Showing posts with label deathwish. Show all posts
Showing posts with label deathwish. Show all posts

Saturday, March 1, 2008

Deathwish

(από deplaced ή αστικός πόνος 18/20)


Κόλλησε το κινητό όσο πιο πολύ μπορούσε στ’ αυτί του, μέσα στη φασαρία μόλις και άκουγε τον αυτόματο: «Το γραφείο της γιατρού Ν.Ε. δέχεται κάθε απόγευμα εκτός...», αν κι ήταν μάταιο τέτοια ώρα. «Που στο καλό ήταν?», ούτε στο κινητό της έβγαινε. Είχε κουρνιάσει στο βάθος της στοάς προσπαθώντας να κρυφτεί από την κίνηση όμως ο κεντρικός δρόμος ούρλιαζε στα μηνίγγια του και τα χέρια του τρέμαν. «Ήρεμα», συμμάζεψε τον εαυτό του, «θα χωθείς σε κάποιο στενό κι όλα θ’ αλλάξουν» Πρώτα όμως έπρεπε να βουτήξει με τα μάτια κλειστά στον πανικό των μαγαζιών που έκλειναν, ν’ αντισταθεί στη φόρα όλων αυτών που εγκατέλειπαν το κέντρο Παρασκευή καλοκαίρι σα να 'χε πιάσει φωτιά.

Τα κατάφερε. Με χτυποκάρδι που δεν έλεγχε πια στάθηκε να πάρει ανάσα σ’ ένα δρομάκι του καημένου ιστορικού κέντρου που φαινόταν να 'χε κατεβάσει τα ρολά από το μεσημέρι. Διψούσε κι ήταν παγωμένος στον ιδρώτα, ακούμπησε με ευγνωμοσύνη την πλάτη του σ’ έναν ετοιμόρροπο τοίχο και προσευχήθηκε για έναν σεισμό. Τον πιάσαν όμως τα γέλια και πνίγηκε με το σάλιο του. Ήθελε να γελάσει, να γελάσει δυνατά, λες και κρεμόταν η ζωή του απ’ αυτό το ξέσπασμα μα κάτι τον σταμάταγε κι ας ήταν μόνος κάτω απ’ αυτό το ρημαγμένο νεοκλασικό μπαλκόνι που τα φουρούσια του είχαν γνωρίσει καλύτερες μέρες: «πως ήταν, πότε, οι δικές σου καλύτερες μέρες?», του ξέφυγε και τον τρόμαξε ή ίδια του η φωνή, ματωμένη σα τζαμαρία απ’ όπου πέρασε με το κεφάλι , «οι δικές μου δεν γνωρίζονται πια...», το βούλωσε.

Από το πίσω του μυαλού του έφτασε διαρκώς αυξανόμενος ένας μηχανικός θόρυβος και μύρισε καμένο λάδι. Τον προσπέρασε αργά ένα τρίκυκλο φορτωμένο του σκασμού. Το ζευγάρι των γύφτων ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Σταμάτησαν λίγο πιο κάτω μπροστά σ’ ένα μεγάλο βουνό από σκουπίδια, κατέβηκαν και στρώθηκαν στη δουλειά. Τότε πρόσεξε ανάμεσα στο σωρό το ψυγείο, δίπλα του μια παλιά κουζίνα κι ένα θερμοσίφωνο περίμεναν τη σειρά τους. Η γυναίκα όχι μόνο ήταν έγκυος με την κοιλιά στο στόμα αλλά ξαμόλησε κι ένα πολύ μικρό γυφτάκι ακόμα με τις πάνες του στον πεζόδρομο. Τρεκλίζοντας εκείνο στρογγυλοκάθισε πιο πέρα κι άρχισε να παίζει μ’ ένα κουτί. Ο πατέρας του αγκάλιασε γερά το ψυγείο, άστραψαν τα γυαλισμένα ποντίκια του στο τελευταίο φως μα δεν τα κατάφερνε όσο κι αν ζοριζόταν μόνος του. Έβαλε κι η γυναίκα του ένα χεράκι και βρέθηκε χώρος στην καρότσα. Από ψηλά στην σκισμένη αφίσα του πολυκαταστήματος οι ανορεξικές καλλονές που μαράζωναν μέσα στ’ αντηλιακά και τα αρώματα, θαύμασαν με ανυπόκριτη περιέργεια.

