(από deplaced ή αστικός πόνος 15/20)

Περίμεναν να τους φέρουν το κρεβάτι. Στο καινούργιο σπίτι που μύριζε ακόμη απ’ τις μπογιές άνοιξε τη μπαλκονόπορτα να μπει το τελευταίο φως. Ήρθε πίσω της όσο πιο σιγά μπορούσε αλλά τα βήματά του αντήχησαν εκκωφαντικά στο άδειο δωμάτιο. Την έπιασε απ’ τους ώμους καθώς στεκόταν παραιτημένη μπροστά στο απίστευτο θέαμα: «Σήμερα πάλι άπλωσε μόνο κάλτσες και χτες είχε απλώσει μόνο σώβρακα, πως στην οργή το καταφέρνει δεν ξέρω... πάει με τις μέρες φαίνεται...». Δεν του είπε πως προχτές είχε πλυθεί μια ολόκληρη σειρά λούτρινα παιχνίδια γιατί το 'χε βρει χαριτωμένο, -χόρευαν στον αέρα κούνελοι, ο γάτος Σιλβέστρος, μέχρι κι ένας τεράστιος αρκούδος-, και δεν θα μπορούσε να γκρινιάξει πειστικά και γι’ αυτό.
Εκείνον μάλλον δεν τον πείραζε το αλλόκοτο που παρουσίαζε αυτή η διπλή σειρά με τις σκούρες κάλτσες, -ξανά μόνο αντρικές-, που στριφογύριζε αγκαλιάζοντας τον ηλιακό θερμοσίφωνα στην ταράτσα πιάτο κάτω απ’ τα πόδια τους, μισογέλασε μα δεν έκανε κανένα σχόλιο. Στο σκοτάδι που κατέβαινε αργά γυάλιζε η επιφάνεια του θερμοσίφωνα σαν ένα τεράστιο μάτι που 'κλεινε με νάζι στον δυτικό ήλιο πίσω τους, κι οι κάλτσες χοροπήδαγαν με δική τους βούληση γιατί στο πεσμένο φως το σκοινί τους δε φαινόταν πουθενά.
Αναστέναξε και γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του, και το δικό του πρόσωπο χωνευόταν αργά στο σκοτάδι. Δεν τους είχαν συνδέσει ακόμα το ηλεκτρικό. Την αγκάλιασε πιο σφιχτά κι έτριψε το αξύριστο μάγουλό του στο δικό της, το 'νιωθε πως ήταν ευτυχισμένος. Εκείνη την πείραζε που δεν είχαν θέα ή μάλλον που είχαν μια τόσο κακή θέα. «Δεν πρόκειται να μείνουμε για πάντα εδώ, εξάλλου στην κρεβατοκάμαρα δεν πειράζει αν δεν έχει θέα, το σπίτι είναι καινούργιο κι αυτό έχει σημασία», την καλόπιανε. Ασχολούνταν ερασιτεχνικά αλλά με πάθος με το feng shui και του 'φτανε που έμπαιναν πρώτοι νοικάρηδες, -το σπίτι είναι άγραφο χαρτί, άσε που έχει και καλό προσανατολισμό,- αυτό επειδή δεν έβλεπε καθόλου βορειοανατολικά.
«Βλακεία κάναμε που συμφωνήσαμε να φέρουν το κρεβάτι απόψε, έχουν ήδη αργήσει», τραβήχτηκε απ’ την αγκαλιά του και πήγε να βάλει τα τριαντάφυλλα σ’ έναν κουβά που σίγουρα κάπου θα 'χε αφήσει η γυναίκα που καθάριζε. Την ακολούθησε σα να 'ταν η σκιά της που χόρευε στο μισόφωτο. Βράδιαζε αργά ευτυχώς γιατί σιγά-σιγά έμπαιναν στο καλοκαίρι. Τα λουλούδια στα χέρια της έμοιαζαν ψεύτικα, φτιαγμένα από κάποιο συνθετικό υλικό είχαν ένα χρώμα ενδιάμεσο, ούτε λευκά ούτε κίτρινα ή ροζ, γενικά «παστέλ» θα το 'λεγε, εκείνης όμως της άρεσαν μόνο τα κόκκινα. «Δε μυρίζουν καθόλου» του είπε, λες κι έφταιγε αυτός προσωπικά. Μόνο τα κόκκινα είχαν πια μυρωδιά και πολύ βαριά μάλιστα, όλα τα υπόλοιπα σου 'φερναν στο νου λαχανικά που με την πρώτη μέρα έχουν κιόλας μαραθεί στο ψυγείο. Δεν την άκουσε γιατί είχε βγει στο μπροστινό μπαλκόνι και κοίταζε μήπως έρχονταν. Άφησε τα μπουκέτο στο νερό και κράτησε μόνο ένα μισάνοιχτο φουντωμένο μπουμπούκι μαζί της. Έπειτα βγήκε και στάθηκε δίπλα του. Ο δρόμος ήταν ήσυχος κι έπλεε μες το ηλεκτρικό φως. Απ’ τις περιποιημένες μεζονέτες ολόγυρα ερχόταν ένα πνιγμένο κύμα βραδινής δραστηριότητας.
