Tuesday, March 31, 2009

Μπροστά στη Βουλή



Δευτέρα μεσημέρι

more...

Saturday, March 21, 2009

Medea Electronique at Booze



19/3/2009



Stelios rocks!

more...

Tuesday, March 17, 2009

Spring, slowly


more...

Tuesday, February 24, 2009

Portrait of the artist at a young age


Στο κλείσιμο της ομιλίας του Γιάννη Κουνέλλη στην ΑΣΚΤ με την ευκαιρία της αναγόρευσής του σε επίτιμο καθηγητή. Όχι πια ο δικός μου Ν.

more...

Saturday, February 14, 2009

Valentines


Both limericks by Γ.Τ.


Κάποια σαδίστρια βαρόνη
ιδιαιτέρως την καυλώνει
όχι an Sich το πέος
μα πιο πολύ το δέος
που τα γουρούνια σ’ εραστές μεταμορφώνει.

An Sich: in itself, ως τέτοιο.

Ήταν ένας νέος εν Ναυπάκτω
που ’λεγε στην καλή του: «Ipso facto
καθίσταται το σεξ
dulcis, sed dura lex.
Τουτέστιν: πρώτα γλύψ’ το, μετά fuck το».

ipso facto: εκ του γεγoνότος μόνον, αυτομάτως.
dulcis, sed dura lex: γλυκός, αλλά σκληρός νόμος.




στη Ν. που βρήκα τυχαία μετά από πολύ καιρό.

more...

Friday, January 23, 2009

Γαλήνη


The host will not enter the room until all the guests have seated themselves and quiet reigns with nothing else to break the silence save the note of the boiling water in the iron kettle. The kettle sings well, for pieces of iron are so arranged in the bottom as to produce a peculiar melody in which one may hear the echoes of a cataract muffled by clouds, of a distant sea breaking among the rocks, a rainstorm sweeping through a bamboo forest, or the soughing of pines on some faraway hill.

Τhe Book of Tea, by Okakura Kakuzo (a.k.a. Tenshin), Kodansha International, Tokyo and New York 1989, p. 83 [first ed. 1906]

more...

Wednesday, January 7, 2009

Congrats! It's a new year and it's black!


[...]
I am terrified by this dark thing
That sleeps in me;
All day I feel its soft, feathery turnings, its malignity.
[...]

Elm, from Ariel, by Sylvia Plath

more...

Monday, December 22, 2008

Μήδεια² interrupted


Eίμαστε ζωντανοί;

more...

Friday, December 12, 2008

pls, όχι άλλη ένδοξη θέα...



Ήταν λάθος μέρα να κατέβει να δει το διαμέρισμα, ή μάλλον νύχτα γιατί ο άλλος επέμενε πως τότε έπρεπε να ’ρθει για ν’ απολαύσει τη θέα. Σε κανονικές συνθήκες ούτε που θα το συζήταγε αλλά το νοίκι ήταν προκλητικά χαμηλό, η θέση θαυμάσια κι η άγνωστη φωνή στο τηλέφωνο τoν τράβαγε μ' έναν περίεργο τρόπο. Την τρίτη νύχτα που καιγόταν η Αθήνα για τη δολοφονία του Αλέξη, κατέβηκε στου Ψυρρή.

Είπε να μην πάει περικυκλωτικά αλλά να προσπαθήσει να περάσει από πιο κέντρο. Τις προηγούμενες μέρες το
’χε αποφύγει κι ένιωθε πως δεν ήταν σωστό να μην πάρει έστω και μια γεύση απ’ ό,τι ζούσαν οι άλλοι, οι λιγότερο προφυλαγμένοι. Τις εικόνες βέβαια τις έβλεπε σε συνεχή αναμετάδοση από την TV όμως ποτέ τελικά δεν είναι κανείς προετοιμασμένος για την ''αληθινή'' πραγματικότητα.

Περίμενε λοιπόν πιο πολλή δράση αλλά φαίνεται πως τα γεγονότα προσωρινά είχαν μεταφερθεί σε άλλες μεριές της πόλης κι έτσι αν και το σκηνικό θύμιζε εγκαταλειμμένο πεδίο μάχης με τα απομεινάρια της φωτιάς, τις σπασμένες ή λαβωμένες τζαμαρίες, τους αναποδογυρισμένους κάδους και προπαντός τα χημικά που του
’καιγαν το λαιμό και τα μάτια, για μεγάλο διάστημα δε συνάντησε ούτε σκύλο. Από μακριά μόνο ακούγονταν πότε-πότε κρότοι που έμοιαζαν υπερβολικά με πυροβολισμούς, κάποιο ασθενοφόρο ή alarm κι αυτό ήταν όλο.

Πλησίαζε στον προορισμό του που σημαίνει πως είχε χωθεί για τα καλά στα στενάκια της γειτονιάς όταν διέκρινε από μακριά μερικά τζάνκια που
’χαν στρωθεί στο πεζοδρόμιο με την άνεσή τους χωρίς αυτή τη φορά ν’ ανησυχούν πως οι μαγαζάτορες ή οι μπάτσοι θα τα κυνηγήσουν. Οι μπάτσοι ήταν αλλού απασχολημένοι, τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Δεν είχε ξαναδεί του Ψυρρή τόσο έρημο ούτε τότε που χιόνισε.

