more...
Wednesday, August 1, 2018
Kατακαμμένος Αύγουστος
Posted by
deplaced
at
1:23 PM
Labels: Ιαπωνία, καλοκαιρινές διακοπές
Saturday, April 9, 2011
Requiem for Japan
Ρέκβιεμ για τα θύματα του σεισμού και του τσουνάμι στην Ιαπωνία. Από τη Λυρική στις 16/4, στις 20:00
more...
Wednesday, March 23, 2011
Σκληρή άνοιξη
from The Zen Works of Stonehouse, poems and talks of a 14th c. chinese hermit translated by Red Pine (Bill Porter), Mercury House, San Fransisco, 1999
In Spring/Time we trust
Όλες οι φωτο από το χανάμι (γιορτή των λουλουδιών) στο Πάρκο Ουένο του Τόκιο (Aπρίλης 1994). Στην τελευταία, στο βάθος η «Φλόγα» (La Flamme) του Ph. Starck, πιο γνωστή ως Χρυσή Σκατούλα...
more...
Saturday, March 12, 2011
Μετά τον Μεγάλο Σεισμό και το Τσουνάμι
南無阿弥陀仏 (Namu Amida Butsu)
Την ώρα του Κάπρου (22:00) έγινε ένας μεγάλος σεισμός. Απ’ άκρη σ’ άκρη άντρες και γυναίκες ούρλιαξαν, μπέρδεψαν τη Δύση με την Ανατολή. Ολόκληρα βουνά κατέρρευσαν και από μέσα τους ξεχύθηκαν ποτάμια• τα κρατικά κτίρια στις επαρχίες, οι αποθήκες και τα σπίτια των χωρικών, οι παγόδες και οι ναοί, όλα καταστράφηκαν σε βαθμό που ξεπερνά κάθε ιδέα. Όπως ήταν επόμενο πολλοί άνθρωποι και ζώα σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν...Οι παλιοί λένε πως δεν θυμούνται τέτοιο σεισμό. Εκείνη τη νύχτα ένας ορυμαγδός που έμοιαζε με τύμπανα ακούστηκε απ’ την Ανατολή. Μερικοί είπαν πως το νησί Izu μεγάλωσε κι απ’ τις δυο μεριές, τη βορινή και τη δυτική, πάνω από 300 πήχες, και πως ένα νέο νησί δημιουργήθηκε• τα τύμπανα που ακούστηκαν ήταν από τους θεούς που έφτιαξαν το νησί...Ο Κυβερνήτης της Tosa ανέφερε πως σηκώθηκε ένα μεγάλο παλιρροιακό ρεύμα που βούλιαξε πολλά από τα πλοία που είχαν συγκεντρωθεί για να αποδώσουν τιμές.
Περιγραφή ενός σεισμού που συνέβη το 684 μ. Χ.
(from global spin)
more...
Saturday, September 6, 2008
Constant craving

‘He would fall. He had not fallen but he would fall silently, in any instant. Not to fall was too hard: and he felt the silent lapse of his soul, as it would be at same instant to come, falling, falling, but not yet fallen, still unfallen but about to fall’.
(From: Α portrait of the artist as a young man’, by J. Joyce, 1907)
Και μέσα του, από το βάθος της ψυχής του, παρακαλούσε την τύχη να τον λυπηθεί γνωρίζοντας –παρά τις ειλικρινέστατες διαβεβαιώσεις του μπροστά σον καθρέφτη- πως κι αυτό δεν θα διαρκούσε και πως θα 'πρεπε ξανά, αργά ή γρήγορα, να βρει κάποιον άλλο τρόπο να ξεφύγει από την αγωνία και τα βάσανα των ημερών.
(επίλογος, 12/11/1992)
more...
Saturday, July 12, 2008
IJIME I (*)

Ήθελα να γράψω κάτι στον Νίκο Ν. Κάτι που να θυμίζει τα "σημειώματα" που τόσο όμορφα μου στέλνει. Με πόση φροντίδα και προσοχή! Εκείνα τα μικρούλικα χαρτάκια με τις σκέψεις της στιγμής, φρέσκα σαν κουλουράκια κυριακάτικου πρωινού ζήλεψα, κι αντί γι’ αυτό τι? Πάλι ο Q. έρχεται στο νου μου. Η Min έχει δίκιο: είμαι στ’ αλήθεια hopeless.
Εύκολα ερωτεύομαι, υποφέρω, μου περνάει, θυμώνω. Η μουσική του Vivaldi έρχεται τώρα σε κύματα σπρώχνοντας κι άλλο τον καπνό από το φιδάκι στα μαλλιά μου. Κάνει ξανά ζέστη κι από το έντονο φως της λάμπας γυαλίζει ο ιδρώτας στο δέρμα μου. Πήρα τη συνήθεια από παιδί να περνώ το καλοκαίρι, όταν μπορώ, γυμνή σαν άγρια.
Στη χαμηλωμένη TV ένα σήριαλ: μια τυπική γιαπωνέζικη οικογένεια φιλοξενεί έναν homeless μ’ όλα αυτά που συνεπάγεται κάτι τόσο radical. Το πρόσωπο του Q. έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου. Δε μπορώ πια να ξεφύγω από το βλέμμα του. Κάτω από τα σχεδόν δυο σχισμές μάτια του, (fox eyes όπως τα λέει η Keiko), με παρατηρεί πάντα επιτιμητικά. Πάντα υπάρχει κάτι να μου καταλογίσει.
"Τι έκανα πάλι Q.?", μου 'ρχεται να διαμαρτυρηθώ σχεδόν με τρυφερότητα που θα τον ξάφνιαζε αν μόνο μπορούσε ν’ ακούσει τη νοερή μου ερώτηση. Αλήθεια δεν ξέρω τι να κάνω μαζί του. Οι καλύτερες των προθέσεών μου εξατμίζονται κάτω απ’ το κύμα της ζέστης που με κάνει τόσο νευρική μερικές φορές.
"Γιατί είσαι πάντα θυμωμένη?" με ρωτά η Min. "Γεννήθηκα έτσι", θέλω να της πω, όμως και πάλι δεν είναι εντελώς αλήθεια. Όταν αισθάνομαι πως απειλούμαι, θυμώνω. Όταν αμφισβητούνται τα όρια του ζωτικού μου χώρου, θυμώνω.
Τώρα νοσταλγώ την ησυχία του zazen κάθε Σάββατο πρωί στο ναό μου. Να ελπίζω μόνο να περάσει η ζέστη γρήγορα και να γυρίσει η Sensee απ’ την California. Είναι κι οι εξετάσεις του τέλους του Σεπτέμβρη, hopeless κι αυτές. "Μη γελάς ρε Νίκο" θέλω να σου πω τώρα, όμως η σκέψη μου δε σε φτάνει.
Πάλι το γεμάτο γωνίες, αδυνατισμένο κα σα χτυπημένο σε αμόνι κρανίο του S. εμφανίζεται απότομα στην οθόνη του μυαλού μου. "What’s eating Q.?", θέλω να ρωτήσω μα η ερώτηση προτού καν αρθρωθεί, σκουντουφλά πάνω στο τείχος των μεταλλικών του δοντιών. Τα χείλη του τα ονειρεύομαι χωρίς να τα ποθώ. Χείλη, στόμα ενός ερπετού μαθημένου στην στέρηση.
Αυτοτιμωρία. Η λέξη μου’ ρχεται σαν αστραπή. Όμως γιατί?
Αδύνατος, μακρύς σαν αδέξιος αυλός στα δάχτυλα κάποιου κακότροπου θεού που τον έφτιαξε στραβά για το κέφι του και μόνο, σηκώνεται τώρα μπροστά από τον υπολογιστή, μ’ έναν ελαφρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο στεναγμό. Από το ασυνήθιστο για γιαπωνέζο ύψος του στητός με περιεργάζεται, και το βλέμμα του όταν δε με κατηγορεί βουβά για κάτι, δεν έχει απολύτως κανένα νόημα. Λευκή -ή μάλλον κίτρινη- σελίδα άγραφη το πρόσωπό του.
Απελπίζομαι με τ’ άτριχα χέρια του, τα καθαρό του στήθος όπως το μαντεύω κάτω απ’ το λευκό πουκάμισο. Υπάρχει κάτι πολύ "γιαπωνέζικο" πάνω του, σ’ αυτό που δείχνει, σ’ αυτό που δε μπορεί να κρύψει. Θα θυμώσει αν του το πω? "Μα οι Αμερικανοί φίλοι μου,...", θ’ αρχίσει. Σα να τον άκουσα κιόλας.
Q., όταν θα γυρίζω πίσω θα σε ρωτήσω κοιτάζοντάς σε στα μάτια: "Why you disliked me so much?" Και θα βάλω τα δυνατά μου να πνίξω τη δεύτερη ερώτηση-απάντηση που όπως πάντα από κεκτημένη ταχύτητα έχω να προτείνω: "Because I’m a foreigner from a small not important (anymore) country?" Κι αυτό ίσως να 'ναι λάθος. Συμπεριφέρεσαι άψογα το ίδιο στη [Κινέζα] Min και στην [Αυστριακή] Katarina. Με την τελευταία θα κάνατε ένα ωραίο ζευγάρι. Είναι πολύ ψηλή όσο χρειάζεται σε σένα, ξανθιά, κι ας μην έχει ούτε αυτή μεγάλα βυζιά.
Q., θέλω να σε ρωτήσω γιατί με ξεχωρίζεις με την συμπεριφορά σου. Παλιά ήταν απλά νευρική αντίδραση, τα υστερικό σου γέλιο, σχεδόν λόξυγκας, κάθε φορά που μ’ έβλεπες, τo πως με κάρφωνες με τα μάτια αλλόκοτα, πάντως εξηγήσιμο ως ένα σημείο. Τότε αναρωτιόμουν: "Την έχει παίξει για χάρη μου?". Τώρα πια όμως είναι σχεδόν μίσος.
