε στο νοσοκομείο ο μακαρίτης», όμως δεν προβληματίστηκε περισσότερο με τη σύμπτωση.
2003/2008
more...





