more...
Sunday, October 12, 2008
Tuesday, September 30, 2008
Και τώρα λίγος ‘αστικός τρόμος’ έτσι για αλλαγή...

‘Μan desires to be the powerless victim of the furious rage of a beautiful woman’. Algernon Charles Swinburne (1837-1909), English poet and pervert
(Τhe Complete Book of Vampires, by Leonard R. N. Ashley, Barricade Books, New York 1998)
Αυτό συνέβη στου Ψυρρή, στην οδό Ευμορφοπούλου που κατά τα άλλα έχει το χάλι της τι με τα τζάνκια και τα καταρρέοντα νεοκλασικά, την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου λίγο πριν τις μεγάλες φωτιές.
Ο Χ., καλοτεχνίτης που στα 35 του είχε καταλήξει να κάνει graphics και tattoos, νοίκιαζε εκεί από τότε που ήταν φτηνά ένα μονόχωρο ημιυπόγειο για σπίτι και studio δίπλα στη γνωστή γκαλερί και κοντά στο cult πια μαγαζάκι με τα σκόρδα.
Εκείνο τον καιρό καθώς είχε πολύ ελεύθερο χρόνο και καθόλου λεφτά ξανάρχισε να πειραματίζεται με design drugs μέχρι που ένα βράδυ φτιάχτηκε άσχημα, λιποθύμησε στο μπάνιο και πέφτοντας χτύπησε τη μύτη του στο καπάκι της λεκάνης.
‘Πάλι καλά που δεν την έσπασες, τη λεκάνη βέβαια...’, είπε η Z. σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να κάνει πλάκα. ‘Άσε που δεν έμεινες στον τόπο...’, πιο σοβαρά μετά χαζεύοντας το μεγάλο μπλε-που-σύντομα-θα-γινόταν-μωβ σημάδι. Τον είχε ακούσει σχεδόν απελπισμένο στο τηλέφωνο και είχε περάσει να τον δει φέρνοντας κινέζικο. ‘Παράτα τα τα γαμημένα’, συνέχισε με λίγη περισσότερη ένταση απ’ όση μπορούσε ν’ αντέξει ο Χ. εκείνη την ώρα, ρίχνοντας μια ματιά στο χάος που επικρατούσε γύρω της και κάνοντας να του χαϊδέψει τα μαλλιά, γκρίζα κιόλας.
Όπως γινόταν πάντα ο Χ. τραβήχτηκε πίσω απότομα από αμηχανία μόνο που αυτή τη φορά εκνευρίστηκε κι από πάνω. Αρνούμενος πεισματικά να συναντήσει το βλέμμα της συνέχισε να κοιτάει οπουδήποτε αλλού κι έπιασε να στρίβει τσιγάρο.
Με τη Z. που την ήξερε από τη σχολή πηδιόντουσαν για κάποια φεγγάρια παλιότερα, όχι τίποτα σοβαρό. Όταν φάνηκε να χωρίζουν οι δρόμοι τους, -εκείνη κατέληξε σε μια διαφημιστική, γεγονός που της εξασφάλισε τη μόνιμη κοροϊδία του-, κράτησε την επαφή με μεγάλη προσπάθεια από μέρους της. Ο αρχικός άγονος έρωτας είχε δώσει τη θέση του σ’ ένα κράμα ανησυχίας και τρυφερότητας που συνέχιζε να μη βρίσκει ανταπόκριση.
Η Z. πήρε πίσω το χέρι της και μ’ έναν μικρούτσικο αναστεναγμό έπαιξε το καλό της χαρτί: ‘Έχω κάτι που θα σ’ αρέσει. Θα στο στείλω αύριο’. Αυτό έπιανε πάντα. Ο Χ. ενδιαφέρθηκε ξαφνικά, -βρισκόταν εξάλλου σε διαρκή αναζήτηση του μακάβριου και του πρωτότυπου, όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά-, και τα μάτια τους συναντήθηκαν.
Αυτό που είχε συμβεί ήταν πως ο Π.Μ.Δ.Α., (Πολύ Μαλάκας Δημοσιογράφος του Αστυνομικού ρεπορταζ, κατά τον Χ.) γκόμενός της τον τελευταίο χρόνο, είχε στα χέρια του κάποιες εντυπωσιακές φωτογραφίες μιας όχι πια νέας πόρνης, σκοτεινής εμφάνισης κι ακόμα σκοτεινότερης καταγωγής, που όπως φαίνεται είχαν πετάξει στον ακάλυπτο από τον 6ο ενός ξενοδοχείου στην Ομόνοια χωρίς η είδηση να καταφέρει να περάσει στα ψιλά ούτε καν σαν αυτοκτονία.
Από το πρόσωπο της γυναίκας δεν είχαν μείνει πολλά πράγματα αλλά μυστηριωδώς από τον λαιμό και κάτω το ομολογουμένως καλοφτιαγμένο κορμί της είχε μείνει ανέπαφο μέχρι τις άσπρες πατούσες όπου εντελώς αναπάντεχα βρισκόταν κομμένο στα δύο ένα περίπλοκο kanji-tattoo. ‘Σκέφτηκα πως θα σ’ ενδιέφερε’ του είπε απλά.
Για να γίνει το πράγμα ακόμα πιο γοητευτικό μια κοινή φίλη που ήταν μισή Γιαπωνέζα από τη μάνα της δεν είχε καταφέρει να το αποκρυπτογραφήσει παρά μερικά. ‘Κινέζικο θα 'ναι’ απεφάνθη. ‘Eμάς τα δικά μας δεν ξεπερνούν τις 23 strokes’ (1) κι αυτό είναι τίγκα στην περικοκλάδα. Στη ρίζα του (2) πάντως έχει το διάβολο μέσα του, χε, χε’.
Το tattoo, one-piece πλέον, αποδείχτηκε κατώτερο των προσδοκιών αλλά τι να περιμένει κανείς από το γούστο μιας διαφημίστριας; σκέφτηκε πικρόχολα ο Χ. το επόμενο βράδυ μπροστά στην οθόνη του laptop. To όντως εντυπωσιακό kanji ξεπρόβαλε μέσα από μια γιρλάντα με τριανταφυλλάκια που στο κάτω μέρος τους κατέληγαν σε μια αναγκαστικά σπασμένη αλυσίδα. Η αποθέωση του camp αν και η τεχνική ήταν καλή, αυτό έπρεπε να το παραδεχτεί. Του ήρθε πάντως μια ιδέα: αφού κατάργησε τη γιρλάντα κι ένωσε την αλυσίδα πρόσθεσε σα λεζάντα κάτι original, κόντρα στην απανταχού λαϊκή σοφία: WAKE THE DEAD. Eδώ έβαλε την πιο goth γραμματοσειρά του. Λίγο μετά το αποτέλεσμα τον δικαίωνε. Ευχαριστημένος έγραψε δυο λόγια στο chat στον κολλητό του και τοιμάστηκε να μπει στο ντους για ν’ ανέβει στον επάνω κόσμο.
