(από deplaced ή αστικός πόνος 20/20)

«Θα γράφεις όμως, μου το υπόσχεσαι?», γύρισες και μου 'πες ενώ έβαζες τις μπότες σου. «Και βέβαια θα γράφω! έχω τόσο υλικό, ειδικά μετά την εκδρομή. Πως σου φαίνεται αυτό: «Ο Τραχανάς που Δεν Έβραζε», για παιδιά και για μεγάλους». Έκανες μια γκριμάτσα, άνοιξες την πόρτα: «Μα δεν έγραφες ποτέ για παιδιά....», μου 'κλεισες το μάτι κι έπειτα χάθηκες στον διάδρομο. Θα κάνω δυο χρόνια να σε ξαναδώ, ούτε να μπάρκαρες όπως παλιά, κι έπειτα σου λένε πως μίκρυναν οι αποστάσεις ... όμως στο Δίκτυο είναι αλλιώς. Αυτά έγιναν την περασμένη βδομάδα κι απ’ το ταξίδι μας έχω ακόμα τον τραχανά. Πάει κιόλας το τσίπουρο, το ήπια «για θεραπευτικούς λόγους», κι ας μην είμαι πολύ σίγουρη πως ταιριάζει με την ομοιοπαθητική.
Τις τελευταίες μέρες βρέχει καταρρακτωδώς, ξεκινά το απόγευμα και πιάνει μέχρι το βράδυ. Κάτι βροχές φοβερές που δεν τις έχω ξαναδεί εδώ, τροπικές, επισκέπτριες, που δεν κολλάνε στο κλίμα αλλά δε λένε να χαμηλώσουν τους τόνους ή να ξεκουμπιστούν. Γεμίζουν απελπισμένα τα υπόγεια και τα δελτία ειδήσεων, οι «ειδικοί» λένε πως θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί τους. Κάθε απόγευμα λοιπόν, μόλις πέφτει το φως, -και βραδιάζει νωρίς πια-, πέφτει κι ένα γκρίζο καπάκι πάνω απ’ την πόλη και η ζέστη που σε κάνει να κολλάς απ’ το πρωί χάνεται, πιάνει απότομα ψύχρα. Αρχίζει ο χορός των αστραπών, λευκών και παγωμένων, και τρομάζει η γάτα. Εγώ πια όχι, τις συνήθισα, προσπαθώ να τις συμπαθήσω με το να φαντάζομαι πως αυτό δεν συμβαίνει εδώ, αλλά στο αγαπημένο μου Τ…. με το που μπαίνει το φθινόπωρο και πιάνουν οι τυφώνες, ακόμα κι εκεί όμως, ανησυχητικά όλο και πιο νωρίς.
Τώρα που σου γράφω βρέχει πάντα, χώνεται η ασταμάτητη κίνηση κι οι αντανακλάσεις απ’ τα φώτα της λεωφόρου μέχρι την οθόνη μου που αναβοσβήνει σα να βρίσκομαι σε κάποιο αμερικάνικο motel σε road movie, εκεί που έχει πάντα νύχτα και μόνο ροζ και πορτοκαλί neon, όμως πόση θλίψη....Ο δολοφόνος πάντα πίσω απ΄ την κουρτίνα του μπάνιου με το μαχαίρι στο χέρι («να το σβήσεις αυτό, πολύ επιτηδευμένο», σ’ ακούω να λες).
Εσείς πάλι στο κάτω μισό του πλανήτη θα 'χετε ζέστη και ξηρασία. Σε βλέπω in the back yard, κρατάς το κομμάτι ξερό ξύλο που άφησε πίσω της η τραβηγμένη όχθη της λίμνης και πέρασες με χίλιους κόπους από την καραντίνα του αεροδρομίου. Σκέφτεσαι να το κάνεις κάτι αλλά τι? το στριφογυρίζεις στα χέρια σου, έχεις μια φρέσκια πληγή στον αντίχειρα του δεξιού, πάλι κόπηκες με τις δουλειές στον κήπο αλλά κι αυτό θα περάσει. Ο τραχανάς λοιπόν ... δεν σου είπα, έγινε ένα παράξενο πράγμα. Πριν δυο μέρες -
Στον Νικόλα
Ξινός τραχανάς
Η βροχή έπεφτε μονότονα, η κουζίνα βούλιαζε στην υγρασία. Από το φωταγωγό χτύπαγε πάνω της ό,τι απέμενε από ένα εξωπραγματικό γαλάζιο φως αφού είχαν φύγει κι οι τελευταίοι από τον οδοντίατρο απέναντι. Τέντωσε τα χέρια της μπροστά, βάφτηκαν και κείνα μπλε. Πόσο διαφορετικό κι αυτό το βράδυ! Είχε γυρίσει απ’ την δεκαήμερη εκδρομή, την τελευταία τους μαζί εδώ και μια βδομάδα αλλά για κάποιο λόγο δε μπορούσε ακόμα να προσαρμοστεί. Τα πρωινά και τα βράδια ήταν τα χειρότερα. Τα πρώτα γιατί της έλειπε η εικόνα του -είχε ξυπνήσει πρώτος και φτιάξει καφέ- με τις πυτζάμες δίπλα στην ξυλόσομπα, τα δεύτερα γιατί αναζητούσε το φιλί του για καληνύχτα.
