(από deplaced ή αστικός πόνος 19/20)
Ήταν το τρίτο βράδυ στο νησί που 'χε τον ίδιο εφιάλτη: βρισκόταν στο γραφείο του που τον έπνιγε περισσότερο απ’ όσο συνήθως. Για άλλο ένα καλοκαίρι δεν θα 'κανε διακοπές. Καρφωμένος πάνω στην καρέκλα του χάζευε την οθόνη του όπου μια γραμματοσειρά γεμάτη καμπύλες έμοιαζε έτοιμη να χορέψει σάμπα. Με αυξανόμενη ανησυχία ένιωθε τους λευκούς διαχωριστικούς τοίχους γύρω του να γίνονται ολοένα φωτεινότεροι. Οι λάμπες φθορισμού της οροφής του 'καιγαν τα μάτια κι ενώ οι θερμοκρασίες σε πείσμα του κλιματισμού ανέβαιναν, αυτός κρύωνε.
Για να πάρει κουράγιο γύρισε στα δεξιά του και χάϊδεψε με το κουρασμένο του βλέμμα το γαλάζιο κορδόνι που 'χε κρεμάσει χαλαρά στον ασπροπίνακα για να του θυμίζει τη θάλασσα. Πράγμα περίεργο, το κορδόνι δεν τον παρηγορούσε. Το αντίθετο μάλιστα, του φάνηκε πως είχε έναν ενοχλητικό κυματισμό από μόνο του, που μεγάλωνε στιγμή με τη στιγμή. Κι όσο το κοίταζε μεγάλωνε κι η ναυτία του.
Όπως όταν ερχόταν με το καράβι, όταν είχε υποχρεωθεί από ανία να ξεκοκκαλίσει ένα ολόκληρο life-style περιοδικό, ανακατευόταν. Το γραφειάκι το 'πιανε η θάλασσα και το κορδόνι λίγο ήθελε ν’ αποσπαστεί από τον ασπροπίνακα που πια διατηρούσε μόνο το πλαίσιό του, είχε μεταμορφωθεί σε φινιστρίνι κι από κεί απειλούσε η θάλασσα να τον φτάσει και να τον καταπιεί.
Σ’ αυτό πάντα το κρίσιμο σημείο έκανε την ίδια παράλογη κίνηση: χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει τα χέρια του κατέβαζε το κορδόνι και το περνούσε στο λαιμό του. Ούρλιαζε κάτι μέσα του βαθιά από φρίκη αλλά δεν ήταν αρκετό να τον εμποδίσει. Η κραυγή δεν έβγαινε στην επιφάνεια, εξάλλου είχε σηκωθεί μεγάλη αντάρα, ο θόρυβος των κυμάτων σκέπαζε τα πάντα ως και την τρομάρα βαθιά μέσα του.
Κι ενώ το γραφειάκι κλυδωνιζόταν αβοήθητο στη θυμωμένη θάλασσα, αυτός χωρίς να μπορεί να τα ελέγξει, έφτιαχνε μια περιποιημένη θηλειά για το λαιμό του με τα ίδια του τα χέρια! Ξυπνούσε πάντα με κομμένη αναπνοή και βουή στ’ αυτιά, το σεντόνι τυλιγμένο γύρω απ’ το κεφάλι του και παγωμένα όλα τα ιδρωμένα του μέλη.
Όμως αυτό το πρωί τον ξύπνησαν οι φωνές των δίπλα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, πέταξε το σεντόνι από πάνω του και ανακάθησε στο κρεβάτι. Μια βαριά αντρική φωνή τσακωνόταν με μια πολύ νεαρότερη, πιτσιρικά σχεδόν. Ο αέρας έξω τράνταζε την πόρτα. Καθώς συνερχόταν άρχισε να βγάζει νόημα από τον καυγά όμως δεν πρόλαβε να καλοκαταλάβει γιατί η θέα ενός μαύρου ποδιού που ξεμύτιζε από το σεντόνι δίπλα του με μια χρυσή αλυσιδίτσα περασμένη κομψά στον αστράγαλο, τον πάγωσε από φρίκη για δεύτερη φορά.
