Η γυναίκα έσκυψε και άγγιξε με το δάχτυλο το παπούτσι ακριβώς στη μύτη του. ''Παρ’ τα μαμά! Παρ’ τα! Είναι τόσο όμορφα!''
Είχε συνέχεια μια έκφραση μισο-αμήχανη μισο-δυσαρεστημένη σαν κάποιος που δοκιμάζει μια κουταλιά πικρό φάρμακο ξέροντας ωστόσο πως θα του κάνει καλό.
Έτσι που ήταν καθισμένη στο χαμηλό σκαμπό με λυγισμένα τα πόδια προς την ίδια κατεύθυνση και το κεφάλι σκυμμένο πάνω από το ζευγάρι που δοκίμαζε μου’ ρθε να την αρπάξω από τους ώμους και να της δώσω ένα γερό ταρακούνημα μήπως και καταφέρω να νικήσω την αναποφασιστικότητά της μια και καλή: ''Παρ’ τα σε παρακαλώ! Είναι τα πιο όμορφα παπούτσια που θα’ χεις ποτέ''. Σε παρακαλώ. Παρακαλώ.
Δίπλα στο καινούργιο ζευγάρι που πρόβαρε τόσο διστακτικά κάτω από το βαριεστημένο βλέμμα της πωλήτριας, κάτω απ’ το σκληρό και κρύο φως που απλωνόταν παντού στο πολυκατάστημα τα παλιά της παπούτσια έδειχναν ακόμα πιο παλιά και στραβοπατημένα. Σαν φτωχοί συγγενείς –το ένα μάλιστα είχε πέσει στο πλάι πάνω στο φαγωμένο τακούνι του- ενός πολύ πλούσιου και σπουδαίου ανθρώπου που ζει στο εξωτερικό και δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου τα χρήματα, μόνο οι καλοί τρόποι.
''Παρ’ τα μαμά!'' ξαναείπα ελπίζοντας πως αυτή θα’ ταν η τελευταία φορά όμως είχα αρχίσει κιόλας να χάνω το κουράγιο μου. Δεν θα τα’ παιρνε ποτέ. Από την πρώτη στιγμή το’ ξερα.
''Είναι τόσο κόκκινα, τόσο φανταχτερά..'' είπε ακόμα και τώρα διστάζοντας, κι έπειτα: ''δεν θα πηγαίνουν με τα ρούχα μου''. ''Είναι κόκκινα, είναι φανταχτερά'' σκέφτηκα ''μα αυτό είναι ακριβώς που τα κάνει τόσο όμορφα''.
Ήταν ψηλοτάκουνα, πολύ κομψά, και στο μέρος πάνω από τα δάχτυλα είχαν από ένα τοσοδούλικο υφασμάτινο τριανταφυλλάκι. Ήταν τα ωραιότερα καλοκαιρινά παπούτσια που είχα ποτέ δει και τα κοιτούσα έντονα με πόνο και παράλογη λαχτάρα όλη την ώρα που την τραβούσα από το χέρι για να την καταφέρω να μπούμε να τα δοκιμάσει από τη στιγμή που τα είδα στην βιτρίνα.
Η επιμονή, η βουβή μου παράκλιση, φαινόταν τότε τόσο στα μάτια μου, σ’ ολόκληρο το συσπασμένο ικετευτικά πρόσωπό μου, που μου’ κανε κακό να κοιτάζω στον ολόσωμο καθρέφτη απέναντι και πίσω της.
''Παρ’ τα'' ξαναείπα ''σου πηγαίνουν τόσο!'', κι είχε ακόμα όμορφα πόδια, λίγο κακοπαθημένα στις φτέρνες ίσως αλλά ακόμα όμορφα, λευκά και λεπτά. Ο φόβος πως παρ’ όλ’ αυτά θ’ άφηνε το κόκκινο ζευγάρι και θα ξαναφόραγε τα παλιά της δε μ’ άφηνε στιγμή. Θα φεύγαμε χωρίς να’ χει τολμήσει ν’ αποφασίσει. Το’ ξερα λοιπόν, το’ ξερα, κι άρχισα να μπλέκω και να ξεμπλέκω νευρικά τα χέρια μου στραβώνοντας λιγάκι και τ’ αριστερό μου πόδι όπως έκανα πάντα όταν αισθανόμουν άσχημα για να καθυστερήσω εκείνη τη στιγμή.
