(από deplaced ή αστικός πόνος 16/20)
Θα 'βρεχε; Ο καιρός φαινόταν να φτιάχνει, μόνο κάτι μακρινά σύννεφα αλήτευαν στο βάθος της δύσης στο λιμάνι του Πειραιά αναμαλλιάζοντας παιχνιδιάρικα το φωτεινό μέτωπο του ουρανού. Ο κόσμος αναθαρρημένος από τη βελτίωση κυκλοφορούσε κάπως πιο χαλαρά.
Έξω από το "King M." που πυρετώδικα τοιμαζόταν να γυρίσει στην Κρήτη συνωστίζονταν φορτηγά, επιβατικά και άνθρωποι. Τελικά όχι μόνο. Στην κορφή μιας νταλίκας φορτωμένης με άδεια καφάσια εμφανίστηκε θλιβερά δεμένο απ' το λαιμό ένα γουρούνι. Στην αρχή δε μπορούσε κανείς να πει από που ξεφύτρωσε σ' αυτό το ύψος. Σε μια δεύτερη ανάγνωση του τοπίου όμως, ανακάλυπτε αυτός που θα νοιαζόταν την είσοδό του στη σκηνή.
Το 'χαν φαίνεται ασφαλίσει το ζώο κάτω από μια τάβλα με τρύπες ανάμεσα στα καφάσια, υπολογίζοντας -κακά- πως εκείνο δε θα κατάφερνε να ελευθερωθεί απ' την άβολη και σκοτεινή φυλακή του. Τώρα το γουρούνι βολτάριζε σκοντάφτοντας σε κάθε του τριπόδισμα ανάμεσα στις πτυχές των καφασιών, σε ακτίνα δράσης όση του επέτρεπε το στενόχωρο σκοινί που του 'κοβε την ανάσα, αφήνοντας μόνο κάτι παραπονιάρικες στριγκές κραυγές υψίστης απελπισίας.
Είναι απίστευτο πόσο λίγα ξέρουν οι άνθρωποι της πόλης για ένα γουρούνι. Εικόνα γνώριμη μόνο κάτω απ' τη συγκεκριμένη οπτική ενός πλούσιου πιάτου με μπριζόλες που αστράφτουν απ' το ζεστό λίπος σ' ένα εύθυμο τραπέζι, βρίσκεται έτη φωτός μακριά από τη ζώσα σάρκινη πραγματικότητα. Από την άλλη, ένα γουρούνι δεν είναι με κανένα τρόπο pet. Εκείνη τη μισοπαραπλανητική-μισοαστεία γελοιογραφία ενός γουρουνιού πάντα σε comics -και πιο πρόσφατα σε ταινία-, αφήστε τη καλύτερα στη θέση της. Διαιωνίζει μόνο την παρεξήγηση. Ένα γουρούνι δεν είναι ποτέ τόσο χαριτωμένο όσο το παρουσιάζουν οι εκπομπές κινουμένων σχεδίων. Έχει μάλλον πανικόβλητο και κουτό ύφος κι όσο για τους ήχους που βγάζει, αυτοί κι αν είναι ενοχλητικοί.
Φανταστείτε τέλος αυτόν τον λιπαρό ροζ τρίχινο όγκο με τον πανικό στο βλέμμα να μπουρδουκλώνεται συνεχώς βγάζοντας σπαραχτικές άναρθρες κραυγές, τέσσερα μέτρα πάνω απ' το στέρεο έδαφος, ή αν προτιμάτε τέσσερα μέτρα κάτω απ' το βλέμμα επιβάτη που αρχίζει να βαριέται. Σκαρφαλωμένος στο προτελευταίο κατάστρωμα χαζεύει αφηρημένος την κίνηση του λιμανιού και τα διαφορετικά συμβάντα που την περιγράφουν.
Σκέφτεται αρχικά ο επιβάτης κάτι θετικό για το γουρούνι; Μάλλον όχι. Υπάρχει εκεί μόνο σαν κινούμενη εικόνα, πηγή περιορισμένου άγχους (θα πέσει ή δε θα πέσει από την κορυφογραμμή των καφασιών;), και θορύβου. Σ' ένα επόμενο στάδιο μπορεί κάποιος και ν' αναρωτηθεί: θα προλάβει ο οδηγός της νταλίκας που όπου νάναι αναγκαστικά θα κάνει την εμφάνιση του, να ξανατοποθετήσει το ζώο στην αρχική "ασφαλή" (κυρίως για τα νεύρα του επιβάτη) θέση; η μήπως μέσα στη γενική φασαρία και βιασύνη το "ατύχημα" δε θα γίνει ούτε καν αντιληπτό;
Το γουρούνι στο μεταξύ θα κάνει νομοτελειακά τα μοιραία βήματα και θα βρεθεί απαγχονισμένο στην κλασσική στάση πίσω από τα τελευταία καφάσια που τοποθετημένα σε κλιμακωτό σχηματισμό υποχωρώντας προς τα κάτω το κρύβουν στην πρώτη οπτική επαφή. Βρέθηκε σ' αυτή την παράδοξη τελική θέση κατρακυλώντας σχεδόν σε αργή κίνηση, (πόντο-πόντο τεντώθηκε το σκοινί που του σφίγγει το λαιμό), τώρα πνίγεται κι οι φωνές του όλο κι αραιώνουν.
