
Για τον Thomas X. επειδή είναι καλοκαίρι
Ι.
Πρώτα συγκεντρώθηκε στη λέξη ήλιος. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια προσπαθώντας να αισθανθεί το υπερβολικό μέγεθος του κίτρινου δίσκου. Ολόκληρο το κορμί του ήταν τεντωμένο σα να επρόκειτο η καυτή ζέστη να κοπεί κομμάτια και να του ταϊστεί σε μεγάλες μπουκιές. Παραδόξως το αίσθημα που κέρδιζε έδαφος στο κορμί και στο μυαλό του ήταν εκείνο της ανατριχίλας.
Στο δωμάτιο βέβαια δεν έκανε κρύο μα ούτε και ζέστη. Αυτό ήταν άλλωστε που έκανε την άσκηση χρήσιμη. Αποφάσισε να ξεχάσει το περιβάλλον του, αυτοσυγκεντρώθηκε ξανά και πίστεψε για μια στιγμή πως ένιωσε την ευεργετική ζέστη να γλιστράει σε κύματα πάνω του. Κάτι γεννιόταν μέσα του, ένα αίσθημα τρυφερότητας και συμπάθειας για τον εαυτό του, για τη ζωή, για τον κόσμο.
Στο μυαλό του πάντα όλα τα πράγματα που άξιζαν ν’ αγαπηθούν έφερναν μαζί τους το αίσθημα της ζέστης. Ήταν το κατεξοχή χάδι που παραχωρούσε ο ήλιος το καλοκαίρι.
Έβλεπε τώρα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια τον ευατό του λουσμένο κάτω από το κίτρινο φως. Περιέργως έβλεπε και νερό: ένα ζεστό μπλε και άσπρο τοπίο κάτω από μια σκόνη που σκέπαζε στοργικά τα πάντα. Ο αέρας ήταν βαρύς, ηδονικός.
Αυτό ήταν, θυμήθηκε επιτέλους μια εικόνα που είχε σχηματίσει παιδί διαβάζοντας ένα περιπετειώδες χωρίς αξιώσεις μυθιστόρημα. Είχε έρθει τώρα από τα βάθη του χρόνου να τον ενισχύσει, είχε φτάσει στο σημείο να ξανασαρκωθεί για να απαντήσει στην επιθυμία του.
“Οι πέτρες καίνε” σκέφτηκε. Αυτό ήταν μια βεβαιότητα. Το άσπρο από τις πέτρες και την άμμο παρόλο που ανακλούσε εχθρικά το φως ήταν απέραντα φιλόξενο. Ξανασυγκέντρωσε το ενδιαφέρον του στις δυο μεγάλες επιφάνειες. Αν ήταν καθαρά χρώματα θα ήταν αφόρητα ψυχρά όμως η ζέστη τα δονούσε μέχρι που γίνονταν πιο θερμά κι απ’ το κόκκινο και το πορτοκαλί.
Βαθιά ακινησία επικρατούσε στην ατμόσφαιρα του μυαλού του. Ο ήλιος ερμήνευε τα πάντα σ’ ένα καινούργιο σύστημα. Ο Ήλιος. Ήταν παρήγορο που ο θεός ενσαρκωνόταν σε κάτι τόσο προσιτό και μεγαλειώδες συνάμα. Ο πιστός δε μπορεί να κάνει χωρίς τα σημάδια της θεϊκής παρουσίας κι αυτή συχνά εμφανίζεται με χονδροειδή τρόπο όμως αυτή η εκτυφλωτική ομολογία της παντοδυναμίας δεν πρόσβαλε κανέναν.
Φαντάστηκε πως γονάτιζε πάνω στην κάτασπρη σκόνη. Τα γόνατά του αμάθητα τρίβονταν και πονούσαν στην αρχή μα δεν τον ένιαζε. Σήκωνε το πρόσωπό του στον ήλιο και τα δάκρυά του στέγνωναν αμέσως καθώς δέχονταν την ευλογία του. Αυτός ο τόπος λοιπόν ήταν ο παράδεισος; Που βρίσκεται αλήθεια αυτός ο τόπος; Τα δάκρυά του στέγνωναν πράγμα που μπορεί μόνο να σημαίνει πως τον συγχωρούσαν. Δεν θα υπάρξει πια χειμώνας, βροχή και κρύο, έρημες μαύρες αναγκαστικά εκτάσεις, δοχεία πίκρας που σε περιβάλλουν μέχρι τον θάνατο. Αυτή ήταν η διαβεβαίωση, η αιώνια σωτηρία. Αυτός ήταν ο παράδεισος, ένας υπέροχος εξώκοσμος χώρος απείρου που του απευθυνόταν προσωπικά.