Η πωλήτρια βαρέθηκε. Άρχισε να κοιτάζει αλλού πάνω απ’ τα κεφάλια μας στο βάθος του μαγαζιού. Η μαμά σήκωσε το δικό της κεφάλι πάντα μπερδεμένη στις σκέψεις της, –στα ρούχα που δεν θα ταίριαζαν, στο υπερβολικά ψηλό και λεπτό τακούνι, και προπαντός στο χρώμα και τι θα’ λεγε ο μπαμπάς όταν γυρίζαμε σπίτι-, πρόσεξε κάπως στενοχωρημένα την έκφρασή μου και ρώτησε: ''μα σου αρέσουν λοιπόν τόσο πολύ;''. Έγνεψα με το κεφάλι ναι πολλές φορές. Και δε μπορούσα να εξηγήσω τότε ακριβώς το γιατί. Μόνο φοβόμουν τρελλά πως δεν θα τα πάρει κι αυτό θα σήμαινε μια ακόμα μικρή καταστροφή από εκείνες που μόνο εγώ έβλεπα και δε φαίνονταν να ενδιαφέρουν κανέναν άλλον στο σπίτι. Όμως δε μπορούσα να το εξηγήσω τότε. Αργότερα ίσως...
Αργότερα έγινε εκείνη η καταραμένη αγωνία, η πικρή βεβαιότητα πως δεν είχαμε άλλον καιρό, πως ο καιρός δηλαδή περνούσε υπερβολικά γρήγορα για να προλάβει ν’ αγοράσει τόσο κόκκινα, τόσο ονειρεμένα φανταχτερά παπούτσια. Εγώ η ίδια θα μεγάλωνα για να’ χει την πολυτέλεια να λέει κάθε φορά που θα της έκανα μια παρόμοια ''τρελλή'' πρόταση: ''α, όχι, αυτά δεν είναι πια για μένα, ήρθε ο δικός σου καιρός να τα χαρείς''. Θα πικραινόμουν τότε, θ’ απελπιζόμουν γιατί δεν θα’ χα ποτέ προλάβει να γνωρίσω τον δικό της καιρό, τότε που χαιρόταν, μα δε θα μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό.
Τότε όμως δεν ήξερα, θλιβόμουν μόνο δυσανάλογα υποφέροντας σχεδόν σωματικά που δεν θα παίρναμε μαζί μας στο σπίτι τα παπούτσια και κυρίως τα τριανταφυλλάκια τους. Όλα μου φαίνονταν σκοτεινά παρ’ όλο το λευκό φως που έλουζε κυριολεκτικά τη βιτρίνα τους εκεί που τ’ αφήναμε. Τα εγκαταλείπαμε για να μην τα βρούμε ποτέ ξανά.
Έτσι σκεφτόμουν τότε κλαίγοντας από μέσα μου με την ελπίδα να μπορέσω να κλάψω ελεύθερα στο σπίτι αν κρατιόμουν βέβαια στον δρόμο και δε με χαστούκιζε από τα νεύρα της η μαμά. Ήμουν πια μεγάλη για να κλαίω στο δρόμο μα την συνήθεια αυτή δεν την απέβαλα πρακτικά ποτέ.
Κι ούτε για μια στιγμή τότε δε μου πέρασε από το μυαλό πως έπρεπε να κλαίω ακριβώς για την ανάποδη αιτία. Τα παπούτσια ήταν που μας άφηναν, μας εγκατέλειπαν. Τα ροζ τριανταφυλλάκια ήταν που μας στραβοκοίταζαν με ακατάδεχτο ύφος από το άσυλο του βάθρου τους, κάνοντας σκέψεις του τύπου: ''ταιριάζω εγώ άραγε μ’ αυτούς;'' και ''τι δουλειά έχω εγώ μαζί τους;''.
Φύγαμε από το κατάστημα και μένα τα μούτρα μου έφταναν στα γόνατα γιατί ντρεπόμουν και την πωλήτρια από πάνω όμως δεν θυμάμαι αν έκλαψα κι αν με χαστούκισε.