Άρχιζε να βαδίζει αντίθετα έριχνε όμως και ματιές προς τα πίσω, του φαινόταν απίθανο να καταφέρουν να φορτώσουν την υπόλοιπη οικοσκευή στο τροχοφόρο. Έβγαλε ξανά το κινητό κι έκανε μια ύστατη προσπάθεια, περπατούσε τώρα με την όπισθεν κι είχε να το κάνει αυτό από παιδί, δεν ήθελε να χάσει από τα μάτια του την Αγία Οικογένεια. Τόση επίδειξη ζωικής δύναμης του 'κανε καλό. Κι όσο μάκραινε μπροστά του το θέμα τόσο καλύτερα ένιωθε, οι παλμοί του γύριζαν σε κανονικότερους ρυθμούς. Δεν άφησε μήνυμα κι ούτε έστειλε τον αριθμό του στη γιατρό. Δεν είχε νόημα πια. Θα το αντιμετώπιζε μόνος.

Μπροστά του προχωρούσε εκείνη η γυναίκα με τη μαύρη ρόμπα και το κόκκινο ιδεόγραμμα στην πλάτη που στριφογύριζε σαν δράκος. Την είχε ξαναδεί στο διάδρομο αυτή τη γυναίκα, μιλούσε ψιθυριστά κι είχε τρία μικρά σημαδάκια στο λαιμό. Πίσω της φάνηκαν κι οι άλλοι άρρωστοι, ακολούθησε κι εκείνος μαζί τους, όλοι μαζί σαν ένα άβουλο κοπάδι, στην κορφή η λευκή νοσοκόμα, που το σέρνουν για εξετάσεις στην άκρη του γκρεμού, λένε για τη σωτηρία του, μπορεί για το χαμό του.

«Σέρναμε λοιπόν κι εμείς ανυπεράσπιστοι τα παντουφλένια μας βήματα και φορούσαμε παστέλ νυχτικά και ανοιχτόχρωμες πυτζάμες, -εκτός από τη μαύρη γυναίκα με τον δράκο δηλαδή-, στους ατέλειωτους διαδρόμους, ακόμα και έξω στον κήπο του νοσοκομείου, ενώ δίπλα μας, πίσω απ’ τα κάγκελα συνωστίζονταν κάτω από ένα διαφορετικό φως τα πλήθη των υγιών, που ντυμένοι τα στέρεα καθημερινά τους ρούχα και τα αποφασιστικά πρόσωπα κυλούσαν θορυβώδικα στη λεωφόρο».

Εκείνος όμως είχε ξεφύγει ακόμα πιο πίσω, τώρα τον τραβούσε από το χέρι η μάνα του, ήταν δεν ήταν έξι χρονών, κι έμπαιναν από την πύλη ενός άλλου νοσοκομείου, άραγε το «Θεοτόκος Μητέρα»?, καθόλου δεν θυμόταν. Οι δύο φύλακες που βαριόντουσαν στο καμαράκι τους και περίμεναν να σκοτεινιάσει για να πέσει η ζέστη, μόλις που τους έριξαν μια ματιά. Διέσχισαν ένα τεράστιο παραμελημένο πάρκο -άρα μπορεί και να ήταν το «Θεοτόκος»-, δεξιά κι αριστερά οι γερασμένες προσόψεις έσκυβαν πάνω από παρτέρια όπου κάτι μικρούλικα παρδαλά λουλουδάκια πάλευαν να σηκώσουν κεφάλι μέσα απ΄ τα σκουπίδια. Είχε αφεθεί να τον σύρει η μάνα του που βάδιζε βιαστικά και σαν να ήξερε καλά το δρόμο, μέσα από μια πλαϊνή πορτούλα και τώρα βρέθηκε λαχανιασμένος σ’ έναν μακρόστενο διάδρομο γεμάτο θεόρατες πόρτες. Στο πιο ήπιο φως του εσωτερικού χαλάρωσε λιγάκι το τρέξιμο, η μάνα του τον άφησε απ΄ το χέρι και εκείνος βάλθηκε να κοιτά δεξιά κι αριστερά τις κάμαρες με τους αρρώστους. Ο διάδρομος έστριβε και στο γύρισμα επάνω είχαν ακουμπήσει πάνω σ’ ένα μισό φορείο έναν μπόγο που σκεπασμένος μ’ ένα λευκό κάλυμμα έμοιαζε με πτώμα. Τον φόβισε αυτό αλλά γρήγορα του πέρασε.

