Tuesday, February 23, 2010

Άλλο ένα δυστύχημα


Ο ήλιος έμπαινε υπό γωνία από ψηλά στο κλειστό γήπεδο μπάσκετ ενός ιδιωτικού σχολείου της σειράς. Σ’ όλο το μήκος της λωρίδας του παρκέ που λουζόταν στο απογευματινό φως χόρευε η σκόνη. Έξω απ’ αυτή σε πρώτο πλάνο βρίσκονταν δυο αγόρια γύρω στα δώδεκα, όλο αγκώνες και γόνατα αδέξια μασκαρεμένα με κιμονό: το αγόρι με το αντρικό κιμονό πεσμένο στα γόνατα μπροστά στο αγόρι που φορούσε το γυναικείο. Στο βάθος σκυμμένη πάνω από ένα τραπεζάκι με διπλωμένο ακόμα ένα αντρικό κιμονό, ένα καπέλο από ψάθα και με την πλάτη γυρισμένη στα παιδιά, στεκόταν η μικροσκοπική γιαπωνέζα δασκάλα τους. Δίπλα της γυάλιζε περασμένο μόνο ένα χέρι ένα κομμάτι απ’ το σκηνικό που έμοιαζε με τα Π που χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι κι όσοι έχουν κινητικά προβλήματα.

Λίγο πριν η γυναίκα βυθιστεί στις σημειώσεις της είχε ζητήσει απ’ τον Αλέξανδρο «να κουμπώσει, αν έχει την καλοσύνη, τα τάμπι (1) του Νεκτάλιου (2)», που δυστυχώς σ’ αυτή την τελευταία πρόβα είχε ‘ρθει με μπανταρισμένο το δεξί γόνατο μετά απ’ την τούμπα που ‘χε φάει με τα πατίνια. Ο Αλέξανδρος είχε συμμορφωθεί θέλοντας και μη μα το ‘φερνε βαριά • ο κολλητός του τον κοίταζε θριαμβευτικά αφ ‘υψηλού όση ώρα παιδευόταν με τις τοσοδούλικες κόπιτσες, πότε-πότε μάλιστα δεν άντεχε στον πειρασμό να του κουνηθεί και να του ψιθυρίσει χασκογελώντας αφού η Ένγκι-σενσέε (3) βρισκόταν σε ασφαλή απόσταση: «πάρε μας μια πίπα, man!».

Στο τέλος ο Αλέξανδρος δεν άντεξε. Kουμπώνοντας και την τελευταία σήκωσε τα μάτια και με σφυριχτή κακία του την έχωσε εκεί πού ήξερε πως τον πονάει: «εσύ ρε μαλάκα να κοιτάς τη μάνα σου τη psychο που με τις μαλακίες της θα σε κάνει πούστη ρε!».

Ο Νεκτάριος πήρε ανάποδες, άλλαξε το βάρος στο δεξί πόδι κι ας πονούσε, κι ετοιμάστηκε να του βαρέσει κλωτσιά με το γερό αλλά δεν του βγήκε. Ανοιγμένη μύτη, σπασμένα δόντια, δάκρυα και γυαλιά απέμειναν ακυρωμένα στην οθόνη της φαντασίας του. «Γιατί ρε μαλάκα? εσύ τι φοράς?».

Ο Αλέξανδρος πούχε οπισθοχωρήσει εκτός του πεδίου βολής διατηρούσε την έκφραση αηδίας: «εγώ ρε μαλάκα δε ντύθηκα πριγκίπισα...».

Όλη αυτή η πνιχτή αντιδικία σκέπασε το σούρσιμο πούκαναν τα χαρτιά της σενσέε που γύρισε προς τα παιδιά χαμηλώνοντας κι άλλο τα γυαλιά της στην άκρη της μύτης της. Ήξερε. Ήξερε πως τα παιδιά, τώρα παγωμένα σε στάση άμυνας/επίθεσης όπως σε πολεμικό δράμα εποχής, δεν ενδιαφέρονταν για τα γιαπωνέζικα. Με τη γλώσσα τα πήγαιναν και οι δυο άσχημα, προπαντός ο Αλέξανδρος. Η σενσέε υποψιαζόταν πως με κάποιον μυστηριώδη τρόπο είχαν ψυχαναγκαστεί να παρακολουθούν ανελλιπώς τα μαθήματα, πόσο μάλλον να πάρουν μέρος σ’ ένα τόσο φιλόδοξο project: Πέντε σκηνές από ισάριθμα έργα του θεάτρου No. Η πρόβα γινόταν για ένα από τα πιο γνωστά: “Το Πηγάδι”, γραμμένο από τον μεγάλο Ζεάμι.