Είχαν μόλις περάσει μεσάνυχτα που βγήκε από το μπάνιο δροσερός κι έψαχνε για καθαρό μπλουζάκι όταν παρατήρησε δυο περίεργα πράγματα: πρώτον, επικρατούσε ησυχία να την κόψεις με το μαχαίρι, κάτι ασυνήθιστο για την περιοχή ακόμα και για ένα ζεστό αυγουστιάτικο βράδυ καθημερινής. Και δεύτερον: από κάπου φαινόταν να έρχεται μια απαίσια ψαρίλα που τρύπωνε παντού. Χωρίς να ξέρει γιατί έμεινε απορημένος μόνο με το παντελόνι και ξυπόλητος μέχρι που την προσοχή του τράβηξαν βήματα που πλησίαζαν στον φεγγίτη-παράθυρό του.
Ό,τι κι αν ήταν αυτό που ερχόταν αντηχούσε κυριολεκτικά μες στ’ αυτιά του, σκέφτηκε, καταλήγοντας πως παραδόξως το περπάτημα θύμιζε γυναίκα που μιμείται άντρα που μιμείται γυναίκα κοκ.
Και τότε την είδε, τουλάχιστον ένα μέρος της. Ήρθε και στάθηκε πάνω στα πανύψηλα στιλέττο-τακούνια της ακριβώς μπροστά του με τα πόδια ανοιχτά σα να τον προκαλούσε ν’ αναμετρηθεί μαζί της. Η ‘δανεισμένη’ του ‘θέα’ (3) έφτανε μέχρι τη μέση απ΄ τα μπούτια της αλλά ό,τι έβλεπε άξιζε και με το παραπάνω. Στο λευκό φως του δρόμου που 'πεφτε απ’ το πλάϊ ο Χ. άθελά του πρόσεξε πως τα νύχια της γυναίκας ήταν βαμμένα σ’ αυτό το κοτέ έντονο κόκκινο που συχαινόταν.
Τον έπιασε ωστόσο μια λαχτάρα να τη δει ολόκληρη κι από κοντά και χωρίς να μπορεί να το ελέγξει όρμησε όπως ήταν στην πόρτα. Ήταν γρήγορος σαν αστραπή κι όμως στον δρόμο δεν ήταν κανείς. Μόνο μια αλλόκοτη γάτα μισή άσπρη μισή μαύρη σα να την είχαν κόψει στο μήκος, που δεν την είχε ξαναδεί στη γειτονιά και με την πρώτη ευκαιρία του 'δειξε τα δόντια της.
Ο Χ. έκανε μερικά αβέβαια βήματα γυρίζοντας την πλάτη στο φως όταν ένιωσε απόλυτα σίγουρος πως εκείνη ήταν πίσω του. Η ησυχία ήταν πηχτή όσο και πριν όμως τον έλουσε κρύος ιδρώτας κι οι τρίχες του τεντώθηκαν παντού. Άρχισε να περπατάει μηχανικά χωρίς να τολμά να γυρίσει, κι αυτό τον έσωσε.
Είχε σχεδόν φτάσει μπροστά στο μαγαζάκι με τα σκόρδα όταν σα να του 'χωσαν μια γερή στα καλάμια σωριάστηκε ανάσκελα φαρδύς πλατύς. Απ’ την τρομάρα του δεν έβγαλε άχνα, άνοιξε μόνο με δυσκολία τα μάτια και την είδε από πάνω του σε μια στάση που δεν προμήνυε τίποτα καλό. Για την ακρίβεια έβλεπε μόνο το σκούρο περίγραμμα από το γυμνό της κορμί, πως ήταν ξυρισμένη πάνω και κάτω και πως οι ρώγες της κοιτούσαν τον ουρανό μα όταν ανέβηκε πάνω του με τα μυτερά της τακούνια ήταν το φεγγάρι που ανέτειλε τεράστιο πίσω απ’ το κεφάλι της.
Περπάτησε λοιπόν κανονικά πάνω του κι ο πόνος ήταν τέτοιος σε κάθε της βήμα που δε μπορούσε να πάρει αναπνοή. ‘Ξέρω τώρα πως είναι να σε σταυρώνουν!’ του ήρθε στο μυαλό αλλά στο τελευταίο βήμα που τον κάρφωσε με το δεξί στην καρδιά, όλος ο πόνος κι η αγωνία γλύκαναν απότομα αλλάζοντας σε μια κάβλα που 'χε να νιώσει από πιτσιρικάς. Έκλεισε τα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα αποφασισμένος να παραδοθεί χωρίς ν’ αναρωτιέται άλλο, όμως του επιφύλασσαν ακόμα μια έκπληξη. Σαν για να σφραγίσει την απόλυτη κυριαρχία της πάνω του η μαύρη άγνωστη τον κατούρησε!
Η ‘χρυσή βροχή’ (4) τον βρήκε απροετοίμαστο και παραλίγο να τον πνίξει. Τον έπιασε ένας τρελός βήχας καθώς χτυπιόταν κάτω από τα φονικά της τακούνια κι όλα έσβησαν γύρω του.
Όταν συνήλθε είχε αρχίσει να φωτίζει. Ήταν κλαμένος, γεμάτος σάλια κι έτρεμε ολόκληρος όταν κατάφερε να γυρίσει στο πλάϊ και να σηκωθεί• το παντελόνι του κολλούσε φριχτά στον καβάλο. Κουτσαίνοντας σιγά-σιγά κάλυψε με μεγάλο κόπο τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν από το υπόγειό του κάτω από το ανεξιχνίαστο βλέμμα ενός χοντρού κινέζου που ξεπάρκαρε το φορτηγάκι του, και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν πως αυτή τη φορά σίγουρα είχε ανακαλύψει το απόλυτο synthetic drug. Πίσω του σε μια αόρατη γραμμή τον συνόδευε η σκορδίλα που ξεχυνόταν από τη μισάνοιχτη πόρτα του μαγαζιού.
Δε μίλησε σε κανέναν για το συμβάν. Το επόμενο βράδυ η Ζ. που ξαναπέρασε, ανήσυχη γιατί δεν τον έβρισκε πουθενά, πρόσεξε τις μελανιές στο στήθος του ενώ άλλαζε μπροστά της από συνήθεια. ‘Άλλο και τούτο! Σα να σου πάτησαν με στένσιλ τρια γράμματα: NOT? Που έπεσες πάλι;’ Δεν το σχολίασε, πάντως διόρθωσε τη λεζάντα: WAKE NOT THE DEAD (5).
Το graphic άρεσε όταν το έβαλε στο site του και το αγόρασε τελικά ένα σχολικό γκρουπάκι από τη Λάρισα που το τύπωσε στα t-shirt τους όμως η εμπειρία εκείνης της νύχτας δεν επαναλήφθηκε.
Ούτε η αλλόκοτη γάτα ξανάδειξε τα δίχρωμα μούτρα της στη γειτονιά.
8/2008
1. κινήσεις/‘πινελιές’ που μ’ αυτές σε συγκεκριμένη σειρά γράφεται ένα kanji
2. από τα αγγλικά (radical): υποσύνολο ενός kanji με δικό του νόημα και που με βάση αυτό μπορεί να το ψάξει κανείς στο λεξικό
3. από τα γιαπωνέζικα (shakkei): στοιχείο του σχεδιασμού των γιαπωνέζικων κήπων
4. από τα αγγλικά (golden shower)
5. short story by Johann Ludwig Tieck (1773-1853), German romantic poet. ‘The Complete Book of Vampires’.
http://www.sff.net/people/DoyleMacdonald/l_wakeno.htm
more...