Το καλοκαίρι πέρασε. Χαθήκαμε. Ρώταγες και ξαναρώταγες γιατί θα 'μενα έναν ολόκληρο μήνα σε μια πληκτική μικρή πόλη σαν την Tucson και στο τέλος ούτε καλό ταξίδι δε μου ευχήθηκες. Μόνο ρώταγες για μένα σα να μην ήξερες τη μέρα που πέταγα, τη Min. Ήσουν απρόβλεπτος πάντα. Υποκρίνεσαι πως δε θυμάσαι. Τι είναι όμως μέσα στο ζαλισμένο απ’ το διάβασμα στις βιβλιοθήκες του Yale κεφάλι σου, δε θα μάθω ποτέ.
Για πολλοστή φορά θα κάνω ένα βήμα συμφιλίωσης. You’ll do the same and you’ll regret it five minutes later. Κι αυτό το παιχνίδι, -αστείο στα μάτια των άλλων-, θα μας πάει ως το τέλος...
(*) παρενόχληση/εκφοβισμός
10/9/94
more...
Posted by
deplaced
at
7:40 PM
Labels: ijime, ημερολόγιο, Ιαπωνία
Monday, June 9, 2008
IJIME II (*)
Είμαι κουρασμένη. Ξέρω πως είναι ανόητο που αρχίζω έτσι αλλά και πάλι τι αρχίζω άραγε; Πήρα να διαβάσω για πολλοστή φορά το "Σιγανή βροχή" του Ναγκάϊ Καφού που η Celina επέστρεψε, κι ας μη βρέχει, όλη αυτή η λεπτή μελαγχολία του καιρού που χάνεται μου τρύπησε την καρδιά.Έχει ένα φεγγάρι γεμάτο και κατακόκκινο απόψε, το βλέπω μες απ’ τα στόρια να ξεπροβάλλει, δεσπόζει θριαμβευτικά ανάμεσα στα τερατώδη appartment bldgs που 'ναι εδώ και δυο χρόνια η θέα μου. Προς το ποτάμι. Πρέπει ν’ αγοράσω τα δυο βιβλία του Καφού: "Το ποτάμι Σουμίντα" (το δικό μου ποτάμι), και την "Ιστορία" -πάλι- "από τ’ ανατολικά του ποταμού".
Δε μπορώ να σε αποχωριστώ. Το γράφω έτσι απλά. Βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση. Όλες οι μικρές κακίες των τελευταίων ημερών, το τρέξιμο της έκθεσης, οι απογοητεύσεις των θλιβερών -ανύπαρκτων- επαγγελματικών επαφών, φωλιάζουν μέσα μου για να πάρουν την εκδίκησή τους. Το στόμα μου είναι πικρό, όλος αυτός ο θυμός, η ένταση, μετριέται χτύπο με χτύπο στα μηνίγγια μου. Νομίζω πως ο κόσμος θα σπάσει, θρυμματίζεται μέσα στο κεφάλι μου. Αυτό που νιώθω για σένα…, δεν έχει νόημα. Είναι το αλλόκοτο μείγμα από το θυμό μου και την αγάπη που αγωνίστηκα να ξεπεράσω.
Έπειτα η καθημερινή παρενόχληση μ’ έχει κάνει τρελή. Ονειρεύομαι όλες τις διαφορετικές εκδοχές τέλους σ’ αυτό το φοβερό bōnenkai (**) που τόσο τρέμω. Σε φτύνω στο πρόσωπο αφού σου ευχηθώ sayonara, σε χαστουκίζω, σε φιλώ στο στόμα. Wretched.
Δεν καταλαβαίνω πια τον εαυτό μου. Εσύ κι η χώρα που αφήνω γίνατε ένα. Μετά από τόση προσπάθεια μάταια επιχειρώ να κρατήσω τη λεπτή ισορροπία μέχρι την τελευταία στιγμή. Όλα γκρεμίζονται με πάταγο μπροστά μου. Δεν ξέρω τι θέλω. Τι φοβάμαι περισσότερο: να γυρίσω στη μικρή κόλαση που άφησα και να σε χάσω για πάντα ή να μείνω στη συναισθηματική έρημο που με κρατά τρία χρόνια τώρα, σε διαρκή φρίκη με την προοπτική μιας "τυχαίας συνάντησης"; Κι από πάνω λυπάμαι που δε γράφω στ’ αγγλικά. Δε θα με διαβάσεις ποτέ.
Πόσο κακή ήταν αυτή η τύχη! Για μένα σίγουρα, για σένα; Θα χωριστούν οι δρόμοι μας, δε στάθηκε δυνατό να καταλάβουμε ποτέ η μια τον άλλον. Με μισείς όσο σε μισώ; Αναστάτωσες τη ζωή μου. Για τρία χρόνια ήσουν το καθημερινό πρόσωπο της φρίκης. Σε λάτρεψα. Το πικρό σου στόμα μ’ όλους τους στραβούς του μορφασμούς, δε θα δοκιμάσω ποτέ.
Τι σκέφτεσαι; Σκέφτεσαι ποτέ εμένα; Υπάρχω? ή μόνο σαν θόρυβος, σαν παραμόρφωση στο ορθολογισμένο πλαίσιο της δραστηριότητάς σου, "σχολικής" ακόμα από ανάγκη;
Σου έγραψα ήδη ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα που δε θα στείλω. Έγραφα: I have to explain myself to myself. Τώρα πια δεν είμαι τόσο σίγουρη. Η σκοτεινή μου πλευρά: articulate? clearly cut? Αδύνατον, θόλωσε, μαύρισε τόπους-τόπους άχαρα. Δεν την αναγνωρίζω πια. Ποιος έχει τις απαντήσεις;
Σε χρειάζομαι. Όμως ακριβώς γιατί δεν το ξέρω. Και ίσως είναι ακόμα ένα λάθος. Ένα λάθος τόσο μεγάλο που εξαιτίας του χάνομαι άδικα. Δεν ξέρω τίποτα για σένα. Αν σ’ έχω παρεξηγήσει όσο με παρεξήγησες, είμαι χαμένη. Δεν ξέρω τίποτα για σένα κι ίσως γι’ αυτό καταδυνάστεψες τη φαντασία μου. Σε πλάθω όπως μπορώ.
Δεν είχα γράψει για μήνες, και τώρα αυτό το παραλήρημα...Θα σταματήσω. Είμαι λίγο μεθυσμένη. Θα πάω στο ποτάμι. Αν όλα τέλειωναν απόψε .., θα μου γινόταν η χάρη να μην αποφασίσω, να μην πληγωθώ άλλο. Όλος ο κατοπινός δρόμος φαντάζει στα κουρασμένα μου μάτια ένας άλλος μακρύς Γολγοθάς. Χωρίς ανάσα.
(*) παρενόχληση/εκφοβισμός
(**) 忘年会: αποχαιρετιστήριο πάρτυ στο τέλος του χρόνου (συνήθως το Δεκέμβρη)
24/2/1997
more...
Posted by
deplaced
at
3:41 PM
Labels: ijime, ημερολόγιο, Ιαπωνία
Sunday, June 1, 2008
IJIME III (*)

(from: “Shōbōgenzō. Zen Essays by Dōgen”, transl. by T. Cleary, Univ. of Hawaii Press, 1986)
Αν μόνο μπορούσες να απολογηθείς, θα 'χα τη χαρά να σε συγχωρήσω και ν’ απολογηθώ και εγώ με τη σειρά μου. Ή μήπως η περηφάνια μου μπαίνει στη μέση? Πως να δώσω όμως μια συγγνώμη σε κάποιον που δεν τη χρειάζεται, ή κι αν τη χρειάζεται δεν την απαιτεί;
Θα 'θελα ν’ αφήσω εδώ την αγάπη και το μίσος μου για σένα, σαν υπερβολικά συναισθήματα που είναι δεν αντέχω να τα κουβαλήσω μαζί μου πίσω. Στην Ελλάδα θα 'χω άλλα κομμάτια μου από το παρελθόν ν’ αντιμετωπίσω, κι ωστόσο το φορτίο μου αντί να γίνεται ελαφρύτερο γίνεται βαρύτερο.
Είναι κάποιος καιρός τώρα που συμφιλιώθηκα με την ιδέα της πληρωμής των χρεών μου, όχι ότι δε με πονά πότε-πότε αλλά τουλάχιστον αναγνωρίζω τη σημασία της. Στο κάτω-κάτω άδικα ήρθαν να με βρουν όλοι αυτοί οι agents of fortune? Όσο ατελείς κι αν είμαστε κουβαλάμε πάντα ένα μήνυμα, αν όχι για μας τους ίδιους, ίσως για κάποιον άλλον. Δε γνωρίζουμε συνηθέστατα το περιεχόμενο, δε γνωρίζουμε τον άλλον, όμως σχεδόν πάντα στη διάρκεια της ζωής μας πραγματοποιείται η συνάντηση, -κι αν ήθελα τώρα να είμαι πιο ακριβής, θα μιλούσα για συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα κάθε στιγμή χωρίς να είμαστε καν σε θέση να το συνειδητοποιήσουμε-, παραδίδεται τα μήνυμα ακόμη κι όταν αυτός που το παίρνει ούτε καν το αντιλαμβάνεται. Απομένει τώρα η αποκρυπτογράφηση του μηνύματος κι αυτό είναι δύσκολη δουλειά. Όμως αισθάνομαι πως βρίσκομαι στο σωστό δρόμο, μένει μόνο να το αποδεχτώ. Είναι πολύ σκληρό να το αποδεχτώ, αλλά και πάλι φαίνεται μάταιο πια να βουτήξω στη θάλασσα για να ξεφύγω, όπως ο προφήτης Ιωνάς θα καταλήξω στην κοιλιά του κήτους.
