Η όχι πιά νέα μεταφράστρια γαλλικών Ιωάννα ετοίμαζε τα χειμωνιάτικα ρούχα για το πατάρι όταν ένιωσε μια απότομη κούραση που την ανάγκασε να καθήσει στην άκρη του κρεβατιού. Τόση θλίψη είχε μέσα της αυτή η κούραση που βούλιαξε το δωμάτιο ξαφνικά στο σκοτάδι. Αν και ήξερε πολύ καλά γιατί της συνέβαινε αυτό πάλι δε μπορούσε να κάνει κάτι για να σταματήσει την άσχημη γεύση που από τον λαιμό της ανέβαινε ορμητικά στα ρουθούνια κάνοντας την κρεβατοκάμαρα να μυρίζει σα χαλασμένο αυγό. Γρήγορα φουσκώνοντας η αίσθηση βρέθηκε στα μάτια της: αγκαλιάζοντας σφιχτά το ρούχο που έτυχε να κρατά στα χέρια σα να ‘σφιγγε τον ίδιο τον πρώην -εδώ κι ένα μήνα- εραστή της έπεσαν οι ώμοι της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
Μέσα απ’ την κουρτίνα με τα δάκρυα το δωμάτιο ανεβοκατέβαινε κομμένο σε φέτες. Η Ιωάννα πάλευε να πάρει ανάσα ενώ τ’ αναφιλητά ανακατεύονταν με τους τακτικούς κτύπους από το ρολόι του σαλονιού καταστρέφοντας τον ρυθμό τους. Το σπίτι βουβό με τα πατζούρια κλειστά χώνεψε τη λυπημένη κακοφωνία για όση ώρα κράτησε. Λιτά έπιπλα, λευκοί τοίχοι, κι ένα ψάθινο χαλί που σε μια άκρη του είχε παραπέσει μια πρόσκληση από τον «Σύνδεσμο για την προώθηση της Ελληνο-Ιαπωνικής φιλίας» για «Πέντε διάσημες σκηνές από έργα του θεάτρου No», αλλά προπαντός το χαμηλό κρεβάτι με τα σοβαρά σκούρα μπλε μαξιλάρια του, έδειξαν κατανόηση γι’ άλλη μια φορά, κατάπιαν το κλάμα και το παράπονο όπως έκαναν τον τελευταίο καιρό σχεδόν μέρα παρά μέρα. Ούτε κιχ δε βγήκε προς τη γειτονιά, στον ήσυχο μεσημεριάτικο δρόμο, ούτε καν στο διπλανό διαμέρισμα όπου ωστόσο η κουφή χήρα στρατηγού υπήρχε μικρή πιθανότητα να ενοχληθεί.
Από σύμπτωση τώρα βρέθηκε να κρατά η Ιωάννα την ώρα της ταραχής της και να σφίγγει μέχρι που ασπρίσανε οι κόμποι στα χέρια της και μπήχτηκαν τα φαγωμένα νύχια της στις παλάμες, το παντελόνι από μια φόρμα γυμναστικής που συνήθιζε να φορά ο Άγγελος όταν έμενε σπίτι τα σαβατοκύριακα. Αν και θα ‘ταν αναμενόμενο να έχει αρχίσει να κλαίει αφού το είχε δει, είχε συμβεί ακριβώς το ανάποδο. Να ‘ταν μια υποψία μυρωδιάς δικής του, επίμονα διατηρημένης ακόμα και μετά την τυραννία του πλυσίματος στο πλυντήριο με απορρυπαντικό, αποσκληρυντικό και μαλακτικό με άρωμα πορτοκάλι μαζί, που τρύπωσε χωρίς να την πάρει κανείς χαμπάρι στο υποσυνείδητο της Ιωάννας την ώρα που ανακάτευε αφηρημένη τα ασιδέρωτα ρούχα? Το βέβαιο είναι πως η στιγμή της ανακάλυψης έδωσε το έναυσμα για έναν νέο γύρο κλάματος πιο γοερό και πιο απελπισμένο από τον προηγούμενο.