Τέλος σταμάτησαν μπροστά σε μια ίδια με τις άλλες ορθάνοιχτη πόρτα κι η μάνα του τον έσπρωξε μέσα λέγοντας του στ’ αυτί: «πες καλημέρα στη θεία αλλά μην την αφήσεις να σε φιλήσει» Βρέθηκε τότε σ’ ένα στενόμακρο και φοβερά ψηλοτάβανο δωμάτιο. Ήταν σα να 'χε μπει σ’ ένα σπιρτόκουτο, έτσι του φάνηκε, από τη μεγάλη του πλευρά, και μπροστά του ακριβώς βρισκόταν η θεία ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό σιδερένιο κρεβάτι, ίδιο κι απαράλλαχτο με άλλα τρία. Στο ένα ήταν μια γυναίκα, στα άλλα κανείς. Πρόσεξε τον δίσκο πάνω στο φορητό τραπεζάκι στα πόδια του κρεβατιού της θείας, που 'χε ανέγγιχτο φαγητό. Δίπλα η χοντρή γυναίκα μόλις είχε αρχίσει να τρώει. Η θεία του χαμογέλασε αδύναμα όταν την πλησίασε απ’ τα δεξιά, κι έτσι πιο κοντά απ’ όσο θα 'θελε με τη χοντρή άγνωστη της έδωσε απρόθυμα το χέρι. Του φάνηκε πως είχε χάσει βάρος, τα μάγουλά της που παλιά ήταν δυο ροζ βούλες πάνω σ’ ένα αδιάκοπα χαμογελαστό παχουλό πρόσωπο, χλωμά, το χαμόγελό της το ίδιο κουρασμένο.

Τραβήχτηκε πίσω και κάθισε ακίνητος σε μια καρέκλα από φορμάικα κοντά στα πόδια του κρεβατιού. Το φαγητό ήταν πάντα ανέγγιχτο, η μητέρα είπε: «έφαγες τίποτα?» και «πότε έφυγαν οι άλλοι?» Δίπλα η χοντρή γυναίκα, το ένα της πόδι κρεμασμένο γυμνό ως το γόνατο απ’ το πλευρό του κρεβατιού, συνέχιζε ήσυχα-ήσυχα να τρώει. Έτρωγε κάτι που έμοιαζε με σούπα. Είχε ένα μικρό βουναλάκι από κρέας στο κέντρο του πιάτου και το 'κοβε προσεκτικά πιάνοντάς το με το κουτάλι μαζί μ’ ένα χυλώδες άσπρο πράγμα μέσα σε ζουμί. Ρίχνοντας μια ματιά στο φαγητό της θείας που δεν είχε ακόμα πειραχτεί, το αναγνώρισε: ήταν φιδές.

