Sunday, January 13, 2008

Τα κορδόνια

(από deplaced ή αστικός πόνος 10/20)


Η προεκλογική συγκέντρωση είχε μόλις τελειώσει. Μικρές και μεγάλες ομάδες ανθρώπων κρατώντας πλαστικές σημαίες με το σύμβολο του κόμματός τους σκόρπιζαν άτακτα στις έρημες λεωφόρους που 'χαν κλείσει για την κυκλοφορία από νωρίς το απόγευμα. Από μακριά ο ανοιξιάτικος αέρας της βραδιάς έφερνε σε κύματα μυρωδιές από λεμονιές και λαϊκά.

Βάδιζε με γρήγορο βήμα, η μόνη σχεδόν ανάμεσα στο χαλαρό πλήθος χωρίς σημαία, παραφωνία άσκοπης επιτάχυνσης σ’ ένα καρέ σε slow motion. Βάδιζε και δε μπορούσε παρά να προσέξει πως πολύ συχνά ο κόσμος χρησιμοποιούσε τις τυλιγμένες σημαίες του ανάποδα, σαν μπαστουνάκια, κι έτσι που ήταν τα κοντάρια τους λευκά, έμοιαζε η διαλυμένη πορεία, τυφλών που 'χαν βγει χωρίς να ξέρουν για που τραβούν κι είχαν μόνο σκορπίσει προς κάθε κατεύθυνση χτυπώντας τα μπαστούνια τους σε κάθε πεζοδρόμιο, κάθε σκαλάκι. Μέσα σ’ αυτό το παρατεταμένο χτυπολόγημα που την κύκλωνε από παντού, εκείνη μόνη βάδιζε με τα μάτια ανοιχτά, βιαστική και κάπως σφιγμένη απ΄ τη συναίσθηση διαφοράς της από το ενωμένο πλήθος, βάδιζε με σκοπό, γιατί είχε αργήσει στο ραντεβού με τον θεραπευτή της κάπου μισή ώρα.

Στον θεραπευτή της πήγαινε για έβδομη φορά για τις αλλεργίες που την βασάνιζαν σταθερά κάθε τέτοια εποχή και χρόνο με το χρόνο χειροτέρευαν. Της τον είχε συστήσει ένας καλός φίλος που πήγαινε εδώ και χρόνια κι είχε δει μεγάλη βελτίωση στους πόνους της μέσης του. Ο θεραπευτής ήταν από το Λάος και δε μιλούσε καμιά πιο συνηθισμένη γλώσσα, ούτε καν ελληνικά, αν και καιρό εγκατεστημένος στην Ελλάδα. Ο φίλος της υποστήριζε πως κάτι τέτοιο δεν ήταν διόλου απαραίτητο, «μόνο που θα σε δει, θα καταλάβει..», της είχε πει καθησυχαστικά όταν εκείνη είχε αναρωτηθεί πως θα συνεννοούνταν. Μετά βέβαια από δυο φορές είχε τελικά κι η ίδια πειστεί πως ο θεραπευτής, ψηλός, φτενός και ακαθορίστου ηλικίας, ανήκε χωρίς αμφιβολία σ’ εκείνη τη σπάνια ομάδα χαρισματικών ανθρώπων που με την παρουσία τους και μόνο εμπνέουν εμπιστοσύνη. Ήδη της φαινόταν πως είχε δει βελτίωση τις προηγούμενες βδομάδες και θα 'λεγες πως ανέπνεε ευκολότερα, κοιμόταν καλύτερα αν και ψυχολογικά δεν μπορούσε να πει το ίδιο δυστυχώς...

Από την πρώτη φορά κιόλας της είχε βγει μια περίεργη υστερία, κλάματα και γέλια μ’ αυτή τη σειρά, που την είχε φέρει -δικαιολογημένα- σε μεγάλη αμηχανία, όχι ότι ο θεραπευτής είχε δείξει να ενοχλείται, μάλλον στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του θα 'χε έρθει αντιμέτωπος και με πιο περίεργες αντιδράσεις. Γι’ αυτό βέβαια δεν ήταν εντελώς σίγουρη, έτρεφε ελπίδες απλά πως δεν αποτελούσε την πιο αλλόκοτη περίπτωση στα χρονικά του, δεν μπορούσε όμως να το ελέγξει -ελάχιστες κουβέντες αντάλλασσαν κι ήταν πιο πολύ παντομίμα και παιδική συνεννόηση παρά φυσιολογική επαφή μεταξύ ενηλίκων.