Στη σιωπή άκουγε τη ζέστη να τρίζει. Σκόνη με σκόνη τρίβονταν στο δέρμα του. Μάσησε άμμο και σκόνη κι ήταν σα να του είχε χορηγηθεί η θεία μετάληψη. Ο άνθρωπος είχε ανάγκη από ζέστη. Αγκάλιασε με τα χέρια του το κορμί του πάνω στην καρέκλα. Αγκαλιάστηκε και φιλήθηκε ολόκληρος. Ανατριχίλες περνούσαν και ξαναπερνούσαν από πάνω του μα αυτός είχε πια πειστεί πως ήταν η ζέστη.
Σ’ αυτή τη θρησκεία ήταν μόνο ζήτημα πίστης στη φαντασία η σωτηρία σου. Απλά, αν μπορούσε να φανταστείς αρκετά δυνατά ώστε να πιστέψεις, είχες σωθεί.
Βρισκόταν γυμνός μπροστά στη θάλασσα. Θα δεχόταν τη θεία χάρη. Σταγόνες θαλασσινό νερό κάθισαν στο δέρμα του καθώς ένα ξαφνικό κύμα έσκασε στην ακτή. Το νερό ξεράθηκε αμέσως. Το αλάτι έμεινε στο δέρμα και στα χείλη για να μασηθεί με σκόνη και άμμο και να καθορίσει την αιώνια γεύση της καινούργιας ζωής. Από τους ορθάνοιχτους πόρους του κύλισαν μικροί ανακουφιστικοί κόμποι ιδρώτα. Εδώ και ώρα δεν έκλαιγε πια και αισθανόταν ήρεμος, βέβαιος πως είχε ξαναγυρίσει εκεί που τον περίμεναν πάντα. Πως ο καιρός δεν είχε κυλήσει μάταια, αντίθετα όλος αυτός ο χρόνος προετοίμαζε τη θαυμαστή επιστροφή στην πατρίδα και γενέτειρα.
Το δέρμα του είχε σκληρήνει τώρα αρκετά. Ένιωσε πως η μεταμόρφωσή του σε ανόργανη ύλη συντελούνταν μ’ έναν αναπάντεχα ανώδυνο τρόπο. “Αυτό λοιπόν είναι το πέρασμα στην αθανασία;” αναρωτήθηκε εντυπωσιασμένος. Τα γόνατά του τρίβονταν τώρα στην ίδια λευκή άμμο που τον περιτριγύριζε και τον σκέπαζε όλην αυτή την ώρα. Το κορμί του τρίβονταν, διαλύονταν, κι αυτός πάνω απ’ όλα ένιωθε μιαν απέραντη ανακούφιση. Η ζέστη δεν τον είχε εγκαταλείψει στιγμή στη διάρκεια αυτής της μεταλλαγής όμως πια ένιωθε πως ήταν αναπόσπαστο μέρος της. Ήταν ένα κομμάτι απ’ αυτή, από το μεγάλο γενικό κυρίαρχο αίσθημα. Συλλογική ζέστη ήταν ο ίδιος για πρώτη φορά και τόσο περήφανος.
Πια ό,τι απέμενε απ’ αυτόν ήταν ένα βουναλάκι από λεπτή σκόνη αφήνοντας τελευταίο το κεφάλι του απ΄ έξω. Για λίγο τα μάτια του, μόνο γαλανά, αναποδογύρισαν εκστασιασμένα προς τον Ήλιο-Πατέρα. Μόνο κίτρινο ήταν αυτό που τα γέμισε μέχρι τις κόγχες. “Mήπως να’ κλαιγα;” σκέφτηκε από συνήθεια όμως δεν υπήρχε λόγος κι αυτό τον ανακούφισε ακόμα πιο πολύ.
Καθώς τα τελευταία απομεινάρια της παλιάς, οργανωμένης σε λογικά δυστυχισμένα τμήματα σκέψης του εξαφανίζονταν για να μετουσιωθούν σε ήρεμα άλατα, άφησε έναν τελευταίο ψίθυρο: “Εδώ, ανήκω”.
ΙΙ.
Για κάμποσο καιρό επικράτησε ησυχία στην παραλία του μικρού χωριού. Η θάλασσα πήγαινε κι ερχόταν κάτω από έναν αδιάφορα συννεφιασμένο ή ηλιόλουστο ουρανό, φυσούσε ή όχι, και γενικά τίποτα δε μετρούσε το αναγκαστικό πέρασμα του χρόνου.