Βάραινε παράξενα η ησυχία μαζί με τη ψύχρα άλλης μιας ταραγμένης νύχτας που πλησίαζε. Στο τέλος για να εκπληρωθεί η ευχή του από κάποια μεριά ακούστηκαν τρεχαλητά κι ώσπου να καλοκαταλάβει φάνηκαν πρώτα δυο τύποι, ο ένας με κράνος, ο άλλος με κουκούλα κι από πίσω τους ασθμαίνοντας δυο Ματατζήδες. Στην στροφή μπροστά του οι τύποι χωρίστηκαν αναγκάζοντας τα Ματ ν' ακολουθήσουν τον έναν, εκείνον με την κουκούλα που πέρασε ξυστά δίπλα του φέρνοντας τα γκλομπ τους σε απόσταση αναπνοής από το κεφάλι του.

Την κλωτσιά την ένιωσε αλλά δεν κατάλαβε από που του
’ρθε. Ο δεύτερος Ματατζής πρέπει να πέρασε από πάνω του καθώς έσκυβε, τον είχαν πετάξει πάνω στα κατεβασμένα ρολλά ενός μαγαζιού. Ο θόρυβος που ’κανε το κεφάλι του πάνω στα σιδερικά αντήχησε τρομακτικός μες στο μεδούλι του μυαλού του. Έχασε τον κόσμο γύρω του και άρχισε να συνέρχεται μόνο όταν κάποια πολύ ευκίνητα δάχτυλα τον ψαχούλεψαν απαλά κάτω απ’ το μπουφάν για να του πάρουν το πορτοφόλι. Τώρα ό,τι και να ’ταν, το ένστικτο ή οι πολεμικές ταινίες που ’χε δει, τον έκαναν να κρατήσει κλειστά τα μάτια, σχεδόν να μην ανασαίνει όσο ο άλλος τον έκλεβε. Όλα αυτά έγιναν γρήγορα σαν αστραπή, μαζί με το πορτοφόλι του έκανε φτερά κι ο άγνωστος κι όταν τόλμησε ν’ ανοίξει τα μάτια του γύρω δεν υπήρχε ψυχή.

Στο τέλος στάθηκε στα πόδια του, τίναξε από συνήθεια τα ρούχα του μα συνέχιζε να τρέμει. Από το ανοιγμένο του κεφάλι το αίμα είχε φτάσει στο λαιμό του, λέρωνε το γιακά και κόλλαγε στο πρόσωπο, το αισθάνθηκε με τις άκρες των δαχτύλων του χωρίς όμως να νιώθει πόνο.

Σα να μην μπορούσε να κάνει αλλιώς συνέχισε την πορεία του προς εκεί που τον περίμεναν. Κάπως σα να μην συνέβη σ’ αυτόν αλλά σε κείνον τον άλλον που είχε το όνομα, την ταυτότητα και τις κάρτες στο πορτοφόλι του.

Όταν χτύπησε το κουδούνι και του άνοιξαν κόντεψε να βάλει τα κλάματα από τη συγκίνηση όμως βγαίνοντας από το ασανσέρ τα χρειάστηκε. Το φως δεν άναβε, από την κλειστή πόρτα ξεχυνόταν ροκ μουσική στη διαπασών, κι όσο κι αν χτύπαγε δεν τον έπαιρνε είδηση κανείς.

Μερικά λεπτά αργότερα άνοιξε επιτέλους η πόρτα και στο σκοτάδι του κλιμακοστασίου προστέθηκε ένα μπλε μισόφωτο από το εσωτερικό του διαμερίσματος. Μαζί με τη μουσική βγήκε στην πόρτα ένας σωματώδης άντρας που η ανάσα του μύριζε αλκοόλ. Το σκέφτηκε λίγο αλλά τελικά μπήκε, τι χειρότερο μπορούσε να πάθει;

Μέσα το σκηνικό ήταν περίεργο, μισο-μαγαζί, μισο-έκθεση: ''Ο πολυχώρος μου!'', είπε ο τύπος σέρνοντας τα λόγια του και κάνοντας μια πλατιά κίνηση που τ’ αγκάλιαζε όλα: το μπαράκι στην άκρη με τα ποτά και τη μουσική, -που τη χαμήλωσε τελικά-, τις φωτο στον τοίχο που δεν διακρίνονταν καθαρά, και προπαντός κάτι παράξενα φωτιστικά, ιδιοκατασκευές, με κρόσια και μαύρα πανιά.

''Κουρέλι του ’68; θα μπορούσε να
’ναι πατέρας μου'', σκέφτηκε κοιτάζοντας τη γκρίζα κοτσίδα του τύπου που του ’χε γυρίσει την πλάτη. ''Να σου βάλω ένα ποτό; Έχω πιει μισό μπουκάλι βότκα'', λες και δε μπορούσε να το καταλάβει.

''Απόψε είμαι ο κανένας'', είπε κι εκείνος για να κάνει εντύπωση. Και διηγήθηκε την περιπέτειά του με τα Ματ και τον πορτοφολά. Κι όταν ο άλλος δεν το σχολίασε: ''Πριν δυο χρόνια, παραμονή Πρωτοχρονιάς, βρήκαμε με κάτι ξένους φίλους έναν πεθαμένο στη Σταδίου, να κάθεται οκλαδόν μπροστά σ’ ένα κουτί της ΔΕΗ. Ώσπου να ''ρθει το ΕΚΑΒ χρειάστηκε να φυλάμε σκοπιά για να μην τον κλέψει ένας κακομοίρης που παραμόνευε σαν όρνιο δίπλα του''.