Όταν ήταν νέα η Ένγκι-σενσέε βαριόταν πολύ ο,τιδήποτε είχε να κάνει με τη δική της κουλτούρα. Γρήγορα δραπέτευσε για σπουδές στην Αυστρία, αντάλλαξε τη γλώσσα της πρώτα με μία και μετά το γάμο της που την έφερε τελικά στην Ελλάδα, και με δεύτερη. Της πήρε χρόνια να συμφιλιωθεί με ό,τι είχε τόσο απόλυτα απορρίψει αλλά όσο ο καιρός περνούσε κι οι διαφορές ανάμεσα σ’ αυτό που δεν είχε καταφέρει ν’ αλλάξει απ’ τον παλιό της εαυτό και το θετό της περιβάλλον μεγάλωναν, άρχισε να επιστρέφει στην Ιαπωνία τουλάχιστον μια φορά το χρόνο. Οι κόρες της είχαν πια μεγαλώσει άλλωστε. Εξωτερικά ήταν τέλειες γιαπωνέζες όμως μιλούσαν μόνο ελληνικά και το ενδιαφέρον για τη χώρα της μητέρας τους ήταν επιφανειακό.

Τώρα καθώς η σενσέε με τραβηγμένο στόμα παρατηρούσε τους μαθητές της ξαναθυμήθηκε πόσο πολύ την πείραζε ακόμα και σήμερα που δεν είχε γιους. Στ’ αγόρια τα συγχωρούσε όλα, προχώρησε προς το μέρος τους λοιπόν παραμερίζοντας αποφασιστικά τη μόνιμη απογοήτευσή της, από τις κόρες της, τον άντρα της, τη δουλειά της, τέλος από αυτή τη χώρα που όσο γερνούσε τόσο λιγότερο άντεχε και καταλάβαινε.

«Να, εδώ, έχω φέρει ο-σέμπε (4). Να κάνουμε διάλειμμα πέντε λεπτά», έγνεψε με το χεράκι της προχωρώντας κατά πάνω μας σκέφτηκε ο Νεκτάριος και ξεκλειδώθηκε από τη θέση επίθεσης. Του θύμιζε πουλί η δασκάλα κάθε φορά που έκανε την παραμικρή κίνηση και τώρα δα ερχόταν βιαστικά προς το μέρος τους με στραβά βηματάκια σαν πληγωμένος γλάρος.

Σαν εκείνον τον αιγαιόγλαρο –όπως είχε αποδειχτεί- που είχε βρει στο νησί με σπασμένο το κόκκινο ράμφος του που τον ξεχώριζε από τα πιο συνηθισμένα ξαδέρφια του. Με τη μητέρα του τον είχαν βάλει σ’ ένα κουτί, τον είχαν φροντίσει με υπερβάλλοντα ζήλο και είχαν σκοπό να τον πάνε στον Πειραιά για να τον παραλάβει κάποιος από το Κέντρο Περίθαλψης Άγριων Ζώων στην Αίγινα, όταν κι ενώ φαινόταν να πηγαίνει καλύτερα το πουλί πέθανε.

Είχε συνδυάσει αυτή τη θλιβερή ανάμνηση με τα πουλιά και όσους του τα θύμιζαν όπως η σουβλερή, οστεοπορωμένη γιαπωνέζα, έτσι κάθε φορά που βρισκόταν κοντά της ανάσαινε βαθιά και σκοτείνιαζαν τα μάτια του μεμιάς, όμως ήταν αδύνατον για κείνη να το ξέρει• πίστευε πως τον έφερνε σε αμηχανία που ήταν τόσο κακός μαθητής κι ας διάβαζε απ’ ότι τουλάχιστον έλεγε η μητέρα του.

Η δασκάλα έκανε μεταβολή αυτή τη φορά για να ψάξει με θόρυβο στη τσάντα της απ’ όπου ανέσυρε μερικά κομματιασμένα κρακεράκια τυλιγμένα σε ατομικές συσκευασίες.

«Να Νεκτάλιε, έλα να πάρεις κι εσύ Αλέξανδρε». Ο Αλέξανδρος που είχε κρατηθεί πιο πίσω πλησίασε αργά, του φαινόταν πως η δασκάλα δεν τον συμπαθούσε. Όλο τον Νεκτάριο φωναζε πρώτο κι ας έλεγε χάλια τ’ όνομά του. Άπλωσε το χέρι να πάρει τα τρίμματα, είπε μασημένα επειδή ντρεπόταν «arigatoo» (5) ρίχνοντας μια λοξή ματιά μες απ’ τα γυαλιά του στον μουτρωμένο κολλητό του τώρα που τα μανίκια τους αγγίζονταν χωρίς όμως να καταφέρει να πιάσει το βλέμμα του.

Είχαν κι οι τρεις πλησιάσει, σαν αντίδωρα κράτησαν σιωπηλά όπως σε ιεροτελεστία τα σέμπε τους πριν αρχίσουν να τα τρώνε. Κρατσανίζανε κι ο θόρυβος φτερούγισε ψηλά, πάλι σαν γλάρος σκέφτηκε ο Νεκτάριος και χαμήλωσε κι άλλο το βλέμμα. Ο καθένας φάνηκε να βυθίζεται απότομα στις δικές του σκέψεις.