Η θεία είπε στη μητέρα που πηγαινοερχόταν ξεδιπλώνοντας και τακτοποιώντας διάφορα πράγματα από τη σακούλα που κράταγε στα χέρια της: «Δε θέλω να φάω τίποτα απ’ αυτά. Ούτε κρέας, ούτε πουρέ, ούτε το γιαούρτι, ίσως μια κουταλιά φιδέ και την κρέμα που έφερες». Εκείνος συνέχισε από μέσα του απαριθμώντας όλα τα πράγματα που βρίσκονταν πάνω στον δίσκο: ούτε τη φέτα του ψωμιού, ούτε το λεμόνι, ούτε τα μαχαιροπήρουνα, ούτε το πλαστικό ποτήρι, ούτε τον δίσκο τον ίδιο, ούτε...

Η μητέρα άρχισε να ταΐζει με γρήγορες κουταλιές την άρρωστη αφού την ανασήκωσε με τον ειδικό μηχανισμό που βρίσκεται κάτω από το κρεβάτι. Ο μηχανισμός έκανε τρεις φορές γκράααν καθώς ζοριζόταν. Στο τέλος η θεία ανασηκώθηκε αλλά κάπως σα να δυσκολευόταν με την κοιλιά της που διαγραφόταν καθαρά κάτω απ’ το σεντόνι. «Έκανε εγχείριση στην κοιλιά, είχε πέτρα στη χολή», σκέφτηκε. Κι άφησε την προσοχή του να πέσει στη διπλανή γυναίκα που συνέχιζε να τρώει. Δεν είχε πειράξει ακόμα το γιαούρτι. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο αυτό τον ικανοποίησε. Το κεσεδάκι με το γιαούρτι ήταν άσπρο και πράσινο. «Μακεδονικός συνεταιρισμός», είχε πει η μητέρα του που διάβασε την ετικέτα. «Φρέσκο αγελαδινό» «Άστο καλύτερα», είχε πει η θεία.

Η χοντρή άγνωστη έφαγε όλο το φιδέ μα άφησε ένα όρθιο κομμάτι κρέας στο πιάτο. Έμοιαζε τώρα σα να 'χε κοπεί ένα κομμάτι βράχου απ΄ την ξηρά, ολομόναχο στη μέση μιας θάλασσας κλειστής γύρω-γύρω «Είναι το όρος Γιβραλτάρ», αποφάσισε. Τον είχε πιάσει απότομα πείνα. Το πρόσωπο της χοντρής τώρα που σταμάτησε να τρώει και σκουπίστηκε, του φάνηκε πολύ πλατύ. Πρόσεξε πως φούντωναν τα κατάμαυρα μαλλιά της και πως δεν ήταν όσο μεγάλη την είχε κάνει στην αρχή. Η γυναίκα προσπαθούσε να βολέψει το πόδι της που κρεμόταν μα εκείνο ξεσκεπάστηκε ως το μπούτι. Τον κατατρόμαξε η άμορφη λευκή μάζα από λίπος και τεντωμένες φλεβίτσες και παραλίγο να βγάλει φωνή. Η χοντρή πρέπει να πρόσεξε το γουρλωμένο του βλέμμα. Έκανε να σκεπαστεί καλύτερα όμως τότε φάνηκε η χοντρή της κοιλιά και τα μεγάλα βυζιά της που τόσην ώρα κρύβονταν από το τραπεζάκι με το φαγητό. «Τι ψηλά που 'ναι τα παράθυρα σ’ αυτό το δωμάτιο!», σκέφτηκε. Ήθελε πολύ να σκεφτεί κάτι διαφορετικό γιατί το φαγητό είχε χάσει ξαφνικά όλο του το ενδιαφέρον.

Χρατς τέσσερεις φορές έκαναν οι σακούλες που ανακάτεψε η χοντρή στο κομοδίνο της. «Δεν έχω καθόλου χώρο για όλα αυτά τα πράγματα κι έχω γεμίσει άδεια μπουκάλια από πορτοκαλάδες που μου φέρνουν οι δικοί μου!», είπε παραπονιάρικα και κάπως μπουκωμένα. «Θα 'πρεπε να τους δώσετε πίσω μερικά όταν ξανάρθουν να σας δουν», είπε ευγενικά η μητέρα. Κι ήταν η δεύτερη φορά που της μιλούσε γιατί την είχε πρωτύτερα ρωτήσει: «πως είστε σήμερα?» κι η χοντρή είχε πει: «δεν έχω πυρετό ευτυχώς», «Όμως μάλλον δεν θα 'ρθούν σήμερα», συνέχισε.

