"Τότε το βλέμμα ούρλιαξε από επιθυμία να έχει, επιθυμία να καταστρέψει, όπως η λαχτάρα για ένα φρούτο, περνά σαν αστραπή πάνω απ’ το ήδη ιλιγγιωδώς συντελεσμένο γεγονός να δοκιμάσουμε, να δαγκώσουμε, να καταπιούμε.
Και το βλέμμα έγινε χέρια. Η μεταβολή βρήκε τη μικρή απροετοίμαστη. Από το πουθενά άνοιξε η πόρτα υπηρεσίας πίσω της και ξεφύτρωσε το χέρι που της έκοψε την ανάσα. Δεν πρόλαβε ούτε καν να το δαγκώσει αμυνόμενη, άτονα πετάχτηκε στα σκουπίδια που σάπιζαν στο ρείθρο το πακετάκι του φαρμακείου όταν το ίδιο χέρι κατέβηκε στο λαιμό. Γλίστρησε κάτω απ’ το τράνταγμα το μαντήλι κι αποκαλύφθηκαν σπινθιρίζοντα ένα ζευγάρι μακριά σκουλαρίκια που έκαναν έναν αστείο για την περίσταση θόρυβο. Κι όσο το άλλο χέρι τρελό από λαχτάρα ορμούσε στο άνοιγμα της καμπαρτίνας που μέχρι τώρα είχε καλά κρατήσει κρυμμένο μόνο το στήθος, τα μάτια της συνάντησαν τα μάτια του.
Η καμπαρτίνα υποχώρησε αμέσως ενώ απ΄ τους ώμους πετάχτηκε στα σκουπίδια ένα μικροσκοπικό βελούδινο πουγκί που μέχρι τώρα δεν είχε κάνει αισθητή την παρουσία του. Το χέρι σα να βοηθιόταν απ’ τις απανωτές ριπές του ανέμου που είχε ξαναεμφανιστεί, εξερεύνησε αστραπιαία τη διάφανη μπλούζα συντρίβοντας όλα της τα κουμπιά μέχρι να βεβαιωθεί πως τίποτα δεν έμενε ανάμεσα στη παλάμη και στο στήθος. Μικρό κι αγριεμένο με ανατριχιασμένες ρόγες πρόβαλλε εκείνο κάτω απ΄ τα λαίμαργα δάχτυλα. Και μετά.....
Μετά ακούστηκε μονάχα το τράνταγμα της λεπτής σπονδυλικής στήλης που την ωθούν με βία τρελή πάνω σε μια ζαρντινιέρα από μπετόν γεμάτη αποτσίγαρα, έξω απ΄ την επικράτεια της φωτεινής πλημμυρίδας που ως τώρα γιόρταζε τη σκηνή. Η καμπαρτίνα ήταν πια ορθάνοιχτη. Τα πόδια εκείνης χωρίς αντιστάσεις επίσης. Τα μωβ σημάδια που 'χε κάνει το πρώτο, πιο σταθερό στις προτιμήσεις του χέρι, σχεδόν μαύρα, όλη την ώρα που συμπληρωματικά δάχτυλα γεύονταν επιτέλους την αλμυρή ζεστασιά του αντικείμενου του πόθου, ξετρελαμένα απ’ την ευκολία που εκείνο υποχωρούσε κάτω απ’ την αποφασισμένη τους κίνηση.
Κάτω απ’ την Κ1 μούσκευαν μόνα τους παρατημένα τα ψηλοτάκουνα φετίχ-παπούτσια της άγνωστης".