Ο θεραπευτής χρησιμοποιούσε κορδόνια που τα έδενε προσεκτικά γύρω από τα προσβεβλημένα μέλη, κι όσο κι αν ήταν προειδοποιημένη από τον φίλο της, την έπιανε μεγάλη ταραχή που εκδηλωνόταν με την υστερία που λέγαμε, κάθε φορά που τέλειωνε το δέσιμο και έμενε ακινητοποιημένη για τη μισή ώρα που κρατούσε το session. Στην διάρκεια όλης αυτής της ώρας που της φαινόταν αιώνας, είχε όλον τον καιρό ν’ αναρωτηθεί, -ανάμεσα σε ρουφήγματα της μύτης, βαθιές ανάσες και αποτυχημένες προσπάθειες να παροχετεύσει τα ασταμάτητα δάκρυα κάπως πιο αποτελεσματικά πεταρίζοντας τα βλέφαρά της ή γέρνοντας πίσω το κεφάλι της, ή ακόμα χειρότερα να πνίξει στην αρχή του το τρελό γέλιο της-, τι νόημα είχαν όλα αυτά, αν είχαν δηλ. κάποιο...

Λίγα πράγματα ήταν γνωστά για τα κορδόνια, αντίθετα υπήρχε τόση πολλή φιλολογία γύρω από το θέμα που όσο το έψαχνε κανείς τόσο μπερδευόταν. Μαζί με άλλες τόσες εναλλακτικές θεραπείες που γίνονταν όλο και πιο ευρύτερα γνωστές, αποκαλυπτόταν να 'χει τους φανατικούς πιστούς και υποχρεωτικούς πολέμιους. Από τότε που 'χε αρχίσει η ίδια να ασχολείται με το θέμα, -και δεν είχε αρχίσει παρά όταν η ταλαιπωρία της έβαλε κάτω τον σκεπτικισμό της-, έβρισκε πως οι πιστοί για χρόνια είχαν «λατρέψει», -δεν έβρισκε καλύτερη λέξη-, σχεδόν στα κρυφά, στα περιθώρια μιας κοινωνίας που έμοιαζε τελικά να τους νομιμοποιεί και να τους αποδέχεται, από κει που λίγο νωρίτερα τους αντιμετώπιζε με σκωπτική αν όχι φανερά εχθρική διάθεση.

Αυτό της έφερνε στο μυαλό τις ομάδες των πρώτων χριστιανών, κι όσο κι αν της φαινόταν η μεταφορά παρατραβηγμένη, υπήρχαν αναλογίες στον μαλακό μα σταθερό τρόπο με τον οποίον υπερασπίζονταν οι μεν την πίστη τους, -σίγουροι για τη δική τους φώτιση και επιεικείς για την αδιαλλαξία των μη-φωτισμένων-, και στον σχεδόν οργισμένο απορριπτικό τρόπο των κρατούντων «διωκτών» τους. Ανήκαν δε οι διώκτες στους μέχρι πρόσφατα αδιαφιλονίκητους υπερασπιστές της «δυτικής» σκέψης που με τον ορθολογισμό της κατάφερνε κι έριχνε άπλετο φως στα μυστήρια του πόνου και της αρρώστιας. Μέχρι πρόσφατα...