Saturday, September 27, 2008
Να βλέπω
Εξέθεσα το πρόσωπο και το κορμί του στον τοίχο απέναντί μου. Μια βίαιη χαρά με ταρακουνούσε ολόκληρη. Ανίκανος να αμυνθεί υπέφερε το πεινασμένο θριαμβευτικό βλέμμα μου. Καταδικασμένος αδιάκοπα να χαμογελά δε μπορούσε να τραβήξει τα μάτια του από πάνω μου.
Ήμουν περήφανη για τη νίκη μου και εύθυμη μέχρι δακρύων για την κατάντια του. Κάθε φορά που τα πράγματα πήγαιναν άσχημα έστρεφα το βλέμμα μου μ’ ελπίδα στη μεριά του. Ανίκανος να είναι οπουδήποτε αλλού ήταν πάντα στην ίδια θέση. Σκέφτηκα πως θα χρησιμοποιούσα αυτό το διαρκές αισιόδοξο, μισοερωτικό του χαμόγελο μέχρις ότου στραγγίσω την τελευταία σταγόνα από την εμπιστοσύνη που μου ενέπνεε.
Η διάθεσή μου ήταν σκληρή μα όχι δίχως λόγο. Παρατηρούσα το αντικείμενο του έρωτά μου με κριτικό μάτι, ολότελα διασκεδασμένη και για έναν τρίτο ίσως με τη σειρά μου εξίσου διασκεδαστική. Θα διαλαλούσα παντού αυτή την διπλή δουλεία.
Ο καιρός θαρχόταν που τα μάτια, το στόμα, το αυθαίρετο δίπλωμα στο πηγούνι, το γυμνό δέρμα του τόρσου, καθετί πάνω σ’ αυτό το τόσο αγαπημένο σώμα θα γίνονταν αδιάφορα όσο κι ενός τυχαίου άλλου.
Απομάκρυνα μ’ όλη μου τη δύναμη αυτή την ευτυχώς όχι τόσο άμεσα επίφοβη πιθανότητα. Ήμουν στην κατοχή του, ήταν στην κατοχή μου. Σε ποιον ανήκε πιο ‘πραγματικά’ ο άλλος ήταν αδύνατον να ξέρει κανείς. Εκείνος δε με είχε αρκετά μόνο και μόνο γιατί δεν είχε ποτέ σκεφτεί κάτι τέτοιο, εγώ πάλι...
Όχι, ήταν καλύτερο αυτό το παιχνίδι, θα το προτιμούσα ξανά 100 φορές από οποιαδήποτε πικρή βεβαιότητα. Ξανακοίταξα τις γεμάτες γραμμές των ώμων, τα διαρκώς βρεγμένα μαλλιά. Πάντα ήταν μισάνοιχτα τα χείλη του, τα μάτια του ζαρωμένα σε μια αστεία γκριμάτσα. Το θαλασσινό νερό δε θα στέγνωνε ποτέ πάνω σ’ αυτό το βρεγμένο κεφάλι, το τρυφερό δέρμα του στήθους και την αλυσίδα.
Πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό μου του έδωσα προκαταβολικά άφεση αμαρτιών για τις μελλοντικές λάγνες λεηλασίες πάνω στο ανυπεράσπιστο θύμα μου. Έπειτα τράβηξα το βλέμμα. Από τις φωτογραφίες του.
2008, 22/6/1988
more...
Posted by
deplaced
at
2:01 PM
Labels: ιστορίες, φωτογραφία
Friday, September 19, 2008
Ηπειρώτικος
Όμοια κι αυτός ταλαντευόταν μεταξύ ζωής και θανάτου, -έτσι του φαινόταν από το τρίτο ποτήρι ουίσκι και μετά. Το παιδί δεν ήταν δικό του, η γυναίκα που λάτρευε είχε διαλέξει να μείνει με τον άντρα της, γιόρταζε απλά το γεγονός κι ούτε καταλάβαινε γιατί. Έπαιζε λοιπόν το κομμάτι ξανά και ξανά, και κάθε φορά που πλησίαζε πολύ κοντά στο χαμό του γύριζε πίσω. Ήταν αλήθεια, η μουσική μπορεί να σώσει τη ζωή κάποιου: τον κρατά από μια κλωστή πάνω απ’ την άβυσσο, τον πηγαινοφέρνει αλλά τον σώζει στο τέλος.
Έτσι ο Ν. πήγαινε κι ερχόταν τώρα, το κομμάτι τον οδηγούσε ή μάλλον προσπαθούσε να του βρει τα βήματα γιατί το μυαλό του είχε θολώσει. Είχε μήνες να δει τη γυναίκα που τον είχε φέρει σε τέτοια απόγνωση. Ήξερε βέβαια πως όπου να ’ναι θα γεννούσε το παιδί της, αυτό το παιδί που δεν ήταν δικό του κι όμως τον ένοιαζε περισσότερο απ’ όσο αν ήταν. Γιατί αν ήταν δικό του τα πράγματα θα ’ταν αλλιώς και η γυναίκα θα ’χε μείνει μαζί του, ήταν σίγουρος γι’ αυτό, βαθιά μέσα του ήταν σίγουρος πως αυτός ήταν η μία, η μοναδική αγάπη, ο μεγάλος έρωτας της γυναίκας, κι όμως δεν είχε σταθεί δυνατό.
Στο τέλος καμιά εμπιστοσύνη δεν είχε καταφέρει να εμπνεύσει στην αγαπημένη του και τώρα την έχανε για πάντα. Εκείνη είχε προτιμήσει μια ρουτίνα που ήξερε, ‘ένα στοίχημα ζωής’ όπως το ονόμαζε, από κείνα που μετριούνται με την αντοχή στον χρόνο όσων συμμετέχουν, και τώρα απομακρυνόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα από κοντά του. Ποτέ ξανά, ποτέ δεν θα γνώριζε τον έρωτά του, ποτέ ... ένα μικρό πλάσμα την έδενε οριστικά με μια άλλη πραγματικότητα που εκείνος δεν θα ήταν μέρος της.
Κι όσο οι Σουλιωτοπούλες χόρευαν τον χορό τους εκείνος βυθιζόταν στην απελπισία που συνιστά η βεβαιότητα πως ποτέ ξανά, ποτέ ξανά ... Κι όσο το αλκοόλ κυριαρχούσε στο μυαλό του ο χορός τον έφερνε ένα βήμα πριν το πέσιμο και πάλι τον μάζευε.
Ευλογημένος ας είναι λοιπόν ο χορός γιατί χωρίς αυτόν θα ’πρεπε, είχε αρχίσει κιόλας να σχεδιάζει την αυτοκτονία του για τα 40α του γενέθλια, είναι τόσο δύσκολη λοιπόν αυτή η ηλικία; Είναι. Γι’ αυτό κι αυτός σχεδίαζε πριν τη βοήθεια του χορού ένα πέταγμα, κάτι εντυπωσιακό που να φανεί όμως και σαν ατύχημα για να μην στενοχωρηθούν οι φίλοι. Όμως ήρθε η μουσική, παρ’ όλες τις αμφιβολίες και τα ερωτήματα που θέτει ή ίσως ακριβώς εξαιτίας τους, και τον τράβηξε από το μανίκι, πέρασε ένα χέρι υποστήριξης γύρω από τη μέση του και τον κράτησε πάνω από το ηφαίστειο, γιατί φυσικά μες στον πόνο του θέλησε να πηδήξει πάνω απ’ το ηφαίστειο της Νισύρου κι ας μη γίνεται κάτι τέτοιο.
