Tuesday, February 23, 2010

Άλλο ένα δυστύχημα


Ο ήλιος έμπαινε υπό γωνία από ψηλά στο κλειστό γήπεδο μπάσκετ ενός ιδιωτικού σχολείου της σειράς. Σ’ όλο το μήκος της λωρίδας του παρκέ που λουζόταν στο απογευματινό φως χόρευε η σκόνη. Έξω απ’ αυτή σε πρώτο πλάνο βρίσκονταν δυο αγόρια γύρω στα δώδεκα, όλο αγκώνες και γόνατα αδέξια μασκαρεμένα με κιμονό: το αγόρι με το αντρικό κιμονό πεσμένο στα γόνατα μπροστά στο αγόρι που φορούσε το γυναικείο. Στο βάθος σκυμμένη πάνω από ένα τραπεζάκι με διπλωμένο ακόμα ένα αντρικό κιμονό, ένα καπέλο από ψάθα και με την πλάτη γυρισμένη στα παιδιά, στεκόταν η μικροσκοπική γιαπωνέζα δασκάλα τους. Δίπλα της γυάλιζε περασμένο μόνο ένα χέρι ένα κομμάτι απ’ το σκηνικό που έμοιαζε με τα Π που χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι κι όσοι έχουν κινητικά προβλήματα.

Λίγο πριν η γυναίκα βυθιστεί στις σημειώσεις της είχε ζητήσει απ’ τον Αλέξανδρο «να κουμπώσει, αν έχει την καλοσύνη, τα τάμπι (1) του Νεκτάλιου (2)», που δυστυχώς σ’ αυτή την τελευταία πρόβα είχε ‘ρθει με μπανταρισμένο το δεξί γόνατο μετά απ’ την τούμπα που ‘χε φάει με τα πατίνια. Ο Αλέξανδρος είχε συμμορφωθεί θέλοντας και μη μα το ‘φερνε βαριά • ο κολλητός του τον κοίταζε θριαμβευτικά αφ ‘υψηλού όση ώρα παιδευόταν με τις τοσοδούλικες κόπιτσες, πότε-πότε μάλιστα δεν άντεχε στον πειρασμό να του κουνηθεί και να του ψιθυρίσει χασκογελώντας αφού η Ένγκι-σενσέε (3) βρισκόταν σε ασφαλή απόσταση: «πάρε μας μια πίπα, man!».

Στο τέλος ο Αλέξανδρος δεν άντεξε. Kουμπώνοντας και την τελευταία σήκωσε τα μάτια και με σφυριχτή κακία του την έχωσε εκεί πού ήξερε πως τον πονάει: «εσύ ρε μαλάκα να κοιτάς τη μάνα σου τη psychο που με τις μαλακίες της θα σε κάνει πούστη ρε!».

Ο Νεκτάριος πήρε ανάποδες, άλλαξε το βάρος στο δεξί πόδι κι ας πονούσε, κι ετοιμάστηκε να του βαρέσει κλωτσιά με το γερό αλλά δεν του βγήκε. Ανοιγμένη μύτη, σπασμένα δόντια, δάκρυα και γυαλιά απέμειναν ακυρωμένα στην οθόνη της φαντασίας του. «Γιατί ρε μαλάκα? εσύ τι φοράς?».

Ο Αλέξανδρος πούχε οπισθοχωρήσει εκτός του πεδίου βολής διατηρούσε την έκφραση αηδίας: «εγώ ρε μαλάκα δε ντύθηκα πριγκίπισα...».

Όλη αυτή η πνιχτή αντιδικία σκέπασε το σούρσιμο πούκαναν τα χαρτιά της σενσέε που γύρισε προς τα παιδιά χαμηλώνοντας κι άλλο τα γυαλιά της στην άκρη της μύτης της. Ήξερε. Ήξερε πως τα παιδιά, τώρα παγωμένα σε στάση άμυνας/επίθεσης όπως σε πολεμικό δράμα εποχής, δεν ενδιαφέρονταν για τα γιαπωνέζικα. Με τη γλώσσα τα πήγαιναν και οι δυο άσχημα, προπαντός ο Αλέξανδρος. Η σενσέε υποψιαζόταν πως με κάποιον μυστηριώδη τρόπο είχαν ψυχαναγκαστεί να παρακολουθούν ανελλιπώς τα μαθήματα, πόσο μάλλον να πάρουν μέρος σ’ ένα τόσο φιλόδοξο project: Πέντε σκηνές από ισάριθμα έργα του θεάτρου No. Η πρόβα γινόταν για ένα από τα πιο γνωστά: “Το Πηγάδι”, γραμμένο από τον μεγάλο Ζεάμι.

