Showing posts with label ματσούρι. Show all posts
Showing posts with label ματσούρι. Show all posts

Tuesday, April 8, 2008

Omikoshi


Ο Shinto ναός της γειτονιάς μου (Kumano jinja, ναός των νεκρών), εκείνος ο ίδιος που υπήρξε το θέατρο των παράδοξων γυμναστικών ασκήσεων που σου περιέγραψα (*), είχε πανηγύρι (matsuri).

Χτες το μεσημέρι είχα περάσει από κει, -το Tokyo Journal άλλωστε το είχε στα must-, αλλά τίποτε το ιδιαίτερο. Μετά το πρώτο μου matsuri, -στο Bandobashi όταν ήμουν ακόμα για τη γλώσσα στη Yokohama-, είχα αποκτήσει σχετική ανοσία στα πάσης φύσεως αλλόκοτα ερεθίσματα: μικροπωλητές που πουλούν σε αυτοσχέδια περίπτερα χρωματιστές πλαστικές μάσκες για παιδιά, takoyaki (κομματάκια βρασμένο χταπόδι κρυμμένα σε σβώλους από ζύμη με ginger), μπανάνες-σουβλάκι περιχυμένες με σοκολάτα ή άλλο παρδαλό unidentified υλικό, noodles, ψάρεμα βώλων σε mini λιμνούλες με χρυσόψαρα μικρά όσο ένα δάχτυλο, κι ό,τι άλλο βάζει ο νους, μάλιστα μπορώ να πω πως με το φως της μέρας όλα τα παραπάνω που τόσο με είχαν αφήσει με το στόμα ανοιχτό, τόσο που να ξοδέψω ένα ολόκληρο film δοκιμάζοντας την καινούργια μου Nikon εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ, -με αμφίβολα πάντως αποτελέσματα-, να μ’ ενοχλήσουν σχεδόν τώρα.

Κάτω από το γκρίζο χαμόγελο ενός αναποφάσιστου ουρανού, -θα περάσει ο τυφώνας απόψε ή όχι?-, καθετί έμοιαζε άσχημο, κακόγουστο. Συνηθισμένη κιόλας στην περισυλλογή της τελετουργικής πια βόλτας μου στα εδάφη του ναού, χαζεύοντας τους παχουλούς κυπρίνους με τα ζωηρά χρώματα να κόβουν βόλτες στη λιμνούλα, ένιωσα πως κάτι άγριο και ξένο είχε κάνει κατοχή σ’ ό,τι αγαπούσα μέχρι τώρα. Γι’ αυτό ήμουν διστακτική να αφεθώ να συμφιλιωθώ μ’ αυτή τη νέα τόσο εμπορευματοποιημένη ακόμα και με τα μέτρα τα δικά μου που αφήνουν περιθώρια εικόνα.

Την επόμενη μέρα είχα κιόλας ξεχάσει την κακή εντύπωση κι αν δεν ήταν οι διακοσμήσεις, -κόκκινα και κίτρινα φαναράκια-, σ’ όλο το μήκος του δρόμου, κι η μουσική, διαρκής, παραλίγο ενοχλητική στην επανάληψη και στη μονοτονία της: ήχοι του Noh φλάουτου τόσο «παραδοσιακοί» όσο δημοτικά από την Ηπειρο αναμεταδιδόμενα από μεγάφωνα στη Σταδίου, ούτε που θα περνούσε καθόλου από το μυαλό μου πως στο ναό συνεχιζόταν το πανηγύρι.

Είχε πια νυχτώσει, είχα κλειστεί από νωρίς στο «κελί» μου και ξεφύλλιζα αποφασιστικά το βιβλίο του Soper: "Art and Architecture in Japan", το ίδιο εκείνο βιβλίο που είχε αποτελέσει αν θυμάσαι τη Βίβλο μου το περασμένο καλοκαίρι όταν προετοιμαζόμουν για την υποτροφία, ενώ αναρωτιόμουν αν δεν θα 'κανα καλά να του ξαναρίξω μια σοβαρή ματιά, αυτή τη φορά με αφορμή τις επικείμενες, -έστω και για την τιμή των όπλων-, εξετάσεις του τέλους του μήνα, όταν..., τύμπανα και ρυθμικές κραυγές μ’ έκαναν ν’ αλλάξω απότομα γνώμη.

