(από deplaced ή αστικός πόνος 9/20)
Αυτό το λεωφορείο ήταν πειρατικό. Ερχόταν όποτε του κάπνιζε κι από μακρινούς τόπους, τελευταία μάλιστα είχαν αλλάξει και τη διαδρομή μερικές φορές χωρίς να ειδοποιήσουν κανένα. Στον οδηγό δεν τολμούσες να παραπονεθείς, ήταν γνήσιος πειρατής, σε κοίταζε πάντα έτσι που σκεφτόσουν πως λίγο ήθελε να σου χιμήξει και να σε μαχαιρώσει στο λαιμό. Το καλοκαίρι με τη ζέστη μάλιστα είχε δει έναν που οδηγούσε με ανεβασμένα τα μπατζάκια στα γόνατα, -είχε πολύ ωραίες γάμπες πάντως και κανένα ξύλινο πόδι. Κι έτσι που 'χε ξεμείνει το λεωφορείο απ’ την παλιά φουρνιά, κακοσυντηρημένο, βρώμικο, με σκισμένα στόρια και παράθυρα που δεν έκλειναν στη βροχή, έτριζε ολόκληρο και βογκούσε έτοιμο να πεταχτεί έξω καθώς έπαιρνε με χίλια την στροφή, η διαδρομή μαζί του ήταν πάντα με καταιγίδα.
Τώρα περίμενε κιόλας πάνω από είκοσι λεπτά αν και σήμερα τουλάχιστον το 'χε φανταστεί πως θα του συνέβαινε. Ήταν Κυριακή στη μέση ενός τριήμερου, η πόλη είχε αδειάσει και τα δρομολόγια είχαν γίνει τόσο αραιά που καταντούσαν σχεδόν αόρατα. Ήταν καλύτερα τα Σάββατα όταν το περίπτερο ήταν ανοιχτό, κυμάτιζαν οι έξαλλοι τίτλοι των εφημερίδων από απόσταση, στον φούρνο και στην υπόλοιπη αγορά μπαινόβγαινε κόσμος. Εξάλλου ποτέ σχεδόν δεν περίμενε μόνος.
Σήμερα όμως του 'χε κακοφανεί λιγάκι, έτυχε να 'ναι ολομόναχος. Είχε βέβαια μια λαμπρή μέρα, με το που βγήκε απ’ την πολυκατοικία τον είχε λούσει το φως, ζαλίζοντάς τον, μεθώντας τον από ευχαρίστηση. Το διαμέρισμά του δυστυχώς έβλεπε στον ακάλυπτο, την άνοιξη που πλησίαζε, μόνο εξ’ αντανακλάσεως μπορούσε να την αντιληφθεί. Και έτσι που περνούσε πολλές ώρες μπροστά στην οθόνη, -έκανε μεταφράσεις από manuals, άχαρη δουλειά που δεν πλήρωνε κι από πάνω -, όσο κι αν του 'λειπε, πιο πολύ θα τον εμπόδιζε το φως ακόμα κι αν υπήρχε.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον έκοψε πάλι εκείνος ο γνώριμος τελευταία πόνος στην πλάτη. Θα 'πρεπε να βρίσκει τουλάχιστον λίγο χρόνο να πηγαίνει να τρέχει στο σκονισμένο άλσος που δεν ήταν και τόσο μακριά. Τα απογεύματα, τις σπάνιες φορές που 'χε τύχει να πάει γιατί το σιχαινόταν και τόκανε καταναγκαστικά το τρέξιμο, δεν έβρισκες άκρη να σταθείς από τους ξαναμμένους joggers, νέους και γέρους: οι μικροί προπονούνταν σε μεγάλες παρέες που 'κλειναν όλο το διάδρομο στις στροφές, οι μεγάλοι έκαναν υπομονή μόνοι τους κι έσφιγγαν τα δόντια, όλοι όμως ανάσαιναν βαριά λιγότερο ή περισσότερο, κι έτσι που οι συλλογικές ανάσες τον περικύκλωναν απ’ όλες τις μεριές ένιωθε πολύ χειρότερα, σα να παρευρισκόταν στον επιθανάτιο ρόγχο της πόλης. Μόνο καλό δεν του 'κανε...