Εξάλλου δεν ξεφεύγουμε ποτέ, ο εχθρός (;) είναι μέσα μας. Με πονάει πολύ να παραδέχομαι the inevitability of the thing. Πληγώνει τον ευαίσθητο, ανεξάρτητο, κακομαθημένο, επαναστατημένο εαυτό μου όμως δεν προσπαθώ πια με την ίδια μανία να τον καταστρέψω. Don’t indulge, don’t destroy. Ανάμεσα στα δυο άκρα θα πρέπει να κινηθώ ζώντας παράλληλα my life fully. Και δε θα μου επιτραπεί πια να λυπηθώ την προσπάθεια, γιατί αυτή η προσπάθεια θα απαιτηθεί σε κάθε μου βήμα, κι αφού έχω τελικά όλη αυτή την ενέργεια θα ήταν άδικο να μη την αποδώσω. Δικαιοσύνη;
Πρέπει να κλείσω τους λογαριασμούς μου μαζί σου αγαπημένε μου. Πρέπει να μου δώσεις την ευκαιρία να σου ζητήσω συγγνώμη. Ευχήθηκα τον θάνατό σου, και το χειρότερο, λίγο στ’ αστεία, λίγο στα σοβαρά στο φώναξα κατάμουτρα. Σε δυο βδομάδες, όταν μετά την τελετή της παραμονής θα σας δεχτώ στο αποχαιρετιστήριο party μου θα στα φωνάξω αυτό σιωπηλά. Μην αποφύγεις τη ματιά μου αυτή τη φορά. Σε παρακαλώ. Είναι ίσως μάταιο που θέλω ή πιστεύω πως έτσι μπορεί να σωθώ ακόμα και την τελευταία στιγμή από την οδύνη που θα πάρω μαζί μου όμως έχω την συνείδηση πια πως είναι παράλογο, καταστροφικό να προκαλούμε τόση αδικαιολόγητη λύπη στον εαυτό μας. Σε πονάει άραγε και σένα? αναρωτιέμαι μα απάντηση δεν είναι δυνατό να πάρω. Ίσως δεν συγκεντρώνομαι αρκετά στο πρόσωπό σου. Μπορώ να ελέγχω το μίσος μου πια αλλά ακόμη δεν έχω φτάσει στο σημείο που η σκέψη σου δεν θα με ταράζει.
Υ. Γ. Ο Q. δεν ήρθε στο party μου, κι όταν ήρθε τελικά στο party που έκανε το lab για μένα και προσπάθησε μεθυσμένος, αδέξια, να μου εξηγήσει πως όλον αυτόν τον καιρό δε με μισούσε, δεν του το επέτρεψα. Επτά χρόνια μετά, επιστρέφοντας στο Τόκιο, μιλήσαμε στο τηλέφωνο μετά από απαίτηση και παρουσία του καθηγητή μου που το διασκέδαζε ολοφάνερα. Δυο αμήχανοι ξένοι που δεν αντάλλαξαν ποτέ κανένα απολύτως μήνυμα.
(*) παρενόχληση/εκφοβισμός
16/3/1997, 2008
more...
Posted by
deplaced
at
7:07 PM
Labels: ijime, ημερολόγιο, Ιαπωνία
Monday, May 19, 2008
“Even the biggest fear comes to an end” (*)

Κάποιος απ’ τους ηλικιωμένους γιαπωνέζους παρευρισκόμενους δεν κρατήθηκε κι έκλασε όταν εγώ απαντούσα σε κάθε μια απ’ τις precepts: "Yoku tamotsu", θα τις τηρήσω. Για την ακρίβεια θα 'πρεπε να επιτρέπεται ν’ απαντήσω: "θα βάλω τα δυνατά μου, θα επιχειρήσω με κάθε θυσία να...", αλλά χαμογελούσα ελαφρά χωρίς τύψεις ακόμα κι έτσι.
Όλες οι ανησυχίες της προηγούμενης νύχτας χάθηκαν κάτω απ’ το σχεδόν φιλικό ανοιξιάτικο φως. Στον ύπνο μου ταραγμένα τα 'χα βάλει με την 9η precept: do not anger, που 'ναι και το αδύνατό μου σημείο. Η επεξηγηματική ερμηνεία: κάτι για θάλασσες -και μάλιστα αξιοπρεπείς-, από σύννεφα, ερχόταν απ’ το πουθενά. Ρώτησα τη Sensee τι σημαίνει. Φυσικά και είχε υποφέρει στη μετάφραση! αποφάνθηκε εκείνη. Ωστόσο: "do not give way to anger", could be better instead.
H απάντηση περιέργως με ικανοποίησε. Φαντάστηκα τον εαυτό μου έναν αποφασισμένο μα αδύναμο κυματοθραύστη μπροστά σ’ αυτό το φουσκωμένο τέρας που 'ναι πάντα a fit of anger. Θα μαχόμουν για τη ζωή μου, πόντο-πόντο θα υπεράσπιζα το έδαφός μου μπροστά στο θηρίο. Και μετά;
Η Jiho εξήγησε το βουδιστικό όνομα που 'χα πάρει: Jikō / 慈光 (**). Της είπα πως μου θύμιζε το "ατύχημα"(jiko /事故) αν και φυσικά ακούγεται διαφορετικά, και γελάσαμε. Ji (慈) stands for compassion, like hers she said, κι όσο για το kō / 光 [koo], αυτό ήταν ιδέα του δικού της Μaster, σημαίνει "φως"! Compassionate Light.
"Το ξέρετε πως τ’ όνομά μου στα ελληνικά σημαίνει επίσης φως?". Όχι, πρώτη φορά το άκουγε αλλά δεν της φαινόταν περίεργο, τέτοια πράγματα συμβαίνουν συνεχώς, απλά her Μaster had "seen" through her. Γέλασε και η φωτογράφος από ευχαρίστηση.
Μετά κι όσο στο διαμέρισμά της η Jiho μου εξηγούσε τα περί rakusu, που θα το φοράω από δω και μπρος όταν "κάθομαι", και παρέλαυναν οι βαριές patchwork -όλες σε γλυκούς τόνους του καφέ γιατί ο Βούδας πρώτα ντύθηκε έτσι από τα bits and pieces, muddy leftovers of the cremated dead people's clothes-, Buddha robes της, άλλες για το χειμώνα, άλλες για το καλοκαίρι, θυμήθηκα πως ο Tunga μου 'χε πει ξαφνικά κι ενώ ετοιμαζόμασταν να φάμε: "I feel compassion being with you and that’s a fine time to feel like that for somebody". Η λέξη μου είχε χτυπήσει κάπως αρχαία και υπερβολική αν και κάτι τέτοια τα συνηθίζει. Μήπως όμως είμαι τελικά ένα από κείνα τα άτυχα πλάσματα, τους Upāsaka που όπως λέει κι ο Waley***, "do penance in the hills", βολοδέρνοντας ανάμεσα στην προσπάθεια να σώσουν τον εαυτό τους και αποτυχαίνοντας να σώσουν οποιονδήποτε άλλο?
Η κατάθλιψή μου φαίνεται πως πέρασε σήμερα. Καθάρισα το σπίτι, άναψα τα κεριά μου κι απόλαυσα το φαγητό μου και τη μουσική. Άνοιξα και τον κατεπείγοντα μικρό φάκελο με αποκόμματα από την Κυριακάτικη που μου 'στειλε η Μαρία Μ. "για να συνηθίζω την επιστροφή", κι ούτε αυτό δεν κατάφερε να με ρίξει.
Μετά έπιασα να τακτοποιώ κάτι ξέμπαρκα slides κι έπεσα πάνω σ’ εκείνα της Min και του Mauricio, όταν μου 'χαν ποζάρει. Τακτοποίησα χαμογελώντας τον Mauricio με το kendo helmet του. Στα slides της Min στάθηκα περισσότερη ώρα. Μου χαμογελούσε κοιτάζοντας αλλού μ’ εκείνον τον τόσο δικό της oblique τρόπο της, με ξαναζύγιζε εξεταστικά μένοντας ευχαριστημένη με το τελικό αποτέλεσμα. Αποφάσισα πως η φιλία μας θα κρατούσε σίγουρα μέχρι να παντρευτεί κι αν ήμουν τυχερή και μετά.
(*) κινέζικη παροιμία
(**) Ένα ομόηχο βουδιστικό όνομα, με διαφορετικό δεύτερο kanji (興 / fun?) ωστόσο, έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία: Legendary histories and the picture scroll known as the Tateyama Mandala say that [during Japan's Asuka period][Saeki no] Ariyori, a nephew of Saeki Ariwaka, the administrator of Etchū Province (present-day Toyama Prefecture), borrowed his father's white hawk and went hunting in the mountains. There he shot a bear, which changed into Amida [Buddha]. Ariyori received the Buddhist precepts and the religious name of Jikō (慈興 / Compassionate Fun? I wonder...).
(from: Tateyama Mountain beliefs)
03/1997
more...
Posted by
deplaced
at
12:51 AM
Labels: Ζεν, ημερολόγιο, Ιαπωνία
Friday, May 9, 2008
I'll take the precepts tomorrow morning

Ακόμα μισώ, συγκινητικά σχεδόν, αφού μόνο μισώντας μπορώ να κάνω το τελικό πήδημα στο κενό, -ή ό,τι τουλάχιστον αντιπροσωπεύει για μένα αυτή η υποχρεωτική "έξοδος" από την τωρινή μου ζωή, -κι ας μην την έζησα απόλυτα-, στην προηγούμενη, εκείνη τη γκρίζα και περιορισμένη του σκουληκιού που ονειρευόταν πως θα γίνει πεταλούδα. Κάπου στα μισά έμεινε αυτή η ανάπτυξη, τώρα αυτό το βλέπουν όλοι βέβαια, όμως πήρε τρία (3) χρόνια, -μετρώντας με τον καθολικά αποδεκτό χρόνο-, κι όσο για μένα, πήρε πολύ περισσότερο. Τόσο πολύ μάλιστα στην πραγματικότητα τη δική μου, που γέρασα, πέθανα και ξαναγεννήθηκα πολύ περισσότερες από μια φορές.
Τώρα είμαι κάποια/ος άλλη/ος. Σ’ αυτή μου την τελική (?) έκφραση καλούμαι να γυρίσω πίσω στον τόπο, -αλλά όχι και στο χρόνο-, που άφησα, κι ωστόσο κι ενώ είμαι κάτι άλλο, είμαι πολύ μακριά από εκείνο το ποθητό αποτέλεσμα που θα με συμβίβαζε με την παλιά μου πατρίδα. Είμαι κάτι άλλο που πουθενά δεν ανήκει και δεν αισθάνεται καλά. Η νέα μου πατρίδα με αποβάλλει με αδιαφορία, η παλιά μου δε με θέλησε ποτέ. Και βρίσκομαι στη μέση αυτού του διλήμματος.