Τον κράτησε απαλά, τον άφησε μετά για λίγο, αιωρήθηκε εκείνος, και σα να μαλάκωσε κάπως ο πόνος και παρά το μεθύσι ξαστέρωσε ο νους του και δεν ήταν πια σίγουρος πως ήθελε να κάνει κακό στον εαυτό του. Γιατί είχε πολλές φορές θελήσει να κάνει κακό στη γυναίκα και μετά στο παιδί της αλλά τον κρατούσε ένας κρυφός φόβος που τελικά μόνο από την αληθινή αγάπη μπορεί να προέρχεται γιατί αλλιώς θα ήταν μόνο χαιρέκακο μίσος, τώρα όμως όλη αυτή η κακία που δεν είχε τολμήσει να εκφραστεί είχε γυρίσει πάνω του και τον έπνιγε. Ήθελε να σκοτωθεί αφού η αγάπη του δεν του επέτρεπε να σκοτώσει κι η μουσική τον κράταγε παρηγορητικά πάνω απ’ το κενό όλην αυτή την ώρα και τον νανούριζε σα να ’ταν αυτός το μωρό, το μωρό της γυναίκας στην αγκαλιά της. Πολύ μικρό, που έχει ανάγκη συνεχούς φροντίδας και για μια στιγμή μονάχα να το αφήσεις απ’ τα μάτια σου κάτι κακό θα του συμβεί και θα ’ναι για πάντα.
Για πάντα. Πόσο πικρή είναι αυτή η έκφραση! Και πόσο λίγο κρατά ... γιατί αύριο θα σηκωθεί ξανά και θα πάει όπως όλες τις μέρες στη δουλειά του, θα στριμωχτεί στο λεωφορείο και θα ζεσταίνεται, θα φάει κάτι ανθυγιεινό για μεσημέρι και θα κουτσομπολέψει με τους συναδέλφους. Δεν θα τον ενδιαφέρει τίποτα γιατί μόλις την προηγούμενη νύχτα ένας χορός θα τον έχει γλυτώσει στο τσακ από τον χαμό του κι όμως θα γυρίσει σπίτι από τη δουλειά και θα κάτσει να ράψει ένα κουμπί που του λείπει καιρό από το αγαπημένο του πουκάμισο, και μετά θα χτυπήσει το τηλέφωνο και δεν θα το σηκώσει γιατί πάλι χωρίς να το καταλάβει γέμισαν τα μάτια του δάκρυα και γι’ αυτό παράτησε το ράψιμο αλλά προνόησε να κοιτάξει ποιος καλούσε and made a mental note.
Επειδή αύριο το δίχως άλλο θα ’ναι καλύτερα, η μουσική τον κρατά πάνω από το χάος που του γνέφει, κι έτσι θα ’ναι σε θέση να ξυπνήσει πάλι την επομένη και ν’ αντέξει το φως, να πάρει πίσω εκείνον που τον κάλεσε, γιατί η ζωή εξακολουθεί, έτσι λένε, έτσι είναι, η μουσική του το φέρνει μαλακά για να μη φρικάρει και συχαθεί εντελώς τον εαυτό του που όσο κι αν πίστευε πως αυτό πρέπει να κάνει, αυτό είναι το σωστό, δε βρίσκει το κουράγιο να σκοτωθεί και το πράγμα να τελειώσει εδώ αντί να σέρνεται ποιος ξέρει για πόσο καιρό ακόμη μέχρι να βρεθεί κάτι άλλο, φάρμακο ή υποκατάστατο και να μη θέλει πια να πεθάνει από έρωτα.
‘Θα γίνω πάλι όπως πριν; Θα είμαι ο ίδιος ή μήπως κάποιος άλλος πιο κουρασμένος, πιο κυνικός; Θα ξαναγαπήσω; Θα προλάβω;’
Γελοίες σκέψεις ενός μανιακού όμοιες με εκατομμύρια άλλες, έτσι του φαίνεται κι έτσι είναι, όμως πρέπει να ξεφύγει απ’ τις μαύρες τούτες σκέψεις κι η μουσική τον βοηθά όπως και τόσους άλλους πριν απ’ αυτόν. Με μικρά βήματα, όσο αντέχει.
2004;
(*) ‘Κλέφτικος, σε φα ελάσσονα’. Moderato andantino. 1936
more...
Tuesday, September 16, 2008
Του Σταυρού
'Ψήλωσε πια ο Θεός τον ουρανό. Παλιά τον έγλειφαν τα βόδια'
(όπως δεν το ξέχασε ποτέ ο θείος Ν. όταν παιδί το άκουσε από έναν γέρο βοσκό)
Μονή Καλτεζών



more...
Posted by
deplaced
at
9:46 AM
Labels: Αρκαδία, Μονή Καλτεζών
Saturday, September 6, 2008
Constant craving

‘He would fall. He had not fallen but he would fall silently, in any instant. Not to fall was too hard: and he felt the silent lapse of his soul, as it would be at same instant to come, falling, falling, but not yet fallen, still unfallen but about to fall’.
(From: Α portrait of the artist as a young man’, by J. Joyce, 1907)
Και μέσα του, από το βάθος της ψυχής του, παρακαλούσε την τύχη να τον λυπηθεί γνωρίζοντας –παρά τις ειλικρινέστατες διαβεβαιώσεις του μπροστά σον καθρέφτη- πως κι αυτό δεν θα διαρκούσε και πως θα 'πρεπε ξανά, αργά ή γρήγορα, να βρει κάποιον άλλο τρόπο να ξεφύγει από την αγωνία και τα βάσανα των ημερών.
(επίλογος, 12/11/1992)
more...
Monday, September 1, 2008
Monday, August 25, 2008
Wednesday, August 20, 2008
Ένας γάμος



Ένα βυσσινί γυαλιστερό αυτοκίνητο, παλιό αμερικάνικο μοντέλο του ’50 σε καλή κατάσταση, έκανε το γύρο της εκκλησίας διστακτικά. Το αυτοκίνητο ήταν στολισμένο σα για γάμο, στο μπροστινό του μέρος λουλούδια και δυο κορδέλλες που σταύρωναν στη μέση, στο πίσω ένα λευκό ομοίωμα δεν ξέρω και γω τίνος.Ωστόσο είχε τα φώτα σβηστά και μάλλον απαρητήρητο θα περνούσε αφού ούτε κορνάριζε ούτε με άλλο τρόπο έκανε αισθητή την παρουσία του εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη που έβρεχε απαλά κι ο πολύς κόσμος στη γειτονιά ήταν κλεισμένος για τα καλά σπίτι του.
Ο μοναδικός περαστικός λίγο πριν χωθεί στο στενό στην προέκταση της πλατείας της εκκλησίας το πήρε είδηση και κοντοστάθηκε απορημένος. Ήταν γέρος χωρίς καπέλο κι ομπρέλλα μα σταμάτησε από περιέργεια στον έρημο δρόμο και κοίταζε.