Είχε στην αγκαλιά της σακούλες, χάρτινες σακούλες που έγραφαν πάνω τους: Φρυγανιές, και διάφορα μικροπράγματα Σε μια απ’ αυτές έχωσε το λίγο πρησμένο της χέρι, πήρε κάτι και το 'φαγε. «Θέλετε γλυκό?» είπε, τείνοντας τη σακούλα προς το μέρος της θείας και της μαμάς. Η θεία είπε όχι, η μαμά είπε όχι με τα μάτια, εκείνος είπε όχι ευχαριστώ, έχω φάει «Κανείς δεν είπε πως δεν έχεις φάει», είπε η χοντρή παρεξηγημένα και ξανά με παράπονο. Εκείνος ξανακοίταξε το παράθυρο: πως ανοίγουν το πάνω μέρος τους που είναι ένα άλλο σωστό παράθυρο από μόνο του εκεί ψηλά? πως ανοίγουν τα παντζούρια από έξω? πως τραβούν τις κοντές κουρτίνες? Κανένα κορδόνι δε φαινόταν να κατεβαίνει από πουθενά. Η μητέρα που το πρόσεξε είπε: «Θα πρέπει να φέρνουν σκάλα, μπορεί όμως και να 'ναι έτσι μόνο για φως».

Εκείνη την ώρα έγινε κάτι περίεργο: από μια πόρτα στ’ αριστερά που έμοιαζε με ντουλάπα βγήκε μια ζαρωμένη γριά που είχε καμπούρα, ασπροκίτρινα μαλλιά σε κοτσίδα και φανελένιο νυχτικό με μπλε λουλουδάκια. Με πολύ αργά βήματα πέρασε ανάμεσα σ’ αυτόν, -που μάζεψε βιαστικά τα πόδια του-, και στα κρεβάτια, για να πάει στο δικό της που ήταν τελευταίο στη σειρά. Του έκανε εντύπωση πόσο ζαρωμένο ήταν το πρόσωπό της. Κι εκείνη είχε φαγητό στο τραπεζάκι της. Η χοντρή είπε ξαφνικά κοιτάζοντας τον διάδρομο: «Τους πηγαίνουν μπιφτέκια με μακαρόνια εμείς όμως πρέπει να τρώμε συνέχεια κρέας με φιδέ....». «Κρέας με φιδέεεεεε...», είπε η ηχώ. Αυτό του άρεσε και το επανέλαβε κάμποσες φορές μέσα του όμως όσο να κοιτάξει από την πόρτα τα μπιφτέκια με τα μακαρόνια είχαν κάνει φτερά. Η γριά βγήκε την ώρα που μια όμορφη ξανθιά νοσοκόμα έμπαινε μ’ ένα θερμόμετρο κι ένα τετράδιο στα χέρια. Η χοντρή πήρε υπάκουα το θερμόμετρο και εκείνος σκέφτηκε πως έτσι έπρεπε να γίνει. Η θεία και η μητέρα όλο και κάτι μουρμούριζαν στη γωνιά. Πρόσεξε πως το πόδι της χοντρής που περίσσευε είχε στο μεγάλο δάχτυλο ένα κίτρινο νύχι. Γύρισε αλλού το βλέμμα, έφερε καλύτερα στο μυαλό του τα αδύνατα πόδια της νοσοκόμας μέσα στα λευκά πάνινα παπούτσια της.