''Μμμμ'', έκανε ανέκφραστα ο άλλος σα να μην είχε προσέξει ποτέ το ματωμένο του μάγουλο. Και μετά: ''Χτες ήμουν σ’ ένα ντου, σπάσανε μια βιτρίνα στη γωνία Χέϋδεν και Πατησίων, μπαίναν όλοι, πήρα κι εγώ. Αλλά και σ’ αυτό άτυχος, και η ζώνη και η τσάντα γυναικείες... Δε βαριέσαι, θα τα κάνω δώρο. Έπρεπε να
’βλεπες τους ξένους, στην αρχή φοβόντουσαν, μετά ξεθάρρεψαν και δεν τους μάζευες!''.

Γιατί όμως το νοίκι ήταν τόσο χαμηλό; ''Θα κρατήσω τα σκυλιά μου στο δώμα, οι περισσότεροι την κάνουν μόλις το ακούνε. Όμως είναι ώρα να δεις τη θέα'', και με μια ακόμα πιο θεατρική χειρονομία μάζεψε τις κουρτίνες και φάνηκε μπροστά του η Ακρόπολη, ολόφωτη και τόσο κοντά που έτσι να
’κανε, -έτσι του φάνηκε-, την άγγιζε.

Βγήκαν στο μπαλκόνι του ρετιρέ. Εδώ πάνω φύσαγε περισσότερο κι ο αέρας ήταν ακόμα πιο καφτερός, του
’φερε βήχα και δάκρια. Ο άλλος τον πλησίασε από πίσω, ένιωσε την ανάσα του ζεστή στο σβέρκο. ''Μας γάμησε η γενιά σου'', σκέφτηκε. ''Θα πεθάνουμε με τη λαχτάρα πως δε ζήσαμε αυτά που νομίζουμε πως ζήσατε, κι όσα προσπαθούμε να ζήσουμε με τη σειρά μας, τα ζούμε σα φάρσα''.

Η Ακρόπολη μπροστά του αιωρούνταν πάνω από το καταθλιπτικό σκοτάδι της πόλης, υπέρλαμπρο διαστημόπλοιο ενός άλλου μακρινού, χαμένου για πάντα πολιτισμού. Θυμήθηκε την απορία μιας Κινέζας φίλης: ''Πως είναι να ζεις στη σκιά της;'', ''Βαρύ. Αλλά μόνο όταν την προσέχεις, δηλαδή σπάνια''.

Απόψε ήταν δύσκολο να την αγνοήσεις και σχεδόν αφόρητο να την κοιτάς. Του
’φερνε πόνο η φωτεινή της ομορφιά, η γαλήνια αδιαφορία της. Γύρισε στον διπλανό του: ''Αν την καίγαμε κι αυτή;'', εκείνος χαχάνισε. ''Αν ξαναρχίζαμε;''.

Μακριά πάλι κάποια σειρήνα ασθενοφόρου ή πυροσβεστικού έπιασε να σφυρίζει αλαφιασμένη. Απ’ το δώμα τα σκυλιά λύσσαξαν στο γαύγισμα.





more...

Monday, December 1, 2008

Study for a Crucifixion


Amidst the disciplined crowds that were tiptoeing noiselessly in odd angles trying not to obstruct each other’s views of the Francis Bacon paintings at the Tate, there stood a very thin and tall creature with a shaven scalp, pale and frail, in front of his triptych of a Crucifixion.

It took a while before long eyelashes betrayed her as a young female and till then one could only comment on how stick-like the legs were and about the manner in which the left shoulder of a simple, dark blue coat fell looking at it from the back.

She had stood in front of this particular painting for a long time, chin at hand, face contorted in deep thought, while around her people constantly changed places. She may as well be invisible.

If it was true that most people would rather not look when sickness or death is looming then all this professed appetite for framed carnage was even more striking.

Despite the cheerfully colored backgrounds and the secondary actors who looked as if they couldn’t care less, -or because of that-, one could not shake the feeling that the black stains all over the left and right canvasses were not ordinary. They reminded one of flies caught in the act of feasting on rotting flesh, more animal than human.

Bacon should be around to connect the dots creating another web of lines starting from where reality springs to where the canvas ends. Time was rushing head-on from the young woman’s side to its proper annihilation.

She kept looking on as crowds went by.

more...

Tuesday, November 25, 2008

London calling




















more...

Wednesday, November 5, 2008

USA Elections 2008 day after

more...

Sunday, October 12, 2008

Tuesday, September 30, 2008

Και τώρα λίγος ‘αστικός τρόμος’ έτσι για αλλαγή...



‘Μan desires to be the powerless victim of the furious rage of a beautiful woman’. Algernon Charles Swinburne (1837-1909), English poet and pervert
(Τhe Complete Book of Vampires, by Leonard R. N. Ashley, Barricade Books, New York 1998)


Αυτό συνέβη στου Ψυρρή, στην οδό Ευμορφοπούλου που κατά τα άλλα έχει το χάλι της τι με τα τζάνκια και τα καταρρέοντα νεοκλασικά, την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου λίγο πριν τις μεγάλες φωτιές.