Όταν ήταν νέα η Ένγκι-σενσέε βαριόταν πολύ ο,τιδήποτε είχε να κάνει με τη δική της κουλτούρα. Γρήγορα δραπέτευσε για σπουδές στην Αυστρία, αντάλλαξε τη γλώσσα της πρώτα με μία και μετά το γάμο της που την έφερε τελικά στην Ελλάδα, και με δεύτερη. Της πήρε χρόνια να συμφιλιωθεί με ό,τι είχε τόσο απόλυτα απορρίψει αλλά όσο ο καιρός περνούσε κι οι διαφορές ανάμεσα σ’ αυτό που δεν είχε καταφέρει ν’ αλλάξει απ’ τον παλιό της εαυτό και το θετό της περιβάλλον μεγάλωναν, άρχισε να επιστρέφει στην Ιαπωνία τουλάχιστον μια φορά το χρόνο. Οι κόρες της είχαν πια μεγαλώσει άλλωστε. Εξωτερικά ήταν τέλειες γιαπωνέζες όμως μιλούσαν μόνο ελληνικά και το ενδιαφέρον για τη χώρα της μητέρας τους ήταν επιφανειακό.

Τώρα καθώς η σενσέε με τραβηγμένο στόμα παρατηρούσε τους μαθητές της ξαναθυμήθηκε πόσο πολύ την πείραζε ακόμα και σήμερα που δεν είχε γιους. Στ’ αγόρια τα συγχωρούσε όλα, προχώρησε προς το μέρος τους λοιπόν παραμερίζοντας αποφασιστικά τη μόνιμη απογοήτευσή της, από τις κόρες της, τον άντρα της, τη δουλειά της, τέλος από αυτή τη χώρα που όσο γερνούσε τόσο λιγότερο άντεχε και καταλάβαινε.

«Να, εδώ, έχω φέρει ο-σέμπε (4). Να κάνουμε διάλειμμα πέντε λεπτά», έγνεψε με το χεράκι της προχωρώντας κατά πάνω μας σκέφτηκε ο Νεκτάριος και ξεκλειδώθηκε από τη θέση επίθεσης. Του θύμιζε πουλί η δασκάλα κάθε φορά που έκανε την παραμικρή κίνηση και τώρα δα ερχόταν βιαστικά προς το μέρος τους με στραβά βηματάκια σαν πληγωμένος γλάρος.

Σαν εκείνον τον αιγαιόγλαρο –όπως είχε αποδειχτεί- που είχε βρει στο νησί με σπασμένο το κόκκινο ράμφος του που τον ξεχώριζε από τα πιο συνηθισμένα ξαδέρφια του. Με τη μητέρα του τον είχαν βάλει σ’ ένα κουτί, τον είχαν φροντίσει με υπερβάλλοντα ζήλο και είχαν σκοπό να τον πάνε στον Πειραιά για να τον παραλάβει κάποιος από το Κέντρο Περίθαλψης Άγριων Ζώων στην Αίγινα, όταν κι ενώ φαινόταν να πηγαίνει καλύτερα το πουλί πέθανε.

Είχε συνδυάσει αυτή τη θλιβερή ανάμνηση με τα πουλιά και όσους του τα θύμιζαν όπως η σουβλερή, οστεοπορωμένη γιαπωνέζα, έτσι κάθε φορά που βρισκόταν κοντά της ανάσαινε βαθιά και σκοτείνιαζαν τα μάτια του μεμιάς, όμως ήταν αδύνατον για κείνη να το ξέρει• πίστευε πως τον έφερνε σε αμηχανία που ήταν τόσο κακός μαθητής κι ας διάβαζε απ’ ότι τουλάχιστον έλεγε η μητέρα του.

