Showing posts with label συγγνώμη. Show all posts
Showing posts with label συγγνώμη. Show all posts

Saturday, December 8, 2007

"Συγγνώμη..." δεν είπε

(από deplaced ή αστικός πόνος 6/20)

Αν υπήρχε κάποιος που να μισεί με πάθος τη δουλειά του, -κι ας ήταν κοινωνικού χαρακτήρα-, αυτός ήταν ο Σ. Δούλευε για μια ΜΚΟ, το SOS Κτισμένη Αθήνα, που είχε τον πολύ υψηλό στόχο να σώσει την άτυχη πρωτεύουσα από μελλοντικές -τουλάχιστον, γιατί ό,τι έγινε, έγινε...-, περιβαλλοντικές καταστροφές πολεοδομικού τύπου. Μαζί με άλλα πέντε μόνιμα μέλη οργάνωναν καθιστικές διαμαρτυρίες -που τράβαγαν κάποιο κόσμο, (συνήθως απλά περίεργους και την πρώτη φορά και τα κανάλια), αλλά σπάνια έφερναν αποτέλεσμα καθώς οι μεσοπολεμικές πολυκατοικίες συνέχιζαν να γκρεμίζονται και τα βιομηχανικά κτίρια να σακατεύονται οικτρά -, και δημοσιοποιούσαν τα γεγονότα στην υπόλοιπη Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Ο Σ. είχε την εποπτεία των ευρωπαϊκών επαφών με τα αντίστοιχα κέντρα λόγω της πολυγλωσσίας του. Το Κέντρο έπαιρνε κάποια χρήματα μέσω προγραμμάτων αλλά τα ποσά ήταν αδιευκρίνιστα, πάντα αργούσαν και το Κέντρο ήταν διαρκώς στο κόκκινο. Όλα τα μέλη υπέφεραν -άλλος λιγότερο άλλος πιο πολύ-, με δική τους ευθύνη, αλλά κανείς δεν αποφάσιζε να εγκαταλείψει το σχήμα και να βγει απ’ έξω. Απ’ όλους ο Σ. υπέφερε περισσότερο. Ζούσε μόνος και τα έξοδά του δεν τα αναλάμβαναν γονείς ή σύντροφος. Απ’ την άλλη, έστω κι ένα τέτοιο κακοπληρωμένο και άτακτο part-time ήταν προτιμότερο από το άσκοπο κυνήγι για δουλειά που για μήνες από τότε που 'χε επιστρέψει στην Ελλάδα δεν είχε αποδώσει τίποτα. Με διδακτορικό στον αστικό σχεδιασμό και μηδαμινές γνωριμίες στο δυσκοίλιο ακαδημαϊκό κατεστημένο, ήταν overqualified,-συνεπώς ανεπιθύμητος-, για ο,τιδήποτε.

Εκείνο το χειμωνιάτικο πρωϊνό ο Σ. έβαζε το κλειδί στην υπό κατάρρευση όσο και το υπόλοιπο κτίριο πόρτα, πάλι σιχτιρίζοντας γιατί η κλειδαριά έκανε ξανά τα δικά της και το κλειδί στα κοκαλωμένα χέρια του δεν έστριβε με τίποτα. Από ψηλά τον κορόιδευε θα 'λεγες η γυαλιστερή παντός καιρού πρόσοψη της πολυεθνικής που στα πόδια της κούρνιαζε το ερείπιο. Έβραζε πάλι το γνώριμο πια αίσθημα αυτό-απόρριψης, αυτό-λύπησης και διάφορων άλλων συναισθημάτων με το αυτό- μπροστά, στο στήθος του, τον πλάκωνε η βαριά υγρασία της εισόδου που μύριζε από την αυλή εγκατάλειψη και κατουρλιό γάτας.

Έφτανε πάντα πρώτος, άναβε την σόμπα του γκαζιού και μετά πνιγόταν όσο η μυρωδιά του καφέ να σκεπάσει τη μπόχα. Έριχνε μια ματιά στα χιλιόμετρα του fax που συνήθως σέρνονταν μπερδεμένα στο πάτωμα και καθόταν μπροστά στην οθόνη του παλιού υπολογιστή του. Απ’ το παράθυρο δίπλα του οι βιαστικοί περαστικοί πηγαινόφερναν τα ξινισμένα μούτρα τους. Τίποτα δεν του άρεσε εκεί.

Εκείνο το πρωινό ωστόσο στην οθόνη αναβόσβησε ένα system message διαφορετικό απ’ τα συνηθισμένα: «Γεια σου Σ., είμαι η Μ., με θυμάσαι?» Αντανακλαστικά θόλωσαν τα μάτια του πίσω απ’ τα γυαλιά, μέσα στο δωμάτιο που δεν είχε ακόμα ζεσταθεί το πρόσωπό του φούντωσε σα να 'μπαινε σε σάουνα. Η Μ.? μετά από οκτώ ολόκληρα χρόνια! Στο Δίκτυο φυσικά! πάντα είχε πάθος με τις τεχνολογίες τον καιρό που ο ίδιος ακόμα δυσκολευόταν να πάρει το δίπλωμα οδήγησης. Η Μ. που νέα της είχε μάθει από κάποιο παλιό γνωστό μόλις είχε γυρίσει! Παντρεμένη με δίδυμα, ποιος θα το φανταζόταν?