Το αυτοκίνητο γύριζε και ξαναγύριζε την πλατεία γιατί το προαύλειο της εκκλησίας ήταν πιασμένο από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα της γειτονιάς και δεν υπήρχε πουθενά θέση. Η εκκλησία ή ίδια, αμυδρά φωτισμένη, θύμιζε μαγαζί πριν κλείσει. Μέσα διακρίνονταν σκιές που πηγαινοέρχονταν βιαστικά. Σϊγουρα θάταν ο διάκος κι ο νεωκόρος που’ σβηναν τα κεριά λίγο πριν φύγουν.
Ο περαστικός γέρος μόλις συνειδητοποίησε το παράδοξο της κατάστασης μετακινήθηκε κάτω από ένα μπαλκόνι και σιγουρεμένος από τη βροχή που ολοένα δυνάμωνε, έμεινε ακίνητος εκειδά με τα χέρια να κρέμονται παθητικά στα πλευρά του και το στόμα ανοιχτό για να βλέπει καλύτερα.
Πραγματικά φαινόταν περίεργο αυτό το στολισμένο αυτοκίνητο που’ χε έρθει για έναν γάμο λίγο πριν η εκκλησία αδειάσει. Την ώρα που επιτέλους σταμάτησε μπροστά στα σκαλιά αφήνοντας να κατέβει τρέχοντας ένας μεσόκοπος κύριος, ακόμα ένα γεροντικό κεφάλι φάνηκε σ’ ένα από τα παράθυρα των σπιτιών που’ βλεπαν στην εκκλησία.
Ο νεοφερμένος το’ βαλε στα πόδια μέχρι το υπόστεγο της εισόδου. Εκεί πήρε ανάσα, τίναξε τα ρούχα του από τη βροχή, έβγαλε το καπέλο του και τοιμάστηκε να μπει στην εκκλησία. Όμως τον πρόλαβαν κατά πως φαίνεται γιατί η εξώθυρα άνοιξε σαν από μόνη της ξαφνικά και στο άνοιγμα φάνηκε το στρογγυλό και φαλακρό κεφάλι του διάκου που μόνο έκπληξη έδειξε για το συναπάντημα.
Το αυτοκίνητο είχε χαθεί από ώρα και στο παράθυρο δίπλα στο γυναικείο είχε προστεθεί ένα δεύτερο αντρικό κεφάλι εξίσου γέρικο. Ο μεσόκοπος κύριος χειρονομούσε δυνατά στον διάκο που κι εκείνος με τη σειρά του απαντούσε σηκώνοντας τα χέρια με τα φαρδιά μαύρα μανίκια στον ουρανό όμως ο ήχος της συνομιλίας μπλεκόταν με τη βροχή που κελάριζε κι ο περαστικός γέρος που εξάλλου άκουγε με δυσκολία, αδυνατούσε να κατανοήσει στο ελάχιστο την παράξενη παντομίμα.
Στο παράθυρο, δίπλα από το ζευγάρι των γέρων που φαινόταν πίσω από την τραβηγμένη κουρτίνα στάθηκε ένα τρίτο πρόσωπο ακαθορίστου ηλικίας και φύλου που το κεφάλι του μόλις που διακρινόταν. Επρόκειτο πιθανά για κάποιον που βρισκόταν σε αναπηρικό καροτσάκι. Εκείνοι μετακινήθηκαν για να του κάνουνε χώρο και το αλλόκοτο πλάσμα αφού τακτοποιήθηκε κόλλησε τα μούτρα του στο τζάμι.
Στο μεταξύ διάκος και επισκέπτης φαίνεται πως ήρθαν σε κάποια συμφωνία. Ο διάκος έκλεισε την πόρτα και μπήκε ξανά στην εκκλησία για να βγει μετά από λίγο βιαστικός κραδαίνοντας μια ομπρέλλα. Εκείνη τη στιγμή ως δια μαγείας έκανε την εμφάνισή του το βυσσινί αυτοκίνητο. Ενώ ο μεσόκοπος κύριος έτρεξε να επιβιβαστεί ο διάκος το’ βαλε στα πόδια κατά το μεγάλο δρόμο που στην κατάληξή του βρισκόταν η πλατεία της εκκλησίας, χοροπηδώντας σε κάθε βήμα γιατί ήταν κουτσός από το δεξί πόδι. Κανείς από όσους παρακολουθούσαν δεν κατάφερε να διακρίνει το πρόσωπο του οδηγού.
Τώρα έβρεχε για τα καλά. Ο περαστικός γέρος απογοητευμένος με την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα τίναξε τα άκρα του που’ χαν πιαστεί από την υγρασία αλλά δεν κούνησε από τη θέση του ελπίζοντας πως η μπόρα θα κόπαζε.Τα τρία πρόσωπα στο παράθυρο επίσης δεν έκαναν βήμα. Το αυτοκίνητο χάθηκε αθόρυβα και η σκηνή έμεινε άδεια τουλάχιστον για δέκα λεπτά. Όλην αυτή την ώρα ο γέρος βαρέθηκε κι ενώ η βροχή μαινόταν ακόμα την έκανε κατά το στενό. Στο παράθυρο έμεινε μόνο το αλλόκοτο πλάσμα στο καροτσάκι του που ήταν λοιπόν και ο μόνος θεατής της επιστροφής του αυτοκινήτου και του διάκου όταν αυτός γύρισε έχοντας κάτω από την ομπρέλλα του τον παπά.
Αυτή τη φορά από το αυτοκίνητο βγήκαν περισσότερα άτομα. Ο μεσόκοπος κύριος κατέβηκε πρώτος και πίσω του μια ακόμα νέα γυναίκα με σκούρο ταγιέρ και καπέλο με φτερό. Ο κύριος την συνόδεψε με την ομπρέλλα του μέχρι το υπόστεγο κι αφού βεβαιώθηκε πως ήταν στεγνή έτρεξε πίσω να μεταφέρει δυο κοριτσάκια με φορέματα από τούλι που κρατούσαν λαμπάδες και τσίριζαν ευχαριστημένα, κι έναν μαθητή Λυκείου με πηλίκιο και γυαλιά. Όλοι αυτοί οδηγήθηκαν από το νεωκόρο που μόλις είχε ανοίξει διάπλατα τη δίφυλλη πόρτα στο εσωτερικό της εκκλησίας ενώ ο κύριος ξανάμπαινε στο αυτοκίνητο προφανώς για την τελευταία διαδρομή.
Από την ανοιχτή πόρτα φάνηκε καθαρά το φως των κεριών που δυνάμωσε. Ο διάκος πέρασε από τη μια σκοτεινή άκρη στην άλλη τρέχοντας σχεδόν στο ένα πόδι και σέρνοντας παρά κουβαλώντας ένα βαρύ κηροστάτη. Σύντομα τα τζάμια του πρόθυρου λαμποκόπησαν και μύρισε λιβάνι. Αν δεν έβρεχε κιόλας θα μπορούσε κανείς τεντώνοντας τ’ αυτιά του να πιάσει το σούσουρο από φωνές και ξεροβηξίματα του παπά που δοκίμαζε τη φωνή του καθαρίζοντας το λαιμό του με θόρυβο. Τόσο περικυκλωμένη από σπίτια ήταν η εκκλησία όμως το σφυροκόπημα της βροχής και το γεγονός πως ο μοναδικός παρατηρητής της σκηνής δεν ήταν σε θέση να συμμετέχει, έκαναν αδύνατο κάτι τέτοιο.