Η δασκάλα έκανε μεταβολή αυτή τη φορά για να ψάξει με θόρυβο στη τσάντα της απ’ όπου ανέσυρε μερικά κομματιασμένα κρακεράκια τυλιγμένα σε ατομικές συσκευασίες.

«Να Νεκτάλιε, έλα να πάρεις κι εσύ Αλέξανδρε». Ο Αλέξανδρος που είχε κρατηθεί πιο πίσω πλησίασε αργά, του φαινόταν πως η δασκάλα δεν τον συμπαθούσε. Όλο τον Νεκτάριο φωναζε πρώτο κι ας έλεγε χάλια τ’ όνομά του. Άπλωσε το χέρι να πάρει τα τρίμματα, είπε μασημένα επειδή ντρεπόταν «arigatoo» (5) ρίχνοντας μια λοξή ματιά μες απ’ τα γυαλιά του στον μουτρωμένο κολλητό του τώρα που τα μανίκια τους αγγίζονταν χωρίς όμως να καταφέρει να πιάσει το βλέμμα του.

Είχαν κι οι τρεις πλησιάσει, σαν αντίδωρα κράτησαν σιωπηλά όπως σε ιεροτελεστία τα σέμπε τους πριν αρχίσουν να τα τρώνε. Κρατσανίζανε κι ο θόρυβος φτερούγισε ψηλά, πάλι σαν γλάρος σκέφτηκε ο Νεκτάριος και χαμήλωσε κι άλλο το βλέμμα. Ο καθένας φάνηκε να βυθίζεται απότομα στις δικές του σκέψεις.

Για λίγο μόνο, όση ώρα κράτησε το μάσημα δηλαδή, πήραν αυτές το πάνω χέρι. Βιαστικές τραβούσαν τους μπερδεμένους δρόμους τους ξέροντας καλά πως μόλις τελειώσει το διάλειμμα θα ’πρεπε να καταχωνιαστούν ξανά σε κάποια άκρη.

Τον Νεκτάριο η σκέψη του τον τράβηξε πίσω σε κάποια παλιά αλλά καθόλου ξεχασμένα μονοπάτια περνώντας τον με άνεση από το κουτί με το γλάρο σ’ ένα απόγευμα που φυσούσε δυνατά στην αρχή των διακοπών στη Νίσυρο πριν βρουν το πουλί. Θυμόταν καθαρά τις λεπτομέρειες γιατί ήταν οι τελευταίες διακοπές που έκαναν όλοι μαζί σαν οικογένεια. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν είχαν σταθεί οι γονείς του να βγάλουν φωτογραφίες τον ήλιο που βούταγε κατακόκκινος στη θάλασσα κι εκείνος έτρεξε να τους κρυφτεί λίγο πιο πέρα όταν πέρασε σχεδόν από πάνω του χωρίς να τον προσέξει ένας άντρας με τόσο αγριεμένο πρόσωπο που παραλίγο να βάλει τις φωνές και να προδοθεί. Θυμόταν πόσο τον είχαν τρομοκρατήσει εκτός από την έκφρασή του τα μακριά μαλλιά του αγνώστου που στριφογύριζαν σα φίδια στον αέρα γύρω απ’ το σκελετωμένο του πρόσωπό και το σκουλαρίκι του, μακρύ κι αυτό• αν τον έβλεπε σήμερα ο Νεκτάριος θα τον θεωρούσε super, όμως τότε…Η ανάμνηση αυτή άρχισε ένα χαμόγελο στα χείλη του που κράτησε όσο να καταπιεί. Με το τέλος εκείνου του καλοκαιριού πήγε να μείνει με τον πατέρα του όπως ήταν η συμφωνία. Δίπλα σε εκείνον που μέχρι τότε είχε παίξει βοηθητικό ρόλο στη ζωή του μεγάλωσε χωρίς πολλή επιτήρηση, πετώντας μπόϊ, μοιάζοντάς του παρά τη θέλησή του όλο και περισσότερο, ήδη πρώιμος νοσταλγός των παλιών καλών ημερών της ζωής με τη μητέρα του.