Τώρα λουσμένη στο φως απ’ έξω θάπρεπε να πάψει να παριστάνει τη θλιμμένη ηρωίδα και ν’ ανάψει το φως μέσα. Αντί γι’ αυτό χρονοτριβούσε σαν παιδί που δεν τ' αποφασίζει να ξυπνήσει απ’ τον εφιάλτη του, η πραγματικότητα θα 'ναι ακόμα χειρότερη. Η γάτα τρίφτηκε παραπονεμένη στα πόδια της. Νηστική. Χτύπησε το τηλέφωνο και βγήκε ο τηλεφωνητής: «you’ve reached 9898...», είπε η πολύ αποστασιοποιημένη φωνή που ήταν δική της. Μπιπ, μπιπ, έκανε ο τηλεφωνητής μα κανείς δεν άφησε μήνυμα κι ας τους είχε παρακαλέσει. Με μηχανικές κινήσεις σαν κούκλα που είναι προορισμένη να χορέψει αλλά κάποιο μικρό ελατήριο μέσα της έσπασε ξαφνικά έλουσε την κουζίνα της στο φως, η μπλε φαντασμαγορία πήγε αμέσως για ύπνο, -μέχρι το επόμενο βράδυ οπότε και θα έπαιρνε την εκδίκησή της αργώντας να εξαφανιστεί, θα υπήρχε κόσμος στο λευκό σκηνικό μέχρι τις 11.00
Θα βάλει μουσική? Θα μαγειρέψει? Ο ήχος από το «μαγειρέψει» τηλεπαθητικά έκανε γκελ πάνω στη γάτα που τέντωσε μ’ ελπίδα τ’ αυτιά της. Λίγο αργότερα θ’ αρκούνταν ευχαρίστως σε ξηρά τροφή. Ούτε καν κονσέρβα, ακόμα και τα κρακεράκια της ήταν τα τελευταία. Τσαλάκωσε την πλαστικοποιημένη σακούλα με δυσκολία, όμως ο θόρυβος είχε γίνει κιόλας τα κλαδάκια απ’ το προσάναμμα στο τζάκι όταν αρχίζουν να καίγονται.
Εκείνος έκανε πίσω στην πολυθρόνα του, έστριψε τσιγάρο, μετά απέμεινε να κοιτάει τη φωτιά που είχε φουντώσει κι έτριζε με δύναμη. Της φαινόταν πως την ίδια δεν την κοίταζε παρά πολύ σπάνια κι ωστόσο ποτέ άλλοτε δεν είχε αισθανθεί την αδιάκοπη προσοχή κάποιου επάνω της με τόσο έντονο τρόπο. Τριγυρισμένη, καλά-καλά τυλιγμένη με την αγάπη του κουλουριάστηκε κι άλλο στο κρεβάτι του, πάνω στη φλοκάτη.
Μες απ’ την τσάντα χτύπησε το κινητό, χτύπησε, χτύπησε. Η γάτα σταμάτησε για μια στιγμή να γλείφεται στη μαξιλάρα που καθότανε. Χορτασμένη. Για μια στιγμή μόνο. «Για λίγο μόνο, άσε με να μείνω... κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό μου κι εδώ είναι τόσο ζεστά...» Σαν τη γάτα πριν και κείνη παρακάλεσε αλλά άδικος κόπος, το 'ξεραν βέβαια κι οι δυο, τι χρειάζονταν, τι θα συνέβαινε αν έμενε κι άλλο πάνω στη φλοκάτη, πάνω στο κρεβάτι, δίπλα στο τζάκι, στο δικό του δωμάτιο. Τη φίλησε απαλά αποφεύγοντας με κάθε τρόπο τα χείλη της: «aprite bune» (*).