«Και βέβαια σε θυμάμαι! Τι κάνεις?», έγραψε με κόπο γιατί η οθόνη κυμάτιζε μπροστά στα μάτια του κι η κίνηση τον ζάλιζε και τον εμπόδιζε μαζί.
«Σε ψάχνω καιρό, ήξερα πως ήσουν έξω, δε μπορούσα να σε βρω πουθενά», ήρθε η απάντηση. «Να που με βρήκες τώρα», έγραψε μακαρίζοντας την έλλειψη κάμερας στο απαρχαιωμένο σύστημα του κέντρου. Και συνέχισε: 
«Έμαθα για σένα από τον Κ., παντρεύτηκες έναν γιατρό?, έχεις δυο παιδάκια, μπράβο...»
«Ναι, είναι γιατρός και δε θα πιστέψεις πως τον γνώρισα! Θυμάσαι τότε που 'χα κάνει την κουταμάρα? ήταν αυτός που μου 'κανε πλύση στομάχου στο Κρατικό που διανυκτέρευε». Σύξυλος έμεινε. 
«Είσαι εκεί?», ρώτησε η Μ. όταν πέρασε ώρα χωρίς να απαντήσει. «Ναι, βέβαια, sorry, χτύπησε η άλλη γραμμή».
«Έχεις δουλειά τώρα? Θες να τα πούμε κάποια στιγμή? Εγώ τα παράτησα, είμαι νοικοκυρά πια... έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου. Πρέπει να βρεθούμε, να μου πεις πως πέρασες έξω. Είχα δει τον Λ. και τα λέγαμε για σένα».

Ξανακοκκάλωσε. Ο Λ.? Εδώ? Τώρα μαζί με το φούντωμα στο πρόσωπο ένιωθε και ένα λαχάνιασμα που του έκοβε την αναπνοή. 
«Είναι ο Λ. εδώ? Νόμιζα πως ήταν πάντα έξω».
«Ναι, είναι ακόμα Αμερική. Μόνιμα». Ανάσανε ελεύθερα, μετά έγραψε βιαστικά: «Να τα πούμε όποτε θες, και τώρα πάντως μπορούμε να μιλήσουμε, οι άλλοι δεν έρχονται πριν τις 10:00. Πες μου για σένα»
Κι ένιωθε τώρα -που είχε βεβαιωθεί πως ο Λ. βρισκόταν πάντα μακριά-, πως είχε όλο τον χρόνο να εκπλαγεί που η Μ. είχε παντρευτεί τελικά, που είχε οικογένεια, και που είχε μπορέσει να παρατήσει τη δουλειά της που τόσο την πάθιαζε.
«Δεν υπάρχουν και πολλά να πούμε για μένα. Με τον Τ. είμαστε τώρα μαζί πέντε χρόνια, τα δίδυμα είναι τεσσάρων, λίγο μπελάς, αλλά είναι υπό έλεγχο. Πες μου, τι είναι εκεί που είσαι?»
Της είπε με λίγα λόγια τι ήταν το Κέντρο. «Δεν έβρισκα δουλειά», όταν τον ρώτησε γιατί ενώ του άρεσε έξω είχε γυρίσει.

Και μετά έπεσε μια στενάχωρη σιωπή που έφερε αμηχανία και στους δυο. Του 'χε χτυπήσει η «κουταμάρα», όπως είχε διαλέξει να αναφερθεί στην απόπειρα αυτοκτονίας που είχε κάνει λίγο πριν χωρίσουν. Πρέπει να 'χε αλλάξει πολύ η Μ., αλλά με δυο παιδιά αλλάζεις, μέχρι που αποκτάς και «κοινή λογική», γίνεσαι όπως όλοι και παύεις να «αποκλίνεις» πια.