Για λίγο μόνο, όση ώρα κράτησε το μάσημα δηλαδή, πήραν αυτές το πάνω χέρι. Βιαστικές τραβούσαν τους μπερδεμένους δρόμους τους ξέροντας καλά πως μόλις τελειώσει το διάλειμμα θα ’πρεπε να καταχωνιαστούν ξανά σε κάποια άκρη.

Τον Νεκτάριο η σκέψη του τον τράβηξε πίσω σε κάποια παλιά αλλά καθόλου ξεχασμένα μονοπάτια περνώντας τον με άνεση από το κουτί με το γλάρο σ’ ένα απόγευμα που φυσούσε δυνατά στην αρχή των διακοπών στη Νίσυρο πριν βρουν το πουλί. Θυμόταν καθαρά τις λεπτομέρειες γιατί ήταν οι τελευταίες διακοπές που έκαναν όλοι μαζί σαν οικογένεια. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν είχαν σταθεί οι γονείς του να βγάλουν φωτογραφίες τον ήλιο που βούταγε κατακόκκινος στη θάλασσα κι εκείνος έτρεξε να τους κρυφτεί λίγο πιο πέρα όταν πέρασε σχεδόν από πάνω του χωρίς να τον προσέξει ένας άντρας με τόσο αγριεμένο πρόσωπο που παραλίγο να βάλει τις φωνές και να προδοθεί. Θυμόταν πόσο τον είχαν τρομοκρατήσει εκτός από την έκφρασή του τα μακριά μαλλιά του αγνώστου που στριφογύριζαν σα φίδια στον αέρα γύρω απ’ το σκελετωμένο του πρόσωπό και το σκουλαρίκι του, μακρύ κι αυτό• αν τον έβλεπε σήμερα ο Νεκτάριος θα τον θεωρούσε super, όμως τότε…Η ανάμνηση αυτή άρχισε ένα χαμόγελο στα χείλη του που κράτησε όσο να καταπιεί. Με το τέλος εκείνου του καλοκαιριού πήγε να μείνει με τον πατέρα του όπως ήταν η συμφωνία. Δίπλα σε εκείνον που μέχρι τότε είχε παίξει βοηθητικό ρόλο στη ζωή του μεγάλωσε χωρίς πολλή επιτήρηση, πετώντας μπόϊ, μοιάζοντάς του παρά τη θέλησή του όλο και περισσότερο, ήδη πρώιμος νοσταλγός των παλιών καλών ημερών της ζωής με τη μητέρα του.

Οι σκέψεις των άλλων δυό κατά κάποιον τρόπο σύγκλιναν πάνω του. Της δασκάλας καθώς αγκάλιαζε και τα δυο αγόρια και τον συμπεριλάμβανε δίνοντάς του μάλιστα την πρώτη θέση, και του Αλέξανδρου γιατί για εκείνον το ενδιαφέρον για τον φίλο του άγγιζε τα όρια του κολλήματος. Ο Νεκτάριος ήταν η αιτία που μάθαινε γιαπωνέζικα. Ήταν βέβαια cool και τα κορίτσια γούσταραν αλλά πάνω απ’ όλα ήταν η επιθυμία του Νεκτάριου που υπαγόρεψε την απόφασή του, μια επιθυμία φλογερή όσο και ακατανόητη. Ο Νεκτάριος δεν ήταν ποτέ πρόθυμος να εξηγήσει στον κολλητό του γιατί την έβρισκε να παιδεύεται με μια τέτοια γλώσσα τη στιγμή μάλιστα που είχε το προνόμιο μιας δεύτερης «πατρικής»: ήταν μισός Γάλλος.

Ο Αλέξανδρος διαισθανόταν, –ήταν από φυσικού του ευαίσθητος δέκτης μηνυμάτων από το περιβάλλον του-, χωρίς ωστόσο να καλοκαταλαβαίνει πως η γλώσσα για τον φίλο του δεν ήταν αγγαρεία ή ιδιοτροπία, αφού μάλιστα δεν τα κατάφερνε κιόλας, αλλά ένα κάλεσμα σχεδόν μυστηριώδες. Το διάβασμα της αρκούδας έριχνε κατά δική του ομολογία αλλά πάλι δεν κατάφερνε να θυμηθεί ποτέ πάνω από πέντε συνεχόμενα κάντζι τη φορά. Σαν η εκμάθηση των καινούργιων να ‘σβυνε τα παλιότερα από τον περιορισμένο χώρο που τους αναλογούσε στο κεφάλι του.