Έπειτα, κάποια απροσδιόριστη χρονική στιγμή, ομάδες ανθρώπων σαν όλους τους άλλους άρχισαν να συρρέουν στην ακρογιαλιά τους ζεστούς μήνες. Έρχονταν ήσυχα, είναι αλήθεια, σε άφωνα κύματα μα δεν έφευγαν ποτέ.
Υποψιασμένοι οι λιγοστοί κάτοικοι του μέρους γρήγορα ανακάλυψαν την αιτία. Επρόκειτο για μια κατάσταση συλλογικής παραφροσύνης θα’ λεγε κανείς. Όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι, πολύ ήρεμοι ωστόσο και με πλήρη επίγνωση του αμετάκλητου της πράξης τους, -πράγμα που έδειχνε το μέγεθος και την ποιότητα της τρέλας τους-, αυτοκτονούσαν ομαδικά ακριβώς πάνω στην παραλία.
Η αλήθεια είναι πως πέθαιναν μ’ έναν ανώμαλο τρόπο: οι κάτοικοι θα μπορούσαν να πάρουν όρκο πως πέθαιναν μόνο και μόνο γιατί το ήθελαν πολύ. Γδύνονταν κάτω από τον καυτό ήλιο του μεσημεριού κι έμεναν γονατιστοί ώρες δίπλα στο κύμα κλαίγοντας σιγανά και μουρμουρίζοντας κάτι μισο-ακατάληπτα λόγια που κάτι έλεγαν για θεία μετάληψη, ευλογία και συγχώρεση. Πράγμα περίεργο φαίνονταν όλο και πιο ευτυχισμένοι όσο προχωρούσε η διαδικασία έκθεσής τους στον ήλιο. Αυτό παραξένευε τους ντόπιους.
Είναι επίσης αλήθεια πως εκείνες τις μέρες ό ήλιος έμοιαζε να’ χει αποκτήσει ‘μαγικές’ ιδιότητες, αν μπορεί κανείς να το πει αυτό, ή μήπως δεν ήταν μόνο ο ήλιος που επικαλούνταν αυτοί οι δυστυχισμένοι;
Γεγονός είναι πως μετά από κάποιο διάστημα που δύσκολα θα το προσδιόριζε κανείς, καθώς μπορούσε να ποικίλλει από μερικές ώρες μέχρι μέρες ανάλογα με το άτομο, οι ‘πιστοί’, αν μπορούμε να τους ονομάσουμε έτσι, σε τίποτα δε θύμιζαν τις συγκροτημένες ανθρώπινες προσωπικότητες που λίγο ή πολύ είχαν υπάρξει φτάνοντας στην παραλία του χωριού.
Θάλεγε κανείς πως κάτω από τη διαβρωτική δίχως άλλο επίδραση του ήλιου, της αρμύρας και της άμμου, συντελούνταν πάνω τους το φαινόμενο που θάκανε με απόλυτη βεβαιότητα και το πιο ανθεκτικό πέτρωμα υπό ανάλογες συνθήκες συντρίμμια, με τη διαφορά ωστόσο πως για κάτι τέτοιο απαιτείται η συνδρομή ενός ασύγκριτα μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος. Να που στην παραλία όμως οι διαδικασίες διεαξγωγής του φαινομένου είχαν ανεξήγητα επιταχυνθεί.
Οι ντόπιοι κοίταζαν και ξανακοίταζαν με καχυποψία ανακατεμένη με αρκετή δόση ανησυχίας που άλλαζε γρήγορα προς τον φόβο, τον κατακίτρινο φωτεινό δίσκο μου έμοιαζε αμέτοχος σε όλα αυτά. Μετά έρριχναν τα βλέμματά τους πιο ανήσυχα παρά ποτέ στους μικρούς κωνικούς λόφους από άμμο που βρίσκονταν στις θέσεις των τόσο παράδοξα χαμένων αγνώστων της παραλίας. Πραγματικά σε μέσο όρο πολύ λίγο την είχαν χαρεί εκείνοι με τα ανθρώπινα μάτια τους.
Ησυχία βασίλευε παντού στην περιοχή και τα υπόλοιπα φυσικά φαινόμενα διαδέχονταν με τάξη το ένα το άλλο, όμως εκείνο το καλοκαίρι ο ήλιος φαινόταν να λάμπει και να ζεσταίνει κάπως περισσότερο τη λευκή παραλία αν και κανείς δεν πάρχει πια σήμερα που να μπορεί να μιλήσει για τότε.