Η γριά ξαναμπήκε αθόρυβα μ’ ένα κατσαρολάκι στα χέρια. Πήγε αργά στη γωνιά της και το άδειασε στο πιάτο της. Είχε σούπα λοιπόν. Μετά τρύπωσε με δυσκολία στα σκεπάσματα, πέρασε την πετσέτα της στο λαιμό και βάλθηκε να στύβει ένα λεμόνι με πολλή προσοχή. Της πήρε ώρα. Εκείνος σκεφτόταν: «μήπως πρέπει να το κάνω εγώ?», όμως το ρουφηγμένο πρόσωπο της γριάς δεν φαινόταν καθόλου φιλικό. Πάντως του άρεσε πιο πολύ απ’ τη χοντρή, πιο πολύ σχεδόν κι απ΄ τη θεία. Ήταν πιο κοντά στο μέγεθός του και τουλάχιστον μπορούσε να περπατά.

Η χοντρή που είχε τελικά κατεβάσει και τα δυο της πόδια απ’ το κρεβάτι κι έψαχνε για τις παντόφλες της, είπε: «Όταν θα φύγουν τούτα δω θα μπορέσω και γω να γυρίσω σπίτι μου». Τότε για πρώτη φορά πρόσεξε εκείνος με φρίκη κάτι μακριά σωληνάκια που 'φευγαν απ’ την κοιλιά της και κρυβόντουσαν κάτω απ’ το κρεβάτι. Για να συμπληρωθεί το κακό η χοντρή τα τράβηξε και τα σήκωσε ψηλά σα να 'θελε να τα ρίξει καταπάνω τους! Δε γινόταν λοιπόν να μη δει πως κατέληγαν σε δυο πλαστικές σακούλες, στριμμένες στο πάνω μέρος τους, και που περιείχαν ένα θολό πορτοκαλοκίτρινο υγρό. Η θέα του έφερε τέτοια τρομάρα που κόλλησε την πλάτη του στην καρέκλα του με θόρυβο που τράβηξε για λίγο την προσοχή της μητέρας του, και σκέφτηκε: «νικηθήκαμε!»

Η γιαγιά στο μεταξύ είχε τελειώσει με το στύψιμο του λεμονιού και μούσκευε τη φέτα το ψωμί στο ζουμί στο πιάτο της χωρίς να σηκώνει τα μάτια ούτε στιγμή «Στον διάδρομο, ποτέ δεν κυκλοφορούν γιατροί και νοσοκόμες μ’ άσπρες ποδιές, στο διάδρομο?» Η όμορφη νοσοκόμα πέρασε, άρπαξε το θερμόμετρο απ’ τη χοντρή και χάθηκε πάλι. «Δεν είχα πυρετό σήμερα, έτσι δεν είναι?», ρώτησε εκείνη με αγωνία. «37.5, όχι», είπε η νοσοκόμα τρέχοντας.

Κάρφωσε το βλέμμα του στο βάθος του διαδρόμου. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων μπήκε σε μια πόρτα σπρώχνοντας ένα τραπεζάκι φαγητού που πάνω του άστραφτε ένα κατακόκκινο κουτί Coca-Cola με καλαμάκι. «Γιατί πηγαίνουν στους αρρώστους πάντα πορτοκαλάδα?» Όλα τα κομοδίνα είχαν κι από μια. «Ποιος να μένει άραγε σε κείνο κει κάτω το δωμάτιο? ποιος πίνει Coca-Cola?», συνέχισε ν’ αναρωτιέται για ώρα, το αστραφτερό κουτί δεν έφευγε απ’ το μυαλό του. Ήταν τόσο μουντά εδώ μέσα! Άσπρο, μπεζ, κίτρινο απαλό, άσπρα τα νυχτικά των αρρώστων με λουλουδάκια αχνά, σχεδόν αόρατα. Άσπρες κι οι νοσοκόμες. Ευτυχώς η θεία είχε ένα βαθυγάλαζο βολάν στο λαιμό του δικού της νυχτικού, κι η μαμά φορούσε πράσινα. Εκείνος φορούσε σορτς και μπλούζα καφέ καρό.