Ξαφνικά κι ενώ δεν είχε καθόλου κίνηση εδώ και ώρα, απ’ το πουθενά εμφανίστηκε ένα καμπριολέ με τη μουσική στο τέρμα. Πριν καλοκαταλάβει, τα μπάσα του έχωσαν στο στομάχι μερικές γερές από techno, ενστικτώδικα έκανε να διπλωθεί στα δυο, ο οδηγός αγριεμένος κάτω απ’ τα μοδάτα γυαλιά ηλίου τον κοίταξε μια στιγμή σα να τον έφτυνε, πριν χαθεί στη στροφή πετώντας κώλο. Έπιασε να βηματίζει νευριασμένος πάνω κάτω, φοβόταν κιόλας να απομακρυνθεί κι είχε το νου του συνεχώς στο λεωφορείο μήπως φανεί, και δεν το αποφάσιζε να πάει ούτε μέχρι το αγαπημένο του μαγαζί με δερμάτινα που 'ταν λίγο πιο πέρα.
Όμορφα είχε αρχίσει να γλιστράει το φως φέτα-φέτα πάνω στις σιωπηλές προσόψεις των πολυκατοικιών, τώρα δεν τον τύφλωνε και δεν τον έκανε να μετανιώνει που είχε βγει χωρίς τα γυαλιά του. Κι ο ουρανός δεν ήταν θαμπό γκρίζο σήμερα, -ήταν μέρα γιορτής, να μην το ξεχνάμε-, αντίθετα, ένα προκλητικό γαλάζιο με την ελάχιστη υποψία από σύννεφο στο βάθος. Περνούσαν πότε-πότε αυτοκίνητα, καμιά μηχανή με μισόγυμνους ξετρελαμένους αναβάτες, ενθουσιασμένους με τον καιρό, που γέλαγαν πάντα δυνατά και δε φόραγαν ποτέ κράνος. Μια οικογένεια Αλβανών με το παιδάκι τους, η γυναίκα φορούσε κιόλας πέδιλα, χαμογέλασε ντροπαλά όταν τον πήρε είδηση να κλείνει το μάτι στο παιδί που κρύφτηκε πίσω απ’ τον πατέρα του, μέχρι κι ένας άστεγος. Απ’ το ένα ταλαιπωρημένο παπούτσι του έχασκε η σόλα κι έκανε φλαπ-φλαπ στο πέρασμά του. Αυτός νόμισε πως βρήκε κάτι άξιο λόγου δίπλα από ένα παρατημένο αυτοκίνητο, -ήταν πάνω από χρόνο μόνιμα παρκαρισμένο στη στάση-, έσκυψε κοντά στη ρόδα και ασχολήθηκε λιγάκι μαζί του. Από κει που στεκόταν δεν καλόβλεπε και δεν ήθελε να πλησιάσει κιόλας αλλά μάλλον δεν ήταν τίποτα. Ο άνθρωπος συνέχισε το δρόμο του αργά με το κεφάλι σκυμμένο σαν υπνοβάτης, ήταν μια γκρίζα παραφωνία μέσα στο γλυκό φως κι ας αποτραβιόταν ολοένα εκείνο μέχρι που τον διέλυσε και τον εξαφάνισε στο βάθος του ορίζοντα της πλατείας.