Ο Χ., καλοτεχνίτης που στα 35 του είχε καταλήξει να κάνει graphics και tattoos, νοίκιαζε εκεί από τότε που ήταν φτηνά ένα μονόχωρο ημιυπόγειο για σπίτι και studio δίπλα στη γνωστή γκαλερί και κοντά στο cult πια μαγαζάκι με τα σκόρδα.

Εκείνο τον καιρό καθώς είχε πολύ ελεύθερο χρόνο και καθόλου λεφτά ξανάρχισε να πειραματίζεται με design drugs μέχρι που ένα βράδυ φτιάχτηκε άσχημα, λιποθύμησε στο μπάνιο και πέφτοντας χτύπησε τη μύτη του στο καπάκι της λεκάνης.

‘Πάλι καλά που δεν την έσπασες, τη λεκάνη βέβαια...’, είπε η Z. σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να κάνει πλάκα. ‘Άσε που δεν έμεινες στον τόπο...’, πιο σοβαρά μετά χαζεύοντας το μεγάλο μπλε-που-σύντομα-θα-γινόταν-μωβ σημάδι. Τον είχε ακούσει σχεδόν απελπισμένο στο τηλέφωνο και είχε περάσει να τον δει φέρνοντας κινέζικο. ‘Παράτα τα τα γαμημένα’, συνέχισε με λίγη περισσότερη ένταση απ’ όση μπορούσε ν’ αντέξει ο Χ. εκείνη την ώρα, ρίχνοντας μια ματιά στο χάος που επικρατούσε γύρω της και κάνοντας να του χαϊδέψει τα μαλλιά, γκρίζα κιόλας.

Όπως γινόταν πάντα ο Χ. τραβήχτηκε πίσω απότομα από αμηχανία μόνο που αυτή τη φορά εκνευρίστηκε κι από πάνω. Αρνούμενος πεισματικά να συναντήσει το βλέμμα της συνέχισε να κοιτάει οπουδήποτε αλλού κι έπιασε να στρίβει τσιγάρο.

Με τη Z. που την ήξερε από τη σχολή πηδιόντουσαν για κάποια φεγγάρια παλιότερα, όχι τίποτα σοβαρό. Όταν φάνηκε να χωρίζουν οι δρόμοι τους, -εκείνη κατέληξε σε μια διαφημιστική, γεγονός που της εξασφάλισε τη μόνιμη κοροϊδία του-, κράτησε την επαφή με μεγάλη προσπάθεια από μέρους της. Ο αρχικός άγονος έρωτας είχε δώσει τη θέση του σ’ ένα κράμα ανησυχίας και τρυφερότητας που συνέχιζε να μη βρίσκει ανταπόκριση.

Η Z. πήρε πίσω το χέρι της και μ’ έναν μικρούτσικο αναστεναγμό έπαιξε το καλό της χαρτί: ‘Έχω κάτι που θα σ’ αρέσει. Θα στο στείλω αύριο’. Αυτό έπιανε πάντα. Ο Χ. ενδιαφέρθηκε ξαφνικά, -βρισκόταν εξάλλου σε διαρκή αναζήτηση του μακάβριου και του πρωτότυπου, όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά-, και τα μάτια τους συναντήθηκαν.

Αυτό που είχε συμβεί ήταν πως ο Π.Μ.Δ.Α., (Πολύ Μαλάκας Δημοσιογράφος του Αστυνομικού ρεπορταζ, κατά τον Χ.) γκόμενός της τον τελευταίο χρόνο, είχε στα χέρια του κάποιες εντυπωσιακές φωτογραφίες μιας όχι πια νέας πόρνης, σκοτεινής εμφάνισης κι ακόμα σκοτεινότερης καταγωγής, που όπως φαίνεται είχαν πετάξει στον ακάλυπτο από τον 6ο ενός ξενοδοχείου στην Ομόνοια χωρίς η είδηση να καταφέρει να περάσει στα ψιλά ούτε καν σαν αυτοκτονία.

Από το πρόσωπο της γυναίκας δεν είχαν μείνει πολλά πράγματα αλλά μυστηριωδώς από τον λαιμό και κάτω το ομολογουμένως καλοφτιαγμένο κορμί της είχε μείνει ανέπαφο μέχρι τις άσπρες πατούσες όπου εντελώς αναπάντεχα βρισκόταν κομμένο στα δύο ένα περίπλοκο kanji-tattoo. ‘Σκέφτηκα πως θα σ’ ενδιέφερε’ του είπε απλά.

Για να γίνει το πράγμα ακόμα πιο γοητευτικό μια κοινή φίλη που ήταν μισή Γιαπωνέζα από τη μάνα της δεν είχε καταφέρει να το αποκρυπτογραφήσει παρά μερικά. ‘Κινέζικο θα 'ναι’ απεφάνθη. ‘Eμάς τα δικά μας δεν ξεπερνούν τις 23 strokes’ (1) κι αυτό είναι τίγκα στην περικοκλάδα. Στη ρίζα του (2) πάντως έχει το διάβολο μέσα του, χε, χε’.