Στο τέλος, όταν το σπίτι σε αμηχανία είχε αρχίσει να εγκαταλείπει την προσπάθεια να κρατήσει ιδιωτικό τον νευρικό παροξυσμό, που κομμάτια του είχαν ήδη ξεφύγει στον δρόμο σταματώντας για λίγο τον Αλβανό του ισογείου που έπλενε το αμάξι του με το λάστιχο στο χέρι και ενοχλώντας στον ύπνο της ως και τη χήρα στρατηγού που ξάπλωνε με την πλάτη στο κεφαλάρι του κρεβατιού της, η Ιωάννα κατέρρευσε. Έγειρε απότομα πάνω στα μαξιλάρια με το ρούχο πάντα αγκαλιά, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό που έμοιαζε με λόξυγγα, ρούφηξε με δύναμη τη μύτη της και σταμάτησε το θολωμένο βλέμμα της καρφωτά στο ταβάνι. Γύριζε, γύριζε το ταβάνι μαζί κι ο ανεμιστήρας οροφής κι ο κόσμος όλος καθώς η ησυχία επέστρεφε στο αναστατωμένο τοπίο της κρεβατοκάμαρας.
Από ψηλά, αν ήταν δυνατό να παρατηρεί κανείς σταθερά το δωμάτιο στην διάρκεια του περασμένου χρόνου, δε θα μπορούσε παρά να συγκρίνει νοερά την τωρινή μοναχική ακαταστασία της τακτοποίησης των χειμωνιάτικων, -και τις νοικοκυρίστικες ναφθαλίνες και λεβάντες που σύντομα θα ‘μπαιναν στην εικόνα-, με τις κεφάτες εκείνες ακαταστασίες που προέκυπταν μέχρι πολύ πρόσφατα τις βραδινές κυρίως ώρες αλλά και μέρα μεσημέρι, όταν η Ιωάννα με τον Άγγελο έπεφταν τρέχοντας στο κρεβάτι πετώντας τα ρούχα τους στις τέσσερις γωνιές. Η σύγκριση χωρίς άλλο θα τον μελαγχολούσε αυτόν τον αόρατο παρατηρητή, αν τύχαινε να υπάρχει φανταστικά σκαρφαλωμένος στον ανεμιστήρα οροφής που για καλή του τύχη παρέμενε εκτός λειτουργίας.
Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος πότε με γέλια πότε με δάκρυα, κι απ’ όλον αυτόν τον ξετρελλαμένο έρωτα δεν απέμενε παρά το άδειο παντελόνι μιας αντρικής φόρμας πάνω στην κοιλιά μιας περισσότερο νεκρής παρά ζωντανής γυναίκας, σωριασμένης διαγώνια σ’ ένα εγκαταλειμμένο πεδίο μάχης.
Κι ωστόσο είχε αρχίσει να συνέρχεται. Το ταβάνι καθάριζε, στο οπτικό της πεδίο ο ανεμιστήρας διαγραφόταν παρά το ημίφως με κάθε λεπτομέρεια. Δεν ανέπνεε βέβαια ακόμα κανονικά. Πάνω στο στήθος της μπορεί να είχε έρθει να καθίσει το πειραχτήρι εκείνο φαντασματάκι, το zashiki-bokko που φυλάει τα παλιά χωριατόσπιτα στις επαρχίες της Ιαπωνίας, όταν δεν βαραίνει τον ύπνο των μεγάλων ή δεν μεταφέρει τα κοιμισμένα παιδιά σε άλλα δωμάτια, κι ας μην ήταν το δικό της διαμέρισμα ούτε παλιό ούτε γιαπωνέζικο. Γιατί η Ιωάννα αγαπούσε ό,τι γιαπωνέζικο, το σπίτι ήταν γεμάτο από τα πειστήρια αυτής της αγάπης.
Την παρηγορούσε λοιπόν η ιδέα πως η αιτία για την προσωρινή της αδυναμία μπορεί και να είχε μια τέτοια προέλευση. Τον Άγγελο διάλεγε να μην τον θυμάται. Έμεινε ακίνητη, συγκεντρωμένη στο μικρό φάντασμα που μόνη η οριστική αποχώρησή του από το σπίτι συνιστά μεγαλύτερο κακό. «Πως να πετάξω το φάντασμα από πάνω μου χωρίς όμως και να το διώξω για πάντα?», τέτοιος ήταν ο προβληματισμός της όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το κουδούνισμά του ανέτρεψε την φρεσκο-αποκτημένη ισορροπία, καθώς η Ιωάννα πετάχτηκε πάνω από ένστικτο, το φαντασματάκι δίχως άλλο έφαγε γερή τούμπα μέχρι την άκρη του κρεβατιού και σίγουρα κύλισε στο πάτωμα.