Οι σκέψεις των άλλων δυό κατά κάποιον τρόπο σύγκλιναν πάνω του. Της δασκάλας καθώς αγκάλιαζε και τα δυο αγόρια και τον συμπεριλάμβανε δίνοντάς του μάλιστα την πρώτη θέση, και του Αλέξανδρου γιατί για εκείνον το ενδιαφέρον για τον φίλο του άγγιζε τα όρια του κολλήματος. Ο Νεκτάριος ήταν η αιτία που μάθαινε γιαπωνέζικα. Ήταν βέβαια cool και τα κορίτσια γούσταραν αλλά πάνω απ’ όλα ήταν η επιθυμία του Νεκτάριου που υπαγόρεψε την απόφασή του, μια επιθυμία φλογερή όσο και ακατανόητη. Ο Νεκτάριος δεν ήταν ποτέ πρόθυμος να εξηγήσει στον κολλητό του γιατί την έβρισκε να παιδεύεται με μια τέτοια γλώσσα τη στιγμή μάλιστα που είχε το προνόμιο μιας δεύτερης «πατρικής»: ήταν μισός Γάλλος.

Ο Αλέξανδρος διαισθανόταν, –ήταν από φυσικού του ευαίσθητος δέκτης μηνυμάτων από το περιβάλλον του-, χωρίς ωστόσο να καλοκαταλαβαίνει πως η γλώσσα για τον φίλο του δεν ήταν αγγαρεία ή ιδιοτροπία, αφού μάλιστα δεν τα κατάφερνε κιόλας, αλλά ένα κάλεσμα σχεδόν μυστηριώδες. Το διάβασμα της αρκούδας έριχνε κατά δική του ομολογία αλλά πάλι δεν κατάφερνε να θυμηθεί ποτέ πάνω από πέντε συνεχόμενα κάντζι τη φορά. Σαν η εκμάθηση των καινούργιων να ‘σβυνε τα παλιότερα από τον περιορισμένο χώρο που τους αναλογούσε στο κεφάλι του.

Τον ίδιο τον Αλέξανδρο δεν τον πείραζε καθόλου που τα πήγαινε ακόμα χειρότερα. Μόνο ντρεπόταν λίγο στα προφορικά γιατί στο μυαλό του είχε πάντα τον Beat Takeshi στη Σονατίνα, –την αγαπημένη ταινία του Νεκτάριου-, και είναι λόγος τώρα αυτός να μαθαίνεις τη γλώσσα για τον Takeshi και τα manga? Αγριωπή και γελοία μαζί του φαινόταν αλλά συνέχιζε. Συνέχιζε να υποκρίνεται πως μαθαίνει, πως διαβάζει δίπλα στον κολλητό του δυο φορές τη βδομάδα μετά το σχολείο και μερικές φορές και τα σαββατοκύριακα όταν δεν είχαν μπάσκετ πότε στη βιβλιοθήκη και πότε στο σπίτι του πατέρα του Νεκτάριου. Τα παιδιά συχνά έμεναν μαζί μόνα τα βράδια του Σαββάτου σ’ ένα σπίτι όπου αντίθετα με ό,τι συνέβαινε αλλού τίποτα δεν απαγορευόταν: να βλέπεις συνέχεια τηλεόραση, να παίζεις για ώρες παιχνίδια στο κομπιούτερ, να τρως μόνο pizza και τελευταία, να καπνίζεις και να πίνεις.