Έχει παρατηρηθεί πως η προσμονή, η ελπίδα για έναν αιώνιο παράδεισο κυριεύει τις ψυχές των ανθρώπων μ’ έναν τρόπο πιο απόλυτο απ’ ότι ο φόβος ή η απελπισία για το άγνωστο. Σιγά-σιγά οι αρχικά ανυποψίαστοι κάτοικοι του χωριού μυήθηκαν στη νέα θρησκεία. Οι αποδείξεις άλλωστε βρίσκονταν μπροστά στα μάτια τους. Πείστηκαν λοιπόν πως σ’ αυτό ακριβώς το χρονικό και τοπικό σημείο που τύχαινε να βρίσκεται το χωριό τους, συντελούνταν μια προαποφασισμένη από το ξεκίνημα του κόσμου αναμενόμενη συνάντηση ανάμεσα στον παντοδύναμο Δημιουργό και τα ανίσχυρα και άδικα βασανιζόμενα εξαιτίας της γέννησής τους πλάσματά του.
Ένας μετά τον άλλον πήραν τη θέση τους στην παραλία και προσευχήθηκαν με όλη τους τη δύναμη. Και το θαύμα συνέχισε να γίνεται μέχρι που τέλειωσε εκείνο το καλοκαίρι και έληξε αναγκαστικά και το απροσδόκητο συμβάν.
Μετά; Α μετά φύσηξε ο άνεμος, αγρίεψε το κύμα κι ο ήλιος αραίωσε τις εμφανίσεις του όμως το τοπίο είχε αμετάκλητα σημαδευτεί. Θα υπήρχε από δω και πέρα μ’ έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο χωρίς πουθενά να διασώζεται η παραμικρή λεπτομέρεια του χρονικού της απόλυτης επιθυμίας για θάνατο που παρατηρήθηκε εκεί.
ΙΙΙ.
Πέρασε καιρός από τότε, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πόσος. Τα υπερσύγχρονα μηχανήματα των ανθρώπων που προσδιορίζουν με σχετική ακρίβεια την ηλικία των λειψάνων του παρελθόντος, όποια κι αν είναι αυτά και από οποιαδήποτε χρονική τομή κι αν προέρχονται, εδώ σηκώνουν τα χέρια ψηλά.
“Πριν από πόσο καιρό άραγε δημιουργήθηκε αυτή η παράξενη ακρογιαλιά έτσι γεμάτη που είναι από μικρούς λόφους-εξάρσεις στερεοποιημένης σκόνης ξαπλωμένους σ’ όλο της το μήκος και το πλάτος;” σκέφτεται το ζευγάρι που κάνει τις διακοπές του εκεί κοντά.
Η θαλασσινή αύρα δε μπορεί ν’ απαντήσει σ’ αυτή την ερώτηση, το μουρμουρητό της θάλασσας ούτε. Από τις ασήμαντες κατοικίες των ανθρώπων πάνω στη γη δε μένει στο κύλισμα του χρόνου παρά λάσπη. Η παραλία πια είναι εντελώς έρημη.
Το παιδί που παίζει αμέριμνο ανάμεσα σ’ αυτούς τους παράξενους γεωλογικούς σχηματισμούς, δε νιώθει γύρω του το βάρος τόσων πρώην ανθρώπινων παρουσιών να πυκνώνει στη διάφανη ατμόσφαιρα. Μεταχειρίζεται αυτά τα ‘λοφάκια’ και τα κενά μεταξύ τους για να φτιάξει την πόλη του. Μεταφέρει τα κουβαδάκια και τα παιχνίδια του εκεί, στήνει σημαιούλες και δίνει ονόματα που μόνο αυτό κατανοεί στον αλλόκοτο χώρο. Βγάζει μικρές φωνούλες ευτυχίας και έκπληξης κάπου-κάπου καθώς το κύμα ορμά και ανατρέπει τα σχέδιά του, όμως τα ‘λοφάκια’ είναι πάντα εκεί.
Ψηλά πάνω στον λευκό απ’ τη ζέστη ουρανό, ο ήλιος, απόλυτος κίτρινος δίσκος, κυρίαρχος, στυλώνει το μοναδικό φωτεινό του μάτι στο παιδί, και περιμένει.
2008, 2/5/1988, 16/11/1987 με τίτλο: Άσκηση Ζέστης