Στην άλλη άκρη της γραμμής δεν ήταν κανείς. Είχε ένα χτυποκάρδι όταν ξανάπιασε τη μουσκεμένη στα δάκρυα φόρμα που δεν της περίσσευε έννοια για την τύχη του, σα να μην τόχε σκεφτεί ποτέ, -και ήταν μια παράλογη σκέψη-, πέταξε από το μυαλό της. Μηχανικά επειδή δεν ήθελε ν' ανοίξει τα παντζούρια έσυρε το ρούχο πίσω της μέχρι το γραφείο όπου είχε ακόμα φως. «Τώρα τι να κάνω με δαύτη?», αναρωτήθηκε. «Στον Νεκτάριο πέφτει μακριά. Αλλά και να την κοντύνω αποκλείεται να τη φορέσει. Έχει ένα σωρό καλύτερες. Να την κρατήσω εγώ για μέσα στο σπίτι ή...», «να την κάψεις, να την κάνεις κομματάκια και να την πετάξεις στα σκουπίδια κι ακόμα πιο πέρα?», μια φωνούλα συμπλήρωσε μέσα της. Παρ' ότι η φωνούλα δεν είχε μιλήσει γιαπωνέζικα η Ιωάννα ήταν σίγουρη πως το μικρό στοιχειό την είχε ακολουθήσει στο δωμάτιο και διασκέδαζε με το δίλημμά της. Η ιδέα την παρηγόρησε γι' άλλη μια φορά, μέχρι που χάραξε ένα σχεδόν πονηρό χαμόγελο στο τραβηγμένο της πρόσωπο. Σήκωσε τη φόρμα ψηλά, την έψαξε καλά-καλά, μετά τη γύρισε ανάποδα και στρώθηκε να ξηλώνει το ένα μπατζάκι.
Πέρα δώθε πήγαινε το ψαλιδάκι στα χέρια της• «θα μπορούσα βέβαια και να την κόψω απλά κι ας μείνει με τα ξέφτια, γιατί να μπω σε τόσο κόπο?», ενώ συνέχιζε αφηρημένα. Το μονότονο πηγαινέλα του χεριού τη νανούριζε, έβαζε την παραγκωνισμένη λύπη της ξανά να κοιμηθεί. Όλα είχαν τελειώσει, και με το μυαλό της η Ιωάννα το καταλάβαινε φυσικά, ωστόσο τίποτα δεν τελειώνει όσο μένουμε ζωντανοί, έτσι? Υπήρχε πάντα η κακή στιγμή όσο κι αν μαλάκωνε ο πόνος με το χρόνο, να ξανανέβει στην επιφάνεια εκείνο που δεν αντέχουμε να θυμόμαστε. Η Ιωάννα υπολόγιζε ξαφνικά στο βάρος που έχουν τα γιαπωνέζικα φαντάσματα, τουλάχιστον τα λιγότερο μοχθηρά: θρονιασμένα πάνω στο στήθος, ακριβώς πάνω στην καρδιά, σπρώχνουν τη λύπη όλο και πιο μέσα, «πόσο πιο μέσα?», «μέχρι να βγει απ' την πλάτη!». Γέλασε μόνη της με την ανοησία της σκέψης της.
Μ' αυτά και μ’ αυτά είχε τελειώσει το μπατζάκι, τσίμπισε τις κλωστές που περίσσευαν κι έσκυψε από μια παρόρμηση που δεν έλεγχε από πάνω του λες και περίμενε να βρει κάτι στο σκοτεινό του βάθος. «Αν δεν την κουβάλαγα μέσα μου κι αν μπορούσα να την κρύψω κάπου έξω, εδώ θα την έθαβα τη λύπη μου», έσκυψε κι άλλο μέχρι που σχεδόν χώθηκε το μισό της κεφάλι μέσα. «Δε θέλω να την κουβαλάω κιόλας αλλά ούτε να τη χάσω για πάντα. Να μπορούσα μόνο να την κρύψω κάπου... », αφήνοντας έξω από το μπατζάκι μόνο το στόμα η Ιωάννα ξανάρχισε να κλαίει. Με τη μύτη και τα μάτια κλειστά της φάνηκε πως βουτούσε σε πηγάδι. 'Επεφτε απαλά αλλά και πάλι κρατιόταν στο χείλος. Δάκρυα ποτάμι, γοερά με αστραφτερό θόρυβο καταρράκτη προσγειώνονταν στον ξερό πάτο. Το πηγάδι γέμιζε αργά κι η δροσιά που ανέβαινε σε κύματα ανακούφιζε την Ιωάννα και την έκανε να κλαίει ακόμα πιό πολύ. Δεν είχε πιά σκοτάδι, το νερό με ορμή άναβε σπίθες στα τοιχώματα σ' όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. «Ο θυμός μου!», τον αναγνώρισε από τις κόκκινες αστραπές. «Αχ, ήθελα να πεθάνει, ήθελα να υποφέρει και μέχρι τώρα δεν τολμούσα να το παραδεχτώ!», πάλευε η αγάπη της με τον θυμό της και ήταν αδύνατον να πεις ποιος θα νικήσει.