Απ’ το παραθυράκι του φωταγωγού, -αν για φωταγωγός λογαριάζεται αυτή η φέτα κενού που σου επιτρέπει ν’ αγγίζεις και κυρίως ν’ ακούς τις αποχετεύσεις του απέναντι-, ήρθε μεγεθυσμένο στην ένταση και στη σημασία του ένα κύμα ανθρώπινης δραστηριότητας που με ξεσήκωσε στη στιγμή.

Θυμάμαι πως καλά-καλά δεν πρόλαβα να σκεφτώ τι να ρίξω πάνω μου, τι είδους αφορμή χρειαζόμουν για μια τόσο απροσδόκητη έξοδο. Είναι απίστευτο πόσο excited ένιωσα κάτω από την επήρεια των "βάρβαρων" αυτών ήχων! Μουρμουρίζοντας στον εαυτό μου πως τάχα επειγόμουν ν’ αγοράσω katorisenko (το φιδάκι για τα κουνούπια), -που από μόνο του ποτέ δε θα μ’ έβγαζε μέχρι το κοντινότερο convenience store-, όρμησα έξω από την πολυκατοικία σα να 'χε πιάσει φωτιά.

Από τον κόσμο είχε κλείσει ο δρόμος. Στα πρώτα φανάρια ήταν σταματημένες δυο εξέδρες σε ρόδες, γεμάτες παιδιά-μουσικούς που τις τράβαγε πλήθος. Και πιο πέρα ο omikoshi μου. Χρυσός σα μονώροφη παγόδα, χιλιάδες λιλιά κρεμασμένα πάνω του. Στην κορφή κάτι που έμοιαζε με πετεινό ή ανεμοδούρα, στις τέσσερεις γωνιές χοντρά μωβ κορδόνια, κι όλο αυτό το φορητό οικοδόμημα σειόταν και λυγιόταν στους ώμους δεκάδων νεαρών στην πλειοψηφία τους ατόμων. Έκανε να μοιάζει ακόμα πιο σκούρα και επιβλητική η κορυφογραμμή του Δημαρχείου του Tange που προβαλλόταν μισοφώτιστη πίσω από τη μαύρη μάζα των δέντρων του πάρκου.

Όλοι, ακόμα κι αυτοί που απλά ακολουθούσαν, φορούσαν τα
happi τους, (ελαφρά σακάκια), πιο συχνά μπλε, που στην πλάτη είχαν τα kanji των χορηγών και διαφημιζόμενων. Στο κεφάλι τη δεμένη στριφτή κορδέλα, στα πόδια σαγιονάρες ψάθινες, πολλοί ξυπόλητοι ή με tabi (τα λευκά καλτσάκια που κουμπώνουν με κόπιτσες στον αστράγαλο κι έχουν χωριστή θέση για το μεγάλο δάχτυλο) .

Μου πήρε αρκετή ώρα για να παρατηρήσω μέσα στη γενική ταραχή πως πολλοί άντρες κάτω από τα happi τους, -που συνήθως σταματούν κάτω απ΄ τον κώλο-, ήταν σχεδόν γυμνοί! Φορούσαν ένα είδος εσώρουχου που θύμιζε tanga (fundoshi) και κυκλοφορούσαν πολύ άνετα, αυτός μάλιστα που τον κατάλευκό του πισινό πρόσεξα πιο πολύ δεν ήταν κι ο πιο νέος.

Ο κόσμος χαμογελούσε καθώς η ρυθμική κραυγή όσων κουβαλούσαν τον omikoshi: wasshoi!, κι όσων τους ενθάρρυναν με ντουντούκες, ανακατεύονταν με τη μουσική των παιδιών από τις εξέδρες και τους μπάσους ήχους από το taiko, το μεγάλο ιερό τους τύμπανο, σταθμευμένο παραπάνω. Οι αστυνομικοί κουνώντας πέρα-δώθε τα φωτορυθμικά globs (?) τους προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο για τα τελευταία αυτοκίνητα που 'χαν εγκλωβιστεί στη λεωφόρο. Μητέρες με μωρά στη πλάτη χαιρετούσαν με βαθιές υποκλίσεις την πομπή παρασύροντας και τα μωρά στην κίνησή τους.

Ακολουθούσα ευτυχισμένα μπερδεμένη στο χαρούμενο πλήθος, -η μόνη "ξένη" χωρίς υπερβολή-, χωνεμένη σ’ αυτή τη μάζα από παραδοσιακά και "δυτικά" ντυμένους ανθρώπους που στο μεταξύ έβρισκαν χρόνο να τραβούν φωτογραφίες, video, ακόμη και ν’ απαντούν σε κινητά.

