Showing posts with label drugs. Show all posts
Showing posts with label drugs. Show all posts

Tuesday, June 7, 2016

Πυροβολισμοί στα Εξάρχεια

Μέρα μεσημέρι εκτελείται με 6 σφαίρες στα σκαλιά της διπλανής πόρτας ο διαβόητος dealer Habibi. Δε θα λείψει στη γειτονιά σίγουρα κι ωστόσο ο επιθανάτιος ρόγχος του που έφτασε στον 4o όροφο είναι ακόμα στ' αυτιά μου. Το αίμα του ξεπλύθηκε αργότερα από τη βροχή.

Έναν μήνα αργότερα οι Ένοπλες Ομάδες Πολιτοφυλάκων ανέλαβαν την ευθύνη.

Και πριν προλάβουμε να τελειώσουμε το διάβασμα της μακροσκελέστατης ανακοίινωσης της Ομάδας, η Αστυνομία ανακοίνωσε τη δική της επιτυχία

Graffiti που εμφανίστηκε δίπλα στον τόπο του εγκλήματος ένα μήνα αργότερα.

more...

Wednesday, May 30, 2012

Έξω η πρέζα...


Αγανακτισμένοι κάτοικοι σήμερα το πρωί στη Σόλωνος.


Έξω και οι πρεζάκηδες. Μα πόσο περισσότερο να κάνει η αστυνομία τη δουλειά της?



more...

Friday, March 21, 2008

Μεσάνυχτα στη χώρα των φαντασμάτων


Στο τέλος δεν άντεξε το κρύο και χώθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου έχασκε ορθάνοιχτη η πόρτα. Τα μάτια του βέβαια τα είχε δεκατέσσερα μη χάσει την έξοδο του Αδιάβροχου από το μετρό. Ο Αδιάβροχος, -από το ίδιο μ’ όλους τους καιρούς αδιάβροχο που του 'χε γίνει δεύτερο δέρμα- ήταν ο dealer του.

Πίσω απ’ το παγωμένο τζάμι μαζεύτηκε κι άλλο στο σακάκι του, στο ίδιο του το σώμα μέσα σα να 'θελε να πιάσει τον ελάχιστο δυνατό χώρο. Έτσι έκανε πάντα, “ο σκοπός είναι να μην αφήνει κανείς ίχνη, να περνά με όσο γίνεται ελαφρύτερα βήματα από τη ζωή”, έλεγε.

Έξω στη στοά τα πρεζάκια πηγαινοέρχονταν κάνοντας ουρά για τους λιγοστούς περαστικούς και επιβάτες. Εκείνος μακάριζε την τύχη του που δεν ήταν υποχρεωμένος να κάνει το ίδιο. Προς το παρόν.

Έπεφτε γρήγορα η νύχτα κι η υγρασία καθόταν βαριά παντού. Για να προφυλαχτεί, ένας χοντρός κρύφτηκε πίσω απ’ την πιο μεγάλη κολόνα κι άρχισε να τρώει ένα σάντουιτς φαρδύ σαν παντόφλα. Η μυρωδιά τρύπωσε απ΄ την είσοδο και του 'σφιξε το στομάχι. Θυμήθηκε πως δεν είχε φάει σοβαρά από χτες κι η σκέψη τον ενόχλησε με την αναγκαιότητα της υπενθύμισης. Σπάνια πεινούσε πια.

Λίγο πιο πάνω από το τρίτο και τελευταίο σκαλί του πλατύσκαλου που έβγαινε στη στοά γυάλισε για μια στιγμή ένα όνομα και κάτι άλλα χαραγμένα στη μουτζουρωμένη με graffiti επένδυση, καθώς μια μηχανή ανέβαινε στο πεζοδρόμιο για να παρκάρει. Ξεμύτισε μέχρις εκεί από περιέργεια: Ιφιγένεια Περαχώρη, αρχιτέκτων, 1968, με χρυσούς αρχαιοπρεπείς χαρακτήρες. “Για φαντάσου! Τι γύρευε εδώ η σπουργιτίνα η Ελισαβέτα;”. Δε θυμόταν ποτέ πριν να 'χει ξανασυναντήσει γυναικεία υπογραφή ανάμεσα στους μηχανικούς της εποχής. Έριξε μια καλή ματιά τριγύρω του προς τιμήν της αλλά δεν είδε τίποτα πιο ενδιαφέρον από ό,τι δεν είχε σχεδόν προσέξει προτύτερα: μια στριμωγμένη είσοδο όλο τζάμι με χιλιοβαμμένη μεταλλική κάσα ξυστά δίπλα στο υποχρεωτικό υπόγειο, μάρμαρα κακής ποιότητας που σ’ έφερναν φάτσα στο ασανσέρ, και κάτω από την σκάλα θυρίδες αλληλογραφίας, όλα γκρι. Από τον ξεδοντιασμένο πίνακα με τις ταμπέλες φαινόταν καθαρά πως μόνο μία επιχείρηση είχε ακόμα την έδρα της στο παραμελημένο εξαώροφο: μια εταιρεία μεταφορών στον 4ο. Το έργο, -ίσως και καμάρι, ποιος ξέρει;-, της κας
Περαχώρη, όπως και τόσα άλλα της γενιάς του είχε γεράσει άσχημα.