Τότε το αυτοκίνητο ξαναφάνηκε. Με πολύ αργή ταχύτητα σύρθηκε μπροστά στα σκαλιά κι άφησε το πολύτιμο φορτίο του. Αυτή τη φορά ο μεσόκοπος κύριος με συγκινητική τρυφερότητα συνόδεψε με την ομπρέλλα του μια εύθραυστη ύπαρξη πνιγμένη στις άσπρες δαντέλλες, και βέλο στα μακριά ξανθά της μαλλιά. Η χαριτωμένη νύφη σήκωσε ελαφρά τις άκρες του φορέματός της καθώς ανέβαινε τα λιγοστά σκαλιά της εισόδου. Το αυτοκίνητο στάθηκε λίγο πιο κει και δεν ξανάφυγε. Τώρα περίμεναν το δίχως άλλο μόνο τον γαμπρό, πέρασε όμως αρκετή ώρα χωρίς να φανεί κανείς άλλος. Δυο τρεις φορές πρώτα ο διάκος και μετά ο μεσόκοπος κύριος έβγαλαν ένας-ένας τα κεφάλια τους από την ορθάνοιχτη πόρτα και κοίταξαν μέσα απ’ τη βροχή τριγύρω το έρημο σκηνικό.
Η βροχή έπεφτε τακτικά κι όταν το μεγάλο ρολόι χτύπησε επτά στην πλατεία είχε απλωθεί για τα καλά το σκοτάδι. Σε λίγο άρχισαν ν’ ανάβουν οι λάμπες στο δρόμο. Τσιρτσίριζαν κι έκαναν μεταλλικούς θορύβους κι ακόμα δε φαινόταν κανείς. Τα φώτα στα κλειστά παράθυρα των σπιτιών άναψαν επίσης. Μες απ’ τα πατζούρια λεπτές λωρίδες φωτός χύθηκαν στο οδόστρωμα. Κάποιος τράβηξε προς το εσωτερικό του δωματίου το πλάσμα στο καροτσάκι που εδώ και ώρα εξάλλου το’ χε πάρει ο ύπνος πάνω στο τζάμι. Μετά από ένα τελευταίο ερευνητικό βλέμμα στη φωτισμένη κι ακόμα ανοιχτή αν και σχετικά ήσυχη εκκλησία, έκλεισαν τα πατζούρια μ’ ένα απότομο τίναγμα και σ’ αυτό το σπίτι . Ήταν η ώρα του δείπνου κι αν δεν έβρεχε τα κοριτσάκια με τα φορέματα από τούλι που βαριόντουσαν στ’ άβολα στασίδια τους θα μπορούσαν ν’ ακούσουν πιάτα και μαχαιροπήρουνα που κροτάλιζαν καθώς τραπεζομάντηλα στρώνονταν σε τραπεζαρίες και πόδια πηγαινοέρχονταν μεταφέροντας πιατέλες και ποτήρια σε δίσκους.
Ενώ το ρολόι χτυπούσε τη μισή ώρα από το στενό φάνηκε ένα φορτηγάκι με καρότσα που’ χε αναμμένα τα φώτα της ομίχλης κι έτριζε απαίσια. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως ήταν πράσινο αλλά με τέτοια βροχή ίσως και να’ κανε λάθος και τέλος πάντων δεν έχει σημασία. Στο σούρσιμο των φρένων του μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας, -γιατί κι αυτό επίσης έκανε το γύρο της πλατείας της μέχρι να βρει τόπο να σταθεί-, ο κύριος με τον διάκο που κάθονταν σ’ αναμμένα κάρβουνα πετάχτηκαν ανακουφισμένοι και στήθηκαν χαρωποί στο υπόστεγο. Ένα από τα κοριτσάκια παρανύμφους που πήρε είδηση την νέα άφιξη έβγαλε το κεφάλι του από την πόρτα και μετά χάθηκε στο εσωτερικό πιθανά με σκοπό ν’ αναγγείλει πρώτο το ευχάριστο νέο.
Ο γεροδεμένος οδηγός του φορτηγού με σηκωμένα ως τον αγκώνα μανίκια και χωρίς να ενοχλείται από το νερό της βροχής που κυλούσε απ’ την τραγιάσκα στο σβέρκο του, καταγινόταν να βγάλει κατιτίς απ’ την σκεπασμένη καρότσα. Ο μεσόκοπος κύριος μάλιστα έκανε μια κίνηση μισοπρόθυμης ανυπομονησίας προς το μέρος του όμως την τελευταία στιγμή ξανασκέφτηκε τα καλά του ρούχα και τη βροχή, μετάνιωσε και ξαναπήρε την προηγούμενη όλο αναμονή στάση του.
Στο μεταξύ ο οδηγός που’ χε γίνει μουσκίδι κατάφερε να τραβήξει από την καρότσα υπό το κράτος περίεργων κρότων και ήχων το σπουδαίο φορτίο του. Ήταν ένας τράγος. Για να κατέβει από την καρότσα στο πλακόστρωτο της πλατείας χρειάστηκαν όλες οι δυνάμεις του οδηγού. Το ζώο που το’ χε νευριάσει η βροχή που’ χε περάσει τον ελαφρύ μουσαμά τα’ χε στυλώσει για τα καλά. Στη διάρκεια της διαδρομής είχε μασήσει τη μισή απ’ την τριχιά που μ’αυτή το’ χαν δεμένο ενώ η άλλη μισή είχε τυλιχτεί ανησυχητικά γύρω απ’ τα εύρωστα κέρατα και το λαιμό του με το γένι. Άρχισε να μουκανίζει κιόλας ενοχλημένο καθώς ο οδηγός που πήγε να το ξεμπερδέψει προσπάθησε να το σύρει προς την είσοδο της εκκλησίας.
Ο διάκος που δε μπορούσε να συγκρατηθεί άλλο άρχισε να γνέφει επιτακτικά με το χέρι του. Το ζώο είχε πεισμώσει κι όσο κι αν το’ σπρωχνε και να το τράβαγε ο άνθρωπος αρνιόταν να κάνει και το παραμικρό βήμα. Βλέποντας αυτό το χάλι ο μεσόκοπος κύριος και ο απηυδισμένος με την αργοπορία διάκος άφησαν κατά μέρος ο ένας τους δισταγμούς κι ο άλλος τις τυπικότητες, κι έβαλαν από ένα χέρι ώστε να πειστεί το δύστροπο ζωντανό να προχωρήσει μέσα στην εκκλησία. Όταν αυτό κατορθώθηκε κι οι δυο τους ήταν βρεγμένοι ως το κόκκαλο και στραπατσαρισμένοι μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο. Ο οδηγός πάλι αφού έστιψε με μια απότομη κίνηση την τραγιάσκα του την ξανάβαλε στο φαλακρό του κεφάλι και χωρίς ν’ αλλάξει τη βαριεστημένη έκφρασή του μπήκε στο φορτηγάκι του και χάθηκε στο σκοτάδι.
Μέσα ο γάμος άρχισε. Υπήρχε αρκετή ησυχία πια, ο παπάς διάβαζε αργά και μονότονα κι απ’ τους λιγοστούς καλεσμένους ο καθένας προσπαθούσε να βολευτεί όπως μπορούσε καλύτερα γιατί απ’ τις παλιές πλάκες του δαπέδου ανέβαινε μια δυσσάρεστη υγρασία που μύριζε μούχλα. Ειδικά ο μεσόκοπος κύριος υπέφερε έντονα μες στα βρεγμένα του ρούχα και πότε-πότε ανατρίχιαζε σύγκορμος. Δυο φορές είχε σκουπίσει τα χέρια του με το μαντήλι του όμως η τραγίλα δεν έλεγε να φύγει από πάνω του κι αυτό τον έκανε να’ χει μια μόνιμη έκφραση αηδίας στο πρόσωπο στη διάρκεια της ανάγνωσης των ιερών κειμένων.
