Showing posts with label multimedia. Show all posts
Showing posts with label multimedia. Show all posts

Saturday, February 2, 2008

Εικόνες από μια –Multimedia- Έκθεση

(από deplaced ή αστικός πόνος 14/20)

ΕΞΟΜΟΙΩΤΗΣ

Τη είναι εικονικη πραγματικοτητα.
Συνδυαζει κινηση.εικονα.ηχο. δινοντας ετσι την εντυπωση της πραγματι/τας.
Ειναι για ολες της ηλικιες.
ΔΕΝ ΖΑΛΙΖΕΙ
Ζηστε μια ξεχοριστη εμπειρια.
Είναι τελειος ακινδυνο.

(Πανηγύρι Τεγέας, Αύγουστος 1999)

Από μακριά ο φωτισμένος χώρος της έκθεσης έτρεμε κάτω από διαδοχικά κύματα ήχου και νυχτερινή υγρασία σε διάφορα χρώματα. Καθώς πάρκαρε στη χωματένια αλάνα τον έφτασε ένα μεγάλο μπλε, τον τύλιξε, κι άρχισε να τον τραβά προς τα μέσα. «Καλό!», σκέφτηκε, σκέφτηκε? ένα μέρος του μυαλού του τουλάχιστον σκέφτηκε, ή προσπάθησε να σκεφτεί, που είναι σχεδόν το ίδιο γιατί είχε κάνει τα πάντα για να λειτουργεί με μειωμένη αντίληψη της «πραγματικότητας», a certain mind-numbing substance, a certain… τώρα ευτυχώς ο πόνος της στέρησης χανόταν στα βάθη του μυαλού του, σα να μην είχαν γνωριστεί ποτέ.

Τρεκλίζοντας ελαφρά και χαμογελώντας παρά τη θέλησή του, με τις γλώσσες υποδοχής να τον έχουν καταπιεί, -πότε πρόβαλλε έξω απ’αυτές μόνο κομμάτι από το ένα του χέρι και το ρολόϊ, πότε το ένα του παπούτσι ξέφευγε απ’ το αγκάλιασμα, και γινόταν ξανά, ας πούμε «συνηθισμένο»-, έτσι έφτασε πιο κοντά στη δράση –και στις πλάτες από καμιά εκατοστή ανθρώπων «σαν κι αυτόν»-, ρούχα «with an attitude», που άστραφταν κάτω από το φως των προβολέων, ρούχα «κανιβαλιστικά που 'χαν φάει τους ανθρώπους που τα είχαν φέρει εκεί», «σκέφτηκε» πάλι, αλλά δεν πρόκειται να ξαναχρησιμοποιήσω το ρήμα γιατί το αδικώ, δεν σκεφτόταν πια, ο θόρυβος κι ο ρυθμός του 'χαν πάρει το μυαλό, -κι αυτή είναι άλλη μια λέξη που δεν θα χρησιμοποιήσω επίσης, κι έτσι θα φτιάξω αυτήν την ιστορία επιβάλλοντας μια κάποια αυτολογοκρισία.

Μόλις όμως τον εγκατέλειψε το χρώμα υποδοχής μπροστά στην είσοδο, τεράστια σαν μάτι θυμωμένου Κύκλωπα, -«δεν έχουμε αρχίσει ακόμα, they’re rehearsing», ούρλιαξε στ’ αυτί του ο τύπος που έπαιρνε τις προσκλήσεις κι ήταν κι αυτός σαν το παπούτσι του προτήτερα «συνηθισμένος», γιατί δούλευε εκεί, «πως μπορεί άραγε να δουλεύει κάποιος εδώ?»-, κάτι βυθίστηκε μέσα του, κράτησε λίγο αλλά βυθίστηκε, αυτό δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Οπισθοχώρησε, ξανατρέκλισε, κανείς δε φαινόταν να το προσέχει.

Συνέβαινε ένα παράξενο πράγμα: ακόμα δεν είχε καταφέρει να δει κανενός το πρόσωπο, μόλις πλησίαζε κάποιον εκείνος γύριζε και του 'δειχνε την πλάτη του, «πολύ ωραία πλάτη βέβαια, και κώλος, και τα χρώματα, κι η μουσική», όλα αυτά έκαναν ό, τι μπορούσαν για να τον ανεβάσουν απο κει που 'χε πέσει λίγο πριν, και στο τέλος το κατάφεραν. Γύρισε κι αυτός την πλάτη του στους υπόλοιπους και άρχισε να χαζεύει το θέαμα των –αραιών πάντα- νεοφερμένων που τους υποδέχονταν οι χρωματιστές γλώσσες, «δυνατό!», έτσι τον είχαν φέρει κι αυτόν μέσα όμως η κομψή εκδήλωση φιλοξενίας είχε κιόλας συντελεστεί και τώρα αφημένος στα ενδιάμεσα κενά παράδερνε χαμένος στη δίνη του σκοτεινού υπαίθριου χώρου χωρίς εμφανή όρια. Από πάνω ο ουρανός των πρώτων πρωϊνών ωρών είχε κατέβει χαμηλά σαν καπάκι χωρίς σύννεφα ή άλλα χαρακτηριστικά.