Τον ίδιο τον Αλέξανδρο δεν τον πείραζε καθόλου που τα πήγαινε ακόμα χειρότερα. Μόνο ντρεπόταν λίγο στα προφορικά γιατί στο μυαλό του είχε πάντα τον Beat Takeshi στη Σονατίνα, –την αγαπημένη ταινία του Νεκτάριου-, και είναι λόγος τώρα αυτός να μαθαίνεις τη γλώσσα για τον Takeshi και τα manga? Αγριωπή και γελοία μαζί του φαινόταν αλλά συνέχιζε. Συνέχιζε να υποκρίνεται πως μαθαίνει, πως διαβάζει δίπλα στον κολλητό του δυο φορές τη βδομάδα μετά το σχολείο και μερικές φορές και τα σαββατοκύριακα όταν δεν είχαν μπάσκετ πότε στη βιβλιοθήκη και πότε στο σπίτι του πατέρα του Νεκτάριου. Τα παιδιά συχνά έμεναν μαζί μόνα τα βράδια του Σαββάτου σ’ ένα σπίτι όπου αντίθετα με ό,τι συνέβαινε αλλού τίποτα δεν απαγορευόταν: να βλέπεις συνέχεια τηλεόραση, να παίζεις για ώρες παιχνίδια στο κομπιούτερ, να τρως μόνο pizza και τελευταία, να καπνίζεις και να πίνεις.

Η μητέρα του Αλέξανδρου βέβαια δε μπορούσε να το χωνέψει, ο γιος της ήταν αδύνατος μαθητής, τον χρόνο που έχανε με την «άχρηστη γλώσσα» (να ήταν τουλάχιστον κινέζικα...) θα μπορούσε να τον αφιερώνει στο διάβασμα. Παρ’ όλ’ αυτά τον είχε αφήσει ελεύθερο να κάνει το μοναδικό πράγμα για το οποίο είχε εκφράσει ενδιαφέρον. Δύσκολα θα έλεγε η κυρία Χρυσούλα όχι στον μοναχογιό της • μόλις δυο χρόνια πριν είχαν χάσει τον πατέρα του σ’ ένα φριχτό τροχαίο δυστύχημα που γι’ αυτό δε μιλούσαν ποτέ στο σπίτι. Το παιδί, πάντα μαζεμένο, είχε κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό του. Μόνο με τον Νεκτάριο είχαν μείνει κατεβασμένες οι γέφυρες. Η κυρία Χρυσούλα είχε θρηνήσει την σταδιακή απομάκρυνση του γιου της αφού πρώτα είχε καταβάλλει κάθε προσπάθεια να τον ξαναφέρει κοντά της ώσπου τελικά έριξε την ευθύνη στο δυστύχημα και στην κακή συγκυρία της απαρχής της εφηβείας του. Καθόλου δεν της περνούσε απ’ το μυαλό πως ο Αλέξανδρος ντρεπόταν για τη δουλειά της• μετά τον θάνατο του άντρα της είχε περάσει στα χέρια της το μαγαζί του που διατηρούσε σε κεντρικό σημείο της γειτονιάς: τώρα η κυρία Χρυσούλα πουλούσε πυτζάμες, κάλτσες και σώβρακα.

Ο γιος της πάντως αυτή την στιγμή αυτομαστιγωνόταν με διαφορά φάσης επειδή είχε ανταποδώσει με προσωπική επίθεση το απλό πείραγμα του φίλου του• όπως έκανε πάντα ο Νεκτάριος θα θύμωνε για τουλάχιστον δυο μέρες και θα τον τιμωρούσε αγνοώντας τον. Αυτή η συμπεριφορά του, κάθε φορά σα να ήταν η πρώτη, έκανε χώμα τον Αλέξανδρο.

[…]

Tυλιγμένος σ’ εκείνη την καλοκαιρινή ανάμνηση ο Νεκτάριος έκανε ένα βήμα πίσω πατώντας αφηρημένα με το χτυπημένο πόδι του τα τρίμματα από το κρακεράκι. Ούτε που το κατάλαβε πως γλίστρησε, σαν σε αργή κίνηση του φάνηκε πως με κάποιον τρόπο έπεφτε από κάπου πολύ ψηλότερα κι από παντού τον κύκλωσε μυρωδιά από θειάφι• όλα έγιναν κίτρινα. Η αλήθεια όμως είναι πως τη στιγμή που θα κρίνει τα πάντα, δηλαδή όλη εκείνη την ατέλειωτη ώρα που θα ’κανε ο αριστερός του κρόταφος να συναντηθεί με ορμή με τη γωνία του σκηνικού ο Νεκτάριος έπεφτε με φόρα στο πηγάδι. Από κίτρινα όλα βάφτηκαν μαύρα.

Απόσπασμα από ένα σχέδιο για βιβλίο: To Πηγάδι, (2002- ) με αναφορά σε ένα από τα γνωστότερα θεατρικά έργα Νο του Ζεάμι (1363-1443) Ιzutsu.(http://en.wikipedia.org/wiki/Zeami_Motokiyo)
Είχα την τύχη να δω το έργο στην Εθνική Σκηνή Νο του Τόκιο το 1995 (http://deplaced.blogspot.com/2008/04/she-dances-then-vanishes-at-dawn.html)
και στην Αθήνα το 1999 με Λαζαρίδου και Μπακιρτζή, σε μια παράσταση του ΑπoΜηχανής που παρότι δεν ακολουθούσε το πρωτότυπο βασιζόταν στην ελληνική απόδοση του Ε. Σοφρά, Το φιλιατρό του πηγαδιού, (Ροδακιό 1992) που αγνοούσα ως τότε.