Από τον βυθό σα να το ανέβαζε μια δύναμη ξένη απ' αυτό κινήθηκε μια άμορφη μάζα που γρήγορα πήρε χαρακτηριστικά κούκλας ή μωρού. Ήταν ακριβώς ό,τι είχε αποφύγει να σκεφτεί όλον αυτόν τον καιρό και τώρα το ‘βρισκε κάτω απ' τη μύτη της. Όμως δεν της έμενε άλλη φωνή, άλλα δάκρυα ή χέρια για να το θρηνήσει όπως του άξιζε, για να το πάρει στην αγκαλιά της• με το που σχηματοποιήθηκε «το πράγμα» άλλαξε πορεία και υπακούοντας σε άγνωστους νόμους άρχισε πάλι να κατεβαίνει προς τα κάτω μέχρι που διαλύθηκε χωρίς ν' αφήσει το παραμικρό ίχνος πίσω του.
Η Ιωάννα είχε προσεγγίσει την καρδιά της λύπης της. Ουρλιάζοντας με νέα μανία αποχαιρέτησε το τελευταίο και το πρώτο, αυτό που θα ήταν και δεν έγινε, αυτό που αν είχε γίνει ίσως ούτε πηγάδι, ούτε τέτοια λύπη θα ήταν δυνατά. Τη φόρμα που της είχε κατέβει στον λαιμό πνίγοντας τις κραυγές της, εμποδίζοντάς την ν' αναπνεύσει, την πέταξε με λύσσα από πάνω της. Με δύναμη εκείνη προσγειώθηκε στο γραφείο πετώντας στον αέρα διάφορα μικροπράγματα, ο χώρος γύρω από την καρέκλα της σπάρθηκε με καρφίτσες σ' όλες τις κλίσεις και τους σχηματισμούς. Η Ιωάννα δεν τολμούσε να κουνηθεί. Από την καρέκλα της τρέμοντας επιθεώρησε το ναρκοπέδιο τριγύρω.
Το video από την όπερα Salome του Richard Strauss (1864-1949), που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1905 στη Δρέσδη. Κλείσιμο της τελευταίας σκηνής 4 αρχίζοντας με την άρια 7 της Σαλώμης που απευθύνεται στο κομμένο κεφάλι του Ιωάννη, από το σημείο: «Αh! Warum hast du mich nicht angesehn, Jochanaan?». «Αχ! Γιατί ποτέ σου δε με κοίταξες, Ιωάννη;».
Απόσπασμα από ένα σχέδιο για βιβλίο: To Πηγάδι, (2002- ) με αναφορά σε ένα από τα γνωστότερα θεατρικά έργα Νο του Ζεάμι (1363-1443) Ιzutsu.
(http://en.wikipedia.org/wiki/Zeami_Motokiyo)
Είχα την τύχη να δω το έργο στην Εθνική Σκηνή Νο του Τόκιο το 1995 (http://deplaced.blogspot.com/2008/04/she-dances-then-vanishes-at-dawn.html) και στην Αθήνα το 1999 με Λαζαρίδου και Μπακιρτζή, σε μια παράσταση του ΑπoΜηχανής που παρότι δεν ακολουθούσε το πρωτότυπο βασιζόταν στην ελληνική απόδοση του Ε. Σοφρά, Το φιλιατρό του πηγαδιού, (Ροδακιό 1992) που αγνοούσα ως τότε.
(http://en.wikipedia.org/wiki/Zeami_Motokiyo)
Είχα την τύχη να δω το έργο στην Εθνική Σκηνή Νο του Τόκιο το 1995 (http://deplaced.blogspot.com/2008/04/she-dances-then-vanishes-at-dawn.html) και στην Αθήνα το 1999 με Λαζαρίδου και Μπακιρτζή, σε μια παράσταση του ΑπoΜηχανής που παρότι δεν ακολουθούσε το πρωτότυπο βασιζόταν στην ελληνική απόδοση του Ε. Σοφρά, Το φιλιατρό του πηγαδιού, (Ροδακιό 1992) που αγνοούσα ως τότε.
more...