Αυτό έγινε όταν δούλευε την πιο βίαιη ιστορία της: το διπλανό διαμέρισμα από τη μεριά της κρεβατοκάμαρας που ήταν πάνω από 7 μήνες άδειο, νοικιάστηκε. Στο μπαλκόνι είδε απλωμένα αντρικά μποξεράκια σε έντονα χρώματα κι ένα καλό ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Μπορεί να μην είχε δει ακόμα τον νέο ενοικιαστή αλλά τον άκουγε, είχε πολύ βαριά φωνή και αρκετά συχνά έφερνε φίλους του που μαζί συζητούσαν μέχρι αργά. Εκείνη έγραφε στην κρεβατοκάμαρα και τους άκουγε σαν αδιάκοπο βουητό με ξαφνικές εντάσεις. Άνοιγε κι έκλεινε η εξώπορτα, πάντα η ίδια βαριά φωνή φαινόταν να δεσπόζει. Βρισκόταν στο τρίτο ξαναγράψιμο της ιστορίας της, (Νυχτερινή Βάρδια την έλεγε), και πιο πολύ την παίδευε το τέλος. Οι φίλοι της δε μπορούσαν να καταλάβουν γιατί πάντα διάλεγε να γράφει για θλιβερά πράγματα, -ή για άχρηστους ανθρώπους-, αυτή η ιστορία όμως δεν ήταν απλά θλιβερή, η ίδια ήθελε να πιστεύει πως ήταν βίαιη και αισθησιακή μαζί: είχε αποφασίσει να περάσει σε άλλη κατηγορία γραψίματος με μεγαλύτερη πέραση στο ευρύ κοινό.
Ένα βράδυ Παρασκευής που μάζευε την αλληλογραφία της, πάντα χύμα στον πάγκο του θυρωρού κάτω από τη σκάλα, εμφανίστηκε ο ίδιος ο θυρωρός με μια περίεργη λάμψη στα μάτια. «Έχω κάτι να σας πω», της είπε συνωμοτικά και την τράβηξε στο βάθος της εισόδου πίσω από το ασανσέρ. Τον ακολούθησε από συνήθεια φέρνοντας στο νου της όλα τα συνηθισμένα παράπονα και κουτσομπολιά. Το φαλακρό του κεφαλάκι γυάλιζε στο ημίφως. «Τον καινούργιο νοικάρη δίπλα σας τον είδατε?», ρώτησε εκείνος υποψιασμένα. Αποδείχτηκε ότι ούτε εκείνος τον είχε δει ακόμη. Που ήταν το περίεργο? Πριν μερικές μέρες είχε έρθει αστυνομία με πολιτικά και ρώταγε γι ’αυτόν, είχε κιόλας βάλει τ’ όνομά του στο κουδούνι. Του θυρωρού του είχαν πει πως ο καινούργιος μόλις είχε βγει απ΄ τη φυλακή.... Με τι κατηγορία ήταν μέσα? Ο θυρωρός δίστασε για λίγο: «κάνει να σας το πω?», μετά σχεδόν ντροπαλά: «μάλλον καλύτερα να το ξέρετε αφού μένετε και δίπλα....Για βιασμό ανήλικης...»
"Κάπως αναποφάσιστα κινήθηκε εκείνη προς το θάλαμο, μπορούσε να φανταστεί τον ήχο απ΄ τα τακούνια της πεισματικά χτυπώντας πάνω στο πεζοδρόμιο που άστραφτε ευχάριστα σε αρκετά σημεία του γεμάτο νερό. Στον θάλαμο δεν έμεινε πολύ, όλη την ώρα του 'χε γυρισμένη την πλάτη, σήκωσε κι ένα λεπτό, μαύρο μαντήλι που βγήκε σαν από θαύμα μέσα απ’ το γιακά της κοντής μαύρης κι εκείνης καμπαρτίνας της, και τύλιξε το κοντοκουρεμένο της κεφάλι. «Τι πλάσμα!», μπορούσε μόνο να ψελλίσει γοητευμένος αυτός γιατί τον ερέθιζε μια τόσο επιτηδευμένη αισθητική από κάποια τόσο νέα, κοριτσάκι σχεδόν. Και με την πρώτη ριπή ξαφνικού αδιάκριτου αέρα, βρήκε την ευκαιρία να τρυπώσει κάτω απ’ την βρεγμένη της καμπαρτίνα όπως άνοιξε ψηλά μέχρι τα φτενά της μπούτια . Αυτό συνέβη όταν η μικρή διέσχιζε το δρόμο, ερχόταν ολοπρόθυμα να σταθεί κάτω απ ’την κάμερα της εισόδου. Χαχάνισε δυνατά μαγεμένος απ’ αυτό το περίσσευμα ζωϊκής ενέργειας απ’ το πουθενά που τον κυρίευε και τον γαργαλούσε παντού μα πιο πολύ στον καβάλο".
