Showing posts with label γάτες. Show all posts
Showing posts with label γάτες. Show all posts

Thursday, April 16, 2015

R.I.P. Fiona


[...] Mais il n'est nus congiés, quoi ke nus die/Si dolorex com d'ami at d'amie de chate (παράφραση του στίχου: but there is no farewell -whatever they say- as sorrowful as that between lover and beloved her cat.  

(Aπό το τραγούδι του ιππότη Hugh V of Berzé (12ος αι): ''S'onques nus hom pour dure departie'' (If ever a man, for having undergone a cruel separation), μτφ. Caroline Smith, Joinville and Villehardouin. Chronicles of the Crusades, Penguin Classics 2008)

more...

Saturday, October 22, 2011

New kitty on the block




more...

Tuesday, December 28, 2010

R.I.P. Malu (1991-2010)


After keeping quietly to his bed for a few days, the bishop called young Bernard to him one morning and said:

«Βernard, will you ride into Santa Fé to-day and see the Archbishop for me. Ask him whether it will be quite convenient if I return to occupy my study in his house for a short time. Je voudrais mourir à Santa Fé.»

«I will go at once, Father. But you should not be discouraged; one does not die of a cold.»

The old man smiled. «Ι shall not die of a cold, my son. I shall die of having lived.»


from: Death comes for the Archbishop, by Willa Cather, 1927, p. 269


ευχαριστώ oikoparaxene

more...

Monday, January 18, 2010

Μια ανάσα



Ο Χ. ξύπνησε μέσα στη νύχτα από το γνώριμο πια λαχάνιασμα του γέρικου σκυλιού του, του Αχιλλέα, που μετά από μήνες είχε πλησιάσει ξανά στο κρεβάτι. Με το που ανασηκώθηκε όμως το σκυλί έκανε αμέσως μεταβολή πάνω στα κοντά ποδαράκια του παίρνοντας μαζί την αγχωμένη ανάσα του στην κουζίνα.

Ήταν τόσο βαθιά η αίσθηση της δυστυχίας που συνόδευε αυτό το πρόωρο ξύπνημα που ο Χ. σηκώθηκε, ντύθηκε και πήγε να καπνίσει στο καθιστικό.

Ο Αχιλλέας έκοβε βόλτες νευρικός ρουθουνίζοντας πάντα και δεν έδειξε ιδιαίτερα χαρούμενος όταν τον πλησίασαν. Εδώ και δυο χρόνια υπέφερε από την καρδιά του και τελευταία δεν κοιμόταν καν στα πόδια του κυρίου του όπως συνήθιζε. Αναστενάζοντας με τη σειρά του ο Χ. σωριάστηκε στον καναπέ και προσπάθησε να θυμηθεί καλύτερες μέρες.

Η αλήθεια είναι πως τελευταία ξυπνούσε σταθερά σ’ έναν κόσμο γεμάτο κακές ειδήσεις. Με την άκρη του ματιού του παρακολούθησε τον σκύλο που δεν ήταν ακριβώς δικός του να συνεχίζει τους άσκοπους κύκλους του. Τον Αχιλλέα τον είχε φέρει επισήμως ο Ζ. στο σπίτι όταν είχαν αποφασίσει να συγκατοικήσουν. Ο ίδιος ήταν πάντα διστακτικός με τα ζώα όπως και με τα παιδιά, όχι πως υπήρχε περίπτωση...Τώρα χωρίς τον Ζ. ένιωθε πως έμενε γι’ άλλη μια φορά με τον άρρωστο πατέρα του, κάτι που νόμιζε πως είχε γλυτώσει.

Αποφάσισε να φτιάξει καφέ αφού δεν υπήρχε περίπτωση να ξανακοιμηθεί. Η μυρωδιά του ‘φτιαξε το κέφι ως ώφειλε όμως οι μαύρες σκέψεις του ‘καναν χώρο να κάτσει όταν επέστρεψε στον καναπέ με το αχνιστό του φλυτζάνι. Το δωμάτιο ήταν κρύο κι απ’ τον δρόμο έμπαινε με διαλείμματα το οικονομικό φως του χριστουγεννιάτικου στολισμού που ο δήμαρχος δεν άντεχε στην ιδέα να κατεβάσει. Σκέφτηκε πως ίσως υπέφερε απ’ τη μελαγχολία που πιάνει τον κόσμο μετά τις γιορτές και το βρήκε άδικο. Και τότε είχε περάσει απαίσια.

Στο τέλος μπήκε στο Δίκτυο αλλά εκεί τον περίμενε μια σειρά από γκρίζα bullets. Μερικές time zones μπροστά κάποιοι συνέχιζαν τη ζωή τους σε idle mode. Άρχισε ν’ ανυπομονεί για τον θόρυβο του ασανσέρ και το ξημέρωμα. Ωστόσο η υπόλοιπη πολυκατοικία κοιμόταν.

Τι να γινόταν στο αγαπημένο του Painless Climate Change Café; Το μόνο καινούργιο ήταν ένα script με δυο τύπους σε λούπα που έπαιζαν σκάκι, σε κανονικό χρόνο αυτοί. Είχε την ικανοποίηση τουλάχιστον να στρώσει το avatar του κάτω απ’ τις ανθισμένες κερασιές αν και τόσον καιρό που είχε να μπει στο παιχνίδι δε μπορούσε να μην προσέξει πόσο κακοντυμένο ήταν... Ρύθμισε το time setting στο ξημέρωμα που τόσο αργούσε κι έπειτα χαλάρωσε στη στάση του λωτού αφήνοντας να τον νανουρίσει το θρόϊσμα του ανέμου στ’ ακουστικά του.

Τα ροζ πέταλα στο πρόσωπό του διαδέχτηκε χλιαρή βροχή, μετά κόκκινα φύλλα και χιονονιφάδες, και πάλι απ’ την αρχή. Αβίαστα κυλούσε η ώρα σε ήρεμους κύκλους κι είχε αρχίσει να χαλαρώνει στ’ αλήθεια όταν από το κλαδί πάνω απ’ το κεφάλι του άνοιξε με θόρυβο που τον ταρακούνησε ένα παράθυρο που μέσα του ούρλιαζε μια έκκληση για βοήθεια στα θύματα της on-going οικονομικής κρίσης. «Donate to quake victims now!» προέτρεπε το αμέσως επόμενο μπροστά στη μύτη του.

Στο βάθος άκουσε με ανακούφιση το ασανσέρ να παίρνει μπροστά. Έξω χάραζε, ένα άσχημο γκρίζο. Άραγε πως θα ‘ταν αν δοκίμαζε να γράψει αυτό που του συνέβαινε; Ίσως ν’ άρχιζε κάπως έτσι: «Συνειδητοποίησε ξαφνικά πως ο Αχιλλέας εδώ και ώρα δεν ακουγόταν από το μαξιλάρι του. Μια καινούργια αγωνία του ‘σφιξε την καρδιά. Μήπως είχε πεθάνει;

more...

Monday, February 18, 2008