Ήταν στα γενέθλιά μου; τότε που ο Μakoto κι η Annita μου χάρισαν το καλύτερο πάρτυ πυροτεχνημάτων δίπλα στο ποτάμι; μάλλον στη χειμωνιάτικη γιορτή μου γιατί που να βρεθούν μέσα στο κατακαλόκαιρο πορτοκάλια, κι είχα κόσμο -κυρίως κάποιες ξένες συμφοιτήτριες επίσης υπότροφες, ίσως ήταν κι ο Κώστας αλλά μπορεί και όχι, τόσο μακριά που έμενε- στο ευρύχωρο για τα γιαπωνέζικα δεδομένα μονόχωρο διαμερισματάκι μου, που αν και στη χειρότερη μεριά της πόλης, είχε βεράντα που μάλιστα έβλεπε ένα μικρό κομμάτι του ποταμού. Κάποια στιγμή ήρθε ένας αρκετά νεότερος γιαπωνέζος συμφοιτητής από διπλανό studio, o Jun, πιο όμορφος από όλες τις αγαπημένες του Αστραφτερού Πρίγκηπα μαζί, και μόνιμο αντικείμενο πόθου μου. Κι έφερε μαζί του για δώρο, όχι ένα και δύο αλλά ένα ολόκληρο δίχτυ γεμάτο πορτοκάλια. Όλες σοκαριστήκαμε. Πάλι με τα γιαπωνέζικα δεδομένα και για την εποχή, το δίχτυ εκείνο ισοδυναμούσε με μονόπετρο. Τη στιγμή που μου το πρόσφερε ένιωσα περίπου σα να μου είχαν κάνει πρόταση γάμου. Όταν είχε πρωτοέρθει η μετέπειτα αδερφική φίλη μου Ana, ο Jun είχε αποτελέσει μεταξύ αστείου και σοβαρού το μήλο της έριδος ανάμεσά μας. Τον είχε αμέσως ξεχωρίσει αλλά της εξήγησα καθαρά πως προηγούμουν και φυσικά υποχώρησε. Σύντομα μάλιστα τα έφτιαξε με τον βοηθό στο studio της Celina και γύρισαν κάποτε μαζί στη Βαρκελώνη. Ώσπου μόλις ο Makoto είχε σιγουρέψει τη θέση του στο μεγαλύτερο διεθνές γραφείο της πόλης με δική της σύσταση, την εγκατέλειψε. Τι ακριβώς όμως είχα καπαρώσει εγώ; Με τον Jun συνεννοούμασταν με κάποια άθλια γαλλικά, τα γιαπωνέζικά μου ήταν σχεδόν ανύπαρκτα και τα αγγλικά του επίσης. Σχεδίαζε να επισκεφθεί το Παρίσι και υποτίθεται πως τον βοηθούσα στην προφορά παίρνοντας με τα δάχτυλά μου μεγάλες ελευθερίες με τα τρυφερά του χείλη όταν υποτίθεται πως ήθελα να του δείξω πρακτικά κάτι. Ένα μεσημέρι όμως μας πέτυχε ο γενικά ευχάριστος καθηγητής μου μισοξαπλωμένους πάνω στους πάγκους που κόβαμε τις μακέτες και η απότομα σοβαρή του έκφραση με έκανε να καταλάβω πως το είχα παρακάνει. Από τότε αραιώσαμε τις συναντήσεις μας. Στο δικό του studio έτσι κι αλλιώς ήταν αδύνατον να κάνω επισκέψεις, ο καθηγητής του ήταν με απόσταση ο ξινότερος της σχολής. Εκείνο το βράδυ λοιπόν όταν έφευγαν σχεδόν όλες ήταν επιτέλους η μεγάλη ευκαιρία να βρεθούμε με τον Jun που εξάλλου πρώτη φορά ερχόταν σπίτι μου. Ίσως είχε πανσέληνο, ίσως όχι, πάντως ήταν ρομαντικά. Και τότε η Celina αποφάσισε να μείνει. Είχε χάσει το τελευταίο τρένο και ήταν μακριά για να περπατήσει μέσα στο κρύο μέχρι την εστία της. Κι έτσι έφυγε ο Jun. Αποχαιρετιστήκαμε πολύ τρυφερά αλλά δεν τον ξαναπλησίασα τόσο κοντά ποτέ. Σε μια φωτογραφία του πάρτυ της αποφοίτησης τον κρατάω αγκαζέ και ξεκαρδίζομαι στα γέλια κοιτώντας τον φακό. Εκείνος απλά χαμογελά. Λίγο καιρό αφότου είχα επιστρέψει πήρα μια κάρτα του από το Παρίσι, νομίζω με τη Notre-Dame, που την κράτησα. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που είχα νέα του. Κι έτσι πέρασα την παραλίγο νύχτα του έρωτα με τη Celina, λίγο κοιμηθήκαμε πολύ μιλάγαμε, όχι πως θυμάμαι τι λέγαμε. Της χρώσταγα για τη βοήθεια στην πτυχιακή και περνάγαμε καλά μαζί τα βράδια όταν δουλεύαμε στο studio μέχρι αργά. Mια φορά μαγείρεψε κι έφερε τη νοστιμότερη feijoada που έχω δοκιμάσει ποτέ. Έβγαλα τα πούρα που μας είχε φέρει ο καθηγητής μου από τη Μπογκοτά -αρχικά μόνο στ’ αγόρια αλλά και σε μένα αφού διαμαρτυρήθηκα- ήπιαμε sochu και