Τρύπωσε πάλι μέσα και για μια στιγμή σκέφτηκε να κλείσει την πόρτα όμως τον σταμάτησε η παράλογη ιδέα πως αν κάτι πήγαινε στραβά μπορούσε και ν' αποκλειστεί εδώ πέρα, δυο μόλις βήματα από τον στόχο του. Την άφησε λοιπόν ανοιχτή κι ας έμπαζε. Συνέχισε να ξεροσταλιάζει. Έπιασε να χτυπάει πότε-πότε τα πόδια του για να ζεσταθεί, να κάνει καμιά δειλή στροφή, στο τέλος προχώρησε λιγάκι πιο μέσα στο βάθος. Κάθισε κάτω-κάτω στη σκάλα και συνέχισε να παρατηρεί με αμείωτη ένταση την κίνηση έξω που διαρκώς λιγόστευε. Για να περάσει η ώρα άρχισε να λογαριάζει πόσων χρονών θα 'ταν τώρα, αν ζούσε βέβαια, η αρχιτέκτονας. Ακόμα και το πρώτο της έργο να 'ταν, θα κόντευε τριάντα τότε, που σημαίνει θα 'ταν το λιγότερο εβδομήντα και βάλε σήμερα, στην ηλικία των γονιών του πιθανότατα με παιδιά κι εγγόνια. Ίσως να 'χαν γίνει και τα παιδιά της μηχανικοί, ίσως πάλι βλέποντας την κατάντια του έργου της μάνας τους να 'χαν επιλέξει ο,τιδήποτε άλλο.

Φαντάστηκε μετά πως θα 'ταν αν δούλευε στην εταιρεία του 4ου. Τότε βέβαια θα 'πρεπε να είναι ξένος εργάτης, μόνο αυτοί έκαναν πια τέτοιες βαριές δουλειές. Να 'σαι ξένος και να μη μπορείς καλά-καλά να διαβάσεις την ταμπέλα στην είσοδο, μόνο ν’ ανεβοκατεβαίνεις με το κακομοιριασμένο ασανσέρ, ν’ αράζεις στην κακοφωτισμένη είσοδο περιμένοντας το φορτηγό, πάντα σ’ αυτή τη στοά δίπλα στο μετρό, κι αυτή να είναι η καθημερινότητά σου.

“Κι εγώ;”, σκέφτηκε, “μήπως εγώ τα πηγαίνω καλύτερα;”. Αυτός βέβαια ήταν “ένας καλλιτέχνης της ζωής”, όπως του άρεσε να αυτοπαρουσιάζεται μετά το τέταρτο ποτό τα βράδια στα μπαράκια κάθε φορά που στην παρέα εμφανιζόταν κάποια καινούργια πιτσιρίκα γεμάτη από τον ενθουσιασμό και την άγνοια της ηλικίας της, έτοιμη να εντυπωσιαστεί και να αφοσιωθεί –τουλάχιστον για κάποιο διάστημα- χωρίς όρια. Εκείνος είχε καταπιαστεί μ’ ένα σωρό πράγματα, και στην αρχή μάλιστα με καλά αποτελέσματα. Στην ηλικία που πρέπει να 'ταν η κα Περαχώρη όταν υπέγραφε την αντιπαροχή της είχε κάνει κιόλας τα πιο επιτυχημένα –βλέπε αποδεκτά- έργα του, και ούτε καν εδώ μα στο εξωτερικό: ζωγραφική, φωτογραφία, μερικές πειραματικές ταινίες μικρού μήκους. Δεκαπέντε χρόνια μετά χαμένος στο Διαδίκτυο δυσκολευόταν ν' απαντήσει όταν τον ρωτούσαν με τι ασχολούνταν σήμερα, ελάχιστοι καταλάβαιναν έτσι κι αλλιώς.

Στο διάστημα που είχε περάσει εξερευνώντας και αναπτύσσοντας όλες τις δυνατότητες που έφερνε μέσα του από παιδί, κάθε προδιάθεση, ακόμα και την πιο ριψοκίνδυνη, έφτιαξε από τον εαυτό του ένα πολυεπίπεδο, συχνά αντιφατικό κατασκεύασμα που η ίδια του η πολυπλοκότητα τον απομάκρυνε για πάντα από τις περισσότερες διδιάστατες κατασκευές γύρω του. Υπήρχαν φυσικά και οι εξαιρέσεις, άλλα περίπλοκα, ενδιαφέροντα κατασκευάσματα, όσοι δεν είχαν ξεπουληθεί εννοείται ευχαρίστως στην αγορά καταντώντας απλοί ακροβάτες και κλόουν της τέχνης τους. Κι απ’ αυτούς όμως που απέμεναν, τους λίγους, αρκετοί, και με τον καιρό όλο και περισσότεροι, άγγιζαν τα όριά τους και χάνονταν. Τους τσάκιζε η ηλικία, η ζωή με τις στυγνές απαιτήσεις της. Πίσω από καθέναν απ’ αυτούς έμεναν πέρα από ένα μικρό και χιλιοβασανισμένο έργο συνήθως, μόνο αναμνήσεις.