Στο σαλονάκι του θεραπευτή, λιτό και χαμηλά φωτισμένο, είχε συναντήσει κιόλας αρκετά από τα απογοητευμένα θύματα της παραδοσιακής αντιμετώπισης, κυρίως γυναίκες, που 'χαν να διηγηθούν ιστορίες τρόμου και δυστυχίας. Όλος αυτός ο πόνος της φαινόταν απίστευτο που κυκλοφορούσε σε καθημερινή βάση ανώνυμα ανάμεσά μας, δεν εκφραζόταν παρά σε στενό κύκλο και άντεχε με σφιγμένα δόντια το βάρος από κάποια λιγότερο ή περισσότερο μυστηριώδη αρρώστια, πάντα «ψυχοσωματική» όπως έγινε εύκολη η διάγνωσή τους πια μέχρι αυτό το σημείο τουλάχιστον, που πιο πολύ θα ταίριαζε η περιγραφή της στα μακρινά χρόνια του Μεσαίωνα παρά στη σημερινή εποχή. Αρκετές είχαν δοκιμάσει συχνά πολύ περισσότερες από μια εναλλακτικές θεραπείες, άλλες τις ανακούφιζαν, άλλες όχι, αλλά από την στιγμή που καταστάλαζαν στην απόφασή τους μαζευόντουσαν σ’ αυτό εδώ το ταπεινό σαλονάκι με τη βεβαιότητα που 'χει ο οπαδός της αίρεσης που βρήκε τελικά παρά τα εμπόδια, την σωτηρία. Κι η ίδια είχε συνειδητοποιήσει πως αφού αναγνώριζε -με την πρώτη κιόλας!- την καλυτέρευσή της, είχε όλα τα εφόδια για να γίνει οπαδός και πιστή, και να ανήκει στην ομάδα. Σιγά-σιγά θα της γίνονταν όλο και πιο γνώριμα τα πρόσωπα των υπολοίπων που τις πετύχαινε τακτικά, θα δημιουργούνταν σχέσεις, κι όλα άρχιζαν από την άμεση ανταλλαγή ιατρικών και άλλων προβλημάτων που ξεπηδούσαν πολύ φυσικά με την πρώτη καλημέρα. Της δημιουργούσε ένα μικρό πρόβλημα αυτό, της φαινόταν πως κάπως είχε συρρικνωθεί η προσωπικότητά της -μαζί και των άλλων- στα ελάχιστα βασικά και μόνο πάνω σ’ αυτή την περιορισμένη βάση του κοινού πόνου μπορούσε να γίνει η επικοινωνία. Όμως μήπως πάντα έτσι δεν γίνεται είτε στις μικρές ομάδες ή ακόμα και στα κόμματα?

Είχε φτάσει επιτέλους μπροστά στο κουδούνι του θεραπευτή. Λαχανιάζοντας χαιρέτησε τη νεαρή νοσοκόμα που έκανε και χρέη γραμματέως. Δεν χρειάστηκε να περιμένει καθόλου, η πορεία είχε φοβίσει τα προηγούμενα ραντεβού κι είχαν ακυρώσεις. Πέρασε πίσω απ΄ το παραβάν, γδύθηκε και έκανε μια προσπάθεια να ηρεμήσει. Λίγο αργότερα ο θεραπευτής της ξεφύτρωσε από το πουθενά με τον συνηθισμένο αθόρυβο τρόπο του που της έκοβε την ανάσα, της χαμογέλασε και ψέλλισε τα τυπικά ακατανόητα ελληνικά του διανθισμένα με σκόρπιες ξένες λέξεις που έφερναν μια μακρινή ομοιότητα με αγγλικά.

Πήρε απαλά μα σίγουρα το κεφάλι της στα χέρια του, την κοίταξε ανεξιχνίαστα βαθιά στα μάτια και πέρασε το πρώτο κορδόνι γύρω απ’ το λαιμό της. Το κορδόνι έκαιγε της φάνηκε, κι αυτή η αίσθηση ζέστης γινόταν ανακούφιση και ταξίδευε γοργά σ’ όλο της το σώμα, άνοιγε τη μύτη της και τα πνευμόνια της, την έκανε να νιώθει ξαφνικά ζωντανή. Έφερε για μια στιγμή ξανά στο αναστατωμένο της μυαλό τις κουβέντες του θεραπευτή και συνέχιζε να μη βγάζει κανένα απολύτως νόημα όμως παρ’ όλα αυτά αισθανόταν πως πίσω απ’ αυτό το σύννεφο που εμπόδιζε την συμβατική επαφή και επικοινωνία τους, υπήρχε σίγουρα κάτι που ήταν γεμάτο από νόημα πιο βαθύ μαζί απ’ όλες τις λέξεις που θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιήσει.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Πίστευε.

1999/2008