Saturday, January 26, 2008

Sehr Glucklich (*)

(από deplaced ή αστικός πόνος 12/20)

Όταν έφτασε στο Ινστιτούτο η προβολή δεν είχε ακόμα αρχίσει ευτυχώς. Σχεδόν όρμησε σ’ ένα απ’ τα μπροστινά καθίσματα όμως δεν υπήρχε κανένας λόγος βιασύνης, είχαν κάπου πέντε λεπτά μέχρι ν’ αρχίσει κι η αίθουσα ήταν μόνο μισογεμάτη. Έριξε μια ματιά στα σκόρπια κεφάλια πίσω του, γκρίζα και λευκά τα πιο πολλά, κι έπειτα συνειδητοποίησε την ησυχία που διακοπτόταν σπάνια από σποραδικά βηξίματα και χαμηλόφωνες ομιλίες. Ο περισσότερος κόσμος είχε έρθει μόνος του. Πάλι ένιωσε άβολα όπως κάθε φορά που ο μέσος όρος ηλικίας των παρευρισκομένων τον ξεπερνούσε κατά πολύ. Χαμήλωσε κι άλλο στο κάθισμά του κι άρχισε να στριφογυρίζει στα χέρια του το δισέλιδο με το πρόγραμμα. Τελικά δεν ήταν περίεργο που οι προβολές αυτές δεν είχαν τραβήξει νεότερο κόσμο, η πιο πρόσφατη ήταν του ’50, κι όλες ασπρόμαυρες, παραπάνω απ’ τις μισές του βωβού. Σήκωσε τα μάτια απ’ τις υποθέσεις των ταινιών και ξανακοίταξε πίσω του. «Ώμοι πεσμένοι ανθρώπων που επέζησαν της εποχής τους» Που το 'χε διαβάσει αυτό? Ήξερε βέβαια τι έφταιγε και πως του 'χε έρθει στο μυαλό το στιχάκι, για τον ίδιο λόγο παραλίγο να αργήσει.

Μια γριά καθόταν στην άκρη από το ρείθρο του μισοσκαμμένου πεζοδρομίου μπροστά από τη νεοαρχινισμένη οικοδομή στο δρόμο του προς την στάση αλλά δεν έμοιαζε ζητιάνα, το αντίθετο μάλιστα. Επειδή βιαζόταν μόλις που την πήρε είδηση με την άκρη του ματιού του κι όταν εκείνη είπε πολύ σιγανά: «Βοηθήστε με! Έπεσα!», σταμάτησε απότομα σα να του 'χαν βάλει τρικλοποδιά, της έδωσε και τα δυο του χέρια και την τράβηξε μ’ όλη του τη δύναμη μέχρι που στάθηκε πάλι όρθια στα αδύναμα σαν σπιρτόξυλα ποδαράκια της. Έτρεμαν κι οι δυο. «Δε μπορούσα να σηκωθώ!», τραύλισε σχεδόν κλαίγοντας η γιαγιά και φαινόταν να μην το πιστεύει κι η ίδια πως κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν να της είχε συμβεί. Την κοίταξε ίσια στα βαμμένα της χείλη που συνέχιζαν να τρέμουν και προσπάθησε να της χαμογελάσει, κύριος του εαυτού του πια. «Είστε εντάξει τώρα?» Κούνησε το κεφάλι της πολλές φορές, ήταν εντάξει και δεν είχε σπάσει τίποτα, μόνο να, το πεζοδρόμιο... Άρχισε να την ξεσκονίζει απαλά στο δερμάτινό της παλτό με το δεξί. Κρατούσε πάντα γερά το άλλο του χέρι για καλό και για κακό, της έδωσε και τα γλυκά που 'χαν ξεφύγει δίπλα της όμως δυσκολευόταν να ελευθερωθεί. Τράβηξε αργά το χέρι του από το δικό της και ήθελε να πιστεύει πως με τη χειρονομία αυτή δεν θα επέστρεφε ο φόβος της πως απ’ τη μια στιγμή στην άλλη ήταν δυνατό πάλι να γλιστρήσει στην προηγούμενη θέση της ανημπόριας. Του 'ρθε στο μυαλό η εικόνα των μικρών σκαθαριών που αναποδογύριζε για πλάκα τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων στην εξοχή, δίπλα του περνούσε τόσος κόσμος, ήταν δυνατόν κανείς να μην είχε προσέξει? Μια παράξενη ενοχή του φορτώθηκε στην πλάτη και χαιρέτησε ντροπαλά την μετενσάρκωση των θυμάτων του αφήνοντας να πέσουν κάτω οι ευχές της. Σ’ όλη τη διαδρομή ένας βόμβος του τρύπαγε τ’ αυτιά, του φάνηκε μάλιστα πως ζεσταινόταν, ίδρωσε.

Τα φώτα έσβησαν ένα-ένα στα δωμάτια του μυαλού του κι η προβολή άρχισε. Στο διάλειμμα μόνο που δεν πετάχτηκε πάνω όταν ο διπλανός του γέρος γύρισε να του μιλήσει. «Αυτή την ταινία την είδα φοιτητής στο Παρίσι», του είπε αντί άλλης εισαγωγής. Χαμογέλασε όσο πιο ουδέτερα μπορούσε στο κομψό προφίλ που συνέχιζε να του απευθύνει το λόγο, η ματιά του χάιδεψε όλες τις μικρές λεπτομέρειες, τα γυαλιστερά κουμπιά στο σκούρο παλτό, το «Athens News» που κρατούσε εκείνος στα λεπτά, λίγο μόνο παραμορφωμένα του δάχτυλα, κι η συγκατάβαση διαλύθηκε σιγά- σιγά κι έγινε επιδοκιμασία. Και σαν τέτοια μεγάλωσε στο σφιγμένο του στήθος κι έδιωξε τη φοβερή βεβαιότητα πως ό,τι συνοδεύει τα γεράματα είναι μια αίσθηση αδυναμίας που υπάρχει αποκλειστικά σ’ ένα θολό σύμπαν από κατεστραμμένα εγκεφαλικά κύτταρα.

«Θα σας πω ένα αίνιγμα», είπε αναπάντεχα ο παππούς και τον ανάγκασε να του ανταποδώσει τουλάχιστον με ενδιαφέρον το θριαμβευτικό βλέμμα του. «Why’s a river rich?» Τα αγγλικά τον βρήκαν ακόμα πιο απροετοίμαστο, στο μυαλό του είχε ένα κενό, ήταν απόλυτα σίγουρος πως η απορία μαζί με την έκπληξη του 'διναν όλα εκείνα τα λεπτά της σιωπής μεταξύ τους ένα πολύ ηλίθιο ύφος. «Cause it has two banks!» σφύριξε με απόλαυση ο παππούς, και μετά: «Ήμουν καθηγητής Αγγλικών στο Πανεπιστήμιο παλιότερα». Γέλασε, το βρήκε μάλιστα πολύ έξυπνο, κι αν ήθελε να του πει και κάποια άλλα ίσως, όχι ότι ήταν ποτέ καλός στα ανέκδοτα, ούτε στα ελληνικά πολύ λιγότερο σ’ άλλες γλώσσες... Γύρισε λοιπόν τότε με πραγματικό ενδιαφέρον προς τον διπλανό του και με κάθε νεύμα του κεφαλιού μέχρι να ξαναρχίσει η προβολή, του φαινόταν πως του 'φευγε όλο και πιο πολύ εκείνο το βάρος που του 'χε κάτσει στους ώμους και τον εμπόδιζε ν’ αναπνεύσει. Και με το που ξανάσβησαν τα φώτα, οι χρωματιστές φοιτητικές αναμνήσεις του παππού είχαν καταφέρει να διώξουν για τα καλά εκείνη τη θλιβερή εικόνα των αναποδογυρισμένων σκαθαριών που τον βασάνιζε τόση ώρα.