Το tattoo, one-piece πλέον, αποδείχτηκε κατώτερο των προσδοκιών αλλά τι να περιμένει κανείς από το γούστο μιας διαφημίστριας; σκέφτηκε πικρόχολα ο Χ. το επόμενο βράδυ μπροστά στην οθόνη του laptop. To όντως εντυπωσιακό kanji ξεπρόβαλε μέσα από μια γιρλάντα με τριανταφυλλάκια που στο κάτω μέρος τους κατέληγαν σε μια αναγκαστικά σπασμένη αλυσίδα. Η αποθέωση του camp αν και η τεχνική ήταν καλή, αυτό έπρεπε να το παραδεχτεί. Του ήρθε πάντως μια ιδέα: αφού κατάργησε τη γιρλάντα κι ένωσε την αλυσίδα πρόσθεσε σα λεζάντα κάτι original, κόντρα στην απανταχού λαϊκή σοφία: WAKE THE DEAD. Eδώ έβαλε την πιο goth γραμματοσειρά του. Λίγο μετά το αποτέλεσμα τον δικαίωνε. Ευχαριστημένος έγραψε δυο λόγια στο chat στον κολλητό του και τοιμάστηκε να μπει στο ντους για ν’ ανέβει στον επάνω κόσμο.

Είχαν μόλις περάσει μεσάνυχτα που βγήκε από το μπάνιο δροσερός κι έψαχνε για καθαρό μπλουζάκι όταν παρατήρησε δυο περίεργα πράγματα: πρώτον, επικρατούσε ησυχία να την κόψεις με το μαχαίρι, κάτι ασυνήθιστο για την περιοχή ακόμα και για ένα ζεστό αυγουστιάτικο βράδυ καθημερινής. Και δεύτερον: από κάπου φαινόταν να έρχεται μια απαίσια ψαρίλα που τρύπωνε παντού. Χωρίς να ξέρει γιατί έμεινε απορημένος μόνο με το παντελόνι και ξυπόλητος μέχρι που την προσοχή του τράβηξαν βήματα που πλησίαζαν στον φεγγίτη-παράθυρό του.

Ό,τι κι αν ήταν αυτό που ερχόταν αντηχούσε κυριολεκτικά μες στ’ αυτιά του, σκέφτηκε, καταλήγοντας πως παραδόξως το περπάτημα θύμιζε γυναίκα που μιμείται άντρα που μιμείται γυναίκα κοκ.

Και τότε την είδε, τουλάχιστον ένα μέρος της. Ήρθε και στάθηκε πάνω στα πανύψηλα στιλέττο-τακούνια της ακριβώς μπροστά του με τα πόδια ανοιχτά σα να τον προκαλούσε ν’ αναμετρηθεί μαζί της. Η ‘δανεισμένη’ του ‘θέα’ (3) έφτανε μέχρι τη μέση απ΄ τα μπούτια της αλλά ό,τι έβλεπε άξιζε και με το παραπάνω. Στο λευκό φως του δρόμου που 'πεφτε απ’ το πλάϊ ο Χ. άθελά του πρόσεξε πως τα νύχια της γυναίκας ήταν βαμμένα σ’ αυτό το κοτέ έντονο κόκκινο που συχαινόταν.

Τον έπιασε ωστόσο μια λαχτάρα να τη δει ολόκληρη κι από κοντά και χωρίς να μπορεί να το ελέγξει όρμησε όπως ήταν στην πόρτα. Ήταν γρήγορος σαν αστραπή κι όμως στον δρόμο δεν ήταν κανείς. Μόνο μια αλλόκοτη γάτα μισή άσπρη μισή μαύρη σα να την είχαν κόψει στο μήκος, που δεν την είχε ξαναδεί στη γειτονιά και με την πρώτη ευκαιρία του 'δειξε τα δόντια της.

Ο Χ. έκανε μερικά αβέβαια βήματα γυρίζοντας την πλάτη στο φως όταν ένιωσε απόλυτα σίγουρος πως εκείνη ήταν πίσω του. Η ησυχία ήταν πηχτή όσο και πριν όμως τον έλουσε κρύος ιδρώτας κι οι τρίχες του τεντώθηκαν παντού. Άρχισε να περπατάει μηχανικά χωρίς να τολμά να γυρίσει, κι αυτό τον έσωσε.

Είχε σχεδόν φτάσει μπροστά στο μαγαζάκι με τα σκόρδα όταν σα να του 'χωσαν μια γερή στα καλάμια σωριάστηκε ανάσκελα φαρδύς πλατύς. Απ’ την τρομάρα του δεν έβγαλε άχνα, άνοιξε μόνο με δυσκολία τα μάτια και την είδε από πάνω του σε μια στάση που δεν προμήνυε τίποτα καλό. Για την ακρίβεια έβλεπε μόνο το σκούρο περίγραμμα από το γυμνό της κορμί, πως ήταν ξυρισμένη πάνω και κάτω και πως οι ρώγες της κοιτούσαν τον ουρανό μα όταν ανέβηκε πάνω του με τα μυτερά της τακούνια ήταν το φεγγάρι που ανέτειλε τεράστιο πίσω απ’ το κεφάλι της.