1.λευκά καλτσάκια που κουμπώνουν με κόπιτσες στον αστράγαλο κι έχουν χωριστή θέση για το μεγάλο δάχτυλο
2.κλασική δυσκολία διάκρισης των γιαπωνέζων μεταξύ λ και ρ
3.το επίθετο της δασκάλας: τύχη/οιωνός
4.κρακεράκια ρυζιού
5.ευχαριστώ


more...

Friday, February 12, 2010

Το κόντυμα

Untitled, by TakaoTakahashi

Η όχι πιά νέα μεταφράστρια γαλλικών Ιωάννα ετοίμαζε τα χειμωνιάτικα ρούχα για το πατάρι όταν ένιωσε μια απότομη κούραση που την ανάγκασε να καθήσει στην άκρη του κρεβατιού. Τόση θλίψη είχε μέσα της αυτή η κούραση που βούλιαξε το δωμάτιο ξαφνικά στο σκοτάδι. Αν και ήξερε πολύ καλά γιατί της συνέβαινε αυτό πάλι δε μπορούσε να κάνει κάτι για να σταματήσει την άσχημη γεύση που από τον λαιμό της ανέβαινε ορμητικά στα ρουθούνια κάνοντας την κρεβατοκάμαρα να μυρίζει σα χαλασμένο αυγό. Γρήγορα φουσκώνοντας η αίσθηση βρέθηκε στα μάτια της: αγκαλιάζοντας σφιχτά το ρούχο που έτυχε να κρατά στα χέρια σα να ‘σφιγγε τον ίδιο τον πρώην -εδώ κι ένα μήνα- εραστή της έπεσαν οι ώμοι της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

Μέσα απ’ την κουρτίνα με τα δάκρυα το δωμάτιο ανεβοκατέβαινε κομμένο σε φέτες. Η Ιωάννα πάλευε να πάρει ανάσα ενώ τ’ αναφιλητά ανακατεύονταν με τους τακτικούς κτύπους από το ρολόι του σαλονιού καταστρέφοντας τον ρυθμό τους. Το σπίτι βουβό με τα πατζούρια κλειστά χώνεψε τη λυπημένη κακοφωνία για όση ώρα κράτησε. Λιτά έπιπλα, λευκοί τοίχοι, κι ένα ψάθινο χαλί που σε μια άκρη του είχε παραπέσει μια πρόσκληση από τον «Σύνδεσμο για την προώθηση της Ελληνο-Ιαπωνικής φιλίας» για «Πέντε διάσημες σκηνές από έργα του θεάτρου No», αλλά προπαντός το χαμηλό κρεβάτι με τα σοβαρά σκούρα μπλε μαξιλάρια του, έδειξαν κατανόηση γι’ άλλη μια φορά, κατάπιαν το κλάμα και το παράπονο όπως έκαναν τον τελευταίο καιρό σχεδόν μέρα παρά μέρα. Ούτε κιχ δε βγήκε προς τη γειτονιά, στον ήσυχο μεσημεριάτικο δρόμο, ούτε καν στο διπλανό διαμέρισμα όπου ωστόσο η κουφή χήρα στρατηγού υπήρχε μικρή πιθανότητα να ενοχληθεί.

Από σύμπτωση τώρα βρέθηκε να κρατά η Ιωάννα την ώρα της ταραχής της και να σφίγγει μέχρι που ασπρίσανε οι κόμποι στα χέρια της και μπήχτηκαν τα φαγωμένα νύχια της στις παλάμες, το παντελόνι από μια φόρμα γυμναστικής που συνήθιζε να φορά ο Άγγελος όταν έμενε σπίτι τα σαβατοκύριακα. Αν και θα ‘ταν αναμενόμενο να έχει αρχίσει να κλαίει αφού το είχε δει, είχε συμβεί ακριβώς το ανάποδο. Να ‘ταν μια υποψία μυρωδιάς δικής του, επίμονα διατηρημένης ακόμα και μετά την τυραννία του πλυσίματος στο πλυντήριο με απορρυπαντικό, αποσκληρυντικό και μαλακτικό με άρωμα πορτοκάλι μαζί, που τρύπωσε χωρίς να την πάρει κανείς χαμπάρι στο υποσυνείδητο της Ιωάννας την ώρα που ανακάτευε αφηρημένη τα ασιδέρωτα ρούχα? Το βέβαιο είναι πως η στιγμή της ανακάλυψης έδωσε το έναυσμα για έναν νέο γύρο κλάματος πιο γοερό και πιο απελπισμένο από τον προηγούμενο.