Όσο για τη γιαγιά, τώρα πια θα 'χε φτάσει με ασφάλεια στην επίσκεψή της και θα 'τρωγε μαζί με την παρέα της τα γλυκά της.

(*) πολύ ευτυχισμένος (γερμανικά)

1999/2008

more...

Sunday, January 20, 2008

Η αναμονή

(από deplaced ή αστικός πόνος 11/20)


Ήταν στο καφέ τώρα κάπου 20 λεπτά και την περίμενε. Μετάνιωνε που ποτέ της δεν είχε καπνίσει, τόση ώρα θα 'χε κάτι να κάνει παρά να στραβοκοιτάζει ανόρεχτα την τελευταία γουλιά του espresso, δεν είχε σκεφτεί να πάρει και καμιά εφημερίδα. Είχε καιρό να της συμβεί να βρεθεί έξω καθημερινή μεσημέρι και να μην έχει δουλειά. Όταν την είχε πάρει τηλέφωνο για να της πει για την απόλυση δεν είχαν μπορέσει να μιλήσουν πολλή ώρα γιατί είχε κάποιον στο σταθερό της, της είχε υποσχεθεί πάντως πως θα 'βρισκε λίγο χρόνο για να τα πουν, της είπε να την περιμένει σ’ αυτό το κεντρικό καφέ δίπλα στο γραφείο της.

Της ερχόταν να την ξαναπάρει στο κινητό, μέσα της φούσκωνε κάτι απροσδιόριστο που άρχιζε να μοιάζει με απελπισία αλλά κρατήθηκε, σκέφτηκε πως γινόταν υστερική. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε γύρω της. Το καφέ ήταν γεμάτο κι αυτό την είχε απ’ την αρχή παραξενέψει. Σ’ όλα τα τραπεζάκια κόσμος που δεν έλεγε να το κουνήσει, σαν κι αυτή. Πέρα απ’ το καπνό των τσιγάρων, έξω στο δρόμο που θάμπωνε πίσω απ’ το τζάμι, έλαμπε η μέρα κι η ασταμάτητη κίνηση που ερχόταν σε αντίθεση με την σχετική ακινησία που βασίλευε στο καφέ. Δεν το 'χε προσέξει όταν είχε πρωτομπεί γιατί το πηγαινέλα της γκαρσόνας, τα σουρσίματα απ’ τις εφημερίδες, κι ο κόσμος που μίλαγε στους διπλανούς του ή στα κινητά, κατά κάποιον τρόπο έφερναν τη φασαρία απ’ έξω μέσα όμως αυτό ήταν παραπλανητικό.

Δεν ήταν και κανένα στέκι για νεαρόκοσμο. Εστίασε πιο πολύ στα διπλανά της τραπεζάκια, ένας άντρας όχι περισσότερο από πενήντα καθόταν δεξιά της, λοξά πίσω της στ’ αριστερά ένα ζευγάρι που το άκουγε μόνο, ο άντρας μιλούσε περισσότερο, η γυναίκα είχε ξενική προφορά και φωνή κοριτσιού. Ο άντρας στα δεξιά της έκανε πέρα τον καφέ του κι άρχισε να κάνει αέρα μ’ έναν μεγάλο λευκό φάκελο που είχε κάτι σαν ιατρικό σήμα πάνω του. Κέντρο Διάγνωσης? δεν το 'βγαζε καθαρά από τη θέση της μα πρόσεξε πως εκείνος αναστέναξε και κάρφωσε τη ματιά στο κινητό του. Κι εκείνη το ίδιο έκανε χωρίς αποτέλεσμα. Έφτιαξε με την ησυχία της κάποιο σενάριο στο μυαλό της, ο άντρας στο μεταξύ πήρε κάτι χαρτιά απ’ το φάκελο, τους έριξε μια σοβαρή ματιά, τ’ άφησε δίπλα του, κοίταξε έξω τον ήλιο, τα ξανάπιασε. «Κακά μαντάτα!», σκέφτηκε εκείνη και ανατρίχιασε ξαφνικά σα να καθόταν σε ρεύμα.

Πίσω της ο άλλος άντρας συνέχιζε το τροπάρι του: «Έτσι που λες, εσύ δεν έχεις να κάνεις τίποτα μ’ αυτόν το μαλάκα, μόνο με μένα και μη σε νοιάζει, θα καθαρίζω εγώ». Κάτι ψέλλισε η νεαρή που πρόφερε πολύ σκληρά τα δέλτα και κόμπιαζε συνεχώς. Εγκαταλείφτηκε κι εκείνη με τη σειρά της στην αίσθηση εμπιστοσύνης που της προκαλούσε η χροιά της φωνής του, σιγά-σιγά πειθόταν και δεν μπορούσε να καταλάβει που έβρισκε η άλλη το κουράγιο ν’ αντιστέκεται έστω κι όλο και πιο αδύναμα. Της ερχόταν να γυρίσει να τους κοιτάξει από περιέργεια αλλά ντρεπόταν.

Πέρασε συρτά από μπροστά της η πιτσιρίκα γκαρσόνα με την κοιλιά της έξω, κοντοστάθηκε, μάζεψε μετά τον τελειωμένο espresso. Ήπιε μια γουλιά νερό κι έπιασε να περιεργάζεται τα χέρια της. Όταν σήκωσε τα μάτια της ο άντρας με τον φάκελο είχε ακόμα καρφωμένα τα δικά του στην οθόνη του κινητού του. Ένιωσε συμπάθεια για τον άγνωστο, κι οι δυο τους περίμεναν κάτι που δεν ερχόταν μόνο που στη δική του περίπτωση ίσως να ήταν και καλύτερα.

Ο άντρας πίσω της είχε φτάσει τελικά στο συμπέρασμα κι η γυναίκα δεν διαμαρτυρόταν πια: «Θα περάσουμε καλά οι δυο μας, θα το δεις, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα, ό,τι θες σε μένα θα 'ρχεσαι και θα το λες, μ’ αυτούς δεν θα 'χεις πολλά-πολλά, ένα καλημέρα και πολύ τους είναι.....».