Ο διάκος πάλι για τους ίδιους ακριβώς λόγους ήταν αφάνταστα ενοχλημένος αλλά λόγω της θέσης του δε μπορούσε να το δείξει. Στην αρχή του μυστηρίου είχε καταπιαστεί με τα καθήκοντά του, πηγαινοερχόταν κουτσά-στραβά δεξιά κι αριστερά βοηθώντας και προετοιμάζοντας, όταν όμως η τελετή άρχισε αναγκάστηκε να ακινητοποιηθεί δίπλα στον παπά και στους μελλόνυμφους. Η θλίψη κι ο θυμός για τη βροχή που’ χε φάει, για την υπερβολική αργοπορία που έκανε πιο δυσβάσταχτο τον πόνο του λαβωμένου του ποδιού, και για την ανυπόφορη μυρωδιά, τον τύλιξαν ολόκληρο και τόσο καλά που στο στρογγυλό του πρόσωπο με τ’ αχνισμένα γυαλιά απλώθηκε μια πτωματική έκφραση υπέρτατης απελπισίας. Κάτω από το απαλό φως των κεριών έμοιαζε χαλκοπράσινος, δυσσάρεστες ιδέες στριφογύριζαν στο μυαλό του. Του φανόταν πως με κάποιον τρόπο αυτός ο γάμος ήταν ανάρμοστος, καθόλου καθωσπρέπει και συνεχώς κάρφωνε με τα μάτια τον υπαίτιο ανίκανος ωστόσο να του αποσπάσει την προσοχή.
Το ζώο στ’ αλήθεια είχε ηρεμήσει. Θες από την ιερότητα που ανάδινε μαζί με τη μούχλα ο χώρος, θες από τη μουσικότητα των ψαλμών και τη βαριά καθησυχαστική μυρωδιά του λιβανιού που καιγόταν, ο τράγος είχε χάσει εντελώς το προηγούμενό του πείσμα. Με το που πάτησε το ας πούμε πόδι του στην εκκλησία είχε αφεθεί απόλυτα παθητικά στα χέρια αυτών που φρόντιζαν για το καλό του. Τον είχαν οδηγήσει τραβώντας μαλακά μ’ ένα καινούργιο μεταξωτό σκοινί μπροστά στο βωμό αφού είχαν σκουπίσει το βρεγμένο του τρίχωμα που βρώμαγε απαίσια και κείνος δεν είχε φέρει καμιά αντίσταση. Αντίθετα μάλιστα σχεδόν είχε υποκλιθεί μπροστά στο ιερό σύμβολο. Τουλάχιστον έτσι φάνηκε στους παρευρισκόμενους που επιδοκίμασαν και σα να συγκινήθηκαν κιόλας, η ανεπαίσθητη κίνηση που’ κανε το ζώο με το μπροστινό δεξί του πόδι προς το βωμό λυγίζοντάς το ελαφρά και μουκανίζοντας συγκρατημένα σα να χαιρετούσε.
Το μυστήριο πλησίαζε προς το τέλος του και οι καλεσμένοι έδειχναν επικίνδυνα αποκοιμισμένοι όταν ο διάκος ενώ χασμουριόταν, μάλλον άκομψα, φταρνίστηκε δυνατά και τα συρμάτινα γυαλιά του πετάχτηκαν με ορμή στην άκρη της μύτης του. Το γεγονός καθ’ όλα ασήμαντο πέρα από το ότι ξύπνησε το εκκλησίασμα που άρχισε να κινείται για να ξεμουδιάσει, είχε κι ένα άλλο απρόσμενο αποτέλεσμα. Ο τράγος που τόσην ώρα είχε συμπεριφερθεί αξιέπαινα και όσο έπρεπε χριστιανικά, ταράχτηκε κι άρχισε να μουκανίζει θορυβημένος. Βέλαζε γοερά έτσι που ολόκληρη η εκκλησία αντήχησε και οι παρευρισκόμενοι πανικοβλήθηκαν μη ξέροντας τι να κάνουν. Ο παπάς σταμάτησε λίγο πριν το τέλος την τελετή και κοιταζε τριγύρω σαστισμένος. Ο διάκος που ήταν και η αφορμή γι’ αυτή την τόσο λίγο κόσμια αντίδραση κατακοκκίνησε κι αφού ξαναστερέωσε τα γυαλιά του στη μύτη του βάλθηκε να κοιτάζει με χαμηλωμένο βλέμμα επίμονα και κατανυκτικά τα πλακάκια στο δάπεδο.
Ο μεσόκοπος κύριος και οι καλεσμένοι του είχαν αναστατωθεί και η νύφη η ίδια αφού γύρισε τρομοκρατημένη προς το μέρος τους έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε σιωπηλά κουνώντας πάνω κάτω τους λεπτούς της ώμους, κάτω από το λευκό βέλο τα όμορφα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα κι ολόκληρο το χαριτωμένο της πρόσωπο έδειχνε ντροπή και πόνο.
Τι σήμαινε στ’ αλήθεια αυτό το παρατεταμένο βέλασμα; μήπως το ζώο δε συμφωνούσε και λίγο πριν την κρίσιμη για το μυστήριο του γάμου ερώτηση έδειχνε τη δυσσαρέσκειά του και πιθανά την οριστική αλλαγή γνώμης του; μήπως λόγια κακόβουλων συγγενών είχαν φτάσει στ’ αυτιά του και είχε εκδικητικά περιμένει την τελευταία στιγμή για να εκφράσει την αντίθεσή του ρεζιλεύοντας τη νύφη και τους συγγενείς της; ή μήπως πάλι είχε πληγωθεί από κάτι και η στάση του αυτό ήθελε να καταδείξει; άραγε δεν του είχαν δώσει την πρέπουσα σημασία, δεν του είχαν φερθεί καλά με τον πιο γλυκό τρόπο εκφράζοντας τη χαρά τους για τη μεγάλη τιμή που τους έκανε;
Όλα είχαν πάει μια χαρά ως εκείνη τη στιγμή και να που κάτι τόσο ασήμαντο είχε αναποδογυρίσει τα πάντα. Κόποι τόσων μηνών, διευθετήσεις και διακανονισμοί, συμφωνίες και κεράσματα, όλα τα’ χε κλωτσήσει –κυριολεκτικά σχεδόν- το ανυπάκουο, δύστροπο ζώο προς ικανοποίηση κατά κάποιον τρόπο της ακόμα νέας κυρίας που από την αρχή κιόλας είχε διαγνώσει κάτι το απότομο και χοντροκομμένο στον χαρακτήρα του.
