(από deplaced ή αστικός πόνος 11/20)

Ήταν στο καφέ τώρα κάπου 20 λεπτά και την περίμενε. Μετάνιωνε που ποτέ της δεν είχε καπνίσει, τόση ώρα θα 'χε κάτι να κάνει παρά να στραβοκοιτάζει ανόρεχτα την τελευταία γουλιά του espresso, δεν είχε σκεφτεί να πάρει και καμιά εφημερίδα. Είχε καιρό να της συμβεί να βρεθεί έξω καθημερινή μεσημέρι και να μην έχει δουλειά. Όταν την είχε πάρει τηλέφωνο για να της πει για την απόλυση δεν είχαν μπορέσει να μιλήσουν πολλή ώρα γιατί είχε κάποιον στο σταθερό της, της είχε υποσχεθεί πάντως πως θα 'βρισκε λίγο χρόνο για να τα πουν, της είπε να την περιμένει σ’ αυτό το κεντρικό καφέ δίπλα στο γραφείο της.
Της ερχόταν να την ξαναπάρει στο κινητό, μέσα της φούσκωνε κάτι απροσδιόριστο που άρχιζε να μοιάζει με απελπισία αλλά κρατήθηκε, σκέφτηκε πως γινόταν υστερική. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε γύρω της. Το καφέ ήταν γεμάτο κι αυτό την είχε απ’ την αρχή παραξενέψει. Σ’ όλα τα τραπεζάκια κόσμος που δεν έλεγε να το κουνήσει, σαν κι αυτή. Πέρα απ’ το καπνό των τσιγάρων, έξω στο δρόμο που θάμπωνε πίσω απ’ το τζάμι, έλαμπε η μέρα κι η ασταμάτητη κίνηση που ερχόταν σε αντίθεση με την σχετική ακινησία που βασίλευε στο καφέ. Δεν το 'χε προσέξει όταν είχε πρωτομπεί γιατί το πηγαινέλα της γκαρσόνας, τα σουρσίματα απ’ τις εφημερίδες, κι ο κόσμος που μίλαγε στους διπλανούς του ή στα κινητά, κατά κάποιον τρόπο έφερναν τη φασαρία απ’ έξω μέσα όμως αυτό ήταν παραπλανητικό.
Δεν ήταν και κανένα στέκι για νεαρόκοσμο. Εστίασε πιο πολύ στα διπλανά της τραπεζάκια, ένας άντρας όχι περισσότερο από πενήντα καθόταν δεξιά της, λοξά πίσω της στ’ αριστερά ένα ζευγάρι που το άκουγε μόνο, ο άντρας μιλούσε περισσότερο, η γυναίκα είχε ξενική προφορά και φωνή κοριτσιού. Ο άντρας στα δεξιά της έκανε πέρα τον καφέ του κι άρχισε να κάνει αέρα μ’ έναν μεγάλο λευκό φάκελο που είχε κάτι σαν ιατρικό σήμα πάνω του. Κέντρο Διάγνωσης? δεν το 'βγαζε καθαρά από τη θέση της μα πρόσεξε πως εκείνος αναστέναξε και κάρφωσε τη ματιά στο κινητό του. Κι εκείνη το ίδιο έκανε χωρίς αποτέλεσμα. Έφτιαξε με την ησυχία της κάποιο σενάριο στο μυαλό της, ο άντρας στο μεταξύ πήρε κάτι χαρτιά απ’ το φάκελο, τους έριξε μια σοβαρή ματιά, τ’ άφησε δίπλα του, κοίταξε έξω τον ήλιο, τα ξανάπιασε. «Κακά μαντάτα!», σκέφτηκε εκείνη και ανατρίχιασε ξαφνικά σα να καθόταν σε ρεύμα.
Πίσω της ο άλλος άντρας συνέχιζε το τροπάρι του: «Έτσι που λες, εσύ δεν έχεις να κάνεις τίποτα μ’ αυτόν το μαλάκα, μόνο με μένα και μη σε νοιάζει, θα καθαρίζω εγώ». Κάτι ψέλλισε η νεαρή που πρόφερε πολύ σκληρά τα δέλτα και κόμπιαζε συνεχώς. Εγκαταλείφτηκε κι εκείνη με τη σειρά της στην αίσθηση εμπιστοσύνης που της προκαλούσε η χροιά της φωνής του, σιγά-σιγά πειθόταν και δεν μπορούσε να καταλάβει που έβρισκε η άλλη το κουράγιο ν’ αντιστέκεται έστω κι όλο και πιο αδύναμα. Της ερχόταν να γυρίσει να τους κοιτάξει από περιέργεια αλλά ντρεπόταν.