Για να πιαστώ από κάπου θα πάρω τις precepts ακόμα κι αν ο θεός που αναζητώ, -κι όταν δεν το παραδέχομαι-, δε θα 'ρθει γι’ αυτό τον λόγο κοντύτερα. Σκύβω μέσα μου και κάτω απ’ τα στρώματα-στρώματα την κούραση των τελευταίων μηνών, το άγχος, την απογοήτευση, την υλική και πνευματική φτώχεια, τον φόβο μου για τα πράγματα, βρίσκω τον ίδιο πυρήνα που με κάνει αυτό που είμαι, απαράλλαχτα μίζερο και θλιβερό, αποτυχημένο. Κι αυτή η τελευταία λέξη είναι που με πονά.
Φιλοδοξίες! Έκανα τόσα κι όμως δεν ήταν αρκετά. Αν μπορούσα να σκοτώσω μέσα μου αυτή την αγωνία που με σπρώχνει πάντα μπροστά, αν μπορούσα πολύ απλά να υπάρχω οπουδήποτε, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ..., τότε μόνο ίσως η σωτηρία μου θα γινόταν προσιτή.
Ξαναδιαβάζω τα αποσπάσματα-φωτοτυπίες που μου 'δωσε η Jiho Sensee: αυτή η τελετή super-market που θα φωτογραφηθεί κιόλας κάπως με αηδιάζει, όμως ..., από τι άλλο να πιαστεί κανείς? στη χρυσαφένια σκιά του Βούδα που χαμογελά σα να 'χει όλες τις απαντήσεις θ’ αποκοιμηθώ, έπειτα θα πιαστώ να κρατηθώ από τους μακρουλούς λοβούς των αυτιών του καθώς το υπόγειο ρεύμα της επιθυμίας θα. ..., με σπρώχνει πάλι μπροστά, γιατί αυτό είναι η μοίρα μου.
Do not be angry. There is no retiring, no going, no Truth, no lie; there is a brilliant sea of clouds, there is a dignified sea of clouds. Δεν καταλαβαίνω. Δεν θέλω και να καταλάβω όμως. Σ’ αυτή τη βολική θάλασσα από σύννεφα θα ξαπλώσω. Το πέρασμα στην άλλη όχθη θα το κάνω με καλοπροαίρετη αδιαφορία.
3/1997
more...
Posted by
deplaced
at
5:50 PM
Labels: Ζεν, ημερολόγιο, Ιαπωνία
Monday, April 14, 2008
Οtsukimi (ή η θέασις της αξιοτίμου σελήνης)

Αγαπώ αυτή την αίσθηση της παραίτησης, της παρακμής. Δέκα λεπτά είναι το πάρκο από το σπίτι μου με τα πόδια Είχε σκάσει ήδη το φεγγάρι πίσω από την κορυφογραμμή των πολυκατοικιών που το μέτωπό τους συνιστά την απώτερη θέα μου, ήταν πορτοκαλί και μεγάλο σαν τα dango, τα dumplings με τη γλυκιά soy bean paste που από παράδοση τρώνε με τέτοια αφορμή. Διέσχιζα τη γέφυρα Shirahige (της άσπρης γενειάδας ή μήπως φαβορίτας;) και με φυσούσε όπως συνήθως ο δροσερός νότιος άνεμος που έρχεται από τον κόλπο του Tokyo.
Δύσκολα βρήκα την είσοδο του πάρκου, χαμένου -αν και η μια του πλευρά ακολουθεί τη θορυβώδικη, τη δική μου λεωφόρο Meiji-, μέσα στον ιστό της φτωχής γειτονιάς. Μισάνοιχτες πόρτες παντού και στο βάθος φτενοί γέροι με μακριά λευκά σώβρακα, καθισμένοι στα tatami να βλέπουν baseball στην TV.
Όταν πια μπήκα στο πάρκο αδύνατον να δω το φεγγάρι, κι από την πρασινάδα, κι από τα δυνατά φώτα που τουλάχιστον μπροστά στην κεντρική "πλατεία" εξαιτίας του κονσέρτου koto (1), έκαναν τη νύχτα μέρα. Πλήθος κόσμου, μεσήλικες, γριές και γέροι, λίγα παιδάκια κι ακόμα πιο λίγα νέα ζευγάρια, ανάμεσά τους, -έκπληξη;-, κι ένα μεικτό: gaijin (2) με γιαπωνέζα, ξεδιπλώνονταν αργά στα στενά δρομάκια του κήπου, φωτισμένα με χάρτινα ζωγραφισμένα φαναράκια που παράσταιναν φρούτα και λουλούδια. Ήταν κομψά σαν ακουαρέλες και στο κίτρινο φως τους οι γιαγιάδες πότε-πότε, εξηγούσαν τα δύσκολα kanji της καλλιγραφημένης ποίησης στα περίεργα εγγόνια.
Ξεροκατάπια όταν κάτω από την τέντα άρχισε το koto κονσέρτο. Πέντε koto και φωνές, παραλληλισμένα εν πλήρη τάξει, οι μουσικοί τους σαν ψεύτικες κούκλες με τα ροζ κιμονό τους, θελκτικές ακόμα και οι λιγότερο νέες. Δίπλα στην πρόχειρα στημένη μπυραρία, ήταν όλοι στο κέφι χωρίς ποτέ να κάνουν ανυπόφορη φασαρία όπως γίνεται συνήθως. Στάθηκα στη σκιά, έξω από την επικράτεια του προβολέα κι άκουγα και τις δυο μουσικές, μέχρι που οι μεθυσμένες φωνές σίγησαν και τα μακριά δάχτυλα με τα νύχια του koto έφτασαν βαθιά στην καρδιά μου. Έτσι πάντα γρατζουνά αυτή η έγχορδη μουσική. Σε δυσκολεύει στην αρχή ο ρυθμός της, τα τσακίσματα και τα σταματήματά της, -μόλις αρχίζει ή μόλις τελειώνει, σκέφτεσαι-, ώσπου να σε πιάσει στα χέρια της, και τότε σε κρατά με γλυκιά τυραννία στη χούφτα, δε σ’ αφήνει.
Με σφιγμένο το στόμα έπιασα να γυρίζω τα δρομάκια του κήπου κι εγώ με τη σειρά μου, η μουσική μου 'δειχνε το δρόμο. Έπεσα πάνω στην επόμενη attraction για την περίσταση: μια υπαίθρια τελετή τσαγιού, τι άλλο; Κρατημένες από τα σφιχτά κορσάζ των πολυτελών obi (3) τους πάνω από λεπτά θερινά κιμονό, κινούνταν με χάρη σέρνοντας τα zōri (4) τους πάνω στα χαλίκια, οι δασκάλες, οι καλές μαθήτριες κι ένας μαθητής, αυτός με hakama, το informal κιμονό για άντρες. Ουρά έκανε ο κόσμος, αυτός που περιέγραψα παραπάνω, για να πιει το εκλεκτό πράσινο τσάι σε σκόνη (macha), κάτω από αυτή τη δεύτερη τέντα, κι ας πήρε τ’ αυτί μου όσο στεκόμουν εκεί κάτι για ¥2,000.
Υπνωτισμένη παρακολούθησα γι’ άλλη μια φορά τις τελετουργικές κινήσεις. Ήμουν βλέπεις ακόμα υπό την επήρεια της νουβέλας του Kawabata: "Thousand cranes", και σ’ αυτήν πολύς λόγος γίνεται για την ποιότητα των bowls του τσαγιού και των άλλων utensils που χρησιμοποιούνται ανάλογα με την περίσταση από τους ειδήμονες. Μερικά απ’ αυτά είναι ανεκτίμητα κομμάτια, ίσως και τριακοσίων χρονών. Άτεχνα, στραβοχυμένα φαίνονται, ο πηλός τους γκρίζος κα μουντός, αλλά έχει βάλει ο δημιουργός τους όλη του την ψυχή για να δείχνουν ακριβώς έτσι. Η τελετή του τσαγιού αγαπά τα ταπεινά χρώματα της γης, τα ατελή σχήματα, την απλότητα, όσο ακριβά και σπάνια κι αν είναι αυτά (η αισθητική wabi-sabi)
Τώρα χαμογελούσα μέσα μου βλέποντας τους "guests" καθώς υποκρίνονταν πως θαύμαζαν, γυρίζοντας για να το δουν καλύτερα τα πάνω-κάτω, το bowl που τους δινόταν να εξετάσουν, όπως προστάζει το ξύλινο τυπικό, πριν πιουν σ’ αυτό το τσάι τους. Καμιά τύχη δεν είχε το bowl να 'ναι από "γενιά", κι όμως κάτω απ’ αυτή την πρόχειρα στημένη τέντα, του ξεχασμένου πάρκου της φτωχικής άκρης της πόλης, κι ανάμεσα στα χέρια συνταξιούχων και νοικοκυρών, έφτανε ν’ αποκτήσει το inconspicuous bowl συγκινητικό "ύψος" και σημασία. Ακριβέστατες γίνονταν οι κινήσεις από τη leading Sensee (5) που ετοίμαζε το τσάι, με μικρά μετρημένα βήματα, μια ατέλειωτη θα 'λεγες σειρά από βαθιές, της Sensee που πρόσφερε το τσάι, και ελαφρύτερες του guest που το δεχόταν, υποκλίσεις, γέμιζε το οπτικό μου πεδίο. Σηκώνονταν κι έγερναν τα κεφάλια, χωρίς ν’ ακούγεται φωνή σχεδόν, όπως τα φυτά του ρυζιού λίγο πριν το μάζεμα.
