(η βιβλιοθήκη του Τ. Άντο)
Η γυναίκα μπήκε στο σταθμό του Φιξ και κάθισε με δυσκολία απέναντί μου μαζί με το βαρύ της σακίδιο. Τα γόνατά μας άγγιξαν και για μια στιγμή το κουρασμένο της βλέμμα στάθηκε πάνω μου. Αμέσως την αναγνώρισα παρά τις τεράστιες αλλαγές και κάτι ανέβηκε από πολύ βαθιά μέσα μου μέχρι τα χείλη: αλλά τι θα μπορούσα να της έλεγα?
Τριάντα ολόκληρα χρόνια πριν την έβλεπα τακτικότατα δυο και τρεις φορές τηv εβδομάδα. Μόλις είχα αρχίσει το λύκειο αλλά η ασήμαντη δανειστική βιβλιοθήκη του Δήμου όπου δούλευε ήταν από τα ελάχιστα μέρη που μου επιτρεπόταν να πηγαίνω εκτός φροντιστηρίων. Τα λιγοστά μεταλλικά της ράφια με τον σωρό τους από αταξινόμητα βιβλία σε διαφορετικά στάδια φθοράς όριζαν έναν αγαπημένο χώρο ιδιωτικότητας που αραιά μόνο διατάρασσαν άλλοι επισκέπτες. Περνούσα μια σκληρή εφηβεία και η ξεχασμένη βιβλιοθήκη ήταν το δικό μου βασίλειο.
Μπορεί οι συγκρούσεις στο σπίτι και η πίεση στο σχολείο να με είχαν στείλει αρχικά εκεί αλλά γρήγορα ανακάλυψα πως οι τέσσερεις τοίχοι δεν εξασφάλιζαν απλά την ησυχία μου αλλά μου πρόσφεραν τη δυνατότητα να δραπετεύω σ’ έναν άλλο κόσμο, αληθινά θαυμάσιο και χωρίς περιορισμούς, μέσα απ’ τις ταλαιπωρημένες σελίδες των βιβλίων τους.
Από παιδί αγαπούσα το διάβασμα και για πρώτη φορά βρισκόμουν μπροστά σε μια τέτοια ποικιλία που με ζάλιζε. Το γεγονός πως μπορούσα να πάρω αυτά τα μαγικά διαβατήρια μαζί μου στο σπίτι έκανε τη ζωή μου πιο υποφερτή.
Η βιβλιοθηκάριος που ποτέ δεν έμαθα το όνομά της αναγκαστικά ήταν μάρτυρας σ’ αυτές μου τις περιπέτειες χωρίς ωστόσο να φαίνεται να καταγράφει κάτι περισσότερο από τη φυσική μου παρουσία στον χώρο δουλειάς της, συχνά ούτε καν αυτό. Δεν ήταν πάνω από δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου τώρα που το ξανασκέφτομαι, κι αυτό ίσως εξηγεί το πόσο βαριόταν την απομόνωση που εγώ απολάμβανα.
Την έβρισκα πάντα κουρνιασμένη στο γραφειάκι της, τις πιο πολλές φορές να μουρμουρίζει στο τηλέφωνο, με το ελεύθερό της χέρι αφηρημένα να μουτζουρώνει τα περιθώρια της κατάστασης με τα ονόματα των επισκεπτών που βρισκόταν ανοιγμένη μπροστά της.
Είχε λεπτά χαρακτηριστικά, διάφανο δέρμα, και τα μακριά μαλλιά της που τα κρατούσε χαλαρά δεμένα ήταν μαύρα όπως τα μάτια της. Κάθε φορά που τα βλέμματά μας συναντιόνταν, το δικό της φανέρωνε την ίδια βαριεστημένη ενόχληση σα να μη το χώραγε o νους της πως κάποιος επέλεγε να κλειστεί σ’ ένα τέτοιο μέρος μακριά απ’ τους ανθρώπους.
Όμως δεν ήμασταν πάντα οι δυο μας. Κάποτε δίπλα στο γραφείο ξεφύτρωνε ένα κοριτσάκι. Ήταν δεν ήταν έξι χρονών, μελαχρινό και βαριεστημένο όπως η μάνα του. Έπαιζε και γκρίνιαζε σιγανά και τότε εκείνη σηκωνόταν από την καρέκλα της για να το μαλώσει. Κάθε φορά που την έβλεπα όρθια μου έκανε εντύπωση πόσο μικροσκοπική ήταν, λίγο μόνο πιο ψηλή από την κόρη της. Και οι ομοιότητες τονίζονταν ακόμα περισσότερο γιατί και οι δυο φορούσαν παρόμοια ρούχα, μακριές ρομαντικές και κάπως χίπικες λόγω μόδας φούστες και φουστάνια, με λουλούδια σε έντονα χρώματα, κορδέλες και βολάν.