Η μητέρα του Αλέξανδρου βέβαια δε μπορούσε να το χωνέψει, ο γιος της ήταν αδύνατος μαθητής, τον χρόνο που έχανε με την «άχρηστη γλώσσα» (να ήταν τουλάχιστον κινέζικα...) θα μπορούσε να τον αφιερώνει στο διάβασμα. Παρ’ όλ’ αυτά τον είχε αφήσει ελεύθερο να κάνει το μοναδικό πράγμα για το οποίο είχε εκφράσει ενδιαφέρον. Δύσκολα θα έλεγε η κυρία Χρυσούλα όχι στον μοναχογιό της • μόλις δυο χρόνια πριν είχαν χάσει τον πατέρα του σ’ ένα φριχτό τροχαίο δυστύχημα που γι’ αυτό δε μιλούσαν ποτέ στο σπίτι. Το παιδί, πάντα μαζεμένο, είχε κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό του. Μόνο με τον Νεκτάριο είχαν μείνει κατεβασμένες οι γέφυρες. Η κυρία Χρυσούλα είχε θρηνήσει την σταδιακή απομάκρυνση του γιου της αφού πρώτα είχε καταβάλλει κάθε προσπάθεια να τον ξαναφέρει κοντά της ώσπου τελικά έριξε την ευθύνη στο δυστύχημα και στην κακή συγκυρία της απαρχής της εφηβείας του. Καθόλου δεν της περνούσε απ’ το μυαλό πως ο Αλέξανδρος ντρεπόταν για τη δουλειά της• μετά τον θάνατο του άντρα της είχε περάσει στα χέρια της το μαγαζί του που διατηρούσε σε κεντρικό σημείο της γειτονιάς: τώρα η κυρία Χρυσούλα πουλούσε πυτζάμες, κάλτσες και σώβρακα.

Ο γιος της πάντως αυτή την στιγμή αυτομαστιγωνόταν με διαφορά φάσης επειδή είχε ανταποδώσει με προσωπική επίθεση το απλό πείραγμα του φίλου του• όπως έκανε πάντα ο Νεκτάριος θα θύμωνε για τουλάχιστον δυο μέρες και θα τον τιμωρούσε αγνοώντας τον. Αυτή η συμπεριφορά του, κάθε φορά σα να ήταν η πρώτη, έκανε χώμα τον Αλέξανδρο.

[…]

Tυλιγμένος σ’ εκείνη την καλοκαιρινή ανάμνηση ο Νεκτάριος έκανε ένα βήμα πίσω πατώντας αφηρημένα με το χτυπημένο πόδι του τα τρίμματα από το κρακεράκι. Ούτε που το κατάλαβε πως γλίστρησε, σαν σε αργή κίνηση του φάνηκε πως με κάποιον τρόπο έπεφτε από κάπου πολύ ψηλότερα κι από παντού τον κύκλωσε μυρωδιά από θειάφι• όλα έγιναν κίτρινα. Η αλήθεια όμως είναι πως τη στιγμή που θα κρίνει τα πάντα, δηλαδή όλη εκείνη την ατέλειωτη ώρα που θα ’κανε ο αριστερός του κρόταφος να συναντηθεί με ορμή με τη γωνία του σκηνικού ο Νεκτάριος έπεφτε με φόρα στο πηγάδι. Από κίτρινα όλα βάφτηκαν μαύρα.

Απόσπασμα από ένα σχέδιο για βιβλίο: To Πηγάδι, (2002- ) με αναφορά σε ένα από τα γνωστότερα θεατρικά έργα Νο του Ζεάμι (1363-1443) Ιzutsu.(http://en.wikipedia.org/wiki/Zeami_Motokiyo)
Είχα την τύχη να δω το έργο στην Εθνική Σκηνή Νο του Τόκιο το 1995 (http://deplaced.blogspot.com/2008/04/she-dances-then-vanishes-at-dawn.html)
και στην Αθήνα το 1999 με Λαζαρίδου και Μπακιρτζή, σε μια παράσταση του ΑπoΜηχανής που παρότι δεν ακολουθούσε το πρωτότυπο βασιζόταν στην ελληνική απόδοση του Ε. Σοφρά, Το φιλιατρό του πηγαδιού, (Ροδακιό 1992) που αγνοούσα ως τότε.


1.λευκά καλτσάκια που κουμπώνουν με κόπιτσες στον αστράγαλο κι έχουν χωριστή θέση για το μεγάλο δάχτυλο
2.κλασική δυσκολία διάκρισης των γιαπωνέζων μεταξύ λ και ρ
3.το επίθετο της δασκάλας: τύχη/οιωνός
4.κρακεράκια ρυζιού
5.ευχαριστώ