Εκείνος προς το παρόν το έλεγχε, ακόμα και στην κόψη του ξυραφιού το έλεγχε. Ακόμα και τις φορές που τον είχε πάρει από κάτω, το είχε. Έμοιαζε τόσο λεπτεπίλεπτος στο τζάμι της εισόδου που του 'στελνε όσο σκοτείνιαζε έξω το είδωλό του πίσω με μια ολοένα και μεγαλύτερη φωτεινότητα, κι όμως ήταν δυνατός. Χαμογέλασε στην εικόνα του τώρα με αυταρέσκεια σηκώνοντας μια ιδέα τους ώμους, κι ήταν μια από τις κινήσεις τις τόσο δικές του που τον έκανε πραγματικά ακαταμάχητο, και το ήξερε. Μπορούσε να μιλάει με τις ώρες, να ταξιδεύει εκείνους που ενδιαφέρονταν να τον ακούσουν σε μέρη που φαίνονταν σκοτεινά κι επικίνδυνα μόνο και μόνο γιατί οι περισσότεροι δεν τολμούσαν να παραδεχτούν πως θα 'θελαν πολύ να γνωρίσουν. Τους ταξίδευε μέσα τους. Τους άπλωνε το χέρι όμως οι πιο πολλοί έκαναν πίσω. Ακόμα κι εκείνοι που θα μπορούσαν ν’ ακολουθήσουν έκαναν πίσω.

Τότε άρχισε ν' απλοποιεί την περίπλοκη κατασκευή, να κόβει από παντού το θαυμάσια ασυνάρτητο κατασκεύασμα μέχρι να το φέρει στα όρια της επιβίωσης και της λογικής. Ελαφρύς σαν φύλλο πέταξε ανάμεσά τους αλλά και πάλι η συμπυκνωμένη του παρουσία ήταν υπερβολική για τους πανικόβλητους. Στο τέλος όσοι δεν έφυγαν σταμάτησαν ακόμα και να τον αντιλαμβάνονται, να τον προσέχουν. Πετυχαίνοντας τον τελικό του σκοπό είχε εξαφανιστεί.

Κάπνιζε το δεύτερο τσιγάρο με σταθερό χέρι πια και μάτια πάντα στο είδωλό του στο τζάμι. Στην ησυχία του δρόμου που όλο κι ανέβαινε άκουσε μια πόρτα ν’ ανοίγει. Μπροστά του από τα σκαλιά στο υπόγειο αναδύθηκαν αργά πρώτα η λεπτή πλάτη ενός άντρα και στη συνέχεια μια πιτσιρίκα με ξανθά μαλλιά. Βγήκαν κι οι δυο στη στοά και σα να 'ταν συνεννοημένοι γύρισαν σχεδόν χορευτικά και τον κοίταξαν γελαστά μέσα απ’ το τζάμι.

“Ηanna!” τρόμαξε εκείνος και του 'πεσε το τσιγάρο από το χέρι γιατί είχε να τη δει από τότε που ήταν φοιτητές, την πρώτη, τη μεγάλη του αγάπη, και δεν είχε αλλάξει καθόλου όλ' αυτά τα χρόνια. Κι η ταραχή που τον είχε αφήσει άφωνο τον εμπόδισε στην αρχή να προσέξει πως χωνεύονταν τα χαρακτηριστικά του ειδώλου του μέσα στην εικόνα του άγνωστου άντρα μέχρι που στο τέλος δίπλα της έβλεπε μόνο τον εαυτό του.

Αχ, η Ηanna τον είχε ακολουθήσει από τότε που καλά-καλά κανένας τους δε γνώριζε όλες τις κρυμμένες δυνατότητες, όλους τους επικίνδυνους παράξενους δρόμους. Η Ηanna τον ακολουθούσε πάντα με μια μεταδοτική ζωντάνια, ένα θάρρος για ζωή που ποτέ του δεν ξανασυνάντησε. Η Hanna, μόνο εκείνη τον είχε ακολουθήσει, μέχρι που πέρασε μπροστά του και χώρισαν οι δρόμοι τους. Τώρα ερχόταν πάλι για κείνον και με πόση ανακούφιση για μια φορά μπορούσε επιτέλους να βαδίσει στα βήματα κάποιου άλλου. Με απόλυτη εμπιστοσύνη σηκώθηκε, άνοιξε τα χέρια του σε μια μεγάλη αγκαλιά και πέρασε, ελεύθερος πια, μέσα απ’ το τζάμι.

2008

more...