Εκείνη την εποχή είχα ανακαλύψει τον Τόμας Μαν. Το «Μαγικό Βουνό» του στην αρχή με είχε προκαλέσει με τον όγκο του για να με παρατήσει στη συνέχεια σ’ ένα δύσβατο για την ηλικία μου διανοητικό τοπίο. Κάθε φορά που σκόνταφτα στους ατέλειωτους φιλοσοφικούς διαλόγους διέκοπτα την ανάγνωση κι αναζητούσα αλλού παρηγοριά, περίπου όπως έκανε κι ο συμπαθητικός ήρωάς του. Το ίδιο συνέβη με τα βιβλία του ντε Σαντ που περιέργως είχαν κι αυτά τη θέση τους στη βιβλιοθήκη. Μόλις κορυφωνόταν η ξεσηκωτική επίδραση των πιο σκανδαλιστικών μερών ακουμπούσα στους ρώσους μου, που με εξαίρεση τον Ντοστογιέφσκι, δεν παρέλειπαν ποτέ να με συγκινούν και να με διασκεδάζουν. Ο αγαπημένος μου ήταν –και παραμένει- ο Γκόγκολ. Κοιμόμουν αγκαλιά με τις «Νεκρές Ψυχές» του, σχεδόν είχα μάθει το βιβλίο απ’ έξω. Κι όσο για τους «Πατέρες και» τα «Παιδιά» του Τουργκένιεφ, ακόμα διατηρώ αμυδρά την ανάμνηση από την απόλυτη ταύτιση με τον μηδενιστή ήρωά του, και φυσικά την απελπισία που τη συνόδευε…
Ένα απόγευμα έπεσα πάνω στην «Ιστορία της Τρέλας» κάποιου Μισέλ Φουκώ. Αυτό ήταν ένα βιβλίο διαφορετικό απ’ όσα είχα ήδη γνωρίσει, δε με γοήτεψε ούτε με διασκέδασε αλλά κέρδισε τελικά τον σεβασμό μου. Εκ των υστέρων σκέφτομαι πως δεν κατάλαβα παρά ελάχιστα πράγματα τότε, όμως η αρχή είχε γίνει κι είχα έρθει σε επαφή με τον κόσμο των δοκιμίων και της απαιτητικής ανάλυσης της πραγματικότητας.
Ήταν ζήτημα χρόνου ν’ ανταμώσω και με την ποίηση. Τόσο αγάπησα τον εξωσχολικό Καβάφη που ακόμα έχω τον δεύτερο τόμο με τα ποιήματά του, με την ιδιόχειρη αφιέρωση της καλύτερής μου φίλης τότε στην πρώτη του σελίδα. Μου τον έκανε δώρο. Τα άλλα βιβλία, εκτός από την «Ιστορία της τρέλας», τα αγόρασα αργότερα. Δε μπορούσα να τα αποχωριστώ.
Κι όσο εγώ παθιαζόμουν με τα κεριά στες σκοτεινές τες κάμαρες τόσο η βιβλιοθηκάριός μου μαράζωνε, βαριόταν και μάλωνε την κόρη της. Ο πρώτος μου χρόνος στο Λύκειο πλησίαζε στο τέλος του και για τα επόμενα δυο χρόνια δεν επρόκειτο να ασχοληθώ με τίποτε πέρα από την προετοιμασία για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Πολυτεχνείο.
Τη φορά που επέστρεψα το τελευταίο δανεισμένο βιβλίο που ήταν, τι άλλο; κάποια ακόμα μελέτη σχετικά με την καλά κρυμμένη ζωή του αγαπημένου μου ποιητή, βρήκα τη βιβλιοθήκη τυλιγμένη σ’ ένα σύννεφο από αρωματικά ξυλάκια που έκαιγαν στη γωνιά για τις ομπρέλες. Η βιβλιοθηκάριος ήταν ασυνήθιστα ήρεμη εκείνο το βράδυ. Τώρα που το ξανασκέφτομαι μπορεί και να διαλογιζόταν, με τα μάτια χαμηλωμένα και τις παλάμες ανοιχτές πάνω στην κατάσταση των επισκεπτών, ακίνητη πίσω από το γραφειάκι της. Την άφησα στη με τόσο κόπο κερδισμένη νιρβάνα της και έφυγα για να μην επιστρέψω ποτέ πια.
Τώρα σ’ αυτό το βαγόνι είχα μπροστά μου την ίδια γυναίκα και δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της.