Να, στην πλατεία τώρα, αν ήταν άλλη μέρα θα 'ταν οι νεαροί Κούρδοι που αράζουν ανακούρκουδα και περιμένουν να τους πάρει κανείς για δουλειά, χαμογελώντας φαρδιά πλατιά όταν συζητάνε μεταξύ τους στην μπερδεμένη μα ευχάριστη γλώσσα τους. Και οι μαύροι επίσης, πιο απασχολημένοι εκείνοι, που απλώνουν πολύ τακτικά την πραμάτεια τους, τσάντες και μικροπράγματα που γυαλοκοπάνε, και μεταξωτές πυτζάμες και πειρατικά CD, μαζί με τη γριά με τη μαντίλα που πάντα ζητιάνευε στην αρχή της σκάλας μέχρι που την έδιωξε ένας τυφλός με πολύ κόκκινο πρόσωπο και πήρε τη θέση της. Από απέναντι θα μπορούσε να βλέπει το λεωφορείο αν έρχεται και να χαζεύει ταυτόχρονα. Όμως σήμερα είναι μέρα γιορτής....
Κόντευε σχεδόν μισή ώρα και είχαν περάσει ελάχιστα ταξί που σε κανένα τους δεν άρεσε ο προορισμός του. Τελικά απ’ τη βαρεμάρα κι επειδή είχε πέσει κι άλλο το φως και είχε αρχίσει σοβαρά να υποφέρει μετακινήθηκε στην αρχή διστακτικά, μετά πιο θαρρετά προς το μαγαζί με τα δερμάτινα κοιτάζοντας πότε-πότε πάνω απ’ τον ώμο του για καλό και για κακό. Όμως αντί για τη βιτρίνα κάτι άλλο του τράβηξε την προσοχή. Στην είσοδο της πολυκατοικίας που 'ταν το μαγαζί, η εξώπορτα είχε μείνει ανοιχτή γιατί την είχαν μαγκώσει με το χαλάκι. Κι ενώ δε φυσούσε, όλα τα σκουπίδια κι η σκόνη, το χώμα του δρόμου, είχαν μαζευτεί εκεί μπροστά σα να μην τολμούσαν να προχωρήσουν παραμέσα. Το περίεργο ωστόσο ήταν πως στην άκρη απ΄ το χαλάκι που έμπαινε στην είσοδο, με τη γκρίζα του πλάτη γυρισμένη στο δρόμο και σ’ αυτόν, κούρνιαζε ένα περιστέρι. Πολύ απλά καθόταν ακίνητο, το κεφαλάκι του έγερνε λίγο προς τ’ αριστερά και αδιαφορούσε για όλα και την πόλη, πολύ φυσικά σα να μην ήταν παράταιρη η θέση του εκεί, λίγα μέτρα απ’ το ασανσέρ.
Και κάτι στη στάση του του θύμισε πως ζάρωνε όλο και πιο πολύ η μητέρα του και πως έμοιαζε όλο και πιο μικρή κι ανυπεράσπιστη. Η μητέρα του που πήγαινε να τη δει όπως κάθε βδομάδα και που ξεχνούσε όλο και περισσότερο το πρόσωπό του, καθώς κούρνιαζε κάπως στραβά καθισμένη στον καναπέ με τα πόδια καλά ενωμένα και το κεφάλι να γέρνει λιγάκι απ΄ την ίδια πάντα μεριά ενώ τα μάτια της, αν και φαινόταν συνοφρυωμένη σα να προσπαθούσε διαρκώς να θυμηθεί κάτι το δίχως άλλο σημαντικό, δεν κοιτούσαν πουθενά. Δεν τόλμησε να πάει πιο κοντά, φοβόταν μήπως το περιστέρι ήταν κιόλας πεθαμένο, μπορεί κάποια γάτα ... Κι εκείνη την ώρα το άκουσε πίσω του το λεωφορείο που έμπαινε με τα χίλια στη στροφή, κι ίσα που πρόλαβε να δει το τρομερό γέλιο στο πρόσωπο του πειρατή-οδηγού που άστραφταν τα λευκά του δόντια -και το μαχαίρι?-, κάτω απ’ το τελευταίο φως.
Είχε τότε μια φούρκα και δεν ήταν κανείς να τη μοιραστεί μαζί, όμως και πάλι ήταν να το περιμένεις. Τέτοια μέρα γιορτής η πόλη είχε αδειάσει.
1999/2008
more...