Οι βρισιές δίπλα είχαν μαλακώσει, ο αέρας πάντα κοπάναγε την πόρτα και το δυνατό φως που τρύπωνε απ’ τις γρύλλιες κι απ’ όπου αλλού μπορούσε, χάιδευε αυτό το πόδι που έμοιαζε γυναικείο, λείο και ελκυστικό μέσα στην εβένινη σκοτεινιά του. Ανασήκωσε απαλά ως πάνω την άκρη από το σεντόνι με τρεμάμενο χέρι κι έπειτα θυμήθηκε να εκπνεύσει, η καρδιά του χτυπούσε τρελλά σα να μην είχε συνέλθει από το χτεσινό μεθύσι, και πρέπει να 'ταν πολύ βαρύ μεθύσι το χτεσινό κάτι του 'λεγε μέσα του γιατί καθόλου δε θυμόταν, δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το πώς είχε βρεθεί στο κρεβάτι του αυτό το πόδι μαζί με όλο το υπόλοιπο υπέροχο απ’ ότι έδειχνε στην παρατημένη του γύμνια σώμα.
Για μια στιγμή δεν ήταν σίγουρος ούτε για το κρεβάτι του αλλά μια αγχωμένη ματιά γύρω του τον έπεισε πως, ναι, αυτό ήταν το δωμάτιό του, το μπάνιο του, η βαλίτσα του, ξεκοιλιασμένη πιο κει με το αγαπημένο του σακάκι να σέρνεται το μισό στο πάτωμα… κοκ
Σηκώθηκε με μεγάλη προφύλαξη γιατί το κρεβάτι έτριζε όμως το σώμα δίπλα του δεν κουνήθηκε καθόλου. Ετσι που 'χε πετάξει πριν το σεντόνι διπλα του της είχε καλύψει το κεφάλι, κοιμόταν τώρα μπρούμυτα, ο ομορφος κώλος της κι ένα μέρος της πλάτης γυάλιζαν στο μισόφωτο, και ναι, ευτυχώς ανάσαινε κανονικά κι έτσι μπορούσε να εκπνεύσει για δεύτερη φορά... για μια στιγμή είχε φοβηθεί πως στον ύπνο του την είχε σκοτώσει. Είχε περάσει το βράδυ μ’ ένα πτώμα δίπλα του αλλά όχι, ανάσαινε κανονικά, φοβόταν όμως ακόμα να την ξεσκεπάσει, για την ώρα του έφτανε να τη χαίρεται έτσι χωρίς πρόσωπο, μετά θα 'ρχόταν το σοκ όταν θα χρειαζόταν να δώσει ένα νόημα στο πρόσωπό της, ένα όνομα και ν’ απαντήσει σε ερωτήσεις πιθανά.
Σύρθηκε προς το μπάνιο με την παράλογη ελπίδα πως με κάποιο τρόπο κι εκείνη θα 'χε ξεχάσει τη χτεσινή νύχτα και θα τα ανακάλυπταν μαζί όλα, ξανά απ΄ την αρχή.
Οι δίπλα μάλλον είχαν κάνει ανακωχή, μόνο η βαριά φωνή μουρμούριζε ακόμα παραπονεμένα, και δυστυχώς ακουγόταν καθαρά: «θα μπορούσες και να με πλακώσεις ρε γαμώτο! εγώ όμως δε μπορώ και το ξέρεις, που να σε κάνω καλά που είσαι δυο μέτρα! όταν λέω πως θα τα πάρω στο κρανίο, δεν εννοώ πως θα σε πλακώσω κιόλας... ενώ εσύ ρε μαλάκα, μπορεί και να το κάνεις μια χαρά, σου είναι τίποτα?».