«Σκεφτόμουν πολύ όλα όσα είχαν γίνει τότε», τελικά ήταν πιο δυνατή.
«Εγώ προτιμούσα να μην τα σκέφτομαι. Νιώθω ακόμη άσχημα που σε παράτησα ακριβώς μετά...», λες και τα αποσιωπητικά μπορούσαν να μεταφέρουν έστω και λίγη απ’ την ειλικρινή στενοχώρια του, τη στενοχώρια που είχε κουβαλήσει μαζί του όλ’ αυτά τα οκτώ χρόνια.
«Πάντα με πόναγε πόσο με είχες απορρίψει. Δεν το 'χα πάθει από κανέναν τόσο πολύ»
Τι βρίσκεις να πεις σε κάτι τέτοιο? Ο Σ. άρχισε να φοβάται πως όπου να 'ναι, ό,τι κι αν έλεγαν, αργά η γρήγορα ο Λ. θα ξαναχωνόταν στην κουβέντα. Προσπάθησε όμως.
«Δεν σε είχα απορρίψει, δεν είναι ακριβώς έτσι, είχα φύγει γιατί φοβόμουν για μένα. Από δειλία....»
«Είχα μιλήσει με τον Λ. λίγο γι’ αυτό. Δεν κρατήσαμε επαφή τελικά, μου 'λεγε πως δεν του 'γραψες ποτέ» Ο Σ. θυμήθηκε με καινούργιο πόνο τα γράμματα που πέταγε στην αρχή χωρίς να τ’ ανοίγει, μέχρι που σταμάτησαν να 'ρχονται. Όμως δεν άντεχε να μη ρωτήσει.
«Τι κάνει? Είναι καλά?»
«Τρελός όπως πάντα, έτοιμος να σκοτωθεί και να πάρει κι άλλους στο λαιμό του. Ξέρεις τι εννοώ...» Ναι, ήξερε. Ήξερε από την πρώτη στιγμή μα τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Ήταν γλυκιά και τρομερή η αίσθηση που είχε τότε. Όταν έπεφτε.
«Μ.,... συγγνώμη», σκέφτηκε να της πει όμως δεν το έκανε. Βαθιά μέσα του τον εμπόδιζε η ντροπή μα και η αμφιβολία: θα ήταν σα να υπερεκτιμούσε τη δύναμή του. Μπορούσε άραγε να έχει κάνει ένα άλλο πλάσμα να υποφέρει?
«Να σε δω λοιπόν», ξανάπιασε το νήμα εκείνη. «Έχω αλλάξει ξέρεις, κούρεμα, στυλ... Με τα παιδιά μαλακώνει κανείς»
«Γιατί όμως μ’ έψαχνες όλον αυτό τον καιρό?», αναρωτήθηκε ο Σ., η υποψία πως κάτω απ’ την ήρεμη επιφάνεια η κόλαση δεν είχε πάψει ποτέ, άρχιζε να σηκώνει κεφάλι.
«Ναι, να τα πούμε κάποια φορά, να βρεθούμε και με τους άλλους παλιούς φίλους, βλέπεις τον Ε., τη Ζ.?», αοριστολόγησε εκείνος, χρειαζόταν την παρουσία των άλλων, ο,τιδήποτε θα απομάκρυνε τις καυτές ανάσες απ’ τις αναμνήσεις που 'χε θάψει με προσπάθεια και δουλειά μεθοδική όλ’ αυτά τα χρόνια.
«Ελάχιστα, χαθήκαμε. Με σένα βέβαια πιο πολύ απ’ όλους. Έχεις καθόλου χρόνο αύριο? Μπορώ να 'ρθω να σε πάρω με τ’ αμάξι, και δεν θα 'ναι κάποιο σπορ όπως παλιά αλλά ένα μεγάλο οικογενειακό, θα δεις και δε θα πιστεύεις τα μάτια σου»

Η Μ. με «μεγάλο οικογενειακό» αμάξι! Είχε αλλάξει σίγουρα και θα 'θελε να τη δει, μόνο που... δεν άντεχε την ιδέα πως πάλι ο Λ. θα χωνόταν ανάμεσά τους. Η απουσία του θα βάραινε, ίσως πάλι μόνο αυτόν. Αργούσε ν’ απαντήσει, σκεφτόταν, η καρδιά του χοροπήδαγε με την ιδέα πως αύριο κιόλας θα μπορούσε η Μ. να βρίσκεται κάτω απ’ το παράθυρό του, σ’ αυτό το ίδιο κακόμοιρο στενό, σα να μην είχε περάσει μέρα από τότε που συναντιόντουσαν καθημερινά.

«Αύριο λοιπόν!», το αποφάσισε τελικά κι έδωσε την διεύθυνση. Απ’ το παράθυρο το γκρίζο φως έγινε λιακάδα. Είδε τη Μ. να βγαίνει απ’ τ’αμάξι και να σηκώνει το κεφάλι προς το μέρος του. Δίπλα της ο Λ. εντυπωσιακά μακρύς και στενός, μόλις χωρώντας στη θέση του συνοδηγού περίμενε υπομονετικά. Όπως τότε.

Η πόρτα άνοιξε με τρίξιμο και το πρόσωπο μιας συναδέλφου φάνηκε σκυθρωπό όμως της χαμογέλασε με επιείκεια πούχε να νιώσει καιρό.
«Καλημέρα!», είπε και το εννοούσε. Του 'χε λείψει ένα κομμάτι απ’ το παρελθόν του όλ’ αυτά τα χρόνια κι ανυπομονούσε να το ξαναβρεί, όποιο κι αν ήταν το τίμημα.
 
1999/2007

more...