«Να 'ξερα μόνο από που έρχονται, πως καταφέρνουν και γλιστράνε με το παραμικρό όταν δεν τις περιμένεις οι εικόνες, οι αναμνήσεις...», αλλά έτσι το 'λεγε χωρίς πεποίθηση και την έτσουζαν τα μάτια της. Το τζάκι είχε καπνίσει τελικά, ακόμα και κει πάνω φυσούσε πράγμα περίεργο για την εποχή, νοτιάς.
Θα μαγειρέψει? Ναι, καλύτερα να μαγειρέψει, είναι μέρες που τρέφεται με καπνιστό τυρί και ψωμί του τοστ. Το μαγείρεμα, κι ας μην τα πολυκαταφέρνει, της κάνει καλό, την ηρεμεί. «Πάντως θα του τα γράψω όλ’ αυτά στο mail», έτσι έλεγε μα δεν θα το 'κανε, είχαν ανταλλάξει κιόλας κανα δυο μηνύματα από τότε που γύρισε, πάντα τυπικά. Θα φτιάξει ξινό τραχανά. Είναι απλό και νόστιμο πιάτο. Μόνο που δεν θα βάλει ντομάτα, δεν έχει τίποτα φρέσκο στο ψυγείο.
Ενώ εκεί ... εκεί ήταν όλα πολύ εύκολα, σχεδόν άπλωνες το χέρι και σαν από θαύμα προσγειώνονταν στο τραπέζι φρέσκα κρεμμυδάκια, μαρούλια, για να μην πούμε για τα κάστανα, τα κυδώνια ... Μμμ, σαν από θαύμα, ε? Αυτό ήταν ανακριβές στην επιεικέστερη των περιπτώσεων και το 'ξερε καλά, φυσικά και δεν υπήρχε κανένα θαύμα, ή τουλάχιστον το θαύμα δεν ήταν αυτό. Εκείνη μόνο ξερίζωνε, αυτό έκανε το χέρι που τα 'βρισκε όλα εύκολα. Απαλά βέβαια και συχνά αν όχι πάντα με την συναίσθηση ότι έκανε κάτι «ιερό», όμως έστω κι έτσι, ξερίζωνε. Ξερίζωνε χωρίς να 'χει φυτέψει πριν. Επισκέπτρια ήταν, τουρίστρια κι όχι το «αγαπημένο παιδί της φύσης». Ξένη. Εκείνος την ένιωθε τη χαρά της μα και την απόστασή της απ’ τα πράγματα, δεν θα τον ξεγελούσε ποτέ αλλά δεν την πείραζε, την άφηνε στο παιχνίδι της που σιγά-σιγά έγινε παιχνίδι και των δυο.
Τραχανάς λοιπόν. Θα 'ναι έτοιμος αμέσως και χωρίς πολλά-πολλά. Πόσο νόστιμο τον έκανε η γιαγιά! Βέβαια έβαζε και ντομάτα αν θυμάται καλά, κάπως σαν κοκκινισμένο τον είχε στο μυαλό της, και πολύ λαδερό. Αν δεν της πετύχει μάλλον δεν θα φταίει που δεν είχε ντομάτα, κάτι άλλο θα φταίει. Τι έφταιγε που η γιαγιά δεν τη συμπάθησε καθόλου απ΄ την αρχή?
Η γιαγιά. Πλατιά σαν πατρίδα και στρογγυλή σαν τις πίτες που 'φτιαχνε στα κάρβουνα. Αεικίνητη, με το σίγουρο περπάτημα του ανθρώπου που δεν ντράπηκε ποτέ για τη δουλειά που κάνει, έσερνε πίσω της μπερδεμένες όλες τις μυρωδιές της γης και γω δεν χόρταινα να τις ακολουθώ προσπαθώντας μάταια να τις ξεμπερδέψω. Μας ένωναν μόνο οι απογευματινές σαπουνόπερες αλλά ούτε κι εκεί κατά βάθος ταίριαζα, καθόμουν βέβαια και της έκανα παρέα όταν εσύ όλο και κάποιον ξάδερφο είχες να χαιρετήσεις «στο καφενείο που πηγαίνουν ακόμα μόνο άντρες», όμως πιο πολύ χάζευα με το ένα μάτι κολλημένο στο τζάκι. Ο χορός της φωτιάς μου φαινόταν πολύ πιο συναρπαστικός από την παράλογη δράση στην οθόνη και μερικές φορές άθελά μου κάγχαζα όταν εκείνη μισο-αστεία μισο-σοβαρά συμμετείχε στο δράμα.