Ξανάφερε το βλέμμα του πάνω-κάτω, σταμάτησε πάνω στην κοιλιά και τα βυζιά της χοντρής. Εκείνη τον κοίταξε για λίγο αφηρημένα, «έτσι κοιτάζουν οι κροκόδειλοι», σκέφτηκε. Πάλι είπε κάτι εκείνη για το μονότονο φαγητό. Είχε κάνει πέρα τη σακούλα με τα γλυκά, βαριόταν. «Το ίδιο φαγητό σήμερα, μεσημέρι, βράδυ! Αν ξαναφέρουν φιδέ θα της το πετάξω στο κεφάλι!» Η μαμά και η θεία χαμογέλασαν αλλά εκείνος το βρήκε απαίσιο. Ντράπηκε μάλιστα για λογαριασμό τους. Για μια στιγμή φαντάστηκε την όμορφη νοσοκόμα -υποθέτοντας πως αυτή έφερνε το φαγητό-, με το αναποδογυρισμένο πιάτο στο ξανθό της κεφάλι: τα ζουμιά κι ο φιδές κατρακυλούσαν στο πρόσωπο, στα μαλλιά και στους ώμους της και μόνο το κεντρικό κομμάτι το κρέας είχε μείνει στην κορυφή. Η νοσοκόμα δεν έλεγε τίποτα, μόνο πρότεινε επίμονα το θερμόμετρο στη χοντρή. «Ό,τι και να κάνει δε μπορεί παρά να υπακούσει!», σκέφτηκε ευχαριστημένος και ξανάφερε στο μυαλό του τη χοντρή να βάζει χωρίς αντίρρηση το θερμόμετρο κάτω απ’ το παχύ της μπράτσο.

Έπειτα δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάνει παρά να γυρίζει το βλέμμα ξεκινώντας από τα φαγητά της θείας που χάλαγαν πάντα ανέγγιχτα, -τι άδικο αλήθεια!-, και πηγαίνοντας στα ψηλά παράθυρα με τις καφετιές κουρτίνες και στα βυζιά της χοντρής που τραντάζονταν γερά κάθε φορά που επιχειρούσε την παραμικρή κίνηση, για να καταλήξει στη γιαγιά που συνέχιζε να τρώει σα να 'κανε το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Έκανε αυτή τη διαδρομή με τα μάτια μερικές φορές, στο τέλος άφησε πάλι το βλέμμα του να ξεφύγει στο διάδρομο. Στο δωμάτιο που έμενε ο τυχερός που έπινε Coca Cola μπήκε μια γυναίκα που φόραγε ένα τόσο γυαλιστερό πουκάμισο που στραβώθηκε. Την ίδια στιγμή βγήκε το ηλικιωμένο ζευγάρι τραβώντας μαζί του το καροτσάκι του φαγητού και πάνω του πια άδειο το κόκκινο κουτί. Όλοι μαζί χάθηκαν στο σκοτεινό βάθος, τελευταίο το κουτί.

Ξαφνικά του 'ρθε να βάλει τα κλάματα. Γύρισε απελπισμένα τα μάτια του στο δωμάτιο μα αυτά από μόνα τους πήγαν κι έπεσαν ξανά πάνω στα βυζιά της χοντρής: «τα βυζιά της είναι μεγάλα και άσπρα, τι να συμβαίνει ανάμεσα στα βυζιά της που χωρίζουν καθώς ακουμπάνε στη χοντρή της κοιλιά?» του 'χε γίνει έμμονη ιδέα και δε μπορούσε να τα τραβήξει από κει. Σαν υπνωτισμένος κοιτούσε ολοένα το άνοιγμα με το κορδελάκι στον πλαδαρό λαιμό της και τον έπιανε ναυτία: «θέλω να είμαι εκεί», σκέφτηκε αλλά μπορεί και να το φώναξε δυνατά γιατί η μητέρα που πρόσεξε το αρρωστημένο του ύφος, είπε γρήγορα: «τώρα, τώρα θα φύγουμε!».

1991/1999/2002/2008

more...