Περπάτησε λοιπόν κανονικά πάνω του κι ο πόνος ήταν τέτοιος σε κάθε της βήμα που δε μπορούσε να πάρει αναπνοή. ‘Ξέρω τώρα πως είναι να σε σταυρώνουν!’ του ήρθε στο μυαλό αλλά στο τελευταίο βήμα που τον κάρφωσε με το δεξί στην καρδιά, όλος ο πόνος κι η αγωνία γλύκαναν απότομα αλλάζοντας σε μια κάβλα που 'χε να νιώσει από πιτσιρικάς. Έκλεισε τα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα αποφασισμένος να παραδοθεί χωρίς ν’ αναρωτιέται άλλο, όμως του επιφύλασσαν ακόμα μια έκπληξη. Σαν για να σφραγίσει την απόλυτη κυριαρχία της πάνω του η μαύρη άγνωστη τον κατούρησε!

Η ‘χρυσή βροχή’ (4) τον βρήκε απροετοίμαστο και παραλίγο να τον πνίξει. Τον έπιασε ένας τρελός βήχας καθώς χτυπιόταν κάτω από τα φονικά της τακούνια κι όλα έσβησαν γύρω του.

Όταν συνήλθε είχε αρχίσει να φωτίζει. Ήταν κλαμένος, γεμάτος σάλια κι έτρεμε ολόκληρος όταν κατάφερε να γυρίσει στο πλάϊ και να σηκωθεί• το παντελόνι του κολλούσε φριχτά στον καβάλο. Κουτσαίνοντας σιγά-σιγά κάλυψε με μεγάλο κόπο τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν από το υπόγειό του κάτω από το ανεξιχνίαστο βλέμμα ενός χοντρού κινέζου που ξεπάρκαρε το φορτηγάκι του, και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν πως αυτή τη φορά σίγουρα είχε ανακαλύψει το απόλυτο synthetic drug. Πίσω του σε μια αόρατη γραμμή τον συνόδευε η σκορδίλα που ξεχυνόταν από τη μισάνοιχτη πόρτα του μαγαζιού.

Δε μίλησε σε κανέναν για το συμβάν. Το επόμενο βράδυ η Ζ. που ξαναπέρασε, ανήσυχη γιατί δεν τον έβρισκε πουθενά, πρόσεξε τις μελανιές στο στήθος του ενώ άλλαζε μπροστά της από συνήθεια. ‘Άλλο και τούτο! Σα να σου πάτησαν με στένσιλ τρια γράμματα: NOT? Που έπεσες πάλι;’ Δεν το σχολίασε, πάντως διόρθωσε τη λεζάντα: WAKE NOT THE DEAD (5).

Το graphic άρεσε όταν το έβαλε στο site του και το αγόρασε τελικά ένα σχολικό γκρουπάκι από τη Λάρισα που το τύπωσε στα t-shirt τους όμως η εμπειρία εκείνης της νύχτας δεν επαναλήφθηκε.

Ούτε η αλλόκοτη γάτα ξανάδειξε τα δίχρωμα μούτρα της στη γειτονιά.

8/2008


1. κινήσεις/‘πινελιές’ που μ’ αυτές σε συγκεκριμένη σειρά γράφεται ένα kanji
2. από τα αγγλικά (radical): υποσύνολο ενός kanji με δικό του νόημα και που με βάση αυτό μπορεί να το ψάξει κανείς στο λεξικό
3. από τα γιαπωνέζικα (shakkei): στοιχείο του σχεδιασμού των γιαπωνέζικων κήπων
4. από τα αγγλικά (golden shower)
5. short story by Johann Ludwig Tieck (1773-1853), German romantic poet. ‘The Complete Book of Vampires’.
http://www.sff.net/people/DoyleMacdonald/l_wakeno.htm

more...

Saturday, September 27, 2008

Να βλέπω


Εξέθεσα το πρόσωπο και το κορμί του στον τοίχο απέναντί μου. Μια βίαιη χαρά με ταρακουνούσε ολόκληρη. Ανίκανος να αμυνθεί υπέφερε το πεινασμένο θριαμβευτικό βλέμμα μου. Καταδικασμένος αδιάκοπα να χαμογελά δε μπορούσε να τραβήξει τα μάτια του από πάνω μου.

Ήμουν περήφανη για τη νίκη μου και εύθυμη μέχρι δακρύων για την κατάντια του. Κάθε φορά που τα πράγματα πήγαιναν άσχημα έστρεφα το βλέμμα μου μ’ ελπίδα στη μεριά του. Ανίκανος να είναι οπουδήποτε αλλού ήταν πάντα στην ίδια θέση. Σκέφτηκα πως θα χρησιμοποιούσα αυτό το διαρκές αισιόδοξο, μισοερωτικό του χαμόγελο μέχρις ότου στραγγίσω την τελευταία σταγόνα από την εμπιστοσύνη που μου ενέπνεε.

Η διάθεσή μου ήταν σκληρή μα όχι δίχως λόγο. Παρατηρούσα το αντικείμενο του έρωτά μου με κριτικό μάτι, ολότελα διασκεδασμένη και για έναν τρίτο ίσως με τη σειρά μου εξίσου διασκεδαστική. Θα διαλαλούσα παντού αυτή την διπλή δουλεία.

Ο καιρός θαρχόταν που τα μάτια, το στόμα, το αυθαίρετο δίπλωμα στο πηγούνι, το γυμνό δέρμα του τόρσου, καθετί πάνω σ’ αυτό το τόσο αγαπημένο σώμα θα γίνονταν αδιάφορα όσο κι ενός τυχαίου άλλου.