Στο τέλος, όταν το σπίτι σε αμηχανία είχε αρχίσει να εγκαταλείπει την προσπάθεια να κρατήσει ιδιωτικό τον νευρικό παροξυσμό, που κομμάτια του είχαν ήδη ξεφύγει στον δρόμο σταματώντας για λίγο τον Αλβανό του ισογείου που έπλενε το αμάξι του με το λάστιχο στο χέρι και ενοχλώντας στον ύπνο της ως και τη χήρα στρατηγού που ξάπλωνε με την πλάτη στο κεφαλάρι του κρεβατιού της, η Ιωάννα κατέρρευσε. Έγειρε απότομα πάνω στα μαξιλάρια με το ρούχο πάντα αγκαλιά, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό που έμοιαζε με λόξυγγα, ρούφηξε με δύναμη τη μύτη της και σταμάτησε το θολωμένο βλέμμα της καρφωτά στο ταβάνι. Γύριζε, γύριζε το ταβάνι μαζί κι ο ανεμιστήρας οροφής κι ο κόσμος όλος καθώς η ησυχία επέστρεφε στο αναστατωμένο τοπίο της κρεβατοκάμαρας.

Από ψηλά, αν ήταν δυνατό να παρατηρεί κανείς σταθερά το δωμάτιο στην διάρκεια του περασμένου χρόνου, δε θα μπορούσε παρά να συγκρίνει νοερά την τωρινή μοναχική ακαταστασία της τακτοποίησης των χειμωνιάτικων, -και τις νοικοκυρίστικες ναφθαλίνες και λεβάντες που σύντομα θα ‘μπαιναν στην εικόνα-, με τις κεφάτες εκείνες ακαταστασίες που προέκυπταν μέχρι πολύ πρόσφατα τις βραδινές κυρίως ώρες αλλά και μέρα μεσημέρι, όταν η Ιωάννα με τον Άγγελο έπεφταν τρέχοντας στο κρεβάτι πετώντας τα ρούχα τους στις τέσσερις γωνιές. Η σύγκριση χωρίς άλλο θα τον μελαγχολούσε αυτόν τον αόρατο παρατηρητή, αν τύχαινε να υπάρχει φανταστικά σκαρφαλωμένος στον ανεμιστήρα οροφής που για καλή του τύχη παρέμενε εκτός λειτουργίας.

Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος πότε με γέλια πότε με δάκρυα, κι απ’ όλον αυτόν τον ξετρελλαμένο έρωτα δεν απέμενε παρά το άδειο παντελόνι μιας αντρικής φόρμας πάνω στην κοιλιά μιας περισσότερο νεκρής παρά ζωντανής γυναίκας, σωριασμένης διαγώνια σ’ ένα εγκαταλειμμένο πεδίο μάχης.

Κι ωστόσο είχε αρχίσει να συνέρχεται. Το ταβάνι καθάριζε, στο οπτικό της πεδίο ο ανεμιστήρας διαγραφόταν παρά το ημίφως με κάθε λεπτομέρεια. Δεν ανέπνεε βέβαια ακόμα κανονικά. Πάνω στο στήθος της μπορεί να είχε έρθει να καθίσει το πειραχτήρι εκείνο φαντασματάκι, το zashiki-bokko που φυλάει τα παλιά χωριατόσπιτα στις επαρχίες της Ιαπωνίας, όταν δεν βαραίνει τον ύπνο των μεγάλων ή δεν μεταφέρει τα κοιμισμένα παιδιά σε άλλα δωμάτια, κι ας μην ήταν το δικό της διαμέρισμα ούτε παλιό ούτε γιαπωνέζικο. Γιατί η Ιωάννα αγαπούσε ό,τι γιαπωνέζικο, το σπίτι ήταν γεμάτο από τα πειστήρια αυτής της αγάπης.

Την παρηγορούσε λοιπόν η ιδέα πως η αιτία για την προσωρινή της αδυναμία μπορεί και να είχε μια τέτοια προέλευση. Τον Άγγελο διάλεγε να μην τον θυμάται. Έμεινε ακίνητη, συγκεντρωμένη στο μικρό φάντασμα που μόνη η οριστική αποχώρησή του από το σπίτι συνιστά μεγαλύτερο κακό. «Πως να πετάξω το φάντασμα από πάνω μου χωρίς όμως και να το διώξω για πάντα?», τέτοιος ήταν ο προβληματισμός της όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το κουδούνισμά του ανέτρεψε την φρεσκο-αποκτημένη ισορροπία, καθώς η Ιωάννα πετάχτηκε πάνω από ένστικτο, το φαντασματάκι δίχως άλλο έφαγε γερή τούμπα μέχρι την άκρη του κρεβατιού και σίγουρα κύλισε στο πάτωμα.