Χανόταν τώρα η εμπιστοσύνη, σα να ξύπναγε απ’ το λήθαργο ανησυχούσε κι απελπιζόταν σταθερά. Μαζί με τη νεαρή που πότε-πότε μουρμούριζε καταφατικά, έπεφτε από κάπου ψηλά μέσα της. Το βύθισμα την αρρώσταινε, για να το σταματήσει προσπάθησε να γυρίσει την σκέψη της αλλού, στο -παλιό της κιόλας- γραφείο. Τώρα θα 'χαν γυρίσει στις θέσεις τους απ΄ το διάλειμμα του φαγητού. Θα 'πιναν τον δεύτερο καφέ, θα νύσταζαν, θα ψιλογκρίνιαζαν που δεν περνά η ώρα και δεν πάει πέντε να φύγουν, μα όλα αυτά στο βάθος με καλή διάθεση, όπως στριφογυρνά το σκουλήκι του μεταξιού στο κουκούλι του, το στενεύει λίγο αλλά είναι και το μόνο σπίτι που 'χει γνωρίσει.

Όταν σηκώθηκε το ζευγάρι πίσω της να φύγει της φάνηκε πως σκοτείνιασε ο τόπος, τόσο βαριά έπεσε η σκιά τους πάνω της. Εκείνος ήταν καλοστεκούμενος ίσως κι εξηντάρης, μεγαλόσωμος, κι εκείνη,... εκείνη δεν μπορεί να 'ταν πάνω από είκοσι πέντε, φυσική ξανθιά, πολύ χλωμή της φάνηκε, πέρασε από μπροστά της δαγκώνοντας το κάτω χείλι βαμμένο χτυπητό ροζ.

«Αχ, γιατί δεν έρχεσαι? γιατί δεν παίρνεις?», ούρλιαξε μέσα της με παράπονο, ο άντρας μπροστά της ξανάπιασε ν’ αερίζεται με το φάκελο, πνίγονταν κι οι δυο. Τότε την είδε που έμπαινε, χωρίς να το σκεφτεί άπλωσε προς το μέρος της και τα δυο της χέρια, η άλλη την τράβηξε απ’ την καρέκλα με διασκεδασμένο βλέμμα και μπορούσε να διαβάσει την σκέψη της: «Πάντα δραματική!», μα δεν την ένοιαζε καθόλου. Τώρα που είχε έρθει, συνέχιζε να την κρατάει σφιχτά απ’ το χέρι, εκείνη άλλαξε θέση στην τσάντα της, έβγαιναν απ΄ τη ντουμανιασμένη αίθουσα στο δρόμο. Χύθηκε το φως πάνω τους και τις αγκάλιασε, μ’ ευγνωμοσύνη γύρισε προς το μέρος της, δεν κρατιόταν πια, «πρέπει να στα πω όλα γιατί αλλιώς θα τρελαθώ...».

1999/2008

more...

Sunday, January 13, 2008

Τα κορδόνια

(από deplaced ή αστικός πόνος 10/20)


Η προεκλογική συγκέντρωση είχε μόλις τελειώσει. Μικρές και μεγάλες ομάδες ανθρώπων κρατώντας πλαστικές σημαίες με το σύμβολο του κόμματός τους σκόρπιζαν άτακτα στις έρημες λεωφόρους που 'χαν κλείσει για την κυκλοφορία από νωρίς το απόγευμα. Από μακριά ο ανοιξιάτικος αέρας της βραδιάς έφερνε σε κύματα μυρωδιές από λεμονιές και λαϊκά.

Βάδιζε με γρήγορο βήμα, η μόνη σχεδόν ανάμεσα στο χαλαρό πλήθος χωρίς σημαία, παραφωνία άσκοπης επιτάχυνσης σ’ ένα καρέ σε slow motion. Βάδιζε και δε μπορούσε παρά να προσέξει πως πολύ συχνά ο κόσμος χρησιμοποιούσε τις τυλιγμένες σημαίες του ανάποδα, σαν μπαστουνάκια, κι έτσι που ήταν τα κοντάρια τους λευκά, έμοιαζε η διαλυμένη πορεία, τυφλών που 'χαν βγει χωρίς να ξέρουν για που τραβούν κι είχαν μόνο σκορπίσει προς κάθε κατεύθυνση χτυπώντας τα μπαστούνια τους σε κάθε πεζοδρόμιο, κάθε σκαλάκι. Μέσα σ’ αυτό το παρατεταμένο χτυπολόγημα που την κύκλωνε από παντού, εκείνη μόνη βάδιζε με τα μάτια ανοιχτά, βιαστική και κάπως σφιγμένη απ΄ τη συναίσθηση διαφοράς της από το ενωμένο πλήθος, βάδιζε με σκοπό, γιατί είχε αργήσει στο ραντεβού με τον θεραπευτή της κάπου μισή ώρα.

Στον θεραπευτή της πήγαινε για έβδομη φορά για τις αλλεργίες που την βασάνιζαν σταθερά κάθε τέτοια εποχή και χρόνο με το χρόνο χειροτέρευαν. Της τον είχε συστήσει ένας καλός φίλος που πήγαινε εδώ και χρόνια κι είχε δει μεγάλη βελτίωση στους πόνους της μέσης του. Ο θεραπευτής ήταν από το Λάος και δε μιλούσε καμιά πιο συνηθισμένη γλώσσα, ούτε καν ελληνικά, αν και καιρό εγκατεστημένος στην Ελλάδα. Ο φίλος της υποστήριζε πως κάτι τέτοιο δεν ήταν διόλου απαραίτητο, «μόνο που θα σε δει, θα καταλάβει..», της είχε πει καθησυχαστικά όταν εκείνη είχε αναρωτηθεί πως θα συνεννοούνταν. Μετά βέβαια από δυο φορές είχε τελικά κι η ίδια πειστεί πως ο θεραπευτής, ψηλός, φτενός και ακαθορίστου ηλικίας, ανήκε χωρίς αμφιβολία σ’ εκείνη τη σπάνια ομάδα χαρισματικών ανθρώπων που με την παρουσία τους και μόνο εμπνέουν εμπιστοσύνη. Ήδη της φαινόταν πως είχε δει βελτίωση τις προηγούμενες βδομάδες και θα 'λεγες πως ανέπνεε ευκολότερα, κοιμόταν καλύτερα αν και ψυχολογικά δεν μπορούσε να πει το ίδιο δυστυχώς...

Από την πρώτη φορά κιόλας της είχε βγει μια περίεργη υστερία, κλάματα και γέλια μ’ αυτή τη σειρά, που την είχε φέρει -δικαιολογημένα- σε μεγάλη αμηχανία, όχι ότι ο θεραπευτής είχε δείξει να ενοχλείται, μάλλον στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του θα 'χε έρθει αντιμέτωπος και με πιο περίεργες αντιδράσεις. Γι’ αυτό βέβαια δεν ήταν εντελώς σίγουρη, έτρεφε ελπίδες απλά πως δεν αποτελούσε την πιο αλλόκοτη περίπτωση στα χρονικά του, δεν μπορούσε όμως να το ελέγξει -ελάχιστες κουβέντες αντάλλασσαν κι ήταν πιο πολύ παντομίμα και παιδική συνεννόηση παρά φυσιολογική επαφή μεταξύ ενηλίκων.