Στάθηκε με πόδια που έτρεμαν σα να 'χε κάνει χιλιόμετρα γιατί θα 'πρεπε τώρα να αντιμετωπίσει τον καθρέφτη κάτω απ’ το ηλεκτρικό φως. Επειδή πάντα ζούσε με τον κρυμμένο φόβο πως θα 'ρχόταν ένα πρωινό που το πρόσωπο του νέου ακόμα άντρα με το ξυράφι στο χέρι μπροστά στον καθρέφτη δεν θα 'χε κανένα απολύτως νόημα. Έτσι ένιωθε μετά απ’ τα μεγάλα μεθύσια του, πως ο άγνωστος απέναντι δεν θα 'δειχνε καμιά συμπάθεια για το άτομό του, μόνο περιφρόνηση.
Κι έτσι γυμνός και μπερδεμένος θα πέρναγε κι άλλη απελπισμένη ώρα ακουμπισμένος στην κάσα του μπάνιου αν δεν τον έκανε ν’ αναπηδήσει μια πιο δυνατή ριπή αέρα που φαινόταν αποφασισμένος να γκρεμίσει την πόρτα και να φέρει τη θάλασσα στο δωμάτιο, τη θάλασσα που απ’ όσο θυμόταν -αν και δε μπορούσε να είναι σίγουρος για τίποτα πια-, την άφηνε πάντα κάπου εκατό μέτρα πίσω του, τώρα ούρλιαζε σα να βρισκόταν κιόλας στο κατώφλι του. Έβγαλε το κεφάλι του απ’το μπάνιο αλλά η γυναίκα κοιμόταν όπως την είχε αφήσει. Από δίπλα ακουγόταν το ρυθμικό τρίξιμο του στρώματος και μιά μπουκωμένη ανάσα που πότε φαινόταν να ευχαριστιέται και πότε να υποφέρει.
Ξαναγύρισε προς το μπάνιο. Μαζεύοντας όλο του το κουράγιο στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη κι ευτυχώς γι’ άλλη μια φορά το ταλαιπωρημένο πρόσωπο απέναντί του του φάνηκε οικεία αξιολύπητο. Ανακουφισμένος που είχε κριθεί άξιος συγγνώμης κι όχι απόρριψης έπιασε να ξυρίζεται όταν τον σταμάτησε η ενοχλητική σκέψη: «μου χρωστάς μια απάντηση», φαινόταν να ρωτάει βουβά το πρόσωπο στον καθρέφτη, «τι ακριβώς έγινε χτες?».
Τότε του ήρθε να βάλει τα κλάματα από απελπισία, γιατί συνειδητοποιούσε σιγά-σιγά πόσο τον πονούσε το κεφάλι του, και πως είχε ταχυπαλμία και καθόλου γεύση στο στόμα. Τον βασάνιζε εδώ και ώρα μιά τρομερή δίψα αλλά το επιτιμητικό βλέμμα του άλλου στον καθρέφτη δεν τον άφηνε ούτε νερό να πιεί. Μαζί κι η αγωνία του με τον αέρα, τη θάλασσα που απειλούσε να εισβάλλει στο δωμάτιο, την άγνωστη που κοιμόταν σαν πεθαμένη στο κρεβάτι του και τις καβλωμένες ανάσες των δίπλα, τον βασάνιζε ανυπόφορα.
«Τι διάολο έγινε χτες?», αναρωτήθηκε κι ο ίδιος στο τέλος. Κάτι τόσο χοντρό δεν του 'χε ξανασυμβεί, «αλλά και να του 'χε συμβεί μήπως θα το θυμόταν?» τον ειρωνεύτηκε ο άλλος.
Και είχε δίκιο... με μεγάλη προσπάθεια μπορούσε να φέρει στη μνήμη του το χτεσινό απόγευμα, κομμάτια, εικόνες, ξαναγύριζαν τώρα στη βάση του μυαλού του σα να 'χαν λείψει χρόνια, όμως στο μέρος του βραδιού είχε ένα κενό.