Απομακρύνθηκα αποφασισμένη να κυκλώσω τη ρηχή λίμνη που ακίνητη καθρέφτιζε την πρασινάδα, τα φαναράκια, τους περιπατητές. Τώρα το φεγγάρι, χλωμό πια, είχε ανέβει ψηλά. Τo 'πιανε το μάτι μου κατά διαστήματα μες απ’ τα δέντρα. Κάτω από μια πέργκολα που έμοιαζε να 'ναι το καλύτερο μέρος για να το δει κανείς, είχε μαζευτεί ένα μικρό group ηλικιωμένων, πιο πολλές γυναίκες, που μουρμούριζαν κι όλο το 'δειχναν με το δάχτυλο, σα να το μάλωναν. Τραβούσαν και φωτογραφίες με flash, αν είναι δυνατόν!, κι ο θόρυβος που έκανε το αυτόματο γύρισμα του film στη μηχανή, έσκαζε ξαφνικά με ορμή στη σκοτεινιά κι αναστάτωνε περιοδικά τους γρύλους κι όλα τα υπόλοιπα ντόπια πλάσματα που δικαιωματικά κατοικούν στο πάρκο.
Προσπέρασα, ακολούθησα για λίγο τα φαναράκια και βρήκα ένα καλό σημείο απ’ όπου μπορούσα να βλέπω τον πεύκο. Ήταν ένας ώριμος πεύκος γερμένος πάνω απ’ το νερό όσο χρειάζεται, και καθρεφτιζόταν γαλήνια πάνω απ’ το μοναδικό πέτρινο γεφυράκι με μια μικρή lantern δεμένη στα κλαδιά του σα μαξιλάρι. "Αυτό το πεύκο είναι υπέροχο!", σκεφτόμουν, και δεν πρόσεξα ξανά τα παιδάκια που έτρεχαν, τα flash που άστραφταν, τη σιλουέτα του hi-rise της Obayashi construction company και το apartment complex στο βάθος. Σα σκηνή του Noh ακινητούσε το πεύκο, ιδεώδες background για τους ηλίθιους που σταματούσαν εκστατικοί για λίγο στο γεφυράκι, κούναγαν πάνω-κάτω τα χέρια τους υπό το φως, σχολίαζαν τη "μαγεία" και προσπερνούσαν.
Μ’ έτρωγαν τα κουνούπια δίχως έλεος και ψεκαζόμουν συνεχώς με το mushiyoke (αντικουνουπικό) μου που δεν είναι κι ό,τι πιο ρομαντικό επίσης, αλλά η καρδιά μου είχε κολλήσει στην πλάτη γιατί όσο κι αν έκανα πως την αγνοούσα, η μουσική του koto με είχε φτάσει ως εδώ.
Στην άλλη άκρη του πάρκου πέτυχα μια δεύτερη αίθουσα, όχι τέντα αυτή τη φορά, για την τελετή του τσαγιού. Πίσω απ’ τα μισάνοιχτα shōji (6) δασκάλες και μαθήτριες στριμώχνονταν σμήνος πολύχρωμες πεταλούδες πάνω στα tatami. Μια απλή see-through καλαμωτή χώριζε τη "σκηνή" από τα "παρασκήνια"». Αυτά: τσάντες, τσαντάκια, utensils, μαζί με μια μακριά, πάντα ζεστά ανθρώπινη στη πρώτη της θέαση, σειρά από γυναικεία κυρίως παπούτσια, μπροστά στην κυρία είσοδο, με διασκέδασαν για ώρα.
Ξαναγυρίζοντας στο σημείο εκκίνησης βρήκα τα koto κατεβασμένα από τις βάσεις τους, τυλιγμένα στις υφασμάτινες σα μεγάλα furoshiki (7) θήκες τους. Η γιορτή όπως όλα, βάδιζε προς το τέλος της. Στάθηκα για λίγο με μια μικρή παρέα από μεσήλικες οπλισμένους με cameras και videos μπροστά σ’ έναν για την περίσταση στημένο μικρούλικο "ναό". Ποια να 'ταν η Shinto θεότητα που γιορταζόταν με αφορμή το Otsukimi απόψε; Μπροστά στο κλειδωμένο ντουλάπι της, σε σκαλωτή παράταξη έστεκαν τα μπουκάλια με το sake και η πιατέλα με τα dango. Παραμυθένια έμοιαζαν τα κομψά αφιερώματα κάτω απ’ το αδύναμο φως.
Στην τέντα της τελετής του τσαγιού, λίγο πριν από το κλείσιμο, κάποιος "ειδήμων" με την arrogance της σιγουριάς, -ή μήπως του μεθυσιού;-, έπιασε να θαυμάζει μεγαλόφωνα τα σύνεργα. Με αρχαία περίτεχνης ευγένειας γιαπωνέζικα του απαντούσε η leading Sensee.
Γύριζα πίσω κι έκανα μια στάση σ’ έναν αληθινό ναό αυτή τη φορά. Ορθάνοιχτο στη νυχτερινή ζέστη ήταν το σπίτι του ιερέα, στο βάθος έπαιζε η έγχρωμη SONY αλλά ο περίγυρος ήταν ακόμα "παραδοσιακός". Άστραφτε το ξύλινο πάτωμα, στη βυθισμένη ένα σκαλί είσοδο γραμμικά παρατάσσονταν τα ψάθινα zōri. Το στοιχειό του ναού, μια καλοθρεμμένη μαύρη γάτα, καθόταν μ’ όλη της την άνεση, obviously appreciating the solo concert of a cricket lost in the grass next to her. Μ’ άφησε να την χαϊδέψω για ώρα.
Λίγο πριν φύγω, ένας τρελός ξαναμμένος jogger μούσκεμα στον ιδρώτα, στάθηκε για λίγο μπροστά στο κιβώτιο με τα offerings, clapped his hands twice, χωρίς όμως να χτυπήσει το gong για ν’ ακούσουν οι θεοί, πήρε ανάσα, κι έφυγε βιαστικά όπως είχε έρθει. Σαν τον άνεμο.
(Από τα "Γράμματα από το Τόκιο", Tokyo, 1995-96)
(1) η γιαπωνέζικη άρπα
(2) ξένος
(3) φαρδιά ζώνη του κιμονό
(4) ψάθινα σανδάλια
(5) δασκάλα, ισοδύναμο του master
(6) συρόμενες πόρτες που αντί για τζάμι έχουν γιαπωνέζικο χαρτί: washi
(7) μεταξωτό πανί περιτυλίγματος
more...
Posted by
deplaced
at
10:54 PM
Labels: Ιαπωνία, ιστορίες, πανσέληνος
Tuesday, April 8, 2008
Omikoshi

Χτες το μεσημέρι είχα περάσει από κει, -το Tokyo Journal άλλωστε το είχε στα must-, αλλά τίποτε το ιδιαίτερο. Μετά το πρώτο μου matsuri, -στο Bandobashi όταν ήμουν ακόμα για τη γλώσσα στη Yokohama-, είχα αποκτήσει σχετική ανοσία στα πάσης φύσεως αλλόκοτα ερεθίσματα: μικροπωλητές που πουλούν σε αυτοσχέδια περίπτερα χρωματιστές πλαστικές μάσκες για παιδιά, takoyaki (κομματάκια βρασμένο χταπόδι κρυμμένα σε σβώλους από ζύμη με ginger), μπανάνες-σουβλάκι περιχυμένες με σοκολάτα ή άλλο παρδαλό unidentified υλικό, noodles, ψάρεμα βώλων σε mini λιμνούλες με χρυσόψαρα μικρά όσο ένα δάχτυλο, κι ό,τι άλλο βάζει ο νους, μάλιστα μπορώ να πω πως με το φως της μέρας όλα τα παραπάνω που τόσο με είχαν αφήσει με το στόμα ανοιχτό, τόσο που να ξοδέψω ένα ολόκληρο film δοκιμάζοντας την καινούργια μου Nikon εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ, -με αμφίβολα πάντως αποτελέσματα-, να μ’ ενοχλήσουν σχεδόν τώρα.
Κάτω από το γκρίζο χαμόγελο ενός αναποφάσιστου ουρανού, -θα περάσει ο τυφώνας απόψε ή όχι?-, καθετί έμοιαζε άσχημο, κακόγουστο. Συνηθισμένη κιόλας στην περισυλλογή της τελετουργικής πια βόλτας μου στα εδάφη του ναού, χαζεύοντας τους παχουλούς κυπρίνους με τα ζωηρά χρώματα να κόβουν βόλτες στη λιμνούλα, ένιωσα πως κάτι άγριο και ξένο είχε κάνει κατοχή σ’ ό,τι αγαπούσα μέχρι τώρα. Γι’ αυτό ήμουν διστακτική να αφεθώ να συμφιλιωθώ μ’ αυτή τη νέα τόσο εμπορευματοποιημένη ακόμα και με τα μέτρα τα δικά μου που αφήνουν περιθώρια εικόνα.
Την επόμενη μέρα είχα κιόλας ξεχάσει την κακή εντύπωση κι αν δεν ήταν οι διακοσμήσεις, -κόκκινα και κίτρινα φαναράκια-, σ’ όλο το μήκος του δρόμου, κι η μουσική, διαρκής, παραλίγο ενοχλητική στην επανάληψη και στη μονοτονία της: ήχοι του Noh φλάουτου τόσο «παραδοσιακοί» όσο δημοτικά από την Ηπειρο αναμεταδιδόμενα από μεγάφωνα στη Σταδίου, ούτε που θα περνούσε καθόλου από το μυαλό μου πως στο ναό συνεχιζόταν το πανηγύρι.
Είχε πια νυχτώσει, είχα κλειστεί από νωρίς στο «κελί» μου και ξεφύλλιζα αποφασιστικά το βιβλίο του Soper: "Art and Architecture in Japan", το ίδιο εκείνο βιβλίο που είχε αποτελέσει αν θυμάσαι τη Βίβλο μου το περασμένο καλοκαίρι όταν προετοιμαζόμουν για την υποτροφία, ενώ αναρωτιόμουν αν δεν θα 'κανα καλά να του ξαναρίξω μια σοβαρή ματιά, αυτή τη φορά με αφορμή τις επικείμενες, -έστω και για την τιμή των όπλων-, εξετάσεις του τέλους του μήνα, όταν..., τύμπανα και ρυθμικές κραυγές μ’ έκαναν ν’ αλλάξω απότομα γνώμη.
