-1-
Με το που έφτασα ένιωσα να τυλίγομαι με μιας στην κίτρινη ατμόσφαιρα της επαρχιακής πόλης. Έσβηνε το απόγευμα κι η καταχνιά πάνω στις αυστηρές παλιωμένες προσόψεις μπέρδευε τα βήματά μου. Κινδύνευα να βρεθώ με το πόδι πιασμένο στη σχάρα κάποιου απ’ τα αμέτρητα υπόγεια ταβερνιάρικα που γι’ αυτά είναι διάσημη η πόλη.
Είχε ησυχία, λίγο κόσμο στους δρόμους κι εγώ είχα ξεσυνηθίσει σ’ αυτό το χρώμα που’ χε γλυτώσει απ’ τις διορθώσεις του φθορισμού.
Είχε ησυχία, λίγο κόσμο στους δρόμους κι εγώ είχα ξεσυνηθίσει σ’ αυτό το χρώμα που’ χε γλυτώσει απ’ τις διορθώσεις του φθορισμού.

-2-
Μπαίνοντας στο σπίτι ήταν η ίδια ταγγισμένη μυρωδιά από ξερούς καρπούς που με υποδέχτηκε. Τίποτα δεν άλλαξε εδώ πέρα. Η βαριά πόρτα της εισόδου έκλεισε πίσω μου με δυσκολία. Κι απ’ το αμερικάνικο χωλλάκι με μια δρασκελιά έφτασα στην κουζίνα, το πιο φιλόξενο μέρος του σπιτιού κι αυτό που έβλεπα πάντα πρώτο.
Η φλυαρία της γιαγιάς περνάει από πάνω μου όπως το νερό. Η γιαγιά αναφέρει ονόματα, λουλούδια, φέρνει στο νου μου γεύσεις στυφές και μυρωδιές για τολμηρούς που οι αισθήσεις τους δεν λιποψύχησαν ακόμα. Κρατά στην απλωμένη ποδιά της μια σακούλα γεμάτη ξεραμένα πέταλα μαγιάτικων τριαντάφυλλων και μου εμπιστεύεται τη συνταγή του τριανταφυλλόξυδου που παραλείπω να καταγράψω. ''Έβλεπα πεθαμένους στον ύπνο μου χτες βράδυ, μπας και βρέξει;'', λέει ενώ συνεχίζει το ξεδιάλεγμα.
Δίπλα της σεβαστικά, στριμωγμένος μ’ όλο του τον όγκο και σκεφτικός, κάθεται σ’ ένα σκαμνάκι ο Β. που’ χει μυαλό παιδιού δώδεκα χρονών κι ας κοντεύει τα σαράντα. Είναι νεωκόρος στην εκκλησία του Αγίου Δ. στην πλατεία ακριβώς απέναντι από τη βιλλίτσα της γιαγιάς. Όμως τώρα έχει πέσει σε δυσμένεια. Ο νέος παπάς συνέχεια του κάνει παρατηρήσεις και προσπαθεί με κάθε αφορμή να τον διώξει για να βάλει στη θέση του τον ανηψιό του. Ολόκληρο το μικρό σόϊ του Β., μάνα και πατέρας, αυτός ο τελευταίος γερασμένος πριν την ώρα του με παραμορφωμένα από την αρθρίτιδα πρόσωπο και χέρια, έχει πέσει σε απελπισία.

Η γιαγιά, μεγάλη δωρήτρια της τοπικής εκκλησίας –χάρη στα λεφτά του ''θείου'' και μακαρίτη άντρα της, μπρούκλη από την Αμερική- δασκαλεύει τον Β. σαν καλή χριστιανή πως να κάνει για να μην του βρίσκει ο παπάς, -''ένας τσοπάνης που’ ρθε απ’ το χωριό του, ένας παλιάνθρωπος''-, ψεγάδια στη δουλειά. Ο παπάς αυτός συνέχεια παραπονιέται πως η εκκλησία δεν είναι ποτέ αρκετά καθαρή, -''οι γυναίκες όταν έρχονται στη λειτουργία βγάζουν τα μαντήλια τους για να καθαρίσουν τα στασίδια από τη σκόνη''-, ενώ σε άλλες που πηγαίνει ''λάμπει ο τόπος''. Ο Β. απολογείται πως κάνει ό,τι μπορεί όμως με το παιδικό του μυαλό συμπεραίνει –και σωστά- πως ''η εκκλησία είναι πολύ παλιά και δεν παίρνει θεραπεία''.
