Showing posts with label Sehr Glucklich. Show all posts
Showing posts with label Sehr Glucklich. Show all posts

Saturday, January 26, 2008

Sehr Glucklich (*)

(από deplaced ή αστικός πόνος 12/20)

Όταν έφτασε στο Ινστιτούτο η προβολή δεν είχε ακόμα αρχίσει ευτυχώς. Σχεδόν όρμησε σ’ ένα απ’ τα μπροστινά καθίσματα όμως δεν υπήρχε κανένας λόγος βιασύνης, είχαν κάπου πέντε λεπτά μέχρι ν’ αρχίσει κι η αίθουσα ήταν μόνο μισογεμάτη. Έριξε μια ματιά στα σκόρπια κεφάλια πίσω του, γκρίζα και λευκά τα πιο πολλά, κι έπειτα συνειδητοποίησε την ησυχία που διακοπτόταν σπάνια από σποραδικά βηξίματα και χαμηλόφωνες ομιλίες. Ο περισσότερος κόσμος είχε έρθει μόνος του. Πάλι ένιωσε άβολα όπως κάθε φορά που ο μέσος όρος ηλικίας των παρευρισκομένων τον ξεπερνούσε κατά πολύ. Χαμήλωσε κι άλλο στο κάθισμά του κι άρχισε να στριφογυρίζει στα χέρια του το δισέλιδο με το πρόγραμμα. Τελικά δεν ήταν περίεργο που οι προβολές αυτές δεν είχαν τραβήξει νεότερο κόσμο, η πιο πρόσφατη ήταν του ’50, κι όλες ασπρόμαυρες, παραπάνω απ’ τις μισές του βωβού. Σήκωσε τα μάτια απ’ τις υποθέσεις των ταινιών και ξανακοίταξε πίσω του. «Ώμοι πεσμένοι ανθρώπων που επέζησαν της εποχής τους» Που το 'χε διαβάσει αυτό? Ήξερε βέβαια τι έφταιγε και πως του 'χε έρθει στο μυαλό το στιχάκι, για τον ίδιο λόγο παραλίγο να αργήσει.

Μια γριά καθόταν στην άκρη από το ρείθρο του μισοσκαμμένου πεζοδρομίου μπροστά από τη νεοαρχινισμένη οικοδομή στο δρόμο του προς την στάση αλλά δεν έμοιαζε ζητιάνα, το αντίθετο μάλιστα. Επειδή βιαζόταν μόλις που την πήρε είδηση με την άκρη του ματιού του κι όταν εκείνη είπε πολύ σιγανά: «Βοηθήστε με! Έπεσα!», σταμάτησε απότομα σα να του 'χαν βάλει τρικλοποδιά, της έδωσε και τα δυο του χέρια και την τράβηξε μ’ όλη του τη δύναμη μέχρι που στάθηκε πάλι όρθια στα αδύναμα σαν σπιρτόξυλα ποδαράκια της. Έτρεμαν κι οι δυο. «Δε μπορούσα να σηκωθώ!», τραύλισε σχεδόν κλαίγοντας η γιαγιά και φαινόταν να μην το πιστεύει κι η ίδια πως κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν να της είχε συμβεί. Την κοίταξε ίσια στα βαμμένα της χείλη που συνέχιζαν να τρέμουν και προσπάθησε να της χαμογελάσει, κύριος του εαυτού του πια. «Είστε εντάξει τώρα?» Κούνησε το κεφάλι της πολλές φορές, ήταν εντάξει και δεν είχε σπάσει τίποτα, μόνο να, το πεζοδρόμιο... Άρχισε να την ξεσκονίζει απαλά στο δερμάτινό της παλτό με το δεξί. Κρατούσε πάντα γερά το άλλο του χέρι για καλό και για κακό, της έδωσε και τα γλυκά που 'χαν ξεφύγει δίπλα της όμως δυσκολευόταν να ελευθερωθεί. Τράβηξε αργά το χέρι του από το δικό της και ήθελε να πιστεύει πως με τη χειρονομία αυτή δεν θα επέστρεφε ο φόβος της πως απ’ τη μια στιγμή στην άλλη ήταν δυνατό πάλι να γλιστρήσει στην προηγούμενη θέση της ανημπόριας. Του 'ρθε στο μυαλό η εικόνα των μικρών σκαθαριών που αναποδογύριζε για πλάκα τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων στην εξοχή, δίπλα του περνούσε τόσος κόσμος, ήταν δυνατόν κανείς να μην είχε προσέξει? Μια παράξενη ενοχή του φορτώθηκε στην πλάτη και χαιρέτησε ντροπαλά την μετενσάρκωση των θυμάτων του αφήνοντας να πέσουν κάτω οι ευχές της. Σ’ όλη τη διαδρομή ένας βόμβος του τρύπαγε τ’ αυτιά, του φάνηκε μάλιστα πως ζεσταινόταν, ίδρωσε.