Απ’ το παραθυράκι του φωταγωγού, -αν για φωταγωγός λογαριάζεται αυτή η φέτα κενού που σου επιτρέπει ν’ αγγίζεις και κυρίως ν’ ακούς τις αποχετεύσεις του απέναντι-, ήρθε μεγεθυσμένο στην ένταση και στη σημασία του ένα κύμα ανθρώπινης δραστηριότητας που με ξεσήκωσε στη στιγμή.
Θυμάμαι πως καλά-καλά δεν πρόλαβα να σκεφτώ τι να ρίξω πάνω μου, τι είδους αφορμή χρειαζόμουν για μια τόσο απροσδόκητη έξοδο. Είναι απίστευτο πόσο excited ένιωσα κάτω από την επήρεια των "βάρβαρων" αυτών ήχων! Μουρμουρίζοντας στον εαυτό μου πως τάχα επειγόμουν ν’ αγοράσω katorisenko (το φιδάκι για τα κουνούπια), -που από μόνο του ποτέ δε θα μ’ έβγαζε μέχρι το κοντινότερο convenience store-, όρμησα έξω από την πολυκατοικία σα να 'χε πιάσει φωτιά.
Από τον κόσμο είχε κλείσει ο δρόμος. Στα πρώτα φανάρια ήταν σταματημένες δυο εξέδρες σε ρόδες, γεμάτες παιδιά-μουσικούς που τις τράβαγε πλήθος. Και πιο πέρα ο omikoshi μου. Χρυσός σα μονώροφη παγόδα, χιλιάδες λιλιά κρεμασμένα πάνω του. Στην κορφή κάτι που έμοιαζε με πετεινό ή ανεμοδούρα, στις τέσσερεις γωνιές χοντρά μωβ κορδόνια, κι όλο αυτό το φορητό οικοδόμημα σειόταν και λυγιόταν στους ώμους δεκάδων νεαρών στην πλειοψηφία τους ατόμων. Έκανε να μοιάζει ακόμα πιο σκούρα και επιβλητική η κορυφογραμμή του Δημαρχείου του Tange που προβαλλόταν μισοφώτιστη πίσω από τη μαύρη μάζα των δέντρων του πάρκου.
Όλοι, ακόμα κι αυτοί που απλά ακολουθούσαν, φορούσαν τα happi τους, (ελαφρά σακάκια), πιο συχνά μπλε, που στην πλάτη είχαν τα kanji των χορηγών και διαφημιζόμενων. Στο κεφάλι τη δεμένη στριφτή κορδέλα, στα πόδια σαγιονάρες ψάθινες, πολλοί ξυπόλητοι ή με tabi (τα λευκά καλτσάκια που κουμπώνουν με κόπιτσες στον αστράγαλο κι έχουν χωριστή θέση για το μεγάλο δάχτυλο) .
Μου πήρε αρκετή ώρα για να παρατηρήσω μέσα στη γενική ταραχή πως πολλοί άντρες κάτω από τα happi τους, -που συνήθως σταματούν κάτω απ΄ τον κώλο-, ήταν σχεδόν γυμνοί! Φορούσαν ένα είδος εσώρουχου που θύμιζε tanga (fundoshi) και κυκλοφορούσαν πολύ άνετα, αυτός μάλιστα που τον κατάλευκό του πισινό πρόσεξα πιο πολύ δεν ήταν κι ο πιο νέος.
Ο κόσμος χαμογελούσε καθώς η ρυθμική κραυγή όσων κουβαλούσαν τον omikoshi: wasshoi!, κι όσων τους ενθάρρυναν με ντουντούκες, ανακατεύονταν με τη μουσική των παιδιών από τις εξέδρες και τους μπάσους ήχους από το taiko, το μεγάλο ιερό τους τύμπανο, σταθμευμένο παραπάνω. Οι αστυνομικοί κουνώντας πέρα-δώθε τα φωτορυθμικά globs (?) τους προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο για τα τελευταία αυτοκίνητα που 'χαν εγκλωβιστεί στη λεωφόρο. Μητέρες με μωρά στη πλάτη χαιρετούσαν με βαθιές υποκλίσεις την πομπή παρασύροντας και τα μωρά στην κίνησή τους.
Ακολουθούσα ευτυχισμένα μπερδεμένη στο χαρούμενο πλήθος, -η μόνη "ξένη" χωρίς υπερβολή-, χωνεμένη σ’ αυτή τη μάζα από παραδοσιακά και "δυτικά" ντυμένους ανθρώπους που στο μεταξύ έβρισκαν χρόνο να τραβούν φωτογραφίες, video, ακόμη και ν’ απαντούν σε κινητά.
Πλησιάζοντας όλο και πιο άφοβα το κύριο σώμα της πομπής δε μπορούσα παρά να νιώθω έκπληξη χαζεύοντας τα μερικές φορές τόσο νέα πρόσωπα των "πιστών". Είναι καλή τύχη να κουβαλήσει κάποιος στους ώμους του omikoshi. Συχνά κάποιοι από τους "ένθεους" συμμετέχοντες κουράζονταν και αποχωρούσαν. Βουτηγμένοι στον ιδρώτα μετά απ’ όλο αυτό το σπρώξιμο, το κόλλημα του ενός πάνω στον άλλο, τσαλακωμένοι και σχεδόν γυμνοί, έκαναν στην άκρη με πρόσωπα που άστραφταν, παραχωρώντας στους επόμενους την πολύτιμη θέση τους. Μου τράβηξε την προσοχή ένα οξυζεναρισμένο κεφάλι πιτσιρικά που αν τον είχα συναντήσει στην ανατολική έξοδο του σταθμού μου θα τον είχα πάρει σίγουρα για τσιράκι της τοπικής yakuza. Τώρα εδώ, γεμάτος ενθουσιασμό, σαν παιχνίδι, άλλαζε το happi του με τους ανυπόμονους φίλους του, πορτοκαλιά αυτή τη φορά μαλλιά, σκουλαρίκια γεμάτους.
Στα δεύτερα φανάρια μπροστά στο New Prince Hotel, -προς μεγάλη χαρά των ξένων που έτρωγαν για βράδυ-, o Οmikoshi σταμάτησε για να κάνει επιτόπου στροφή παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής.
Δεν είχαμε διανύσει ούτε διακόσια μέτρα μα η αργή πέρα-δώθε κίνηση της πομπής, οι φωνές, τα παραγγέλματα και η εύθυμη αναταραχή, τα 'καναν να μοιάζουν με μια λαμπρή συγκλονιστική πορεία.
Όποιος έχει παρακολουθήσει από κοντά περιφορά omikoshi δε μπορεί παρά να 'νιωσε όπως εγώ αυτή την ανεξήγητη έντονη διάθεση να ορμήσει μπροστά για να πάρει τυφλά τη θέση ενός από τους "πιστούς", αν μπορεί κανείς εδώ να χρησιμοποιήσει τον όρο. Ν’ αγγίξει τα βάρβαρα, ειδωλολατρικά, κι όμως εκλεπτυσμένα στολιδάκια, να νιώσει το βάρος του ταλαντευόμενου χρυσαφένιου σκηνικού, ν’ απαντήσει ουρλιάζοντας από το βάθος της ψυχής του στο κάλεσμα.
Γιατί αυτός ο βαθύτατα παγανιστικός πετεινός, αυτό το υπερβολικό λοφίο, ασκεί πάνω μου γοητεία τέτοια που κανείς επιτάφιος δε μπόρεσε ποτέ να εξασκήσει?
Η Shinto θρησκεία είναι θρησκεία της ζωής. Δοξάζει τον Θεό της στο καθετί: στο δέντρο, στην πέτρα και στο βουνό, υπάρχει πάντα ένα kami (πνεύμα). Αντίθετα ο Χριστιανισμός, αποπνικτικά θλιβερός, στο μυαλό μου συνδέθηκε με την τιμωρία του Πάσχα.
Τα Χριστούγεννα πάλι ήταν πάντα ελάχιστα "ορθόδοξα" χριστιανικά, με τον ψευτοχιονισμένο luxurious τρόπο που τα θυμάμαι από παιδί, μέσα σ’ έναν καταιγισμό από ειδικά τηλεοπτικά προγράμματα, γλυκά που μοσχομυρίζουν στον φούρνο και δώρα τυλιγμένα σε αστραφτερά χρυσόχαρτα κάτω απ’ το αιώνιο χριστουγεννιάτικο δέντρο που αυτό κι αν δεν έρχεται από κάπου αλλού.
Μόνο το Πάσχα ήταν βαθύτατα, απαραίτητα "ορθόδοξο". Στο χωριό της μητέρας μου στην Αρκαδία ή και στη γειτονιά μου στην Αθήνα, η αργή τελετουργική περιφορά του επιταφίου μέσα στο βαθύ σκοτάδι μιας χλιαρής βραδιάς που δεν υπόσχεται τίποτα ευχάριστο, με υπόκρουση τους επιβλητικούς ήχους μιας καμπάνας που δεν εξιστορεί, μόνο υπενθυμίζει. Και σε κάθε βήμα το αργό, βασανιστικό στάξιμο του κεριού στα δάχτυλά μου, σαν τιμωρία. Η φλόγα που σ’ αυτή προσηλώνω το βλέμμα , που τη σβήνει στο τέλος μια δυνατότερη ριπή ανέμου.
Με φίλες μου πιο πολύ ακολουθούσα τον επιτάφιο, πάντα αποτυχαίνοντας να 'μαι κοντά στην αρχή, στην κεφαλή της λιτανείας. Μ’ εντυπωσίαζαν, -ζήλευα-, τα παπαδάκια που 'βγαιναν πρώτα ντυμένα στα χρυσά, με τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ στα χέρια, κι όλο ήθελα να βρεθώ κοντά στον πεθαμένο Χριστό. Όταν πια αυτό συνέβαινε, ήμασταν πίσω στην εκκλησία, τα φώτα είχαν ξανανάψει, το αναγκαστικά βιαστικό προσκύνημα μόνο άγχος μου 'φερνε. Δεν πρόφταινα καλά-καλά να ρίξω μια ματιά στον "νεκρό" και πάντα μου 'μενε αυτή η δυσάρεστη υποψία: δεν υπήρχε κανείς πεθαμένος σ’ αυτό το τετράγωνο χρυσοποίκιλτο σπίτι-φέρετρο.