Πραγματικά η εκκλησία, μια απλή τρίκλιτη βασιλική, είναι η παλιότερη στην πόλη. Για να μπεις στο καπνισμένο και δροσερό εσωτερικό της κατεβαίνεις μερικά σκαλιά, σχεδόν σκύβεις. Αυτή η υγρή σκοτεινιά όμως που μέσα της αστράφτουν τα φορτωμένα χρυσό πρόσωπα των αγίων είναι που την κάνει τόσο γοητευτική.
Ο Β. τώρα μόλις εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο σκουπίζει. Περνάει το δάπεδο ''δυο-τρια χέρια'', το τελευταίο μάλιστα ''με τη μηχανή'' που παίρνει ''ως και το χνούδι απ’ τα παπούτσια''. Η γιαγιά έχει αμφιβολίες, η μηχανή παίρνει βέβαια ''το μαλλί'' αλλά αφήνει την σκόνη. Ο Β. είναι αμετάπειστος, μόλις θυμήθηκε πως ο παπάς πίνει κρυφά και βρίσκει πως είναι ευκαιρία να τον καρφώσει στον Δεσπότη.
''Το κεραμίδι της εκκλησίας θα μείνει, αυτός όμως...'', λέει σε μια αναπάντεχη επίδειξη διορατικότητας.
Η φλυαρία της γιαγιάς περνάει από πάνω μου όπως το νερό. Η γιαγιά αναφέρει ονόματα, λουλούδια, φέρνει στο νου μου γεύσεις στυφές και μυρωδιές για τολμηρούς που οι αισθήσεις τους δεν λιποψύχησαν ακόμα. Κρατά στην απλωμένη ποδιά της μια σακούλα γεμάτη ξεραμένα πέταλα μαγιάτικων τριαντάφυλλων και μου εμπιστεύεται τη συνταγή του τριανταφυλλόξυδου που παραλείπω να καταγράψω. ''Έβλεπα πεθαμένους στον ύπνο μου χτες βράδυ, μπας και βρέξει;'', λέει ενώ συνεχίζει το ξεδιάλεγμα.
Δίπλα της σεβαστικά, στριμωγμένος μ’ όλο του τον όγκο και σκεφτικός, κάθεται σ’ ένα σκαμνάκι ο Β. που’ χει μυαλό παιδιού δώδεκα χρονών κι ας κοντεύει τα σαράντα. Είναι νεωκόρος στην εκκλησία του Αγίου Δ. στην πλατεία ακριβώς απέναντι από τη βιλλίτσα της γιαγιάς. Όμως τώρα έχει πέσει σε δυσμένεια. Ο νέος παπάς συνέχεια του κάνει παρατηρήσεις και προσπαθεί με κάθε αφορμή να τον διώξει για να βάλει στη θέση του τον ανηψιό του. Ολόκληρο το μικρό σόϊ του Β., μάνα και πατέρας, αυτός ο τελευταίος γερασμένος πριν την ώρα του με παραμορφωμένα από την αρθρίτιδα πρόσωπο και χέρια, έχει πέσει σε απελπισία.