Δεν τα πήρε γαμώτο εκείνα τα παπούτσια...
(6/5/1988, 2009)
Είχε συνέχεια μια έκφραση μισο-αμήχανη μισο-δυσαρεστημένη σαν κάποιος που δοκιμάζει μια κουταλιά πικρό φάρμακο ξέροντας ωστόσο πως θα του κάνει καλό.
Έτσι που ήταν καθισμένη στο χαμηλό σκαμπό με λυγισμένα τα πόδια προς την ίδια κατεύθυνση και το κεφάλι σκυμμένο πάνω από το ζευγάρι που δοκίμαζε μου’ ρθε να την αρπάξω από τους ώμους και να της δώσω ένα γερό ταρακούνημα μήπως και καταφέρω να νικήσω την αναποφασιστικότητά της μια και καλή: ''Παρ’ τα σε παρακαλώ! Είναι τα πιο όμορφα παπούτσια που θα’ χεις ποτέ''. Σε παρακαλώ. Παρακαλώ.
Δίπλα στο καινούργιο ζευγάρι που πρόβαρε τόσο διστακτικά κάτω από το βαριεστημένο βλέμμα της πωλήτριας, κάτω απ’ το σκληρό και κρύο φως που απλωνόταν παντού στο πολυκατάστημα τα παλιά της παπούτσια έδειχναν ακόμα πιο παλιά και στραβοπατημένα. Σαν φτωχοί συγγενείς –το ένα μάλιστα είχε πέσει στο πλάι πάνω στο φαγωμένο τακούνι του- ενός πολύ πλούσιου και σπουδαίου ανθρώπου που ζει στο εξωτερικό και δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου τα χρήματα, μόνο οι καλοί τρόποι.
''Παρ’ τα μαμά!'' ξαναείπα ελπίζοντας πως αυτή θα’ ταν η τελευταία φορά όμως είχα αρχίσει κιόλας να χάνω το κουράγιο μου. Δεν θα τα’ παιρνε ποτέ. Από την πρώτη στιγμή το’ ξερα.
''Είναι τόσο κόκκινα, τόσο φανταχτερά..'' είπε ακόμα και τώρα διστάζοντας, κι έπειτα: ''δεν θα πηγαίνουν με τα ρούχα μου''. ''Είναι κόκκινα, είναι φανταχτερά'' σκέφτηκα ''μα αυτό είναι ακριβώς που τα κάνει τόσο όμορφα''.
Ήταν ψηλοτάκουνα, πολύ κομψά, και στο μέρος πάνω από τα δάχτυλα είχαν από ένα τοσοδούλικο υφασμάτινο τριανταφυλλάκι. Ήταν τα ωραιότερα καλοκαιρινά παπούτσια που είχα ποτέ δει και τα κοιτούσα έντονα με πόνο και παράλογη λαχτάρα όλη την ώρα που την τραβούσα από το χέρι για να την καταφέρω να μπούμε να τα δοκιμάσει από τη στιγμή που τα είδα στην βιτρίνα.
Η επιμονή, η βουβή μου παράκλιση, φαινόταν τότε τόσο στα μάτια μου, σ’ ολόκληρο το συσπασμένο ικετευτικά πρόσωπό μου, που μου’ κανε κακό να κοιτάζω στον ολόσωμο καθρέφτη απέναντι και πίσω της.
''Παρ’ τα'' ξαναείπα ''σου πηγαίνουν τόσο!'', κι είχε ακόμα όμορφα πόδια, λίγο κακοπαθημένα στις φτέρνες ίσως αλλά ακόμα όμορφα, λευκά και λεπτά. Ο φόβος πως παρ’ όλ’ αυτά θ’ άφηνε το κόκκινο ζευγάρι και θα ξαναφόραγε τα παλιά της δε μ’ άφηνε στιγμή. Θα φεύγαμε χωρίς να’ χει τολμήσει ν’ αποφασίσει. Το’ ξερα λοιπόν, το’ ξερα, κι άρχισα να μπλέκω και να ξεμπλέκω νευρικά τα χέρια μου στραβώνοντας λιγάκι και τ’ αριστερό μου πόδι όπως έκανα πάντα όταν αισθανόμουν άσχημα για να καθυστερήσω εκείνη τη στιγμή.