Στην άλλη άκρη της γραμμής δεν ήταν κανείς. Είχε ένα χτυποκάρδι όταν ξανάπιασε τη μουσκεμένη στα δάκρυα φόρμα που δεν της περίσσευε έννοια για την τύχη του, σα να μην τόχε σκεφτεί ποτέ, -και ήταν μια παράλογη σκέψη-, πέταξε από το μυαλό της. Μηχανικά επειδή δεν ήθελε ν' ανοίξει τα παντζούρια έσυρε το ρούχο πίσω της μέχρι το γραφείο όπου είχε ακόμα φως. «Τώρα τι να κάνω με δαύτη?», αναρωτήθηκε. «Στον Νεκτάριο πέφτει μακριά. Αλλά και να την κοντύνω αποκλείεται να τη φορέσει. Έχει ένα σωρό καλύτερες. Να την κρατήσω εγώ για μέσα στο σπίτι ή...», «να την κάψεις, να την κάνεις κομματάκια και να την πετάξεις στα σκουπίδια κι ακόμα πιο πέρα?», μια φωνούλα συμπλήρωσε μέσα της. Παρ' ότι η φωνούλα δεν είχε μιλήσει γιαπωνέζικα η Ιωάννα ήταν σίγουρη πως το μικρό στοιχειό την είχε ακολουθήσει στο δωμάτιο και διασκέδαζε με το δίλημμά της. Η ιδέα την παρηγόρησε γι' άλλη μια φορά, μέχρι που χάραξε ένα σχεδόν πονηρό χαμόγελο στο τραβηγμένο της πρόσωπο. Σήκωσε τη φόρμα ψηλά, την έψαξε καλά-καλά, μετά τη γύρισε ανάποδα και στρώθηκε να ξηλώνει το ένα μπατζάκι.

Πέρα δώθε πήγαινε το ψαλιδάκι στα χέρια της• «θα μπορούσα βέβαια και να την κόψω απλά κι ας μείνει με τα ξέφτια, γιατί να μπω σε τόσο κόπο?», ενώ συνέχιζε αφηρημένα. Το μονότονο πηγαινέλα του χεριού τη νανούριζε, έβαζε την παραγκωνισμένη λύπη της ξανά να κοιμηθεί. Όλα είχαν τελειώσει, και με το μυαλό της η Ιωάννα το καταλάβαινε φυσικά, ωστόσο τίποτα δεν τελειώνει όσο μένουμε ζωντανοί, έτσι? Υπήρχε πάντα η κακή στιγμή όσο κι αν μαλάκωνε ο πόνος με το χρόνο, να ξανανέβει στην επιφάνεια εκείνο που δεν αντέχουμε να θυμόμαστε. Η Ιωάννα υπολόγιζε ξαφνικά στο βάρος που έχουν τα γιαπωνέζικα φαντάσματα, τουλάχιστον τα λιγότερο μοχθηρά: θρονιασμένα πάνω στο στήθος, ακριβώς πάνω στην καρδιά, σπρώχνουν τη λύπη όλο και πιο μέσα, «πόσο πιο μέσα?», «μέχρι να βγει απ' την πλάτη!». Γέλασε μόνη της με την ανοησία της σκέψης της.

Μ' αυτά και μ’ αυτά είχε τελειώσει το μπατζάκι, τσίμπισε τις κλωστές που περίσσευαν κι έσκυψε από μια παρόρμηση που δεν έλεγχε από πάνω του λες και περίμενε να βρει κάτι στο σκοτεινό του βάθος. «Αν δεν την κουβάλαγα μέσα μου κι αν μπορούσα να την κρύψω κάπου έξω, εδώ θα την έθαβα τη λύπη μου», έσκυψε κι άλλο μέχρι που σχεδόν χώθηκε το μισό της κεφάλι μέσα. «Δε θέλω να την κουβαλάω κιόλας αλλά ούτε να τη χάσω για πάντα. Να μπορούσα μόνο να την κρύψω κάπου... », αφήνοντας έξω από το μπατζάκι μόνο το στόμα η Ιωάννα ξανάρχισε να κλαίει. Με τη μύτη και τα μάτια κλειστά της φάνηκε πως βουτούσε σε πηγάδι. 'Επεφτε απαλά αλλά και πάλι κρατιόταν στο χείλος. Δάκρυα ποτάμι, γοερά με αστραφτερό θόρυβο καταρράκτη προσγειώνονταν στον ξερό πάτο. Το πηγάδι γέμιζε αργά κι η δροσιά που ανέβαινε σε κύματα ανακούφιζε την Ιωάννα και την έκανε να κλαίει ακόμα πιό πολύ. Δεν είχε πιά σκοτάδι, το νερό με ορμή άναβε σπίθες στα τοιχώματα σ' όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. «Ο θυμός μου!», τον αναγνώρισε από τις κόκκινες αστραπές. «Αχ, ήθελα να πεθάνει, ήθελα να υποφέρει και μέχρι τώρα δεν τολμούσα να το παραδεχτώ!», πάλευε η αγάπη της με τον θυμό της και ήταν αδύνατον να πεις ποιος θα νικήσει.