«Πολύ ήσυχη γειτονιά», αποφάνθηκε, «θα περάσουμε μια χαρά εδώ, είναι βέβαια κάπως μακριά απ’ το κέντρο αλλά δε βαριέσαι, είναι σπουδαίο σπίτι. Ας είναι καλά ο θείος μου που το βρήκε γιατί κι η τιμή για καινούργιο σπίτι, δεν παίζεται». Γύρισε την πλάτη στο δρόμο και κοίταξε ίσια μέσα στο δωμάτιο του σαλονιού. Η θέα απ’ το παλιό της studio ζωντάνεψε ξαφνικά κάτω απ’ τη μύτη του αλλά που να το πάρει είδηση.
Στριφογύριζε ακόμη στα χέρια της το τριανταφυλλάκι όμως τώρα έσκυβε πάνω από μιαν άλλη κουπαστή. Απ’ το ποτάμι φύσαγε ένας νοτισμένος αέρας που της μπέρδευε τα μαλλιά και στο βάθος του ορίζοντα το βλέμμα της σταμάταγε μόνο στο δεκαώροφο μέτωπο απ’ τις εργατικές πολυκατοικίες που τα τζάμια τους έλαμπαν χρυσαφιά στο φως της δύσης πίσω της. Βούιζε η λεωφόρος στα πόδια της και σκέπαζε τη φασαρία απ’ τις μαούνες στο ποτάμι κι απέναντι στον υπερυψωμένο αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας που την κίνησή του μόνο τη μάντευε πίσω απ’ το ηχοπέτασμα. Μία μετά την άλλη άναβαν οι διαφημίσεις των τσιγάρων στις ταράτσες. Απ’ το μπαλκόνι της μπορούσε να δει μέχρι κι ένα κομμάτι απ’ τις γραμμές του monorail που σ’ εκείνο το σημείο γλιστρούσε ανάμεσα σε ποτάμι και highway, πότε-πότε προλάβαινε την άκρη από κάποιο, -ασημένιο της φαινόταν- βαγόνι που έπαιρνε την στροφή όπως σε amusement park. Την άνοιξη χαιρόταν τις κερασιές, μια μακριά ροζ μονοκοντυλιά που αγωνιζόταν να επιβάλλει την παρουσία της σαν και πρώτα χωρίς να το καταφέρνει, στη σκιά απ’ το μπετόν του αυτοκινητόδρομου πάντα. Το καλοκαίρι το μπαλκόνι γινόταν το θεωρείο της, στην ποδιά της έσκαγαν τα πυροτεχνήματα στο ποτάμι και γιόρταζε μαζί της όλη η πόλη. Αλήθεια διασκέδαζε με το θέαμα που δεν έπαυε σχεδόν ποτέ, μόνο άλλαζε ένταση. Κάθε φορά που η ζωή της φαινόταν να χτυπά σε τοίχο, έβγαινε στο μπαλκόνι της κι η κίνηση ορμούσε καταπάνω της όλες τις ώρες και μ’ όλους τους φωτισμούς. Δε χρειαζόταν να έχει τηλεόραση, τη νανούριζε και την παρηγορούσε η αδιάσειστη βεβαιότητα πως η ζωή δεν σταματά ποτέ με ή χωρίς εμάς. Έπαιρνε λοιπόν βαθιές ανάσες απ’ τον επιβαρημένο αέρα που πάντως λόγω του ποταμιού μύριζε και λίγο θάλασσα πάνω κι απ’ τις εξατμίσεις των long vehicles, και σαν γνήσιο παιδί της πόλης έβρισκε ξανά κουράγιο και συνέχιζε. Συνέχιζε τι?
Είχε διακοπεί πια η ζωή στην πόλη της, είχε χάσει το studio και τη θέα. Είχε γυρίσει. Άλλαξε θέση κι έβλεπε πάλι τον δρόμο. Της έδωσε τσιγάρο μα δεν το πήρε, έπαιζε με το τριαντάφυλλο.
«Να πάμε να φάμε μετά σ’ εκείνη τη ταβέρνα στη γωνία, φαινόταν μια χαρά. Στάσου, θα πάρω και τους Θ., γαμώτο, που έβαλα το κινητό? Να δεις που θα το άφησα στ’ αμάξι, περίμενε λίγο, δυο λεπτά θα κάνω. Και σκέψου να 'χουν πάρει απ’ το μαγαζί πως δεν θα 'ρθουν λέει!». Και μ’ αυτό πετάχτηκε πάνω λες και κρεμόταν η ζωή του απ’ τη σβελτοσύνη του και δε μπόρεσε να μην θαυμάσει πόσο του ταίριαζε αυτό όπως και τα γένια των τριών ημερών κι ας την τσίμπαγαν. «Έτσι ήμουν κάποτε κι εγώ, δε στεκόμουν στιγμή», σκέφτηκε. Αφηρημένα γλίστρησε το δάχτυλό της στην καρδιά του λουλουδιού μέχρι που σχεδόν το άνοιξε στα δύο. Η μεταξένια αφή των πετάλων της θύμισε πως είχε αφήσει πίσω κάποιαν άλλη να χαίρεται τη θέα της, έστω και χωρίς αυτήν.