Απ’ όλα όσα θυμόμουν γι’ αυτή μόνο το βλέμμα της είχε μείνει το ίδιο. Ήταν βέβαια αναμενόμενο μετά από τόσα χρόνια να ‘χει αλλάξει, μα περισσότερο κι από το βάρος που ‘χε προστεθεί απλόχερα στην άλλοτε σβέλτη σιλουέτα της, εκείνο που με σόκαρε ήταν το γκριζαρισμένο σχεδόν με την ψιλή κουρεμένο κεφάλι της. Τόσο πολύ προσηλώθηκα σ’ αυτό στην προσπάθειά μου να το συμφιλιώσω με την παλιά του εικόνα που φτάναμε κιόλας στον σταθμό του Συντάγματος όταν κατάλαβα τι άλλο ήταν καινούργιο επίσης και δεν ταίριαζε.
Είχε αρχίσει να σηκώνεται με αρκετή προσπάθεια από τη θέση της όταν συνειδητοποίησα πως εκτός από το φορτωμένο σακίδιο κουβαλούσε κι ένα σωρό ρούχα φορεμένα το ένα πάνω στο άλλο. Ήταν η εβδομάδα της ευφορίας, λίγο μετά τη μεγάλη αγανακτισμένη συγκέντρωση της 29ης Μαΐου και πριν το Pride, τότε που νομίζαμε πως Ήμασταν Παντού… Έκανε όμως και κουφόβραση, κι αν όχι μέσα στο τρένο έξω ήταν περίεργο να κυκλοφορεί κάποιος έτσι ντυμένος ακόμα κι αν πήγαινε εκδρομή στα βουνά.
Την ακολούθησα με τα μάτια όσο μπόρεσα κι όλη τη μέρα δε σταμάτησα να τη σκέφτομαι.
Τη δεύτερη φορά τη βρήκα μπροστά στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Κατηφόριζα την Πανεπιστημίου όταν την πρόσεξα, δεν ήταν δύσκολο άλλωστε. Ήταν μόνη της στην άδεια πλατεία και τάιζε τα περιστέρια. Στάθηκα κι εγώ και την κοίταζα από πίσω, κι ήταν σαν να γίναμε έστω και για λίγο δυο νησίδες ηρεμίας στο πρωινό χάος γύρω μας. Είχε μπει πια φθινόπωρο, ήμασταν στη βδομάδα μετά την προδοσία του ΠΑΜΕ. Οι καλοκαιρινές ελπίδες είχαν σκορπίσει κι ο κόσμος κινιόταν νευρικά κάτω από τον σκουντουφλιασμένο ουρανό. Εκείνη χωρίς τα βαριά της ρούχα και το σακίδιο, με τα μαλλιά της μια ιδέα πιο μακριά, βρισκόταν στο δικό της σύμπαν, μου φάνηκε πως χαμογέλαγε.
Τελευταία φορά που την είδα ήταν προχωρημένος χειμώνας λίγο μετά την πανωλεθρία της 12ης Φλεβάρη. Ακόμα κάπνιζε το Αττικό, έβρεχε, φύσαγε κι έκανε κρύο. Με σφιγμένη καρδιά και φρέσκια την τρομάρα, γιατί είχε τριτώσει το κακό και ξανά παραλίγο να σκάσω απ’ τα χημικά στην καταραμένη γωνία Αμαλίας και Όθωνος, ανέβαινα προς το Στέκι της Ισαύρων για τη συλλογική κουζίνα της Τετάρτης.
Με το που κατέβηκα στο υπόγειο τη βρήκα κουρνιασμένη στον πάγκο στο βάθος, το γνωστό σακίδιο ξεφούσκωτο και ταλαιπωρημένο στο πλάι της. Είχαν σουτζουκάκια με καυτερή σάλτσα και ρύζι εκείνη τη μέρα, πολύ νόστιμα, κι εκείνη τα καταβρόχθιζε με μπόλικο ψωμί, σκυμμένη κι απόλυτα συγκεντρωμένη στο πιάτο της. Έβλεπα απ’ το πλάι ό,τι είχε σωθεί από το λεπτό της προφίλ, τα μαλλιά της γκρίζα και μπερδεμένα τώρα που μάκρυναν. Φόραγε πάλι και με το δίκιο της όλα τα ρούχα μαζί μα είχαν παλιώσει και βρωμίσει αισθητά πια.
Την παρατηρούσα για ώρα ελπίζοντας πως θα ‘βρισκα το κουράγιο να την πλησιάσω αλλά συνέχιζα να μην ξέρω πως ν’ αρχίσω και τι να της πω. Και μέχρι που έφυγε μια σκέψη γύριζε και ξαναγύριζε ξεκάρφωτα στο μυαλό μου: τι απέγινε αλήθεια το κοριτσάκι;
more...