Η δισδιάστατη -too realistic- εικόνα του Χριστού στον σταυρό, μου 'κανε την ίδια κακή εντύπωση. Και το χειρότερο ερχόταν το Μ. Σάββατο το πρωί: ο πατέρας μου δεν έπινε ούτε νερό, -αυτός που σπάνια νήστευε-, μα εγώ πάντα είχα την ίδια ενοχλητική αίσθηση: δεν υπήρχε κανείς πέρα απ’ τα αφημένα στεφάνια των λουλουδιών που τόσο συγκινητικά μαραίνονταν κάνοντας την ατμόσφαιρα γλυκερή και βαριά στην εκκλησία.
Θρησκεία που εστιάζει κύρια στον θάνατο του ιδρυτή της, -γιατί ποτέ η Ανάσταση του Μ. Σαββάτου και η Κυριακή του Πάσχα δε μου 'καναν καμιά ιδιαίτερη εντύπωση λύσης του δράματος, με εξαίρεση φυσικά τις κανιβαλικές γαστριμαργικές επιδόσεις μου-, και δι’ αυτού στον παραδειγματισμό των πιστών, ο ορθόδοξος χριστιανισμός με τρόμαζε πάντα μα και με προσέλκυε μ’ έναν σχεδόν διεστραμμένο τρόπο.
Τώρα εδώ σ’ αυτή την άκρη της γης, βρισκόμουν για πρώτη φορά σε επαφή με μια θρησκεία που γιορταζόταν απλά σα μια χαρούμενη δραστηριότητα.
Αφέθηκα να παρασυρθώ κι εγώ από το πλήθος που ομαλά, ευτυχισμένο, διαλυόταν σε μικρότερες ομάδες. Είχα χτυπήσει κι εγώ μαζί τους παλαμάκια όσες φορές είχε χρειαστεί. Ήμουν αδέξια, ακολουθούσαν φυσικά τους γνωστούς τους ρυθμούς με παραδειγματική άνεση, κάποιος στην κεφαλή της πομπής χτυπούσε πότε-πότε δυο ξύλα μεταξύ τους και το πλήθος χαρούμενο, σα να το περίμενε, αμέσως ακολουθούσε.
Κατηφόρισα προς τα πίσω ενώ η κυκλοφορία άνοιγε ξανά, ακολουθώντας από παρόρμηση έναν πολύ ελκυστικό Γιαπωνέζο που 'χε τραβήξει την προσοχή μου από ώρα. Μα συνοδεύονταν, έστω κι από μια πολύ χοντρή κι άσχημη Γιαπωνέζα που φορούσε το ίδιο μ’ αυτόν happi. Άραγε η γυναίκα του?
Στο convenience store δεν είχαν katorisenko. Έπειτα πίσω στο κελί μου, με τα κουνούπια, -σκνιπάκια μάλλον, αθόρυβα, σχεδόν αόρατα στ’ αμάθητα μάτια μου-, να με τρώνε ανελέητα, και το βιβλίο της ιστορίας ακόμα ανοιχτό στην ίδια σελίδα χωρίς προοπτική, σκέφτηκα για να παρηγορηθώ πως τα καλύτερα μαθήματα ιστορίας, αρχιτεκτονικής και μη, δίνονται στο δρόμο, που αλλού?
("Γράμματα από το Τόκιο", Tokyo, 1995-96)
(*) τελικά επρόκειτο για ασκήσεις εθελοντών πυροσβεστών γειτονιάς
more...
Friday, April 4, 2008
H επίσκεψη του Αυτοκράτορα

Σήμερα το πρωί, καθ' οδόν προς τη σχολή είδα -από μακριά- τον Αυτοκράτορα και την Αυτοκράτειρα της Ιαπωνίας. Το Μητροπολιτικό Μουσείο Δυτικής Τέχνης ήταν κλειστό και φαίνεται πως ήταν οι μόνοι επίσημοι επισκέπτες.
Στην αρχή δεν κατάλαβα τι συνέβαινε. Όλα ήταν όμως κάπως πιο ήσυχα απ’ ότι συνήθως, έτσι στάθηκα κι εγώ με τον κόσμο που μαζευόταν σιγά-σιγά να δω ποιος θα βγει από τη μαύρη λιμουζίνα που 'χε παρκάρει στο σκοτεινό βάθος των δέντρων.
Εκεί, εν μέσω αστυνομικών που 'χαν παραταχτεί μάλλον αραιά, κι ενώ κάποιες γυναικούλες είχαν ήδη γονατίσει σε καθαρά απλωμένα μαντήλια, άφωνα, το αυτοκρατορικό ζευγάρι βγήκε, κομψό, μικροσκοπικό, και με χαριτωμένα βηματάκια σα να εκτελούσε κάποιο νούμερο για χάρη των παρευρισκόμενων, κατευθύνθηκε προς την είσοδο χαιρετώντας και κάνοντας ελαφρές υποκλίσεις.
Η αυτοκράτειρα, ντυμένη στα λευκά, σαν κούκλα, με κείνο το απαράδεκτο και ανεξήγητο πάντα στην ισορροπία του καπελάκι που σαν καρούμπαλο που μόνο αλλάζει χρώματα είναι αιωνίως καρφωμένο στο μέτωπό της, προχωρούσε μερικά βήματα πίσω από τον προπορευόμενο αυτοκράτορα.
Submission είναι μου φαίνεται η λέξη που κατά παράδοση αρέσει πιο πολύ στον γιαπωνέζο άντρα. Άλλωστε αν δεν ήταν έτσι πως θα ευδοκιμούσε η S&M discipline στη χώρα?
Σκέφτηκα τον S. και την ακατανόητη συμπεριφορά του και μου πέρασε από το μυαλό πως αν περπατούσα κι εγώ μερικά "βήματα" πίσω του αυτό θα βελτίωνε τις σχέσεις μας που χειροτέρευαν φανερά τον τελευταίο καιρό χωρίς προφανή λόγο.
Υποκλίθηκα λοιπόν ελαφρά ταραγμένη που η εικόνα του συμβόλου της Ιαπωνίας φαινόταν να μου γνέφει εμένα προσωπικά. Έπειτα πρόσεξα παρ’ όλη τη βεβιασμένη συγκίνησή μου ανακατεμένη με αυτoπεριφρόνηση, πως τους homeless που οι σκηνές τους από πάντα ακούμπαγαν στη μάντρα του μουσείου, εκείνη ειδικά τη μέρα τους είχαν ξηλώσει.
Από την επομένη όμως όλα ήταν όπως πρώτα στη θέση τους.
6/9/1994, 2008
more...
Posted by
deplaced
at
10:29 PM
Labels: Αυτοκράτορας, Ιαπωνία, ιστορίες
Thursday, April 3, 2008
She dances, then vanishes at dawn

Έτσι χόρεψε το φάντασμα της νέας γυναίκας χωρίς όνομα, στο Noh πάντα γνωστή σαν "the well curb lady" (η κυρά του φιλιατρού του πηγαδιού).
Στη σκηνή της κορύφωσης σκύβει στο πηγάδι, ή τουλάχιστον σ’ αυτό που συμβολίζει πολύ αφαιρετικά το πηγάδι, φορώντας τα ρούχα του αλλοτινού εραστή της. Στον καθρέφτη της επιφάνειας του νερού, 'βλέπει' τον παντοτινά αγαπημένο της.
Κι έτσι, με μια σειρά από κοφτές, σφιγμένες, βασανιστικά αργές σα να θέλουν να ξεφύγουν από την εξαναγκασμένη χορευτική τροχιά τους κινήσεις, το φάντασμα παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Οι δεήσεις του ιερέα θα του επιτρέψουν από δω και στο εξής να "αναπαυθεί".
Φαντάσματα όμως γίνονται κατά τη βουδιστική δοξασία εκείνοι που η ψυχή τους αφού πεθάνουν, μένει ακόμα με αγωνία προσκολλημένη σε κάτι που τους κρατά στη ζωή, στον κόσμο των αισθήσεων. They just linger.
1995/2008
more...
Posted by
deplaced
at
6:54 PM
Labels: Ιαπωνία, Νο, σχολιασμός
Monday, November 26, 2007
Νύχτα με πανσέληνο

Με την άκρη του ματιού του πρόσεξε το νέο μήνυμα που αναβόσβηνε και παράτησε για λίγο το email που είχε αρχίσει να γράφει. "Do u cyber?" ρωτούσε ένας Άγγλος -ίσως, νεαρός όπως αποδείχθηκε όταν τσέκαρε τα προσωπικά του στοιχεία. Συνήθως δεν απαντούσε σε ηλικίες που τον άφηναν πίσω ή μπροστά πάνω από -για κάποιο λόγο- επτά χρόνια. Ο Ken ήταν (?) εννιά χρόνια μικρότερος.
Ήταν έτοιμος να κλείσει το παράθυρο στην οθόνη του και να επιστρέψει στο γράμμα του χωρίς καν να απολογηθεί όταν τον κυρίεψε μια ξαφνική ερημιά. Έφταιγε που 'ταν πανσέληνος άραγε?