Ο θεραπευτής χρησιμοποιούσε κορδόνια που τα έδενε προσεκτικά γύρω από τα προσβεβλημένα μέλη, κι όσο κι αν ήταν προειδοποιημένη από τον φίλο της, την έπιανε μεγάλη ταραχή που εκδηλωνόταν με την υστερία που λέγαμε, κάθε φορά που τέλειωνε το δέσιμο και έμενε ακινητοποιημένη για τη μισή ώρα που κρατούσε το session. Στην διάρκεια όλης αυτής της ώρας που της φαινόταν αιώνας, είχε όλον τον καιρό ν’ αναρωτηθεί, -ανάμεσα σε ρουφήγματα της μύτης, βαθιές ανάσες και αποτυχημένες προσπάθειες να παροχετεύσει τα ασταμάτητα δάκρυα κάπως πιο αποτελεσματικά πεταρίζοντας τα βλέφαρά της ή γέρνοντας πίσω το κεφάλι της, ή ακόμα χειρότερα να πνίξει στην αρχή του το τρελό γέλιο της-, τι νόημα είχαν όλα αυτά, αν είχαν δηλ. κάποιο...

Λίγα πράγματα ήταν γνωστά για τα κορδόνια, αντίθετα υπήρχε τόση πολλή φιλολογία γύρω από το θέμα που όσο το έψαχνε κανείς τόσο μπερδευόταν. Μαζί με άλλες τόσες εναλλακτικές θεραπείες που γίνονταν όλο και πιο ευρύτερα γνωστές, αποκαλυπτόταν να 'χει τους φανατικούς πιστούς και υποχρεωτικούς πολέμιους. Από τότε που 'χε αρχίσει η ίδια να ασχολείται με το θέμα, -και δεν είχε αρχίσει παρά όταν η ταλαιπωρία της έβαλε κάτω τον σκεπτικισμό της-, έβρισκε πως οι πιστοί για χρόνια είχαν «λατρέψει», -δεν έβρισκε καλύτερη λέξη-, σχεδόν στα κρυφά, στα περιθώρια μιας κοινωνίας που έμοιαζε τελικά να τους νομιμοποιεί και να τους αποδέχεται, από κει που λίγο νωρίτερα τους αντιμετώπιζε με σκωπτική αν όχι φανερά εχθρική διάθεση.

Αυτό της έφερνε στο μυαλό τις ομάδες των πρώτων χριστιανών, κι όσο κι αν της φαινόταν η μεταφορά παρατραβηγμένη, υπήρχαν αναλογίες στον μαλακό μα σταθερό τρόπο με τον οποίον υπερασπίζονταν οι μεν την πίστη τους, -σίγουροι για τη δική τους φώτιση και επιεικείς για την αδιαλλαξία των μη-φωτισμένων-, και στον σχεδόν οργισμένο απορριπτικό τρόπο των κρατούντων «διωκτών» τους. Ανήκαν δε οι διώκτες στους μέχρι πρόσφατα αδιαφιλονίκητους υπερασπιστές της «δυτικής» σκέψης που με τον ορθολογισμό της κατάφερνε κι έριχνε άπλετο φως στα μυστήρια του πόνου και της αρρώστιας. Μέχρι πρόσφατα...

Στο σαλονάκι του θεραπευτή, λιτό και χαμηλά φωτισμένο, είχε συναντήσει κιόλας αρκετά από τα απογοητευμένα θύματα της παραδοσιακής αντιμετώπισης, κυρίως γυναίκες, που 'χαν να διηγηθούν ιστορίες τρόμου και δυστυχίας. Όλος αυτός ο πόνος της φαινόταν απίστευτο που κυκλοφορούσε σε καθημερινή βάση ανώνυμα ανάμεσά μας, δεν εκφραζόταν παρά σε στενό κύκλο και άντεχε με σφιγμένα δόντια το βάρος από κάποια λιγότερο ή περισσότερο μυστηριώδη αρρώστια, πάντα «ψυχοσωματική» όπως έγινε εύκολη η διάγνωσή τους πια μέχρι αυτό το σημείο τουλάχιστον, που πιο πολύ θα ταίριαζε η περιγραφή της στα μακρινά χρόνια του Μεσαίωνα παρά στη σημερινή εποχή. Αρκετές είχαν δοκιμάσει συχνά πολύ περισσότερες από μια εναλλακτικές θεραπείες, άλλες τις ανακούφιζαν, άλλες όχι, αλλά από την στιγμή που καταστάλαζαν στην απόφασή τους μαζευόντουσαν σ’ αυτό εδώ το ταπεινό σαλονάκι με τη βεβαιότητα που 'χει ο οπαδός της αίρεσης που βρήκε τελικά παρά τα εμπόδια, την σωτηρία. Κι η ίδια είχε συνειδητοποιήσει πως αφού αναγνώριζε -με την πρώτη κιόλας!- την καλυτέρευσή της, είχε όλα τα εφόδια για να γίνει οπαδός και πιστή, και να ανήκει στην ομάδα. Σιγά-σιγά θα της γίνονταν όλο και πιο γνώριμα τα πρόσωπα των υπολοίπων που τις πετύχαινε τακτικά, θα δημιουργούνταν σχέσεις, κι όλα άρχιζαν από την άμεση ανταλλαγή ιατρικών και άλλων προβλημάτων που ξεπηδούσαν πολύ φυσικά με την πρώτη καλημέρα. Της δημιουργούσε ένα μικρό πρόβλημα αυτό, της φαινόταν πως κάπως είχε συρρικνωθεί η προσωπικότητά της -μαζί και των άλλων- στα ελάχιστα βασικά και μόνο πάνω σ’ αυτή την περιορισμένη βάση του κοινού πόνου μπορούσε να γίνει η επικοινωνία. Όμως μήπως πάντα έτσι δεν γίνεται είτε στις μικρές ομάδες ή ακόμα και στα κόμματα?

Είχε φτάσει επιτέλους μπροστά στο κουδούνι του θεραπευτή. Λαχανιάζοντας χαιρέτησε τη νεαρή νοσοκόμα που έκανε και χρέη γραμματέως. Δεν χρειάστηκε να περιμένει καθόλου, η πορεία είχε φοβίσει τα προηγούμενα ραντεβού κι είχαν ακυρώσεις. Πέρασε πίσω απ΄ το παραβάν, γδύθηκε και έκανε μια προσπάθεια να ηρεμήσει. Λίγο αργότερα ο θεραπευτής της ξεφύτρωσε από το πουθενά με τον συνηθισμένο αθόρυβο τρόπο του που της έκοβε την ανάσα, της χαμογέλασε και ψέλλισε τα τυπικά ακατανόητα ελληνικά του διανθισμένα με σκόρπιες ξένες λέξεις που έφερναν μια μακρινή ομοιότητα με αγγλικά.