Είχε αγοράσει κάρτες στο τουριστικό κάτω απ’ το Μοναστήρι, αυτό το θυμόταν καθαρά. Έναν Αρχάγγελο, μια Παναγία κι έναν Παντοκράτορα μεταξύ άλλων. Ο Αρχάγγελος έμοιαζε με μουτρωμένο έφηβο, η Παναγία είχε έξυπνο και τρυφερό βλέμμα και μόνο ο Παντοκράτορας κοιτούσε αυστηρά, «δύσκολο να σε συγχωρήσει αυτός...», σκέφτηκε αυθόρμητα. Και οι τρεις του φαίνονταν αόριστα γνωστοί σε γκροπλάν, κι ας υπήρχε ο κίνδυνος να του φανούν ξένοι το πρωί που θα τους εντόπιζε από μακριά σε κάποια καπνισμένη γωνιά στο Μοναστήρι.
Είχε περπατήσει μετά στα στενά που ήταν όντως «γραφικά», ό,τι κι αν σημαίνει πια αυτό, ενώ έπεφτε το φως κι ο αέρας. Πότε-πότε στο βάθος κάποιας καμάρας πρόβαλε ένα κομμάτι της θάλασσας, ξέθωρης σα να 'χε ξεβάψει όλη μέρα μανιάζοντας στους αφρούς και επιτέλους γαλήνευε με τη δύση. Στις εξώπορτες των σπιτιών ηρεμούσαν στερεωμένες οι κουρτίνες για τον ήλιο, του φάνηκε πως είχε μπει μέσα στη βυζαντινή πόλη της κάρτας κι η εντύπωση διαλύθηκε μόνο όταν βγήκε λίγο απ΄ τη Χώρα.
Δεν συνάντησε κόσμο, μόνο τρεις Γάλλους τουρίστες που τον εκνεύρισαν με τους λαρυγγισμούς τους για τη θέα και το φως «που τα 'βαφε όλα κόκκινα». Με αναπάντεχη ευχαρίστηση έφερε τώρα στο νου του τον φαρδύ μουλαρόδρομο που πήρε τραβώντας με την πλάτη στη δύση, όσο είχε ακόμα φως. Τα όρια αυτού του δρόμου διαμορφώνονταν απ΄ τις αγαπημένες του ξερολιθιές, συχνά μέχρι κάτω σκεπασμένες απ΄ τα ανοικονόμητα κλαριά κάποιας συκιάς προβλέψιμα ξερής όσο κι εκείνη του Ευαγγελίου. Πατημένα φιρίκια σε πολλά σημεία ανακατεμένα με καβαλίνα και ξερά χόρτα γέμιζαν τον αέρα μ’ εκείνη τη μυρωδιά που είναι συνώνυμη με τον ελληνικό Αύγουστο σε όποιο μέρος.
Κι όσο απομακρυνόταν απ’ τη Χώρα τόσο ο αέρας ξαναδυνάμωνε που στο τέλος έπρεπε να συγκρατεί με το αριστερό του χέρι το μακρύ του σκουλαρίκι με τη σπείρα για να μη φύγει μαζί με το αυτί του. Συνάντησε και δυό ντόπιες που ανταπόδωσαν μασημένα την καλησπέρα του, μετά ένα τελευταίο ζευγάρι Γάλλων που μάταια προσπαθούσαν να εγκλωβίσουν το ύστατο φως σε μηχανή μιας χρήσης.