Όλη τη μέρα σήμερα οι εφημερίδες on line βούιζαν με τα σχέδια για το αποψινό πανηγύρι. Παρασκευή, η τελευταία Αυγουστιάτικη Πανσέληνος του χρόνου, -και της Χιλιετίας για τους περισσότερους αδιόρθωτους. Άνοιγαν ξανά μετά από καιρό τους αρχαιολογικούς χώρους με συναυλίες, ο κόσμος ξεχυνόταν στους δρόμους ή τουλάχιστον έτσι το 'χε φανταστεί κι ας σιγόνταραν όπως κάθε βράδυ οι τηλεοράσεις στα μπαλκόνια των απέναντι. Εκείνον τον είχε καβαλήσει για πολλοστή φορά η έμφυτη αντίδρασή του σε ο,τιδήποτε -κεφάτα η όχι-, οργανωμένο. Έμενε μέσα. Τρόπος του λέγειν φυσικά. Είχε επωφεληθεί απ΄ τη δροσερή νύχτα για να κατεβάσει ακόμα και τα ρολά, απ’ έξω το διαμέρισμα κολύμπαγε στο σκοτάδι, όμως μέσα....
Έχοντας σταθερά καρφωμένο το γεμάτο φεγγάρι στο πίσω μέρος του κρανίου του, εκεί πού παράδοξα το 'νιωθε το τρίτο του μάτι, πάτησε αποφασιστικά το «Reply», και χτύπησε σχεδόν με χαρά: "Yes"! Η απάντηση ήρθε αμέσως: "Do u often do that?". Όχι, δεν το έκανε παρά πολύ σπάνια όμως η ανασφάλεια του Ken δεν έλεγε να χορτάσει: "Do u prefer younger men?". Απάντησε ειλικρινά πως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, βρισκόταν στο όριο. Τον ξάφνιασε η ευγνωμοσύνη του άλλου, "Thanx...", άστραψε στην οθόνη μονολεκτικά η συντροφική μοναξιά.
Για λίγο δεν απάντησε. Έγειρε πίσω στην εργονομική του θέση, πήρε μια βαθιά ανάσα, έπειτα ξανάνοιξε το αρχινισμένο email, ήθελε αυτό να το μεταφέρει στον Κώστα. Ο Ken όμως δεν τον άφησε: "R u there?", ήθελε να ξέρει. "There?", αναρωτήθηκε με πόνο σχεδόν. Που βρισκόταν άραγε πια αυτή η πατρίδα? Εντελώς παρορμητικά άφησε τα δάχτυλά του να ρωτήσουν με αγένεια σχεδόν, άμεσα: "What r u doing right now? can u describe the place u r?". Ήθελε πάρα πολύ να μιλήσει για την Πανσέληνο, κι ας μην τολμούσε ούτε στο μπαλκόνι του να βγεί για να τη χορτάσει. Φαντάστηκε πως ο νεαρός θα απογοητευόταν, "it’s just that I’m not interested in descriptions of underwear any more, if u know what I mean, so please! do stick to the spatial details instead....", ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί ωστόσο.
Ο Ken συμμορφώθηκε χωρίς αντιρρήσεις, he was in the 1st year of Management, -sure! what else?-, τώρα ακριβώς βρισκόταν σε ένα γραφείο του Πανεπιστημίου, ήταν μόνος. "R u near a window?", μα μετάνιωσε γι’ αυτή την αχαλίνωτη περιέργεια που του φάνηκε ακόμα πιο παράλογη κι απ΄ το να 'χε ξαφνικά θελήσει να ξέρει μεμιάς το ζώδιο ή την ομάδα αίματος του άλλου. Βαθιά μέσα του ήθελε μόνο να τον ρωτήσει με τη σειρά του ο Ken για το δικό του δωμάτιο έτσι που να μπορεί επιτέλους να μιλήσει για τον πόνο του, που ωστόσο τον είχε προκαλέσει ο ίδιος στον εαυτό του: ήταν κλεισμένος "έξω" απ’ την Πανσέληνο, ενώ όλοι οι άλλοι ήταν "μέσα". "How about u?", ο Ken επιτέλους έμπαινε στο παιχνίδι.
Ευχαριστημένος που τον είχαν ρωτήσει καταπιάστηκε με την περιγραφή. Πρώτα του δωματίου: τη μέρα, μέσα απ’ τις γρίλιες των ρολών, βλέπει, -για την ακρίβεια νιώθει περισσότερο-, τον αέρα να φουσκώνει πίσω απ’ τις κατεβασμένες μέχρι κάτω τέντες των απέναντι. Έχουν ένα ξέθωρο από τον ήλιο πορτοκαλί χρώμα που καθώς πάλλεται σ’ όλο το ύψος μέχρι πάνω τα ρετιρέ, μοιάζει με πλαγιά λόφου από χώμα που ζωντάνεψε ξαφνικά. Όταν νυχτώνει οι τέντες σηκώνονται για ν’ αποκαλύψουν διαμερίσματα-κουτιά, όμορφα ή άσχημα φωτισμένα, μικρά θέατρα του παραλόγου, με τις κωμωδίες και τα δραματάκια τους
Ο Ken πρέπει να χασμουρήθηκε και η επίκαιρη αναφορά πήγε μάλλον χαμένη. "Full moon from a wide shut room? don’t know really, could be... but, from where I am now, -I mean it’s just a cubicle-, there’s nothing to see". Ναι, βέβαια καταλάβαινε. Δεν υπήρχαν και πολλά να πει κανείς κι έτσι δικαιολογήθηκε πως είχε δουλειά και βγήκε για λίγο. Πιο απογοητευμένος από πριν έριξε αυτή τη φορά όλη του την προσοχή στο email του.
"Fantazomai pos ehete akoma polli kai ygri zesti alla tha ginontai ta festival tora kai poly sas zilevo. Thymasai to propersino kalokairi stin palia mou geitonia, pou eihame paei na doume ta pirotexnimata? De mporo na to ksehaso, tipota de mporo na ksehaso, kathe mikri leptomereia mou kaiei to myalo. Sa nameine xoros sto kefali mou mono ya ekeina ta xronia pou perasa ekei. Kai eidika tetoies nyxtes me panselino thymamai pou eihan anoiksei ton kipo konta sto palio mou spiti gia tin peristasi, tote pou fagame ekeina ta mikra stroggyla glyka..."
Ξαναδιάβασε ό,τι είχε γράψει και του φάνηκε παραληρηματικό. Μακάρισε τη διαφορά ώρας που επέτρεπε στον Κώστα να κοιμάται αμέριμνα, επέλεξε την τελευταία απειθάρχητη παράγραφο και πάτησε το delete.
Και τότε του ήρθε στο μυαλό άλλη μια σκηνή, καθόλου ειδυλλιακή, που πολύ τον είχε προβληματίσει. Γύριζε σπίτι αργά κι ενώ τα πυροτεχνήματα χάλαγαν ακόμα τον κόσμο. Είχε αφήσει τον Κώστα στο σταθμό γιατί έμενε μακριά κι υπήρχε φόβος να χάσει το τελευταίο τραίνο, κι έκοβε δρόμο από κάτι άθλια στενά, σκοτεινά και κακομοιριασμένα ακόμα και κάτω από έναν φωτεινό ουρανό που πάνω του χαμογέλαγαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Πόρτες κλειστές με παλιούς γερασμένους σαν κι εκείνες σύρτες, μερικά ξεραμένα λουλούδια που και που στην άκρη της οριοθετημένης λωρίδας που χρησιμεύει για πεζοδρόμιο, μυρωδιά από το φιδάκι για τα κουνούπια και μόνα παρηγορητικά αδύναμα ντιντινίσματα από τα furin στα χαμηλά παράθυρα. Πικρή και γλυκιά παρακμή. Να μη φυσά.
Έξω από μια μισάνοιχτη πόρτα που άνοιγε πάνω ακριβώς στο δρόμο στάθηκε. Η γαλαζωπή αύρα της τηλεόρασης χύθηκε στα πόδια του. Εντυπωσιασμένος που μια τέτοια νύχτα κάποιος είχε διαλέξει να μείνει μέσα ενώ στην ίδια του τη γειτονιά γινόταν το μεγαλύτερο πανηγύρι της πόλης συνήθισε τα μάτια του στο σκοτάδι μέχρι που διέκρινε τον γέρο και την τηλεόραση καθαρά. Έβλεπε το πίσω μέρος του ξυρισμένου κεφαλιού που ακουμπούσε παραιτημένα σ’ έναν ξεχαρβαλωμένο καναπέ. Στην τηλεόραση έδειχναν τα πυροτεχνήματα που έσκαγαν παντού τριγύρω τους μα πιο πολύ δίπλα στο ποτάμι. Έκανε ένα βήμα πίσω εκστατικά και ξαναθαύμασε το αλλόκοτο θέαμα που θ’ άξιζε να απαθανατιστεί. Τον γέρο που έβλεπε real-time από την τηλεόραση τα πυροτεχνήματα που έλουζαν το ίδιο του το σπίτι με χαρούμενες αστραπές. Τότε δεν είχε μπορέσει να καταλάβει....
Ξαναγύρισε πιο κουρασμένος από ποτέ στο email του.
"Tora vevaia thahete kai ta festival ma amfivallo an tha sou vrisketai xronos ya na diaskedaseis. Prospathise na min skotonesai sti douleia. Omorfa itan tote pouhame dei ta pyrotexnimata sto potami to propersino kalokairi....Tora pou sou grafo yortazoume tin panselino. Anoigoun ksana tous arheologikous horous kai ehei synavlies. An isoun edo tha pigainame mazi, ksero pos s’ aresoun. Na tora pou sou milao, mou gnefei ena terastio feggari apo to mpalkoni (κι ας μην το 'βλεπε έτσι που 'χε κατεβάσει τα ρολά) Den eiha poly kefi na vgo apopse ma mou fainetai pos tha kano telika mia mikri volta mehri to Alsos ki an tohoun anoixto tha hazepso me ton kosmo kai ti fasaria".
Εκεί σταμάτησε για λίγο και σκέφτηκε πως πάλι ψέματα έγραφε. Και τον στενοχωρούσε που ακόμα δεν έβρισκε το κουράγιο να βγει ούτε καν στο μπαλκόνι....Μα αυτό ποτέ δεν θα το παραδεχόταν μπροστά στον Κώστα.
1999/2007
more...
Posted by
deplaced
at
8:07 PM
Labels: Ιαπωνία, ιστορίες, πανσέληνος






