Πήρε απαλά μα σίγουρα το κεφάλι της στα χέρια του, την κοίταξε ανεξιχνίαστα βαθιά στα μάτια και πέρασε το πρώτο κορδόνι γύρω απ’ το λαιμό της. Το κορδόνι έκαιγε της φάνηκε, κι αυτή η αίσθηση ζέστης γινόταν ανακούφιση και ταξίδευε γοργά σ’ όλο της το σώμα, άνοιγε τη μύτη της και τα πνευμόνια της, την έκανε να νιώθει ξαφνικά ζωντανή. Έφερε για μια στιγμή ξανά στο αναστατωμένο της μυαλό τις κουβέντες του θεραπευτή και συνέχιζε να μη βγάζει κανένα απολύτως νόημα όμως παρ’ όλα αυτά αισθανόταν πως πίσω απ’ αυτό το σύννεφο που εμπόδιζε την συμβατική επαφή και επικοινωνία τους, υπήρχε σίγουρα κάτι που ήταν γεμάτο από νόημα πιο βαθύ μαζί απ’ όλες τις λέξεις που θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιήσει.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Πίστευε.

1999/2008

more...

Sunday, January 6, 2008

Μέρα γιορτής

(από deplaced ή αστικός πόνος 9/20)


Αυτό το λεωφορείο ήταν πειρατικό. Ερχόταν όποτε του κάπνιζε κι από μακρινούς τόπους, τελευταία μάλιστα είχαν αλλάξει και τη διαδρομή μερικές φορές χωρίς να ειδοποιήσουν κανένα. Στον οδηγό δεν τολμούσες να παραπονεθείς, ήταν γνήσιος πειρατής, σε κοίταζε πάντα έτσι που σκεφτόσουν πως λίγο ήθελε να σου χιμήξει και να σε μαχαιρώσει στο λαιμό. Το καλοκαίρι με τη ζέστη μάλιστα είχε δει έναν που οδηγούσε με ανεβασμένα τα μπατζάκια στα γόνατα, -είχε πολύ ωραίες γάμπες πάντως και κανένα ξύλινο πόδι. Κι έτσι που 'χε ξεμείνει το λεωφορείο απ’ την παλιά φουρνιά, κακοσυντηρημένο, βρώμικο, με σκισμένα στόρια και παράθυρα που δεν έκλειναν στη βροχή, έτριζε ολόκληρο και βογκούσε έτοιμο να πεταχτεί έξω καθώς έπαιρνε με χίλια την στροφή, η διαδρομή μαζί του ήταν πάντα με καταιγίδα.

Τώρα περίμενε κιόλας πάνω από είκοσι λεπτά αν και σήμερα τουλάχιστον το 'χε φανταστεί πως θα του συνέβαινε. Ήταν Κυριακή στη μέση ενός τριήμερου, η πόλη είχε αδειάσει και τα δρομολόγια είχαν γίνει τόσο αραιά που καταντούσαν σχεδόν αόρατα. Ήταν καλύτερα τα Σάββατα όταν το περίπτερο ήταν ανοιχτό, κυμάτιζαν οι έξαλλοι τίτλοι των εφημερίδων από απόσταση, στον φούρνο και στην υπόλοιπη αγορά μπαινόβγαινε κόσμος. Εξάλλου ποτέ σχεδόν δεν περίμενε μόνος.

Σήμερα όμως του 'χε κακοφανεί λιγάκι, έτυχε να 'ναι ολομόναχος. Είχε βέβαια μια λαμπρή μέρα, με το που βγήκε απ’ την πολυκατοικία τον είχε λούσει το φως, ζαλίζοντάς τον, μεθώντας τον από ευχαρίστηση. Το διαμέρισμά του δυστυχώς έβλεπε στον ακάλυπτο, την άνοιξη που πλησίαζε, μόνο εξ’ αντανακλάσεως μπορούσε να την αντιληφθεί. Και έτσι που περνούσε πολλές ώρες μπροστά στην οθόνη, -έκανε μεταφράσεις από manuals, άχαρη δουλειά που δεν πλήρωνε κι από πάνω -, όσο κι αν του 'λειπε, πιο πολύ θα τον εμπόδιζε το φως ακόμα κι αν υπήρχε.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον έκοψε πάλι εκείνος ο γνώριμος τελευταία πόνος στην πλάτη. Θα 'πρεπε να βρίσκει τουλάχιστον λίγο χρόνο να πηγαίνει να τρέχει στο σκονισμένο άλσος που δεν ήταν και τόσο μακριά. Τα απογεύματα, τις σπάνιες φορές που 'χε τύχει να πάει γιατί το σιχαινόταν και τόκανε καταναγκαστικά το τρέξιμο, δεν έβρισκες άκρη να σταθείς από τους ξαναμμένους joggers, νέους και γέρους: οι μικροί προπονούνταν σε μεγάλες παρέες που 'κλειναν όλο το διάδρομο στις στροφές, οι μεγάλοι έκαναν υπομονή μόνοι τους κι έσφιγγαν τα δόντια, όλοι όμως ανάσαιναν βαριά λιγότερο ή περισσότερο, κι έτσι που οι συλλογικές ανάσες τον περικύκλωναν απ’ όλες τις μεριές ένιωθε πολύ χειρότερα, σα να παρευρισκόταν στον επιθανάτιο ρόγχο της πόλης. Μόνο καλό δεν του 'κανε...

Ξαφνικά κι ενώ δεν είχε καθόλου κίνηση εδώ και ώρα, απ’ το πουθενά εμφανίστηκε ένα καμπριολέ με τη μουσική στο τέρμα. Πριν καλοκαταλάβει, τα μπάσα του έχωσαν στο στομάχι μερικές γερές από techno, ενστικτώδικα έκανε να διπλωθεί στα δυο, ο οδηγός αγριεμένος κάτω απ’ τα μοδάτα γυαλιά ηλίου τον κοίταξε μια στιγμή σα να τον έφτυνε, πριν χαθεί στη στροφή πετώντας κώλο. Έπιασε να βηματίζει νευριασμένος πάνω κάτω, φοβόταν κιόλας να απομακρυνθεί κι είχε το νου του συνεχώς στο λεωφορείο μήπως φανεί, και δεν το αποφάσιζε να πάει ούτε μέχρι το αγαπημένο του μαγαζί με δερμάτινα που 'ταν λίγο πιο πέρα.