Είχε διακοπεί πια η ζωή στην πόλη της, είχε χάσει το studio και τη θέα. Είχε γυρίσει. Άλλαξε θέση κι έβλεπε πάλι τον δρόμο. Της έδωσε τσιγάρο μα δεν το πήρε, έπαιζε με το τριαντάφυλλο.
«Να πάμε να φάμε μετά σ’ εκείνη τη ταβέρνα στη γωνία, φαινόταν μια χαρά. Στάσου, θα πάρω και τους Θ., γαμώτο, που έβαλα το κινητό? Να δεις που θα το άφησα στ’ αμάξι, περίμενε λίγο, δυο λεπτά θα κάνω. Και σκέψου να 'χουν πάρει απ’ το μαγαζί πως δεν θα 'ρθουν λέει!». Και μ’ αυτό πετάχτηκε πάνω λες και κρεμόταν η ζωή του απ’ τη σβελτοσύνη του και δε μπόρεσε να μην θαυμάσει πόσο του ταίριαζε αυτό όπως και τα γένια των τριών ημερών κι ας την τσίμπαγαν. «Έτσι ήμουν κάποτε κι εγώ, δε στεκόμουν στιγμή», σκέφτηκε. Αφηρημένα γλίστρησε το δάχτυλό της στην καρδιά του λουλουδιού μέχρι που σχεδόν το άνοιξε στα δύο. Η μεταξένια αφή των πετάλων της θύμισε πως είχε αφήσει πίσω κάποιαν άλλη να χαίρεται τη θέα της, έστω και χωρίς αυτήν.
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ξεφύτρωνε πίσω της λαχανιασμένος. «Είχαν πάρει να πουν πως δεν μπορούν να παραδώσουν απόψε και θα 'ρθουν αύριο λέει, τζάμπα περιμέναμε! Πάω να κλείσω πίσω και φύγαμε. Α, πήρα και τους Θ., και βρήκα την Α., θα έρθουν λέει». Τον ακολούθησε στα τυφλά στο σκοτάδι που χυνόταν από παντού. Στο διάδρομο, γύρισε προς το μέρος της κι έκανε οχτάρια πάνω στα μάτια της με το φακό παιχνιδιάρικα περιμένοντας τις αντιδράσεις της. Δεν αντιστάθηκε, μόνο έδειξε αόριστα με το τριαντάφυλλο τους τοίχους όταν είχαν μπει στο δωμάτιο: «Εκεί να βάλουμε το έργο της R. Στο 'χω δείξει, δεν στο 'χω δείξει?». Ήταν το μόνο πράγμα που 'χε απ’ τη R., όλο κι όλο μια γυναικεία πλάτη έτοιμη να προχωρήσει και να χαθεί σ’ ένα ασπρόμαυρο βάθος με κόκκινα ίχνη, μπορεί και πλατείας. Θύμιζε πολύ de Chirico.
Έκλεισε προσεκτικά και μετά την τράβηξε πάνω του ενώ πήγαιναν προς τη σκάλα. «Αφού το ξέρεις πως δε γίνεται να βάλουμε έναν τέτοιο πίνακα στην κρεβατοκάμαρα. Σοβαρά τώρα ... μια γυρισμένη πλάτη? πως θα 'νιωθες να το βλέπεις πρωί και βράδυ? Έχει κακή «ενέργεια», πίστεψέ με. Στην κρεβατοκάμαρα ειδικά, για να μη σου πω και παντού, μόνο «θετικά» θέματα. Να 'ταν τουλάχιστον μια γυναίκα που έρχεται, καταλαβαίνεις τι εννοώ ... αλλά που φεύγει? ποτέ!». Της τα 'λεγε έτσι όπως μιλάνε σ’ ένα ξεροκέφαλο παιδί όσοι ξέρουν καλύτερα. Στη σταθερότητα της φωνής του δε μπορούσε ποτέ να αντιπαρατεθεί, νικούσε πάντα.
Ήταν στ’ αμάξι πια όταν θυμήθηκε πως είχε ξεχάσει τα τριαντάφυλλα. «Τα παίρνουμε αύριο, δε χάθηκε ο κόσμος». Και μετά, σα να του 'χε έρθει η πιο καταπληκτική ιδέα στον κόσμο: «΄Οσο για τη θέα που λες, θα κρεμάσουμε έξω από δυο καθρεφτάκια σαν παραστάδες δεξιά κι αριστερά, κι έτσι δεν θα μπορεί να μας πιάσει τίποτα, ούτε οι κάλτσες, ούτε τα σώβρακα, ούτε αυτός ο αναθεματισμένος ο ηλιακός, που έχεις δίκιο τελικά, σα μάτι που μας κατασκοπεύει είναι». Και γέλασε ευχαριστημένος μόνος του.
Έβαλε ξανά το δάχτυλο στην τρυφερή καρδιά του λουλουδιού κι αυτή τη φορά το 'σκισε ως κάτω.
1999/2008
more...