Ο επιβάτης παρακολουθεί το δράμα ανίκανος να επέμβει, δεν έχει καμιά υποχρέωση άλλωστε ν' ανακατευτεί σε κάτι τέτοιο. Τα λίγα μέτρα που χωρίζουν τις δυο διαφορετικές φάσεις, -εκείνη του παρατηρητή από την άλλη του παρατηρούμενου-, τεντώνουν και γίνονται ολόκληρα ναυτικά μίλια. Ο απαγχονισμός του ζώου λοιπόν συντελείται σε μιαν άλλη σφαίρα, αφορά μιαν άλλη πραγματικότητα σχεδόν εξωπλανητική, και αντιμετωπίζεται με την ίδια πάντα υποχρεωτική, ένοχη στο βάθος της και μουδιασμένη, αδιαφορία.
Στο μεταξύ στο πλοίο φτάνει μια άλλη νταλίκα, πολύ πιο μακριά κι επιβλητική αυτή. Στην τεράστια ουρά της κουβαλά το αρχινισμένο σκαρί ενός σκάφους γερμένου στη μια του μπάντα και δεμένου από παντού με λεπτά σκοινιά απαράλλαχτα όπως ο Γκιούλιβερ απ' τους Λιλιπούτειους.
Ο επιβάτης του πλοίου έχει τώρα την ευκαιρία να θαυμάσει πως μέσα σ' όλον αυτόν τον αλαλαγμό κοιμάται αμέριμνα και σαν πεθαμένος ένας Αλβανός(;) στην κοιλιά του κήτους. Ζαρωμένος στην πλευρά του σκάφους που 'ναι σχεδόν στον αέρα ο ανθρωπάκος, λιγνός κι εκτός κλίμακας, έχει στριμωγμένο λοξά το κεφάλι του ακολουθώντας απόλυτα την κλίση του σκάφους. Κοιμάται υπό γωνία τόσο βαθιά που κάποιος φωνάζει εύθυμα από το πλοίο: "πάρτε το πτώμα!", προκαλώντας τα χάχανα και ένα κύμα τεντωμένων δεικτών προς το θέαμα, αυξάνοντας την εντροπία της γενικής ταραχής και ξυπνώντας το ενδιαφέρον των λιμενικών που πάντα σε στέρεο έδαφος παρακολουθούν τα τεκταινόμενα, ανίκανοι να εκτιμήσουν όσα ξετυλίγονται σε επίπεδο ψηλότερο από το δικό τους.
Τελικά υπό το βλέμμα και το γέλιο του χαρούμενου πλήθους κατεβάζεται ο νεαρός Αλβανός(;) από το σκαρί. Ξύπνησε απότομα, καλά-καλά δεν πρόλαβε να τρίψει τα μάτια του, νομίζει πως βρέθηκε στ' όνειρό του πάνω σε τούτη δω τη φωνακλάδικη προβλήτα, μπροστά στο στόμα του πλοίου που κατάπιε ήδη το προσωρινό του κατάλυμα, και κάτω από τα βάναυσα χέρια του αρχιλιμενικού που τον τραντάζει κρατώντας τον γερά από το γιακά, λες και μια καθολικά αποδεκτή εξήγηση για την "ανάρμοστη" παρουσία του εκεί θα 'ταν δυνατό να ξεπηδήσει μ' αυτό το τρόπο αβίαστα απ' το κουρελιασμένο του πουκάμισο. Φυσικά και κάτι ψελλίζει, κάπως δικαιολογείται(;), όμως ο αρχιλιμενικός απρόσβλητος μέσα στη χιονάτη λάμψη που αναδύουν τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα του, δεν ακούει, δεν πείθεται, δεν καταλαβαίνει. Κρατώντας τον πάντα απ' το γιακά με απειλητικό τρόπο τον διαμετακομίζει, λιγνό, φτενό και σαν πρόωρα γερασμένο, σα να 'ταν κάποιο τσουβάλι δίχως νόμιμο αποστολέα ή παραλήπτη, στη διπλανή προβλήτα για περισσότερες(;) εξηγήσεις.
Ο επιβάτης παρακολουθεί με την άκρη του ματιού του τη βεβιασμένη κίνηση του Αλβανού(;) που βαδίζει χωρίς να βαδίζει, σα να πετά λίγα εκατοστά πάνω απ' το έδαφος κάτω απ' την επήρεια της ώθησης του αρχιλιμενικού που τον παρασύρει στο διάβα του. Παρακολουθεί φυσικά κι εδώ χωρίς να συμμετέχει ούτε καν μ' ένα εύθυμο σχόλιο όπως συνέβη πιο πριν, κι αυτό γιατί η σκηνή έχει χάσει πια κάθε γοητεία δράσης.
Όμοια με τον απαγχονισμό του γουρουνιού συντελέστηκε κι εδώ το αναμενόμενο. Ο κύκλος έκλεισε, κάπου στο βάθος χάνεται το άσπρο της στολής του αρχιλιμενικού και το ακαθόριστα βρώμικο γκρίζο του πουκάμισου του ξένου.
Αρχίζει να βρέχει. Χοντρές σταγόνες νερού σφυροκοπούν με μανία σχεδόν το λιμάνι. Ο επιβάτης αποτραβιέται στο στεγασμένο τμήμα του καταστρώματος και παρακολουθεί πάντα τα συμβάντα που ξετυλίγονται με αφορμή τώρα πια μόνο την ξαφνική νεροποντή. Επιταχύνεται η κίνηση, ανεβαίνει σ' ένα crescendo η οχλαγωγία και τα χρώματα χωνεύονται σ' ένα βαθύ γαλαζωπό γκρίζο που καταπίνει το τελευταίο φως του ήλιου πριν απ' τη δύση του. Κάπως σα να φούσκωσε το ταλαιπωρημένο πουκάμισο του Αλβανού(;) και να σκέπασε την πόλη.
1991/1999/2008