Το 'νιωσε το χέρι του και την επιθυμία του. Η οθόνη του κινητού άναψε ξαφνικά προκλητική κάτω απ’ το θολωμένο του βλέμμα. «Τι να της γράψω? Να την ρωτήσω αν είναι κι εκείνη «έξω»? «Έξω»? Έξω όπως εδώ, και σκάναρε πάλι τον κόσμο τριγύρω που μαζευόταν κι αραίωνε σα να μην υπήρχε η ένταση της μουσικής, αργά, «έξω» από τον ρυθμό.

Δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα, «improbability level of 2 to the power of 276.000 to 1 against and rising», να είναι εκείνη εδώ. Σ’ ένα μέρος σαν κι αυτό.

Παλιά τη διέταζε απο το κινητό. «Μπες στο Δίκτυο», «Ξάπλωσε», «Κοιτάξου στον καθρέφτη», «Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος». Οι διαφορές του χαρακτήρα, οι διαφορετικές συνήθειες, το μέγεθος του στήθους, those little “quirks”... Κρατούσε πάντα στο μυαλό του, -oops!-, μιά λίστα με όσα θα 'πρεπε η γυναίκα των ονείρων του να διαθέτει. Κι όσο άλλαζε όνειρα, άλλοτε με το καλό, άλλοτε με το ζόρι, μόλις γνώριζε κάποια αμέσως άρχιζε το τσεκάρισμα. Κι όσο έβλεπε τα κουτάκια δίπλα στις προϋποθέσεις να γεμίζουν τόσο έπεφταν οι αντιστάσεις του, άδειαζε, εγκατέλειπε την αίσθηση του εαυτού, γι’ άλλη μια φορά και ξανά χωρίς ελπίδα ερωτευόταν.

Ο φωτισμός γύρω του άλλαζε, καπνός απο ξερό πάγο, -«πόσο παλιό και αποτελεσματικό!» κι ας μύριζε κάτι σαν καμένος πολυεστέρας-, ξέφευγε χαμηλά στη βάση της έκθεσης/αποθήκης, ανέβαινε κι έκανε, -επιτέλους! ο διπλανός του γύρισε και του 'δειξε-, τους φακούς απ’ τα μάτια μωβ-μπλε, «σαν τους λύκους!», τα δόντια ολόλευκα. Κάτω απο το μαύρο φως όλα ξαναγίνονταν «σημαντικά», τώρα είχαν μια ζωή από μόνα τους, δε χρειαζόταν ν’ ανησυχεί για τίποτα.

Έβαλε ξανά στην τσέπη του το κινητό, μια στιγμή αδυναμίας ήταν και πέρασε, του τριβέλισε όμως για λίγο το μυαλό.

Τους έδωσαν ένα ελαφρύ κράνος μπαίνοντας. Η αίθουσα ήταν στο μαύρο σκοτάδι μα σιγά-σιγά τα μάτια συνήθισαν κι όταν ένα-ένα άρχισαν ν’ ανάβουν τα σποτ πάνω απ’ όλες αυτές τις γυμνές κούκλες ... άλλαξε κι η ψυχική του διάθεση. Δεκάδες κούκλες βιτρίνας περιστρέφονταν μέχρις εκεί που 'φτανε το μάτι, άλλες πιο γρήγορα, άλλες πιο αργά γύρω απ’ τον άξονά τους χωρίς τριβές. Ο κόσμος υπάκουα φόρεσε το κράνος και άρχισε να περιφέρεται μουρμουρίζοντας ανάμεσα σ’ αυτό το ανθρωπόμορφο δάσος, ακολούθησε κι αυτός σκοντάφτοντας πότε-πότε γιατί το δάπεδο είχε στρωθεί πρόχειρα.

«Μια πολύ απλή ιδέα τελικά», κάθε κούκλα ήταν πομπός μικρής εμβέλειας, περνώντας από δίπλα της «έπιανες» το μήνυμά της. Όμως φυσικά το πράγμα δε σταματούσε εκεί. Μπορούσες ν’ «απαντήσεις» και τότε η κούκλα άρχιζε έναν «διάλογο» μαζί σου. Ωραία, έστω, κάτι που έμοιαζε με διάλογο.

Σταμάτησε στη μέση της πορείας, οι από πίσω του ενοχλημένοι τον προσπέρασαν στο τσακ να τον εμβολίσουν. Δεν ήθελε άλλο, έβγαλε το κράνος. Χωρίς αυτό όλα ήταν διαφορετικά. Τέρμα κι η μουσική, πάει κι ο «διάλογος». Μόνο το σούρσιμο των ποδιών, κάποιο πνιγμένο γελάκι, ο καθένας φαινόταν απασχολημένος να δέχεται και να κάνει ερωτήσεις. Τι θα μάθαιναν απ’ όλ’ αυτά?