Πέρασε συρτά από μπροστά της η πιτσιρίκα γκαρσόνα με την κοιλιά της έξω, κοντοστάθηκε, μάζεψε μετά τον τελειωμένο espresso. Ήπιε μια γουλιά νερό κι έπιασε να περιεργάζεται τα χέρια της. Όταν σήκωσε τα μάτια της ο άντρας με τον φάκελο είχε ακόμα καρφωμένα τα δικά του στην οθόνη του κινητού του. Ένιωσε συμπάθεια για τον άγνωστο, κι οι δυο τους περίμεναν κάτι που δεν ερχόταν μόνο που στη δική του περίπτωση ίσως να ήταν και καλύτερα.
Ο άντρας πίσω της είχε φτάσει τελικά στο συμπέρασμα κι η γυναίκα δεν διαμαρτυρόταν πια: «Θα περάσουμε καλά οι δυο μας, θα το δεις, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα, ό,τι θες σε μένα θα 'ρχεσαι και θα το λες, μ’ αυτούς δεν θα 'χεις πολλά-πολλά, ένα καλημέρα και πολύ τους είναι.....».
Χανόταν τώρα η εμπιστοσύνη, σα να ξύπναγε απ’ το λήθαργο ανησυχούσε κι απελπιζόταν σταθερά. Μαζί με τη νεαρή που πότε-πότε μουρμούριζε καταφατικά, έπεφτε από κάπου ψηλά μέσα της. Το βύθισμα την αρρώσταινε, για να το σταματήσει προσπάθησε να γυρίσει την σκέψη της αλλού, στο -παλιό της κιόλας- γραφείο. Τώρα θα 'χαν γυρίσει στις θέσεις τους απ΄ το διάλειμμα του φαγητού. Θα 'πιναν τον δεύτερο καφέ, θα νύσταζαν, θα ψιλογκρίνιαζαν που δεν περνά η ώρα και δεν πάει πέντε να φύγουν, μα όλα αυτά στο βάθος με καλή διάθεση, όπως στριφογυρνά το σκουλήκι του μεταξιού στο κουκούλι του, το στενεύει λίγο αλλά είναι και το μόνο σπίτι που 'χει γνωρίσει.
Όταν σηκώθηκε το ζευγάρι πίσω της να φύγει της φάνηκε πως σκοτείνιασε ο τόπος, τόσο βαριά έπεσε η σκιά τους πάνω της. Εκείνος ήταν καλοστεκούμενος ίσως κι εξηντάρης, μεγαλόσωμος, κι εκείνη,... εκείνη δεν μπορεί να 'ταν πάνω από είκοσι πέντε, φυσική ξανθιά, πολύ χλωμή της φάνηκε, πέρασε από μπροστά της δαγκώνοντας το κάτω χείλι βαμμένο χτυπητό ροζ.
«Αχ, γιατί δεν έρχεσαι? γιατί δεν παίρνεις?», ούρλιαξε μέσα της με παράπονο, ο άντρας μπροστά της ξανάπιασε ν’ αερίζεται με το φάκελο, πνίγονταν κι οι δυο. Τότε την είδε που έμπαινε, χωρίς να το σκεφτεί άπλωσε προς το μέρος της και τα δυο της χέρια, η άλλη την τράβηξε απ’ την καρέκλα με διασκεδασμένο βλέμμα και μπορούσε να διαβάσει την σκέψη της: «Πάντα δραματική!», μα δεν την ένοιαζε καθόλου. Τώρα που είχε έρθει, συνέχιζε να την κρατάει σφιχτά απ’ το χέρι, εκείνη άλλαξε θέση στην τσάντα της, έβγαιναν απ΄ τη ντουμανιασμένη αίθουσα στο δρόμο. Χύθηκε το φως πάνω τους και τις αγκάλιασε, μ’ ευγνωμοσύνη γύρισε προς το μέρος της, δεν κρατιόταν πια, «πρέπει να στα πω όλα γιατί αλλιώς θα τρελαθώ...».
1999/2008
more...