Η πωλήτρια βαρέθηκε. Άρχισε να κοιτάζει αλλού πάνω απ’ τα κεφάλια μας στο βάθος του μαγαζιού. Η μαμά σήκωσε το δικό της κεφάλι πάντα μπερδεμένη στις σκέψεις της, –στα ρούχα που δεν θα ταίριαζαν, στο υπερβολικά ψηλό και λεπτό τακούνι, και προπαντός στο χρώμα και τι θα’ λεγε ο μπαμπάς όταν γυρίζαμε σπίτι-, πρόσεξε κάπως στενοχωρημένα την έκφρασή μου και ρώτησε: ''μα σου αρέσουν λοιπόν τόσο πολύ;''. Έγνεψα με το κεφάλι ναι πολλές φορές. Και δε μπορούσα να εξηγήσω τότε ακριβώς το γιατί. Μόνο φοβόμουν τρελλά πως δεν θα τα πάρει κι αυτό θα σήμαινε μια ακόμα μικρή καταστροφή από εκείνες που μόνο εγώ έβλεπα και δε φαίνονταν να ενδιαφέρουν κανέναν άλλον στο σπίτι. Όμως δε μπορούσα να το εξηγήσω τότε. Αργότερα ίσως...
Αργότερα έγινε εκείνη η καταραμένη αγωνία, η πικρή βεβαιότητα πως δεν είχαμε άλλον καιρό, πως ο καιρός δηλαδή περνούσε υπερβολικά γρήγορα για να προλάβει ν’ αγοράσει τόσο κόκκινα, τόσο ονειρεμένα φανταχτερά παπούτσια. Εγώ η ίδια θα μεγάλωνα για να’ χει την πολυτέλεια να λέει κάθε φορά που θα της έκανα μια παρόμοια ''τρελλή'' πρόταση: ''α, όχι, αυτά δεν είναι πια για μένα, ήρθε ο δικός σου καιρός να τα χαρείς''. Θα πικραινόμουν τότε, θ’ απελπιζόμουν γιατί δεν θα’ χα ποτέ προλάβει να γνωρίσω τον δικό της καιρό, τότε που χαιρόταν, μα δε θα μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό.
Τότε όμως δεν ήξερα, θλιβόμουν μόνο δυσανάλογα υποφέροντας σχεδόν σωματικά που δεν θα παίρναμε μαζί μας στο σπίτι τα παπούτσια και κυρίως τα τριανταφυλλάκια τους. Όλα μου φαίνονταν σκοτεινά παρ’ όλο το λευκό φως που έλουζε κυριολεκτικά τη βιτρίνα τους εκεί που τ’ αφήναμε. Τα εγκαταλείπαμε για να μην τα βρούμε ποτέ ξανά.
Έτσι σκεφτόμουν τότε κλαίγοντας από μέσα μου με την ελπίδα να μπορέσω να κλάψω ελεύθερα στο σπίτι αν κρατιόμουν βέβαια στον δρόμο και δε με χαστούκιζε από τα νεύρα της η μαμά. Ήμουν πια μεγάλη για να κλαίω στο δρόμο μα την συνήθεια αυτή δεν την απέβαλα πρακτικά ποτέ.
Κι ούτε για μια στιγμή τότε δε μου πέρασε από το μυαλό πως έπρεπε να κλαίω ακριβώς για την ανάποδη αιτία. Τα παπούτσια ήταν που μας άφηναν, μας εγκατέλειπαν. Τα ροζ τριανταφυλλάκια ήταν που μας στραβοκοίταζαν με ακατάδεχτο ύφος από το άσυλο του βάθρου τους, κάνοντας σκέψεις του τύπου: ''ταιριάζω εγώ άραγε μ’ αυτούς;'' και ''τι δουλειά έχω εγώ μαζί τους;''.
Φύγαμε από το κατάστημα και μένα τα μούτρα μου έφταναν στα γόνατα γιατί ντρεπόμουν και την πωλήτρια από πάνω όμως δεν θυμάμαι αν έκλαψα κι αν με χαστούκισε.
Δεν τα πήρε γαμώτο εκείνα τα παπούτσια...
(6/5/1988, 2009)