Από τον βυθό σα να το ανέβαζε μια δύναμη ξένη απ' αυτό κινήθηκε μια άμορφη μάζα που γρήγορα πήρε χαρακτηριστικά κούκλας ή μωρού. Ήταν ακριβώς ό,τι είχε αποφύγει να σκεφτεί όλον αυτόν τον καιρό και τώρα το ‘βρισκε κάτω απ' τη μύτη της. Όμως δεν της έμενε άλλη φωνή, άλλα δάκρυα ή χέρια για να το θρηνήσει όπως του άξιζε, για να το πάρει στην αγκαλιά της• με το που σχηματοποιήθηκε «το πράγμα» άλλαξε πορεία και υπακούοντας σε άγνωστους νόμους άρχισε πάλι να κατεβαίνει προς τα κάτω μέχρι που διαλύθηκε χωρίς ν' αφήσει το παραμικρό ίχνος πίσω του.

Η Ιωάννα είχε προσεγγίσει την καρδιά της λύπης της. Ουρλιάζοντας με νέα μανία αποχαιρέτησε το τελευταίο και το πρώτο, αυτό που θα ήταν και δεν έγινε, αυτό που αν είχε γίνει ίσως ούτε πηγάδι, ούτε τέτοια λύπη θα ήταν δυνατά. Τη φόρμα που της είχε κατέβει στον λαιμό πνίγοντας τις κραυγές της, εμποδίζοντάς την ν' αναπνεύσει, την πέταξε με λύσσα από πάνω της. Με δύναμη εκείνη προσγειώθηκε στο γραφείο πετώντας στον αέρα διάφορα μικροπράγματα, ο χώρος γύρω από την καρέκλα της σπάρθηκε με καρφίτσες σ' όλες τις κλίσεις και τους σχηματισμούς. Η Ιωάννα δεν τολμούσε να κουνηθεί. Από την καρέκλα της τρέμοντας επιθεώρησε το ναρκοπέδιο τριγύρω.


Το video από την όπερα Salome του Richard Strauss (1864-1949), που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1905 στη Δρέσδη. Κλείσιμο της τελευταίας σκηνής 4 αρχίζοντας με την άρια 7 της Σαλώμης που απευθύνεται στο κομμένο κεφάλι του Ιωάννη, από το σημείο: «Αh! Warum hast du mich nicht angesehn, Jochanaan?». «Αχ! Γιατί ποτέ σου δε με κοίταξες, Ιωάννη;».

Απόσπασμα από ένα σχέδιο για βιβλίο: To Πηγάδι, (2002- ) με αναφορά σε ένα από τα γνωστότερα θεατρικά έργα Νο του Ζεάμι (1363-1443) Ιzutsu.
(http://en.wikipedia.org/wiki/Zeami_Motokiyo)
Είχα την τύχη να δω το έργο στην Εθνική Σκηνή Νο του Τόκιο το 1995 (http://deplaced.blogspot.com/2008/04/she-dances-then-vanishes-at-dawn.html) και στην Αθήνα το 1999 με Λαζαρίδου και Μπακιρτζή, σε μια παράσταση του ΑπoΜηχανής που παρότι δεν ακολουθούσε το πρωτότυπο βασιζόταν στην ελληνική απόδοση του Ε. Σοφρά, Το φιλιατρό του πηγαδιού, (Ροδακιό 1992) που αγνοούσα ως τότε.

more...

Friday, February 5, 2010

Hράκλειτος (Kώστας Αξελός, 1924-2010)


«Ο Ηράκλειτος, όπως κι η τραγωδία, μπορεί και βλέπει στο γίγνεσθαι την όψη του αρνητικού. Ούτε αυτή ούτε κι εκείνος συλλαμβάνουν μόνο την καλή αρμονική τάξη• σε καμιά περίπτωση δεν ξεχνούν τους τρομακτικούς αλληλοσπαραγμούς που βγαίνουν στην επιφάνεια απειλώντας με την παρουσία τους το ίδιο το είναι του κόσμου. Γιατί το χάος «είναι» η αντίθετη και συμπληρωματική όψη του κόσμου. Η διαλεκτική, που φέρνει σ’ επικοινωνία τη μορφή και το άμορφο (ή την παραμόρφωση), την οικοδόμηση και την καταστροφή, το θετικό και το αρνητικό, μπορεί κι ανατρέπει τις προοπτικές και φέρνει μπροστά μας παρόν αυτό που υπάρχει κίνδυνος να τα εκμηδενίσει όλα. Η παρουσίαση αυτού του τεράστιου κινδύνου μας χαρίζει μια τραγική χαρά. Γιατί η φωτιά μπορεί να γίνει πυρκαγιά και να πυρπολήσει τον κόσμο, αυτόν τον κόσμο που, αν και είναι ο ωραιότερος, (είναι) σαν σωρός σκουπίδια χυμένα στην τύχη (απ.124). »

Αγαπημένο απόσπασμα από το «Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία», του Κ. Αξελού, μτφ. Δ. Δημητριάδης, ΕΞΑΝΤΑΣ, σ. 269

more...