Τα φώτα έσβησαν ένα-ένα στα δωμάτια του μυαλού του κι η προβολή άρχισε. Στο διάλειμμα μόνο που δεν πετάχτηκε πάνω όταν ο διπλανός του γέρος γύρισε να του μιλήσει. «Αυτή την ταινία την είδα φοιτητής στο Παρίσι», του είπε αντί άλλης εισαγωγής. Χαμογέλασε όσο πιο ουδέτερα μπορούσε στο κομψό προφίλ που συνέχιζε να του απευθύνει το λόγο, η ματιά του χάιδεψε όλες τις μικρές λεπτομέρειες, τα γυαλιστερά κουμπιά στο σκούρο παλτό, το «Athens News» που κρατούσε εκείνος στα λεπτά, λίγο μόνο παραμορφωμένα του δάχτυλα, κι η συγκατάβαση διαλύθηκε σιγά- σιγά κι έγινε επιδοκιμασία. Και σαν τέτοια μεγάλωσε στο σφιγμένο του στήθος κι έδιωξε τη φοβερή βεβαιότητα πως ό,τι συνοδεύει τα γεράματα είναι μια αίσθηση αδυναμίας που υπάρχει αποκλειστικά σ’ ένα θολό σύμπαν από κατεστραμμένα εγκεφαλικά κύτταρα.

«Θα σας πω ένα αίνιγμα», είπε αναπάντεχα ο παππούς και τον ανάγκασε να του ανταποδώσει τουλάχιστον με ενδιαφέρον το θριαμβευτικό βλέμμα του. «Why’s a river rich?» Τα αγγλικά τον βρήκαν ακόμα πιο απροετοίμαστο, στο μυαλό του είχε ένα κενό, ήταν απόλυτα σίγουρος πως η απορία μαζί με την έκπληξη του 'διναν όλα εκείνα τα λεπτά της σιωπής μεταξύ τους ένα πολύ ηλίθιο ύφος. «Cause it has two banks!» σφύριξε με απόλαυση ο παππούς, και μετά: «Ήμουν καθηγητής Αγγλικών στο Πανεπιστήμιο παλιότερα». Γέλασε, το βρήκε μάλιστα πολύ έξυπνο, κι αν ήθελε να του πει και κάποια άλλα ίσως, όχι ότι ήταν ποτέ καλός στα ανέκδοτα, ούτε στα ελληνικά πολύ λιγότερο σ’ άλλες γλώσσες... Γύρισε λοιπόν τότε με πραγματικό ενδιαφέρον προς τον διπλανό του και με κάθε νεύμα του κεφαλιού μέχρι να ξαναρχίσει η προβολή, του φαινόταν πως του 'φευγε όλο και πιο πολύ εκείνο το βάρος που του 'χε κάτσει στους ώμους και τον εμπόδιζε ν’ αναπνεύσει. Και με το που ξανάσβησαν τα φώτα, οι χρωματιστές φοιτητικές αναμνήσεις του παππού είχαν καταφέρει να διώξουν για τα καλά εκείνη τη θλιβερή εικόνα των αναποδογυρισμένων σκαθαριών που τον βασάνιζε τόση ώρα.

Όσο για τη γιαγιά, τώρα πια θα 'χε φτάσει με ασφάλεια στην επίσκεψή της και θα 'τρωγε μαζί με την παρέα της τα γλυκά της.

(*) πολύ ευτυχισμένος (γερμανικά)

1999/2008

more...