Όμορφα είχε αρχίσει να γλιστράει το φως φέτα-φέτα πάνω στις σιωπηλές προσόψεις των πολυκατοικιών, τώρα δεν τον τύφλωνε και δεν τον έκανε να μετανιώνει που είχε βγει χωρίς τα γυαλιά του. Κι ο ουρανός δεν ήταν θαμπό γκρίζο σήμερα, -ήταν μέρα γιορτής, να μην το ξεχνάμε-, αντίθετα, ένα προκλητικό γαλάζιο με την ελάχιστη υποψία από σύννεφο στο βάθος. Περνούσαν πότε-πότε αυτοκίνητα, καμιά μηχανή με μισόγυμνους ξετρελαμένους αναβάτες, ενθουσιασμένους με τον καιρό, που γέλαγαν πάντα δυνατά και δε φόραγαν ποτέ κράνος. Μια οικογένεια Αλβανών με το παιδάκι τους, η γυναίκα φορούσε κιόλας πέδιλα, χαμογέλασε ντροπαλά όταν τον πήρε είδηση να κλείνει το μάτι στο παιδί που κρύφτηκε πίσω απ’ τον πατέρα του, μέχρι κι ένας άστεγος. Απ’ το ένα ταλαιπωρημένο παπούτσι του έχασκε η σόλα κι έκανε φλαπ-φλαπ στο πέρασμά του. Αυτός νόμισε πως βρήκε κάτι άξιο λόγου δίπλα από ένα παρατημένο αυτοκίνητο, -ήταν πάνω από χρόνο μόνιμα παρκαρισμένο στη στάση-, έσκυψε κοντά στη ρόδα και ασχολήθηκε λιγάκι μαζί του. Από κει που στεκόταν δεν καλόβλεπε και δεν ήθελε να πλησιάσει κιόλας αλλά μάλλον δεν ήταν τίποτα. Ο άνθρωπος συνέχισε το δρόμο του αργά με το κεφάλι σκυμμένο σαν υπνοβάτης, ήταν μια γκρίζα παραφωνία μέσα στο γλυκό φως κι ας αποτραβιόταν ολοένα εκείνο μέχρι που τον διέλυσε και τον εξαφάνισε στο βάθος του ορίζοντα της πλατείας.

Να, στην πλατεία τώρα, αν ήταν άλλη μέρα θα 'ταν οι νεαροί Κούρδοι που αράζουν ανακούρκουδα και περιμένουν να τους πάρει κανείς για δουλειά, χαμογελώντας φαρδιά πλατιά όταν συζητάνε μεταξύ τους στην μπερδεμένη μα ευχάριστη γλώσσα τους. Και οι μαύροι επίσης, πιο απασχολημένοι εκείνοι, που απλώνουν πολύ τακτικά την πραμάτεια τους, τσάντες και μικροπράγματα που γυαλοκοπάνε, και μεταξωτές πυτζάμες και πειρατικά CD, μαζί με τη γριά με τη μαντίλα που πάντα ζητιάνευε στην αρχή της σκάλας μέχρι που την έδιωξε ένας τυφλός με πολύ κόκκινο πρόσωπο και πήρε τη θέση της. Από απέναντι θα μπορούσε να βλέπει το λεωφορείο αν έρχεται και να χαζεύει ταυτόχρονα. Όμως σήμερα είναι μέρα γιορτής....

Κόντευε σχεδόν μισή ώρα και είχαν περάσει ελάχιστα ταξί που σε κανένα τους δεν άρεσε ο προορισμός του. Τελικά απ’ τη βαρεμάρα κι επειδή είχε πέσει κι άλλο το φως και είχε αρχίσει σοβαρά να υποφέρει μετακινήθηκε στην αρχή διστακτικά, μετά πιο θαρρετά προς το μαγαζί με τα δερμάτινα κοιτάζοντας πότε-πότε πάνω απ’ τον ώμο του για καλό και για κακό. Όμως αντί για τη βιτρίνα κάτι άλλο του τράβηξε την προσοχή. Στην είσοδο της πολυκατοικίας που 'ταν το μαγαζί, η εξώπορτα είχε μείνει ανοιχτή γιατί την είχαν μαγκώσει με το χαλάκι. Κι ενώ δε φυσούσε, όλα τα σκουπίδια κι η σκόνη, το χώμα του δρόμου, είχαν μαζευτεί εκεί μπροστά σα να μην τολμούσαν να προχωρήσουν παραμέσα. Το περίεργο ωστόσο ήταν πως στην άκρη απ΄ το χαλάκι που έμπαινε στην είσοδο, με τη γκρίζα του πλάτη γυρισμένη στο δρόμο και σ’ αυτόν, κούρνιαζε ένα περιστέρι. Πολύ απλά καθόταν ακίνητο, το κεφαλάκι του έγερνε λίγο προς τ’ αριστερά και αδιαφορούσε για όλα και την πόλη, πολύ φυσικά σα να μην ήταν παράταιρη η θέση του εκεί, λίγα μέτρα απ’ το ασανσέρ.

Και κάτι στη στάση του του θύμισε πως ζάρωνε όλο και πιο πολύ η μητέρα του και πως έμοιαζε όλο και πιο μικρή κι ανυπεράσπιστη. Η μητέρα του που πήγαινε να τη δει όπως κάθε βδομάδα και που ξεχνούσε όλο και περισσότερο το πρόσωπό του, καθώς κούρνιαζε κάπως στραβά καθισμένη στον καναπέ με τα πόδια καλά ενωμένα και το κεφάλι να γέρνει λιγάκι απ΄ την ίδια πάντα μεριά ενώ τα μάτια της, αν και φαινόταν συνοφρυωμένη σα να προσπαθούσε διαρκώς να θυμηθεί κάτι το δίχως άλλο σημαντικό, δεν κοιτούσαν πουθενά. Δεν τόλμησε να πάει πιο κοντά, φοβόταν μήπως το περιστέρι ήταν κιόλας πεθαμένο, μπορεί κάποια γάτα ... Κι εκείνη την ώρα το άκουσε πίσω του το λεωφορείο που έμπαινε με τα χίλια στη στροφή, κι ίσα που πρόλαβε να δει το τρομερό γέλιο στο πρόσωπο του πειρατή-οδηγού που άστραφταν τα λευκά του δόντια -και το μαχαίρι?-, κάτω απ’ το τελευταίο φως.

Είχε τότε μια φούρκα και δεν ήταν κανείς να τη μοιραστεί μαζί, όμως και πάλι ήταν να το περιμένεις. Τέτοια μέρα γιορτής η πόλη είχε αδειάσει.

1999/2008

more...

Tuesday, January 1, 2008

Οι καλεσμένοι

(από deplaced ή αστικός πόνος 8/20)


Οι οδηγίες ήταν ξεκάθαρες: Ο Παύλος, ο συντονιστής της ομάδας, θα ήταν η Virginia Woolf μα οι υπόλοιποι 7, -του Χ. συμπεριλαμβανομένου-, δεν θα γίνονταν γνωστοί παρά μόνο από τα ονόματα των ρόλων τους. "Έτσι σεβόμαστε και το 'ψυχιατρικό' απόρρητο", είπε ο Παύλος στον Χ. που δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει ποια περσόνα θα διάλεγε.

"Εγώ φυσικά θα συνεχίσω να έχω κατ’ ιδίαν επαφή με όλους και όλες σας. Πρέπει να συνεχίσεις να με εμπιστεύεσαι, είναι το ίδιο πράγμα μόνο με πιο καινούργιο τρόπο", του είπε ο Παύλος όμως του Χ. δεν του ξεκόλλαγε από το μυαλό πως ούτε ο ίδιος δεν ήταν πολύ σίγουρος για την επιτυχία του πειράματος. Η καινούργια ομάδα θα συναντιόταν on-line μια φορά την εβδομάδα, καθένας και καθεμιά θα δούλευαν πάνω σ’ έναν ρόλο που θα είχε εγκρίνει ο Παύλος. Ο Χ. συνέχιζε να έχει δυσκολίες με τον δικό του, του άρεσαν πολλά πράγματα: θα μπορούσε να είναι ο Χριστός, ο Marx ή η Greta Garbo.