Άστραφτε σποραδικά η touch screen που 'χε η κάθε κούκλα στο στομάχι της και σε κάθε περιφορά ο ομφάλιος λώρος της καλωδιωμένης πλάτης της, την απόληξη όμως της καλωδίωσης δεν μπορούσε να την διακρίνει γιατί χανόταν στα σκοτεινά βάθη της καλά κρυμμένης κονσόλας. Ενιωθε πως όπου να 'ναι κάποιος θα τον χτυπούσε με επαγγελματικό ενδιαφέρον στην πλάτη: «είστε οκ?»

Το μόνο που του άρεσε όλο και πιο πολύ ήταν πως γυάλιζε το πλαστικό δέρμα απ’ τις κούκλες, πως είχαν φτιάξει τις ρόγες τους. Στα φαλακρά τους κεφάλια τα άδεια μάτια κοίταζαν χαμηλά, μόνο οι ρόγες τους ανηφόριζαν σα να αδιαφορούσαν για τις συνέπειες της βαρύτητας. Πάλι ο πόνος της στέρησης του 'καψε το μυαλό, -ναι, το μυαλό...-, το κινητό βρέθηκε με δική του βούληση ξανά αναμμένο στην ιδρωμένη χούφτα του. «Τι να της γράψω? πως θα 'θελα να 'ταν εδώ? how pathetic… και γιατί δε λέμε πια ποτέ την αλήθεια», ή μήπως είχα λογοκρίνει κι αυτή τη λέξη?

Η αλήθεια, κι ο πόνος που μου παίρνει το μυαλό, κι όλες οι λέξεις που δεν έχω το δικαίωμα να χρησιμοποιώ αφου ευτέλισα το νόημά τους. «Addiction!», σφυρίζει τότε η κούκλα που είναι πιο κοντά μου, κι ας μην είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό αφού δε φοράω πιά το κράνος. Αρχίζω να τρέμω, σηκώνω τα μάτια απ΄ την οθόνη και ξαφνικά είμαι μόνος. Σα να 'χει τελειώσει το party και να με ξέχασαν μέσα.

Όμως δεν είμαι εγώ αυτός που του συμβαίνουν όλ’ αυτά κι αν το προσπαθήσω πολύ θα ξυπνήσω. Κι ας στριφογυρίζουν όλο και πιο γρήγορα σαν τις τρελές οι κούκλες ως εκεί που προοπτικά φτάνει το μάτι, κι ας μου δείχνει τώρα τα δόντια της εκείνη που προηγουμένως μου σφύριξε αυτό που δεν ήθελα να ξέρω, αυτό που πρέπει αμέσως να ξεχάσω. Γελάνε μαζί μου, κατάλευκα κάτω απ’ το μαύρο φώς. Πόσο τη μισώ, πόσο τη λατρεύω! Και ξέρω τι θα της γράψω: «δεν είσαι εδώ, είσαι εδώ» Σε διατάζω. Σε ελέγχω.

Ξαναβάζει το κράνος κι όλα είναι οκ. Ο κόσμος συνεχίζει να περιφέρεται, σταματά άτακτα, δέχεται, εκπέμπει. Οι κούκλες, αυτό το μυστικό μαντείο, έχουν τη λύση. Τυχαία, καρμικά, όπως ρωτάμε το I-ching, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα τα ζώδια με τον πρωϊνό καφέ, κι όπως εμπιστευόμαστε τον καθρέφτη στο μπάνιο: «σε ξέρω καλά, κι αυτό θα περάσει». Στέκεται μπροστά σ’ εκείνη την συγκεκριμένη κούκλα που προηγουμένως ξεχώρισε απ’ όλες τις άλλες. Για όλους τους άλλους είναι μια απ’ τις πολλές και με τίποτα στον κόσμο δεν θα μπορούσαν να την διακρίνουν, για κανένα λόγο. Μόνο αυτός το βλέπει, μόνο εκείνος καταλαβαίνει. Οι διαφορές του χαρακτήρα, οι διαφορετικές συνήθειες, το μέγεθος του στήθους, those little “quirks”..., μαγικά η λίστα από τα βάθη του μυαλού του που καίει συμπληρώνεται από ένα αόρατο χέρι. Εκείνος αδειάζει, κομμάτια του πέφτουν στο πάτωμα, και χύνεται. Είναι απίστευτα, απίθανα ερωτευμένος και κανένας δεν θα το χαλάσει αυτό. Και δεν ακούει τίποτα απ’ όσα σε κανονικά προγραμματισμένα από την κρυμμένη κονσόλα διαστήματα εκτοξεύει επάνω του εκείνη, μόνο ξέρει καλά τι θα της πει, τι θα της ζητήσει:

«Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος»

«Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος»

«Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος»

1999/2008

more...