Την κόρη της την έφερνε ο πρώην άντρας της στο σπίτι κάθε τρίτο σαββατοκύριακο. Κάθε φορά της φαινόταν και λίγο ψηλότερη, ήταν πια ολόκληρη γυναίκα κι ας ήταν μόλις δώδεκα χρονών. Περνούσαν καλά μαζί τις περισσότερες φορές, από εκείνη μάθαινε όλα τα ονόματα των νέων φιλενάδων του μπαμπά. Άλλαζαν σχεδόν κάθε έξι μήνες με εκπληκτική συνέπεια, το παιδί όμως δεν φαινόταν να το ενοχλεί αυτό. Πάντα έφερνε μαζί δουλειά απ’ το σχολείο, μελετούσε ενώ η μητέρα της έγραφε. Ήταν κι οι δυο τους ήσυχοι τύποι ή ίσως οι κρίσεις της εφηβείας δεν τις είχαν ακόμα προφτάσει.
Την επόμενη εκείνης της Παρασκευής που είχαν μιλήσει με τον θυρωρό, την περίμενε. Πρώτη φορά που ένιωθε άβολα, την συνηθισμένη ώρα κι από πιο νωρίς βγήκε στον διάδρομο με μπερδεμένα αισθήματα: ευχόταν να γινόταν κάτι και να 'βλεπε τον καινούργιο διπλανό της. Ίσως τότε όλα να της φαίνονταν πιο απλά, το πρόσωπό του δε μπορεί να 'ταν τόσο φοβερό, όμως δεν ήταν και σίγουρη. Έστεκε λοιπόν δίπλα στην πόρτα από το σιωπηλό διαμέρισμα με την έννοια στο δικό της κουδούνι, χωρίς να σκέφτεται καλά-καλά πως αυτό ήταν πολύ περίεργο και πως θα 'πρεπε να 'χει κάτι να πει σε περίπτωση που εκείνος έβγαινε ξαφνικά. Οι σκέψεις της κάλπαζαν νευρικά, της φαινόταν πως ξαφνικά η φανταστική πραγματικότητα των βιβλίων της είχε ζωντανέψει κι ήταν πολύ πιο μεγάλη και απειλητική απ΄όσο η σιγουριά των περιγραφών της της είχε επιτρέψει να ελπίσει.
"Με το ένα της γαντοφορεμένο χέρι, εκείνο που δεν κρατούσε το τυλιγμένο απ’ τον φαρμακοποιό κουτάκι, και που πάνω του έλαμπε παράλογα το δαχτυλίδι ενός υπέρογκα μεγεθυσμένου κρυστάλλου, προσπάθησε εκείνη να βάλει σε τάξη το ανυπότακτο ρούχο που φούσκωνε ανεμίζοντας. Όμως δεν το πέτυχε με τη μια όσο καλά θα 'θελε. Μέσα στην ησυχία από τη βροχή που 'χε σχεδόν σταματήσει απορροφήθηκε ακινητοποιημένη κάτω απ’ το λαίμαργο μάτι της κάμερας έτσι που ούτε για μια στιγμή δεν της πέρασε απ’ το νου πως το ίδιο εκείνο χέρι που ξανατοποθετούσε τα φύλλα της καμπαρτίνας κάτω απ’ τη σφιχτή ζώνη, είχε συντροφιά ένα πεινασμένο βλέμμα που το συνόδευε όλο λαχτάρα στην τακτική του αναζήτηση. Κι όλη την ώρα που εκείνη φτιαχνόταν, εκείνος δε χόρταινε ν’ αναμασά τη γλυκιά ανακάλυψη: κάτω απ’ τη μικρή της καμπαρτίνα δε φορούσε τίποτα πέρα απ΄ τις μακριές μέχρι πάνω απ’ το γόνατο νάιλον κάλτσες! Εκείνη είχε τελειώσει από ώρα το σιγύρισμα κι είχε πιάσει να βαδίζει με μικρά συγκεντρωμένα βηματάκια κάτω απ’ τη φωτοχυσία που ξεχυνόταν πίσω απ΄ την κάμερα, -προφανώς εκεί