Απομάκρυνα μ’ όλη μου τη δύναμη αυτή την ευτυχώς όχι τόσο άμεσα επίφοβη πιθανότητα. Ήμουν στην κατοχή του, ήταν στην κατοχή μου. Σε ποιον ανήκε πιο ‘πραγματικά’ ο άλλος ήταν αδύνατον να ξέρει κανείς. Εκείνος δε με είχε αρκετά μόνο και μόνο γιατί δεν είχε ποτέ σκεφτεί κάτι τέτοιο, εγώ πάλι...

Όχι, ήταν καλύτερο αυτό το παιχνίδι, θα το προτιμούσα ξανά 100 φορές από οποιαδήποτε πικρή βεβαιότητα. Ξανακοίταξα τις γεμάτες γραμμές των ώμων, τα διαρκώς βρεγμένα μαλλιά. Πάντα ήταν μισάνοιχτα τα χείλη του, τα μάτια του ζαρωμένα σε μια αστεία γκριμάτσα. Το θαλασσινό νερό δε θα στέγνωνε ποτέ πάνω σ’ αυτό το βρεγμένο κεφάλι, το τρυφερό δέρμα του στήθους και την αλυσίδα.

Πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό μου του έδωσα προκαταβολικά άφεση αμαρτιών για τις μελλοντικές λάγνες λεηλασίες πάνω στο ανυπεράσπιστο θύμα μου. Έπειτα τράβηξα το βλέμμα. Από τις φωτογραφίες του.

2008, 22/6/1988

more...

Friday, September 19, 2008

Ηπειρώτικος

Ο Ν. γιόρτασε τη γέννηση της κόρης της γυναίκας που αγαπούσε με τον τρόπο που του φάνηκε καλύτερος: έγινε τύφλα παίζοντας τον χορό του Σκαλκώτα μέχρι που το cd χτύπησε. Ιδέα δεν είχε γιατί διάλεξε αυτό ειδικά το κομμάτι. Ίσως στο μεθύσι του επάνω του φαινόταν πως σε κάθε κόμπιασμά της η μουσική φράση που του είχε κολλήσει, μαζί με τους κλέφτες, τις Σουλιωτοπούλες και ό,τι άλλο, έφτανε ένα βήμα από τον γκρεμό κι εκεί κρατιόταν και δεν πήδαγε κάτω.

Όμοια κι αυτός ταλαντευόταν μεταξύ ζωής και θανάτου, -έτσι του φαινόταν από το τρίτο ποτήρι ουίσκι και μετά. Το παιδί δεν ήταν δικό του, η γυναίκα που λάτρευε είχε διαλέξει να μείνει με τον άντρα της, γιόρταζε απλά το γεγονός κι ούτε καταλάβαινε γιατί. Έπαιζε λοιπόν το κομμάτι ξανά και ξανά, και κάθε φορά που πλησίαζε πολύ κοντά στο χαμό του γύριζε πίσω. Ήταν αλήθεια, η μουσική μπορεί να σώσει τη ζωή κάποιου: τον κρατά από μια κλωστή πάνω απ’ την άβυσσο, τον πηγαινοφέρνει αλλά τον σώζει στο τέλος.

Έτσι ο Ν. πήγαινε κι ερχόταν τώρα, το κομμάτι τον οδηγούσε ή μάλλον προσπαθούσε να του βρει τα βήματα γιατί το μυαλό του είχε θολώσει. Είχε μήνες να δει τη γυναίκα που τον είχε φέρει σε τέτοια απόγνωση. Ήξερε βέβαια πως όπου να ’ναι θα γεννούσε το παιδί της, αυτό το παιδί που δεν ήταν δικό του κι όμως τον ένοιαζε περισσότερο απ’ όσο αν ήταν. Γιατί αν ήταν δικό του τα πράγματα θα ’ταν αλλιώς και η γυναίκα θα ’χε μείνει μαζί του, ήταν σίγουρος γι’ αυτό, βαθιά μέσα του ήταν σίγουρος πως αυτός ήταν η μία, η μοναδική αγάπη, ο μεγάλος έρωτας της γυναίκας, κι όμως δεν είχε σταθεί δυνατό.

Στο τέλος καμιά εμπιστοσύνη δεν είχε καταφέρει να εμπνεύσει στην αγαπημένη του και τώρα την έχανε για πάντα. Εκείνη είχε προτιμήσει μια ρουτίνα που ήξερε, ‘ένα στοίχημα ζωής’ όπως το ονόμαζε, από κείνα που μετριούνται με την αντοχή στον χρόνο όσων συμμετέχουν, και τώρα απομακρυνόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα από κοντά του. Ποτέ ξανά, ποτέ δεν θα γνώριζε τον έρωτά του, ποτέ ... ένα μικρό πλάσμα την έδενε οριστικά με μια άλλη πραγματικότητα που εκείνος δεν θα ήταν μέρος της.

Κι όσο οι Σουλιωτοπούλες χόρευαν τον χορό τους εκείνος βυθιζόταν στην απελπισία που συνιστά η βεβαιότητα πως ποτέ ξανά, ποτέ ξανά ... Κι όσο το αλκοόλ κυριαρχούσε στο μυαλό του ο χορός τον έφερνε ένα βήμα πριν το πέσιμο και πάλι τον μάζευε.