"Γιατί δεν δοκιμάζεις κάτι λιγότερο ανθρωποκεντρικό?", προσφέρθηκε να τον βοηθήσει ο Παύλος. "Δηλαδή τι? Ένα ζώο ας πούμε?" Του Χ. του φαινόταν ακόμα πιο δύσκολο ν’ αποφασίσει τι ζώο θα ήταν, υπήρχε πάντα ο πειρασμός να διαλέξει κάποιο πολύ εξωτικό κι αυτό δεν του ταίριαζε καθόλου κατά βάθος, -πίστευε.

Απ’ τον κίνδυνο του εξωτικού τελικά δεν γλίτωσε. Ένα βράδυ που χάζευε τα ράφια της βιβλιοθήκης του αναζητώντας την έμπνευση, έπεσε το μάτι του σ’ ένα μικρό βιβλιαράκι για την τελετή του τσαγιού που χρόνια πριν τον είχε γοητεύσει για ένα διάστημα. "Να ποιος θα είμαι: ένας Δάσκαλος του τσαγιού! Και μάλιστα όχι όποιος κι όποιος αλλά ο μυθικός Sen no Rikyū, ο πιο διάσημος".

Ο Παύλος έκανε δεκτή την επιλογή του όμως του επισήμανε τον κίνδυνο η περσόνα που είχε διαλέξει να είναι παντελώς άγνωστη σ’ όλους τους υπόλοιπους. "Τον Χριστό τον είχαν διαλέξει, ε?" Ναι, έτσι ήταν. Τον Marx και την Garbo πάλι, όχι. "Καταλαβαίνεις ήδη πολλά από την επιλογή μου, ε?" Ναι, βέβαια αλλά δεν ήταν της στιγμής να το συζητήσουν. Ο Χ. ένιωθε κάπως άβολα με την ιδέα πως ο Παύλος μπορεί και να έβγαζε βιαστικά συμπεράσματα, για τον εαυτό του ήθελε να διατηρεί -και σε μεγάλο βαθμό πίστευε πως το κατάφερνε-, ένα προφίλ χαμηλών τόνων.

Δυο μέρες μετά πήρε ένα email με τη λίστα των υπόλοιπων ρόλων: έχουμε και λέμε, ο Ιησούς Χριστός φυσικά, μια Lolita, o Άι Βασίλης, -έλεος...-, ένας Serial Killer(!), μια Γάτα και....μια Σκατούλα? Ο Χ. γούρλωσε τα μάτια του, δεν ήταν δυνατόν, κάποιο αστείο του Παύλου μάλλον....
Ο Παύλος τέλειωνε το email με μια παράκληση: χρειαζόταν ένα σύντομο βιογραφικό της περσόνας του για να τον γνωρίσουν -όσο γινόταν- και οι άλλοι. Είχε καιρό μέχρι το τέλος της εβδομάδας.
 
Sen no Rikyū (1522-1591) is probably the most renown tea-master in Japan; the one who gave the final touches to chado/shado (the tea-ceremony or the Way -Tao/Dao- of the Tea) transforming it from an imported chinese passtime to the elegant doctrine we still practice today through the main schools: Urasenke, Omotesenke and Mushakojisenke.

Born in Sakai, a port town south of Osaka, he lived during an age of lawless civil war and served under Oda Nobunaga and Toyotomi Hideyoshi, powerful and feared hegemons. 


Rikyū’s practice stayed away from the exuberant splendor of his contemporaries, introducing the concept of "wabi". There’s a saying that: "The study of the Way of the Tea is to study Zen". Wabi probably is too difficult to define straightforwardly but still, we can mention its main qualities: wa (harmony), kei (respect), sei (purity), jaku (tranquility)

The story goes that when Hideyoshi, suspecting him of treachery, ordered
Rikyū to commit suicide, (seppuku or literally hara-kiri: the cutting of the belly), he wrote this last poem before calmly proceeding to his death:

Welcome to thee,
O sword of eternity!
Trough Buddha
And through Daruma alike
Thou hast cleft thy way

 

Αυτά έστειλε ο Χ. μετά από μια σύντομη μελέτη των πηγών του κι ο Παύλος τον ρώτησε γιατί δεν τα είχε μεταφράσει στα ελληνικά. "Θα 'ταν κρίμα για το ποίημα να μεταφραστεί άλλη μια φορά, κι από μένα μάλιστα", δικαιολογήθηκε εκείνος. Όσο για το cleft, ήταν από το cleave που σημαίνει ανοίγω δρόμο. "Με δυσκολεύεις...", κατέληξε ο Παύλος αλλά δεν επέμεινε άλλο. "Και ξέρεις δεν έχω καμιά ανάμειξη στο θέμα της σκατούλας". "Άσε που δεν χρειάζεται και βιογραφικό, ε?", του αντιγύρισε ο Χ., δεν μπορούσε ακόμα να το χωνέψει. "Μα τώρα στα σοβαρά, τι σόι διάλογο θα κάνω με μια σκατούλα, μου λες?". Όμως ο Παύλος ήταν βέβαιος πως στην διάρκεια της λαμπρής σταδιοδρομίας του σαν ασφαλιστής, ο Χ. είχε κάνει πολύ χειρότερες συζητήσεις. "Αυτό να λέγεται..." σκέφτηκε ο Χ. καθώς ξαναθυμήθηκε με φρίκη διάφορα θλιβερά περιστατικά., αλλά δεν του έκανε τη χάρη να συμφωνήσει.

Το Σάββατο είχαν την πρώτη συνάντηση κι ο Χ. ήταν νευρικός χωρίς να καταλαβαίνει γιατί. Όταν μπήκε πάντως, μόνον ο Ιησούς και ο Άι Βασίλης ήταν εκεί. Όλοι οι υπόλοιποι ήρθαν με καθυστέρηση. Στην αρχή ήταν τα τυπικά, ευτυχώς συντόνιζε ο Παύλος, εεε, η Virginia δηλαδή. "Είστε ελεύθεροι να ρωτήσετε όποιον και όποια θέλετε ό,τι θέλετε", είπε η Virginia.
"Δεν είναι κάπως απότομα, έτσι που ξεκινάμε?" αναρωτήθηκε ο
Άι Βασίλης (AB).
"Να τι θα βοηθούσε", πρότεινε η Γάτα (Γ), "αν περιγράφαμε κάπως τον χώρο και τον χρόνο? Θα 'ταν πιο συγκεκριμένο, δεν θα 'ταν?".
"Πολλά ξέρει αυτή για γάτα...", του πέρασε του Χ. απ’ το μυαλό χωρίς να το θέλει.
"Ναι, ναι, αυτό να κάνουμε!", συμφώνησε κι η Lolita (L), «να πούμε ότι είμαστε σ’ ένα σπίτι στο δάσος χειμώνα, με τζάκι...",
"Aρκεί να μην έχει κοντά λίμνη με πέτρες....", πετάχτηκε ο Serial Killer (SK). Του απάντησε μια σειρά από ερωτηματικά, κανείς -με εξαίρεση τον Χ. και τον Παύλο τουλάχιστον-, δεν έδειχνε να έχει καταλάβει τι ήθελε να πει. Ο Παύλος, εεεε, η Virginia δηλαδή, τον επανέφερε στην τάξη, τέτοια σχόλια παραήταν ειδικά, -άσε που ήταν και επιθετικά για την ίδια σκέφτηκε ο Χ. που είχε εντυπωσιαστεί ωστόσο με την επιδειξιομανία του άλλου-, και μήπως παρακαλώ μπορεί να είχαν μια συμπληρωματική εξήγηση? Ε ναι, "H Virginia Woolf είχε αυτοκτονήσει μπαίνοντας σε μια λίμνη με πέτρες στις τσέπες του παλτού της", κι αυτή την λεπτομέρεια δεν την ανέφερε ο Παύλος στο βιογραφικό του.
 