Η γιαγιά, μεγάλη δωρήτρια της τοπικής εκκλησίας –χάρη στα λεφτά του ''θείου'' και μακαρίτη άντρα της, μπρούκλη από την Αμερική- δασκαλεύει τον Β. σαν καλή χριστιανή πως να κάνει για να μην του βρίσκει ο παπάς, -''ένας τσοπάνης που’ ρθε απ’ το χωριό του, ένας παλιάνθρωπος''-, ψεγάδια στη δουλειά. Ο παπάς αυτός συνέχεια παραπονιέται πως η εκκλησία δεν είναι ποτέ αρκετά καθαρή, -''οι γυναίκες όταν έρχονται στη λειτουργία βγάζουν τα μαντήλια τους για να καθαρίσουν τα στασίδια από τη σκόνη''-, ενώ σε άλλες που πηγαίνει ''λάμπει ο τόπος''. Ο Β. απολογείται πως κάνει ό,τι μπορεί όμως με το παιδικό του μυαλό συμπεραίνει –και σωστά- πως ''η εκκλησία είναι πολύ παλιά και δεν παίρνει θεραπεία''.
Πραγματικά η εκκλησία, μια απλή τρίκλιτη βασιλική, είναι η παλιότερη στην πόλη. Για να μπεις στο καπνισμένο και δροσερό εσωτερικό της κατεβαίνεις μερικά σκαλιά, σχεδόν σκύβεις. Αυτή η υγρή σκοτεινιά όμως που μέσα της αστράφτουν τα φορτωμένα χρυσό πρόσωπα των αγίων είναι που την κάνει τόσο γοητευτική.
Ο Β. τώρα μόλις εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο σκουπίζει. Περνάει το δάπεδο ''δυο-τρια χέρια'', το τελευταίο μάλιστα ''με τη μηχανή'' που παίρνει ''ως και το χνούδι απ’ τα παπούτσια''. Η γιαγιά έχει αμφιβολίες, η μηχανή παίρνει βέβαια ''το μαλλί'' αλλά αφήνει την σκόνη. Ο Β. είναι αμετάπειστος, μόλις θυμήθηκε πως ο παπάς πίνει κρυφά και βρίσκει πως είναι ευκαιρία να τον καρφώσει στον Δεσπότη.
''Το κεραμίδι της εκκλησίας θα μείνει, αυτός όμως...'', λέει σε μια αναπάντεχη επίδειξη διορατικότητας.

-3-
Θυμήθηκα την εποχή που η αδερφή μου ήταν ακόμη πιτσιρίκι με αφορμή το σπίτι εδώ παρακάτω που έγινε πολυκατοικία. Είχαν δυο παιδάκια στην ηλικία της. Το κοριτσάκι ή τη μητέρα του την έλεγαν Ηλέκτρα.
-4-
Βρήκα τα περιοδικά μόδας της μητέρας μου που μαζί τους περνάγαμε ώρες όταν είμασταν παιδιά. Η γιαγιά που είναι πρακτικά τυφλή τα τελευταία είκοσι χρόνια, λέει πως στην κάσα της τζαμαρίας φαίνονται ακόμα οι τρύπες από τις πινέζες που χρησιμοποιούσαμε για να κρεμάσουμε τις αγαπημένες μας εικόνες. Εγώ δεν κατάφερα να τις διακρίνω.
-5-
Ξαναπήγα στους κήπους στο χωριό μετά από χρόνια για να διαπιστώσω πως η αντίληψή μου για τον χαμένο παράδεισο δεν άλλαξε. Βέβαια λόγω της εποχής τα λουλούδια δε βρίσκονται στα καλύτερά τους. Κυριαρχεί το πράσινο που απλώνεται παντού όπου φτάνει το μάτι.
Τα νερά επίσης δεν είναι τόσο άφθονα όσο τα θυμόμουν. Η στέρνα ήταν γεμάτη από πηχτή λάσπη -μάταια ανακάτεψα το θολό νερό μιας λακούβας με μια κλάρα. Μόνο κουνούπια πέταξαν μακριά. Ποιος ξέρει, μπορεί και τα βατράχια ν’ άλλαξαν στέκι.
Τα νερά επίσης δεν είναι τόσο άφθονα όσο τα θυμόμουν. Η στέρνα ήταν γεμάτη από πηχτή λάσπη -μάταια ανακάτεψα το θολό νερό μιας λακούβας με μια κλάρα. Μόνο κουνούπια πέταξαν μακριά. Ποιος ξέρει, μπορεί και τα βατράχια ν’ άλλαξαν στέκι.
more...