Φραπ! που βρέθηκαν κουνούπια Νοέμβρη μήνα! Ακόμα και κει πάνω είχε μύγες, πρώτη φορά. Έτριψε τον τσιμπημένο της αγκώνα κι έβαλε νερό να βράσει. Και μέχρι να κοχλάσει το νερό θυμήθηκε το ξερό ποτάμι και τη μυλόπετρα που 'στεκε μουγκή κάτω απ’ τον θεόρατο πλάτανο. Με τη δύναμη της φαντασίας έβαλε και κείνη την περίπλοκη ξύλινη κατασκευή που είχε ξεχάσει τ' όνομά της, να γυρίζει κάτω απ’ το ορμητικό νερό και να χτυπά με σαματά τις βελέντζες. Ήθελε πολλή φαντασία για να καταφέρει κάτι τέτοιο, το νερό το τραβούσαν εδώ και χρόνια στο χωριό, στο ποτάμι απέμενε μισογκρεμισμένη η άχρηστη γέφυρα. Όμως ήταν όμορφα, πολύ όμορφα, -δεν θα 'λεγε με τίποτα: θαύμα!-, δίπλα στο αλλοτινό ποτάμι.

Έριξε τον τραχανά στην κατσαρόλα και το τσιρτσίρισμα της έφερε στο μυαλό τα κόκκινα φύλλα που τριζοβολούσαν κάτω απ΄ τα πόδια της. Περπατούσαν για ώρα κατά μήκος μιας παραδόξως ακόμα γερής και στη θέση της πέτρινης μάντρας που έκλεινε ένα παρατημένο μοναστήρι: του Άβελ και της Ζωοδόχου Πηγής. Πρώτη φορά έβλεπε μονή αφιερωμένη στον Άβελ, κι όσο για τη Ζωοδόχο Πηγή, αυτή είχε καθαρά αλλάξει τόπο διαμονής. «Κι αν αφιέρωναν το μοναστήρι στον Κάιν?», γύρισα και σε κοίταξα, γέλασες. Ήταν όμως μια προσωπικότητα που από παιδί «θαύμαζα», ναι, θαύμαζα, και λυπόμουν μαζί. Τώρα σ’έναν τέτοιο έρημο τόπο ο Κάιν θα μπορούσε να μείνει, δεν θα χρώσταγε χάρη σε κανέναν. Τη στιγμή ακριβώς που μνημόνευσε τον Κάιν -ή ήταν σύμπτωση?-, ο τραχανάς άρχισε να κοχλάζει. Για την ακρίβεια ο τραχανάς κόχλαζε κι η κατσαρόλα χοροπήδαγε. Έσκυψε απορημένη από πάνω του και μισάνοιξε το σκέπασμα όμως τότε ο θόρυβος έγινε εκκωφαντικός κι η πλάκα της κουζίνας γέμισε πιτσιλιές. Σαν κουτσουλιές της φάνηκαν, ξανάβαλε το καπάκι και κράτησε κάποια απόσταση για να μπορεί να ελέγχει το φαινόμενο αν υπήρχε ανάγκη.