Σταμάτησε μπροστά σ’ ένα κατάλευκο εκκλησάκι σε μια στροφή χωρίς να καταλαβαίνει γιατί, με εκείνο το αίσθημα που έχουμε συχνά όταν φτάνουμε κάπου που μας θυμίζει το σπίτι και γι’αυτό μπορούμε να μείνουμε. Σα να 'βγαινε μέσα απ΄ το ίδιο το χώμα, με ολόκληρα κομμάτια βράχου στη μιά του πλευρά, έστρεφε ταπεινά την είσοδό του προς τη δύση που μάτωνε πια. Στάθηκε ανάμεσά τους όταν ξαφνικά μες από μια χαραμάδα της μικροσκοπικής του πόρτας κάτι σπινθίρισε. Του 'ρθε στο νου το «αστεράκι» του Παπαδιαμάντη, πλησίασε, τράβηξε τον σύρτη και προς μεγάλη του κατάπληξη, μπήκε.
Ήταν η πρώτη φορά που 'βρισκε εκκλησάκι ξεκλείδωτο στο νησί στους απογευματινούς περιπάτους του, και του 'ρθε ξαφνικό όταν με το άνοιγμα της πόρτας έπεσε πάνω σε τρία κεράκια που 'καιγαν σ’ ένα μανουάλι με άμμο ακριβώς μπροστά στο ιερό που σχεδόν το άγγιζε άμα τέντωνε τα χέρια. Ήταν το μόνο φως στο εκκλησάκι ενώ πίσω του απ΄ την ανοιχτή πόρτα ορμούσε άγρια η κόκκινη δύση φέρνοντας μαζί της τον αγέρα και την ανάσα της θάλασσας, αναγκάζοντάς τον παρά τη θέλησή του να υποκλιθεί στη θεότητα.
Και θυμήθηκε ένα άλλο καλοκαιρινό απόγευμα στην Αθήνα πριν χρόνια όταν στην Αγία Φωτεινή, στις Στήλες, περιμένοντας τη Μ. για μια συναυλία είχε γράψει αδέξια στα «υπέρ αναπαύσεως» τα ονόματα του S., του Ο. και του Σ. που τότε μόλις είχε μάθει πως είχε πεθάνει. Πόσα πολλά από τότε είχαν προστεθεί στη λίστα του!
Αυθόρμητα γονάτισε μετά όμως σκέφτηκε πόσο θεατρικά γίνονταν όλ’ αυτά, ξανασηκώθηκε λοιπόν κι έμεινε για λίγο μπροστά στις μικρές φλόγες γυρίζοντας την πλάτη στο υπερθέαμα που τόσο τον είχε ξεσηκώσει νωρίτερα.
Θα 'θελε να πιστεύει σκεφτόταν, όμως το μυαλό του έφευγε μακριά απ’ το ασφυκτικό δόγμα κι αναγνώριζε τη θεότητα μονάχα στο απέραντο σύμπαν που λυσσομανούσε πίσω του διεκδικώντας τον. Σιγά-σιγά το στενάχωρο εκκλησάκι που τον είχε για λίγο ανακουφίσει με τον κατευνασμό που επέβαλε στη νόηση και στις αισθήσεις του, τον απέλπισε.
Άφησε τους νεκρούς και τις τύψεις του στην ησυχία τους, έκλεισε πίσω του την πόρτα κι εγκαταλείφθηκε στην αγκαλιά της πανθεϊστικής Δύσης που τον έπνιξε στα φιλιά. Φιλιά φλογερά σαν τα φούξια λουλούδια της βουκαμβίλιας που στο νησί βλέπεις σε κάθε πέργκολα.
Στέγνωσαν τα δάκρυά του από τον άνεμο και μπροστά του το βλοσυρό Κάστρο που συμμάζευε βιαστικά σαν παιδιά τ' άσπρα σπιτάκια, -γιατί η Νύχτα ερχόταν αδυσώπητα με τις μνήμες απ’ τους ληστές και τους κουρσάρους της-, του 'γνεψε σοβαρά με το δάχτυλο στα χείλη.
Δεν συνάντησε ψυχή γυρίζοντας.
1991/1999/2008
more...