κάναμε φοβερό κέφι. Λίγο καιρό αργότερα πέρασε κι από την Αθήνα για διακοπές. Έμεινε στο πατρικό μου κι όπως έλεγε χαχανίζοντας, κοιμήθηκε στο κρεβάτι μου. Ήταν εξουθενωτική εκείνη η ευρωπαϊκή τουρνέ γιατί περνώντας από το Μαρόκο της φορτώθηκαν τόσο που αναγκάστηκε ν’ αγοράσει ένα χαλάκι προσευχής -η Celina δύσκολα έλεγε όχι- κι όσο μικρό να ήταν το κουβάλησε παντού στο ταξίδι με τη ζέστη. Με το τέλος του ερευνητικού της προγράμματος δεν έδωσε εξετάσεις -που έτσι κι αλλιώς τυπικές ήταν για μας τους υποτρόφους- για να μπει σε μεταπτυχιακό, κι ας ήταν στο studio του πιο διάσημου καθηγητή στη σχολή τότε. Άλλη ιστορία πως την είχε επιλέξει εκείνος, το παλιό τζάκι. Είχε το θράσος να της το πει κάποια φορά και η Celina το επαναλάμβανε χωρίς να την πειράζει ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε: τον είχαν εντυπωσιάσει τα πεταχτά της αυτιά και η "ινδιάνικη ασχήμια της"...Γύρισε πίσω στο Σάο Πάολο, στη φτωχή και προβληματική οικογένειά της, και δεν κράτησε επαφή. Μόνο μια φορά με τον σεισμό του ‘99 με πήρε τηλέφωνο. Από κάπου γύριζα από διακοπές και μπαίνοντας σπίτι μόλις που πρόλαβα να το σηκώσω. Δεν πίστευα τ’ αυτιά μου όταν άκουσα τη φωνή της και χάρηκα πολύ. Είχε ανησυχήσει κι ήθελε να μάθει πως ήμουν. Αυτή ήταν ή πρώτη και τελευταία φορά που επικοινώνησε, στη συνέχεια μάθαινα σποραδικά νέα της από τον κολλητό της Eduardo. Eκείνος μάλιστα ήρθε κι έμεινε μαζί μου μια φορά, πήγαμε και στο Αγγίστρι μαζί, κι όταν εγώ πήγα στο Τόκιο την πρώτη φορά μετά την επιστροφή μου το 2004 έμεινα μαζί του στο τεράστιο διαμέρισμα που νοίκιαζε τότε η εταιρεία του, η διαβόητη Lehman στο Roppongi γι'αυτόν και τον γιαπωνέζο φίλο του. Κρατήσαμε και κρατάμε επαφή με τον Eduardo αν και όχι τακτικά. Παρακολούθησα με σχετική καθυστέρηση τις κυριότερες μετακινήσεις του όσο οι διεθνείς πελάτες του τον πηγαινόφερναν από τη μια άκρη στην άλλη για να προσφέρει τις ακριβοπληρωμένες κρυπτογραφικές του υπηρεσίες – βρέθηκε από τη Φραγκφούρτη στη Σιγκαπούρη δυστυχώς λίγο πριν η εταιρεία καταρρεύσει δίνοντας το σήμα για τη μεγάλη κρίση, στη συνέχεια Λονδίνο, Σκωτία και τώρα Οξφόρδη με όλο και μεγαλύτερα διαλείμματα στο Ρίο, την πόλη του. Πάντα ρώταγα για τη Celina όμως ίσως και να μην το έκανα τόσο συχνά όσο νόμιζα. Φέτος τις γιορτές που ρώτησα ξαναπεριμένοντας μια ακόμα τυπική απάντηση έμαθα πως πάνε κιόλας κάμποσα χρόνια που η Celina είναι πεθαμένη. Από θρόμβωση. Δεν ήξερα καν αν είχε προβλήματα υγείας ή συνέβη κάτι έκτακτο. Ο Eduardo πιστεύει πως μου το 'γραψε, αλλά δεν είναι και σίγουρος. Θυμάμαι αμυδρά πως ένας αδερφός της που είχε προβλήματα υγείας είχε πεθάνει, τώρα έμαθα πως η γιαπωνέζα μητέρα της πήγε να μείνει με την άλλη της κόρη που είναι ακόμα στην Ιαπωνία. Κοιτάζω το πορτοκάλι στο χέρι μου, κι όπως ανοίγει φέτες-φέτες προσκαλεστικά, γενναιόδωρα, μοιάζει με αντεστραμμένο φακό, ακτινοβολεί από τα μέσα. Τη ζέστη της μνήμης, κομμάτια κι αποσπάσματα από μια παλιά αγαπημένη εποχή που κλείδωσε τους πρωταγωνιστές της αιώνια νέους, χαρούμενους και υγιείς στη θαλπωρή της ανάσας της. Σαν κι εμένα όσοι κρατιούνται έξω από την αρένα των μέσων δε γλυτώνουν μόνο από τον θόρυβο αλλά διατηρούν κιόλας το προνόμιο να ονειροπολούν και ν’ αναρωτιούνται ακόμα αψηφώντας τις βεβαιότητες. Δαγκώνω ένα ζουμερό κομμάτι απ΄ το πορτοκάλι μου -η γεύση είναι γλυκιά, πικρή, γλυκιά, πικρή, γλυκιά.
more...















