Ο τραχανάς συνέχιζε να κοχλάζει, υπόκωφα, σταθερά σα να ετοίμαζε κάποια σπουδαία έκρηξη που θα συγκλόνιζε την κουζίνα και τον κόσμο. Η γάτα εμφανίστηκε από τη ντουλάπα γεμάτη ένταση. Η παράξενη μουσική συνεχίστηκε ακόμα κι όταν χαμήλωσε τη φωτιά. Έπεσε ένα τόνο πιο χαμηλά βέβαια αλλά εξακολουθούσε. Στο τέλος πήρε την κατσαρόλα απ’ το μάτι και τη μισοξεσκέπασε. Ο τραχανάς είχε βράσει, μύριζε ξινά -φυσικά-, κι είχε γίνει ένα κιτρινόλευκο σώμα. Πάνω εκεί άνοιγαν με κάθε παφ! μικροί κρατήρες που ενώ δεν βρίσκονταν πάνω από τέσσερεις πόντους απ΄ τον πάτο της κατσαρόλας, φαίνονταν να έχουν τεράστιο βάθος, στην μέση απ’ τον καθένα κοιτούσε σοβαρό κι από ένα μεγάλο μαύρο μάτι. Το θέαμα ήταν αλλόκοτο και γοητευτικό, ξεσκέπασε λοιπόν εντελώς την κατσαρόλα κι έσκυψε από πάνω, κι ας καιγόταν πότε-πότε. Ήθελε να κάνει επίσκεψη σ’ αυτόν τον άγνωστο πλανήτη, της φαινόταν μάλιστα πως αν συγκεντρωνόταν και πλησίαζε αρκετά ίσως και να διέκρινε μες απ’ τους κρατήρες χαμένα πρόσωπα ή δρόμους, εκείνον, τη γιαγιά, ακόμα και τον Κάιν τον ίδιο, όχι πως τον είχε γνωρίσει ποτέ. Όμως τίποτα, απότομα όπως είχε αρχίσει έπαψε ο χρησμός. Ηρέμησε η ανατριχιασμένη επιφάνεια του τραχανά, έπαψε κι ο θόρυβος. Ησυχία.
Ποτέ δεν είχε ησυχία στο δάσος όταν έψαχναν για μανιτάρια. Άνοιγαν δρόμο μες απ’ τα ξερά κλαριά που γατζώνονταν απελπισμένα απ΄ τα μανίκια τους και τσάκιζαν με διαδοχικές εκπυρσοκροτήσεις όταν ξέμεναν πίσω. Κοίταζαν κάτω απ’ τα πεύκα για τα 'καλά', όχι τα δηλητηριασμένα κόκκινα που σου τραβάνε το βλέμμα: «φάε με! φάε με! θα στα μάθω όλα, ακόμα κι αυτά που δεν θέλεις να ξέρεις», ή τα πλακουτσωτά λευκά που αν τα σπάσεις στη μέση βγάζουν μια μυρωδιά πτώματος που σου μένει στα δάχτυλα για καιρό. Είχε μέρες όμως να βρέξει και δεν βρήκαν κανένα.
Ο τραχανάς στο βαθύ πιάτο δεν είχε τίποτα από τον παλιό τρομακτικό εαυτό του. Είχε παραβράσει δυστυχώς, κείτονταν σα μια μάζα νωθρή, το κουτάλι χωμένο για τα καλά στο πλευρό του δεν του 'κανε και μεγάλη ζημιά. Δεν ήταν δυνατό να το φάει αυτό το πράγμα, πριν της είχε φανεί πως λίγο ήθελε και θα της μιλούσε, ήταν ζωντανό και θα χοροπήδαγε δεξιά κι αριστερά στο στομάχι της γιατί δεν το είχε σκοτώσει εντελώς. Έκανε μια μικρή λιμνούλα στο κέντρο αλλά δεν είχε μείνει καθόλου ζουμί, όλο το 'χε πιεί.
Η ξηρασία χτυπούσε κι εδώ, είχαν τραβηχτεί τα νερά της όχθης και φάνηκε μια παλιά βυθισμένη βάρκα, όλη κάτω από ένα παλτό από λάσπη. Παντού ξεφύτρωναν κοχύλια, ξερά φύκια και κομμάτια ασπρισμένο ξύλο του παλιού βυθού. Πήρες στα χέρια ένα μεγαλούτσικο κομμάτι και είπες: «αυτό είναι καλό για σκάλισμα». Μετά σηκώθηκες και μπήκες στο σπίτι, πάντα με το ξύλο στα χέρια. Έκλεισες πίσω σου την πόρτα της κουζίνας κι ο απογευματινός ήλιος, ευτυχώς αδυνατισμένος και στα τελευταία του καθρεφτίστηκε για μια στιγμή στο τζάμι.
Εσείς εκεί κάτω ζεσταινόσασταν και μεις πνιγόμασταν, το νερό που τόσο χρειαζόσασταν προσπερνούσε με μανία τα φραγμένα λούκια τραβώντας για τη θάλασσα. Σκέφτηκα πως και στα δυο μέρη θα μπορούσε να μείνει ο Κάιν και να 'ναι δίκαια δυστυχισμένος.
(*) aprite bune: καλό ξημέρωμα (στα βλάχικα)
2002/2008