L 2 SK: Wow, τι κακός που είσαι!
SK 2 L: E βέβαια! Τι περίμενες δηλαδή? Και που να δεις τι έχω να σου κάνω στην συνέχεια εσένα ειδικά...
Ιησούς Χριστός (ΙΧ) 2 SK: Νομίζω ότι παραφέρεσαι κάπως.  

Γ 2 SK: Είσαι μεγάλος μαλάκας αλλά τι περιμένεις με τέτοια περσόνα?
SK 2 Γ: Και για σένα έχω κόλπα...
ΑΒ 2 SK: Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι? Γιατί χρησιμοποιείς τόσα αποσιωπητικά?
SK 2 ΑΒ: Άντε και γαμήσου εσύ...Γιατί έτσι μου αρέσει ρε.... να γιατί.....
SK 2 All: Να πάτε να γαμηθείτε...

Εδώ επενέβη η Virginia, η συζήτηση είχε ξεφύγει λίγο, -αυτό βέβαια ήταν ένα πολύ καλό σημάδι, έδειχνε τη δυναμική της ενέργειας που υπήρχε -κιόλας-, αλλά προς το παρόν καλύτερα θα έκαναν να θέσουν προσωπικές ερωτήσεις ο ένας στον άλλον σχετικά με τις περσόνες τους. Μόνον ο Χ. και η σκατούλα δεν είχαν μιλήσει ακόμα. Ο Χ. ένιωθε ταπεινωμένος. Η Lolita πάλι δεν ήθελε να της απευθύνει το λόγο ο Serial Killer, αυτό όμως ήταν αντίθετο στους κανόνες και ξανά παρενέβη η Virginia. Έπειτα όλοι μαζί ρώτησαν την Σκατούλα πως της είχε έρθει να διαλέξει τέτοια "περσόνα": "Ε, είχα μια ίωση τις τελευταίες μέρες και ήμουν πραγματικά άσχημα. Σε κάνουν να σκέφτεσαι τέτοια πράγματα πόσο αβοήθητοι είμαστε....". Σ’ αυτό συμφώνησε ακόμα κι ο Serial Killer. Μέχρι το τέλος της συνάντησης, του Χ. δεν του απεύθυναν το λόγο ούτε μια φορά.

Την επόμενη μέρα της συνάντησης βρήκε ένα email του Παύλου που τον παρηγορούσε διακριτικά. Ίσως έπαιρνε λίγο καιρό στους συνομιλητές του μέχρι να τον συνηθίσουν, πάντως δεν έπρεπε να το βάζει κάτω. "Συνομιλητές να σου πετύχει...." σκεφτόταν ο Χ. με θυμό που άγγιζε επικίνδυνα την περιφρόνηση, όμως στο τέλος αναγκάστηκε να το παραδεχτεί: ένιωθε σαν την αποτυχημένη στολή στο μασκέ-πάρτι, που φεύγει πρώτη γιατί κανείς δεν της δίνει σημασία, ό,τι κι αν λέει η συμπαθητική οικοδέσποινα με το καληνύχτα.

Ακολούθησε ένα τηλέφωνο:
"Γιατί δεν κάνεις κάτι για να σπάσει ο πάγος? Ένα τσάι-πάρτι ας πούμε...Ναι, μια τελετή του τσαγιού! Στο κάτω-κάτω αυτό δεν ήθελες να μας γνωρίσεις?". "Δεν είσαι σοβαρός Παύλο λέω εγώ...Τι να καλέσω δηλαδή? Την σκατούλα σε τσάι? Δεν είμαστε καλά....Και που θα καθίσει μου λες? Θα μου λερώσει το tatami, άσε που θα βρωμάει κιόλας! Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!". "Άμα θες εσύ όλα γίνονται, σημασία έχει να υπάρχει διάθεση για επικοινωνία. Βάζεις ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα τώρα όμως είμαι σίγουρος πως θα βρεις μια λύση, έτσι? Σκέψου το και πες μου, κι εγώ θα ειδοποιήσω και τους άλλους".

Ο Χ. είχε βρει το μπελά του, αυτό ήταν σίγουρο. Βλαστημούσε τώρα την ώρα και την στιγμή που είχε συμφωνήσει να πάρει μέρος σε μια τέτοια κωμωδία. Ο Παύλος του κόστιζε ήδη μια περιουσία κι αυτό έκανε ακόμα πιο ανυπόφορη την κατάστασή του, όμως πάλι μήπως όλη αυτή η αντίδραση ήταν απλά το σύμπτωμα του προβλήματός του? Μήπως γι’ άλλη μια φορά αρνιόταν -όπως το είχε θέσει ο Παύλος- "να επικοινωνήσει"?

Στρώθηκε κάτω να βρει κάποια λύση για να μπορέσει κι η σκατούλα να παρευρεθεί στην τελετή σε ίσους όρους με τους άλλους. Διάθεση για επικοινωνία λοιπόν και καθόλου απομονωτικές και παρεΐστικες τάσεις, αλλά να, δεν έβγαινε με τίποτα! Ακόμα και τη γάτα τη βόλευες κάπου, σε μια γωνιά στην tokonoma στην ανάγκη, αλλά την σκατούλα πως?

Σιγά-σιγά άρχισε να νιώθει πως τον αντιπαθούσε φοβερά τον τύπο και πως τον πείραζε πολύ η ανοχή, για να μην πούμε το ενδιαφέρον και η αποδοχή των υπόλοιπων για μια τέτοια όχι μόνο ταπεινή αλλά και 'βρωμερή' προσωπικότητα. "Άδικο, πολύ άδικο...." σκέφτηκε με παράπονο, "να 'χεις ολόκληρο Δάσκαλο του τσαγιού και να μην του δίνεις σημασία...".

Μετά από λίγο όμως: "Έχει γούστο να ζηλεύω...".

Και διπλασίασε την προσπάθεια για να βρει λύση.

1999/2008

more...