
Κάθισα στο πεζούλι κάτω από ένα πέτρινο φανάρι. Μετά τη βροχή, βροχή πάνω μου τα πέταλα της κερασιάς. Πιο δίπλα σ’ ένα άλλο πεζούλι ακριβώς όμοιο με το δικό μου μια γάτα που λιάζεται.
Μια γυναίκα με το μωρό της μόλις προσκύνησε στο ναό, με πλησιάζει. Μου γέλασε όταν πρόσεξε πως και το μωρό της μου γελούσε από το καρότσι του. Του τραβά προς τα πίσω το σκουφάκι να δει το μέτωπό του ο ήλιος. Φέρνει πιο κοντά το καρότσι στη γάτα πάντα κρατώντας απόσταση ασφαλείας, το παιδί απλώνει το χέρι προς το μέρος της. Η γάτα αδιαφορεί βαθύτατα γι’ αυτή την ξαφνική συγκέντρωση προσοχής.
Το μωρό κοιτάζει μια τη γάτα μια εμένα. Τι θα μείνει στη μνήμη του άραγε μετά από χρόνια; Θα μείνει τίποτα; αναρωτιέμαι. Θα μπορέσει ν’ ανακαλέσει έστω κάτι απ’ αυτή την ανοιξιάτικα ηλιόλουστη επίσκεψη στον Shinto ναό Nezu?
Μ’ ένα αναπάντεχο άλμα της μνήμης προς τα πίσω τριάντα ολόκληρα χρόνια πριν βλέπω τον εαυτό μου να τριποδίζει ανάμεσα σ’ ένα σμήνος καταδεκτικά περιστέρια μπροστά στο Μνημείο του Αγνώστου στο Σύνταγμα. Έχω δει τις φωτογραφίες, φοράω ένα φουστανάκι που στην ασπρόμαυρη βγαίνει γκρι, και μοιάζω απορημένη, σχεδόν συνοφρυωμένη κάτω απ’ τον ήλιο που με στραβώνει.
Τη θυμάμαι τη σκηνή ή μήπως νομίζω πως τη θυμάμαι, τόσες φορές που είδα τις φωτογραφίες, τόσο πολύ που μου το 'χουν διηγηθεί;
Φυσάει. Από το ναό έρχεται μια ανακατεμένη μυρωδιά θυμιάματος και φρέσκιας μπογιάς από τις εργασίες συντήρησης. Κι άλλα πέταλα από τις κερασιές στρώνονται σα να 'χει χιονίσει. Πατούν απρόθυμα οι πιστοί αυτό το λευκορόδινο χαλί καθώς πλησιάζουν. Ακούγεται ο ήχος των κερμάτων που πέφτουν στο ξύλινο κουτί των προσφορών, δυο φορές το χτύπημα των χεριών σε στάση προσευχής και μετά η μεταλλική φωνή της καμπάνας. Ακούνε άραγε οι θεοί από ψηλά;
Με πιάνει μια απότομη κούραση. Μόλις συνειδητοποίησα, κι ενώ η γάτα παραμένει στην ίδια θέση κι η γυναίκα με το μωρό έχει φύγει, πως δεν είμαι πια το παιδί της μητέρας μου. Πόσον καιρό; Ίσως εδώ και δυο χρόνια τώρα.
Τι θα 'λεγε η μητέρα μου; πως θα της φαινόταν η σκηνή εδώ; θα 'θελα πολύ να το ξέρω. Θα 'λεγε κάτι; Θα 'δειχνε χαρά, συγκίνηση, περιέργεια ή μήπως θα παρέμενε γαλήνια, ανέκφραστη, όπως φαίνεται μόνιμα πια μπροστά στο καθετί; Σχεδόν δυσκολεύομαι να τοποθετήσω με τη φαντασία μου τη μητέρα μου κάτω απ’ τις κερασιές εδώ σ’ αυτή την ανοιξιάτικη σκηνή στην καρδιά του Tόκιο.
Αισθάνομαι μεγάλη, επιτέλους ώριμη πια, και καθώς κάτι αιχμηρό σκίζει την καρδιά μου στα δυο χωρίς να 'ναι λύπη, -ή μήπως είναι ακριβώς το αντίθετο, ευτυχία; τόσο λαμπρή είναι η μέρα, τόσο τρυφερά τα άνθη της κερασιάς παντού γύρω μου, στους ώμους, στα μαλλιά μου-, μια χαμογελάω, μια κλαίω, μια κλαίω, μια χαμογελάω, κι η μητέρα γίνεται το δικό μου παιδί.
11/4/95