Ευλογημένος ας είναι λοιπόν ο χορός γιατί χωρίς αυτόν θα ’πρεπε, είχε αρχίσει κιόλας να σχεδιάζει την αυτοκτονία του για τα 40α του γενέθλια, είναι τόσο δύσκολη λοιπόν αυτή η ηλικία; Είναι. Γι’ αυτό κι αυτός σχεδίαζε πριν τη βοήθεια του χορού ένα πέταγμα, κάτι εντυπωσιακό που να φανεί όμως και σαν ατύχημα για να μην στενοχωρηθούν οι φίλοι. Όμως ήρθε η μουσική, παρ’ όλες τις αμφιβολίες και τα ερωτήματα που θέτει ή ίσως ακριβώς εξαιτίας τους, και τον τράβηξε από το μανίκι, πέρασε ένα χέρι υποστήριξης γύρω από τη μέση του και τον κράτησε πάνω από το ηφαίστειο, γιατί φυσικά μες στον πόνο του θέλησε να πηδήξει πάνω απ’ το ηφαίστειο της Νισύρου κι ας μη γίνεται κάτι τέτοιο.

Τον κράτησε απαλά, τον άφησε μετά για λίγο, αιωρήθηκε εκείνος, και σα να μαλάκωσε κάπως ο πόνος και παρά το μεθύσι ξαστέρωσε ο νους του και δεν ήταν πια σίγουρος πως ήθελε να κάνει κακό στον εαυτό του. Γιατί είχε πολλές φορές θελήσει να κάνει κακό στη γυναίκα και μετά στο παιδί της αλλά τον κρατούσε ένας κρυφός φόβος που τελικά μόνο από την αληθινή αγάπη μπορεί να προέρχεται γιατί αλλιώς θα ήταν μόνο χαιρέκακο μίσος, τώρα όμως όλη αυτή η κακία που δεν είχε τολμήσει να εκφραστεί είχε γυρίσει πάνω του και τον έπνιγε. Ήθελε να σκοτωθεί αφού η αγάπη του δεν του επέτρεπε να σκοτώσει κι η μουσική τον κράταγε παρηγορητικά πάνω απ’ το κενό όλην αυτή την ώρα και τον νανούριζε σα να ’ταν αυτός το μωρό, το μωρό της γυναίκας στην αγκαλιά της. Πολύ μικρό, που έχει ανάγκη συνεχούς φροντίδας και για μια στιγμή μονάχα να το αφήσεις απ’ τα μάτια σου κάτι κακό θα του συμβεί και θα ’ναι για πάντα.

Για πάντα. Πόσο πικρή είναι αυτή η έκφραση! Και πόσο λίγο κρατά ... γιατί αύριο θα σηκωθεί ξανά και θα πάει όπως όλες τις μέρες στη δουλειά του, θα στριμωχτεί στο λεωφορείο και θα ζεσταίνεται, θα φάει κάτι ανθυγιεινό για μεσημέρι και θα κουτσομπολέψει με τους συναδέλφους. Δεν θα τον ενδιαφέρει τίποτα γιατί μόλις την προηγούμενη νύχτα ένας χορός θα τον έχει γλυτώσει στο τσακ από τον χαμό του κι όμως θα γυρίσει σπίτι από τη δουλειά και θα κάτσει να ράψει ένα κουμπί που του λείπει καιρό από το αγαπημένο του πουκάμισο, και μετά θα χτυπήσει το τηλέφωνο και δεν θα το σηκώσει γιατί πάλι χωρίς να το καταλάβει γέμισαν τα μάτια του δάκρυα και γι’ αυτό παράτησε το ράψιμο αλλά προνόησε να κοιτάξει ποιος καλούσε and made a mental note.

Επειδή αύριο το δίχως άλλο θα ’ναι καλύτερα, η μουσική τον κρατά πάνω από το χάος που του γνέφει, κι έτσι θα ’ναι σε θέση να ξυπνήσει πάλι την επομένη και ν’ αντέξει το φως, να πάρει πίσω εκείνον που τον κάλεσε, γιατί η ζωή εξακολουθεί, έτσι λένε, έτσι είναι, η μουσική του το φέρνει μαλακά για να μη φρικάρει και συχαθεί εντελώς τον εαυτό του που όσο κι αν πίστευε πως αυτό πρέπει να κάνει, αυτό είναι το σωστό, δε βρίσκει το κουράγιο να σκοτωθεί και το πράγμα να τελειώσει εδώ αντί να σέρνεται ποιος ξέρει για πόσο καιρό ακόμη μέχρι να βρεθεί κάτι άλλο, φάρμακο ή υποκατάστατο και να μη θέλει πια να πεθάνει από έρωτα.

‘Θα γίνω πάλι όπως πριν; Θα είμαι ο ίδιος ή μήπως κάποιος άλλος πιο κουρασμένος, πιο κυνικός; Θα ξαναγαπήσω; Θα προλάβω;’

Γελοίες σκέψεις ενός μανιακού όμοιες με εκατομμύρια άλλες, έτσι του φαίνεται κι έτσι είναι, όμως πρέπει να ξεφύγει απ’ τις μαύρες τούτες σκέψεις κι η μουσική τον βοηθά όπως και τόσους άλλους πριν απ’ αυτόν. Με μικρά βήματα, όσο αντέχει.

2004;

(*) ‘Κλέφτικος, σε φα ελάσσονα’. Moderato andantino. 1936




more...