ένιωθε πιο ασφαλής περιμένοντας-, κι εκείνος δε μπορούσε να ξεχάσει τη λευκότητα των μπουτιών της και την ελαφρά χνουδωτή μαυρίλα απ΄ το μουνάκι της, έτσι όπως πρόβαλλε κορνιζωμένο μες από τα σκληρά τελειώματα της δαντέλας κάλτσας και ζαρτιέρας. Είχε θολώσει και δε μπορούσε να δει καλά-καλά το προσωπάκι της που έτσι κι αλλιώς το 'κρυβε εκείνη στο σκύψιμο, πολύ απασχολημένη να στέκεται και να πατά. Ίδρωνε τώρα κι ανάσαινε κάπως βαριά γιατί ακόμα κι όταν συγκεντρώθηκε στις σκιές απ’ τις μακριές βλεφαρίδες που έριχναν σκιές πάνω στα μάγουλά της καθώς άλλαζε κάθε τόσο γωνία κάτω απ΄ το φως, αυτό μόνο γλίστρησε το βλέμμα του πιο χαμηλά στο κατακόκκινό της στόμα, απ΄ την περίσκεψη να μην πέσει, τρυφερά μισάνοιχτο κι υγρό απ΄ τη νοτισμένη της αναπνοή στον κρύο αέρα, κι αυτό ξανά το μουνί της του θύμισε".
«Γιατί είσαι έτσι ντυμένη?», πρώτη φορά έβλεπε την κόρη της τόσο γυμνή. Εκείνη την κοίταξε για μια στιγμή με απορία. «Μα πάντα έτσι ντύνομαι!», μουρμούρισε, «το top μου το έχεις αγοράσει εσύ... δε θυμάσαι?» Τράβηξε σχεδόν με βία τη μικρή μέσα στο διαμέρισμα σα να 'χε σκοπό να την κλείσει στη ντουλάπα, εκείνη αυτή τη φορά την κάρφωσε με τα μάτια, την έφτανε στο ύψος με τις πλατφόρμες που φορούσε. Ένιωσε πως μπορούσε να διαβάσει την σκέψη που γεννιόταν στο μυαλό της κόρης της: η πρώτη κόντρα της εφηβείας / εμμηνόπαυσης ήταν κιόλας εδώ... Αναστέναξε τότε κι αυτό έσωσε την κατάσταση, «συμβαίνει κάτι μαμά?», είπε εκείνη με ενδιαφέρον.
"Στρογγυλοκάθισε μπροστά στον πίνακα ελέγχου για την πρώτη «επίσκεψη» της νύχτας με το χέρι σε απόσταση αναπνοής από την καφετιέρα που πότε-πότε γουργούριζε σιγανά. Οι έξι κάμερες η μια μετά την άλλη του 'κλεισαν φιλικά το μάτι. Ησυχία κι απόψε. Ούτε το διανυκτερεύον φαρμακείο δεν έδινε σημεία ζωής πέρα από τη φωτισμένη του ταμπέλα. Το βενζινάδικο κλειστό, ακόμη και το σήμα του (Κάμερα 1, της γενικής εισόδου) Ήταν στη δουλειά κάπου εννιά μήνες τώρα και είχε αποδειχτεί πολύ πιο βαρετή απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί. Λίγη δράση, λίγη ενέργεια, παρακάλεσε από μέσα του. Κάποιο πρεζόνι να σπάσει τη βιτρίνα του φαρμακείου, αλλά που σ’ αυτή την ερημιά.... Έστω κάποιο ζευγαράκι ν’ απομονωθεί στο άδειο parking, ένα δυστύχημα ίσως τώρα με τη βροχή.... Τίποτα. Κι ήταν ακόμη νωρίς, μόλις μιάμιση. Αραιά αυτοκίνητα πέρναγαν σα βολίδες στον επαρχιακό δρόμο (πάλι Κ1) Ένας αδέσποτος σκύλος που κούτσαινε θλιβερά (Κ3, απ’ τη μεριά των αποθηκών) χάθηκε στο γυαλιστερό σκοτάδι.