Ενώ η αναμπουμπούλα συνεχιζόταν κι η νύφη είχε καταφύγει στην αγκαλιά του μεσόκοπου κύριου όπου έκλαιγε με την ψυχή της, ο νεωκόρος που μέχρι τότε δεν είχε πάρει ενεργά μέρος αποφάσισε να επέμβει. Πλησίασε το αναστατωμένο ζώο που κοντά στ’ άλλα είχε αρχίσει να χτυπά με τις οπλές του τις πλάκες –συμβάλλοντας το πιο πολύ στη γενική φασαρία-, και του’ βαλε κάτω απ’ τη μουσούδα κάτι που’ βγαλε απ’ την τσέπη του φαρδιού του ρούχου βιαστικά και με τρόπο. Κανείς δεν πρόλαβε να δει περί τίνος επρόκειτο όμως το ζώο πρέπει να εκτίμησε τη χειρονομία γιατί αμέσως σώπασε και άρχισε με βουλιμία να μασουλίζει ευχαριστημένο.
Η αλήθεια είναι πως ο νεωκόρος κοντά στ’ άλλα του ελαττώματα, -ήταν ψεύτης και παιδεραστής-, είχε και την κακή συνήθεια να σουφρώνει φαγώσιμα. Ήταν ο ίδιος που’ χε ρημάξει τους κήπους με τα φρούτα και τα λαχανικά των σπιτιών που’ βλεπαν στην εκκλησία. Για κάποιο διάστημα είχε μάλιστα επεκτείνει τη δράση του και σε πιο απομακρυσμένες γειτονιές που’ χαν κοτέτσια όμως ο φόβος πως τέτοιες προχωρημένες δραστηριότητες μπορούσαν να βλάψουν την σταδιοδρομία του που’ ταν ακόμα στην αρχή της, τον ανάγκασαν να αυτοπεριοριστεί.
Τώρα δα έτυχε να βρίσκεται στην τσέπη του κάποιο απομεινάρι από το απογευματινό παράνομο κολατσιό του, ένα λίγο ζουληγμένο υπερώριμο αχλάδι. Ο νεωκόρος είχε πείρα αρκετών χρόνων πια ώστε να μπορεί να βρίσκει τρόπο διαφυγής εκεί που οι άλλοι δε βλέπουν καμιά. Άλλωστε χάρη σ’ αυτή του την ικανότητα κατάφερνε να διατηρεί ακόμα τη συμπληρωματική του θέση βοηθού κατηχητή των μικρότερων τάξεων του Λυκείου των αγοριών ενώ είχε επανειλημμένα καταγγελθεί σαν σάτυρος.
Τέλος πάντων η ετοιμότητά του τη δεδομένη στιγμή ήταν ό,τι χρεαζόταν. Το ζώο ηρέμησε πάλι και μπόρεσαν να τελειώσουν με την ησυχία τους το μυστήριο που τόσο ανάρμοστα είχε διακοπεί.
Την ώρα που οι νεόνυμφοι και η χαρούμενη ακολουθία τους με γέλια και πειράγματα πλησίαζαν προς την έξοδο ένα από τα κοριτσάκια που’ χε φτάσει πρώτο έβγαλε το κεφάλι του έξω γέρνοντας τη λευκή ίσα με το μπόι του λαμπάδα που κρατούσε στο χέρι και τσίριξε: ‘Δε βρέχει! Δε βρέχει’. Ο νεωκόρος με τον διάκο το άκουσαν αυτό από το βάθος της εκκλησίας όπου καταγίνονταν με το συγύρισμα του ιερού σβήνοντας τα κεριά με άμμο κι ο διάκος πιο πολύ έδειξε την ευχαρίστησή του μ’ ένα ρουθούνισμα επιδοκιμασίας γι’ αυτή την αλλαγή του καιρού προς το πιο υποφερτό.
Όλη η παρέα είχε βγει πια στα σκαλιά, ακόμη κι ο παπάς που’ χε συνοδέψει τον μεσόκοπο κύριο και κάτω από το κίτρινο φως της λάμπας που τρεμόπαιζε φαινόταν να’ χει μια πολύ σοβαρή μα και καλόκεφη συζήτηση μαζί του.
Ξαφνικά από το στενό, εκείνο το ίδιο όπου είχε χαθεί ο περαστικός γέρος στην αρχή της ιστορίας μας, ακούστηκε ένας μικρός αρχικά σαματάς και κάτι φάνηκε να σπινθηρίζει στο σκοτάδι. Ήταν μια μικρή ομάδα από πλανόδιους μουσικούς του τσίρκου που φορούσαν γυαλιστερά ρούχα και αστεία καπέλα με ηλεκτρικά γλομπάκια σε διάφορα χρώματα. Έπαιζαν άρρυθμα και υποβλητικά προχωρώντας προς τη εκκλησία κι όταν είδαν το γαμπρό και τη νύφη κοντοστάθηκαν κι αφού συνεννοήθηκαν λίγο μεταξύ τους σταμάτησαν ακριβώς μπροστά στα σκαλιά και βάλθηκαν να παίζουν ένα εύθυμο τραγουδάκι της μόδας. Οι παράνυμφοι ενθουσιασμένες χτύπησαν παλαμάκια. Το κοριτσάκι που λίγο πριν είχε αναγγείλει το τέλος της βροχής τώρα φώναξε: ‘Τι ωραία! Τα όργανα!’. Όλοι χαμογελούσαν και ιδιαίτερα η νύφη που φαινόταν να διασκεδάζει πολύ παρόλο που έδειχνε τόσο συγκρατημένη και σεμνή.
Οι μουσικοί που’ χε τύχει να βγουν εκείνο το βράδυ για να διαφημίσουν την αυριανή τους παράσταση συνέχισαν να παίζουν με ολοένα και μεγαλύτερο κέφι καταλαβαίνοντας πως είχαν βρεθεί στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή. Έπαιζαν τώρα το ‘Κράτα με απόψε στα μαργαριταρένια σου χέρια’, μια άλλη επιτυχία που ξεσήκωσε από τις πρώτες κιόλας νότες τα μπράβο της συντροφιάς. Βγήκαν κι ο διάκος με τον νεωκόρο και θαύμαζαν τον μελαψό βιολιστή που φορούσε μια ολόσωμη κίτρινη φόρμα με κουδουνάκια στο λαιμό και στα χέρια κι έμοιαζε απόλυτα δοσμένος στον ρυθμό της μουσικής.
8/2008, 1987;
more...
Monday, August 4, 2008
Tαξίδι στα Κύθηρα
Πάνω στο 'Πήγασος Εxpress' που αντικατέστησε το 'Μυρτιδιώτισσα' που τράκαρε
Το δημοτικό camping στο Καψάλι
Το λιμανάκι στο Καψάλι. Στο βάθος η Χώρα
Το Κάστρο της Χώρας
Προς Προσκύνημα Παναγίας Μυρτιδιώτισσας
Προσκύνημα Παναγίας Μυρτιδιώτισσας
Σπίτι στον Ποταμό
Παλιό κατάστημα σε ισόγειο εγκαταλειμμένου νεοκλασικού στον Ποταμό
Στην πλατεία του Ποταμού
Στα Μητάτα μετά τον σεισμό του 2006
Ο καταρράκτης στον Μυλοπόταμο
Προς Καλαδί
Στα καμμένα
Παναγία Δέσποινα στο Βουνό
Ηλιακό ρολόι σε υπέρθυρο στον Αβλέμονα
more...
Posted by
deplaced
at
4:44 PM
Labels: καλοκαιρινές διακοπές, Κύθηρα



