Αναστέναξε, νύσταξε, άδειασε την πρώτη κούπα καφέ, ξενύσταξε και καταράστηκε πάλι από μέσα του τον κανονισμό που απαγόρευε ράδιο και τηλεόραση Το χέρι του ήταν έτοιμο να γλιστρήσει στο συρτάρι όπου κράταγε «ανεπίσημα» τη συλλογή του από πορνοπεριοδικά, τόσο «ειδικού τύπου» όπως αρεσκόταν να λέει που τα παράγγελνε απ’ έξω μόνο μέσω Internet, όταν στην Κ1 η άκρη του εξασκημένου του ματιού κατέγραψε κίνηση μπροστά στο φαρμακείο. Δυόμιση! Από το πουθενά είχε εμφανιστεί πελάτης! Συγχισμένος γιατί είχε χάσει συνέχειες γύρισε πίσω νευρικά την ταινία. Δεν είχε χάσει και πολλά βέβαια, ένα μικρό σπορ αυτοκινητάκι σταμάταγε απότομα, ένα λεπτοκαμωμένο πλάσμα πεταγόταν έξω από την πόρτα του συνοδηγού, το αμάξι ξαναξεκίναγε σα βέλος και το μόλις ντυμένο πλασματάκι κλυδωνιζόμενο πάνω στα ψηλά τακούνια του διευθυνόταν προς την μισοσκότεινη πόρτα του φαρμακείου που άναβε σ’ ένα λεπτό. Ευχαριστημένος που 'χε καλύψει τα κενά έγειρε πίσω στη χωνευτική πλάτη της πολυθρόνας του και ζύγισε στο μυαλό του τις πιθανότητες «δράσης» μες στα επόμενα πέντε λεπτά. Η μικρή είχε μείνει μέσα στην άγρια νύχτα και με βροχή. Για κάποιο λόγο η δουλειά της είχε χαλάσει, δε θα 'μενε στο φαρμακείο για πάντα, ίσως ειδοποιούσε κάποιον, μέχρι τότε....
Γύρισε την Κ1 σε max zoom-in mode και περίμενε κολλημένος την επάνοδό της στη σκηνή. Κι αυτό δεν άργησε. Απ’ τη χαρά του μόλις την είδε να προβάλλει στο φωτεινό άνοιγμα, που ξανάγινε μισοσκότεινο σα να 'χε πέσει απότομα για ύπνο, σήκωσε το δεξί του χέρι και σκόπευσε από συνήθεια σα να μπορούσε να πετύχει το θήραμα. «Μπουμ!», του ξέφυγε στην πνιγηρή σιωπή του θαλάμου του και τον έπιασαν τα γέλια. Χτύπησε το μαρτυριάρικο χέρι πάνω στο μπούτι του από ενθουσιασμό, η σιωπή στον θάλαμο ράγισε κι άλλο. Έσκυψε μπροστά στην οθόνη, την είχε πιάτο μπροστά του".
Στην κρεβατοκάμαρα εκείνη τη μέρα δεν την άφησε να κουρνιάσει στο κρεβάτι και να διαβάσει εκεί. Κατέβασε μάλιστα και τα στόρια, κάτι που δεν συνήθιζε ποτέ γιατί το δωμάτιο ήταν μάλλον σκοτεινό. Ούτε η ίδια θα δούλευε εκεί σήμερα. Όμως αργότερα όταν η ίδια ήταν στην κουζίνα άκουσε με ένα αλλόκοτο προαίσθημα κακού τη φωνή της κόρης της από μέσα. Είχε ξανά χωθεί στην κρεβατοκάμαρα και κρυφοκοίταζε απ΄ τα στόρια το μπαλκόνι του απέναντι διαμερίσματος. «Είναι ο καινούργιος νοικάρης μαμά?». «Τον είδες? Σε είδε? Πως είναι?» Το τρέμουλο της φωνής της δεν είχε περάσει απαρατήρητο. Η μικρή ήρθε στην κουζίνα, στάθηκε μπροστά της και την κοίταξε καλά-καλά. Μετά μ’ ένα αδιάφορο σήκωμα των ώμων: «Είναι όπως όλοι. Τι εννοείς?»
1999/2007
more...