Πλησιάζοντας όλο και πιο άφοβα το κύριο σώμα της πομπής δε μπορούσα παρά να νιώθω έκπληξη χαζεύοντας τα μερικές φορές τόσο νέα πρόσωπα των "πιστών". Είναι καλή τύχη να κουβαλήσει κάποιος στους ώμους του omikoshi. Συχνά κάποιοι από τους "ένθεους" συμμετέχοντες κουράζονταν και αποχωρούσαν. Βουτηγμένοι στον ιδρώτα μετά απ’ όλο αυτό το σπρώξιμο, το κόλλημα του ενός πάνω στον άλλο, τσαλακωμένοι και σχεδόν γυμνοί, έκαναν στην άκρη με πρόσωπα που άστραφταν, παραχωρώντας στους επόμενους την πολύτιμη θέση τους. Μου τράβηξε την προσοχή ένα οξυζεναρισμένο κεφάλι πιτσιρικά που αν τον είχα συναντήσει στην ανατολική έξοδο του σταθμού μου θα τον είχα πάρει σίγουρα για τσιράκι της τοπικής yakuza. Τώρα εδώ, γεμάτος ενθουσιασμό, σαν παιχνίδι, άλλαζε το happi του με τους ανυπόμονους φίλους του, πορτοκαλιά αυτή τη φορά μαλλιά, σκουλαρίκια γεμάτους.

Στα δεύτερα φανάρια μπροστά στο New Prince Hotel, -προς μεγάλη χαρά των ξένων που έτρωγαν για βράδυ-, o Οmikoshi σταμάτησε για να κάνει επιτόπου στροφή παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής.

Δεν είχαμε διανύσει ούτε διακόσια μέτρα μα η αργή πέρα-δώθε κίνηση της πομπής, οι φωνές, τα παραγγέλματα και η εύθυμη αναταραχή, τα 'καναν να μοιάζουν με μια λαμπρή συγκλονιστική πορεία.

Όποιος έχει παρακολουθήσει από κοντά περιφορά omikoshi δε μπορεί παρά να 'νιωσε όπως εγώ αυτή την ανεξήγητη έντονη διάθεση να ορμήσει μπροστά για να πάρει τυφλά τη θέση ενός από τους "πιστούς", αν μπορεί κανείς εδώ να χρησιμοποιήσει τον όρο. Ν’ αγγίξει τα βάρβαρα, ειδωλολατρικά, κι όμως εκλεπτυσμένα στολιδάκια, να νιώσει το βάρος του ταλαντευόμενου χρυσαφένιου σκηνικού, ν’ απαντήσει ουρλιάζοντας από το βάθος της ψυχής του στο κάλεσμα.

Γιατί αυτός ο βαθύτατα παγανιστικός πετεινός, αυτό το υπερβολικό λοφίο, ασκεί πάνω μου γοητεία τέτοια που κανείς επιτάφιος δε μπόρεσε ποτέ να εξασκήσει?

Η Shinto θρησκεία είναι θρησκεία της ζωής. Δοξάζει τον Θεό της στο καθετί: στο δέντρο, στην πέτρα και στο βουνό, υπάρχει πάντα ένα kami (πνεύμα). Αντίθετα ο Χριστιανισμός, αποπνικτικά θλιβερός, στο μυαλό μου συνδέθηκε με την τιμωρία του Πάσχα.

Τα Χριστούγεννα πάλι ήταν πάντα ελάχιστα "ορθόδοξα" χριστιανικά, με τον ψευτοχιονισμένο luxurious τρόπο που τα θυμάμαι από παιδί, μέσα σ’ έναν καταιγισμό από ειδικά τηλεοπτικά προγράμματα, γλυκά που μοσχομυρίζουν στον φούρνο και δώρα τυλιγμένα σε αστραφτερά χρυσόχαρτα κάτω απ’ το αιώνιο χριστουγεννιάτικο δέντρο που αυτό κι αν δεν έρχεται από κάπου αλλού.


Μόνο το Πάσχα ήταν βαθύτατα, απαραίτητα "ορθόδοξο". Στο χωριό της μητέρας μου στην Αρκαδία ή και στη γειτονιά μου στην Αθήνα, η αργή τελετουργική περιφορά του επιταφίου μέσα στο βαθύ σκοτάδι μιας χλιαρής βραδιάς που δεν υπόσχεται τίποτα ευχάριστο, με υπόκρουση τους επιβλητικούς ήχους μιας καμπάνας που δεν εξιστορεί, μόνο υπενθυμίζει. Και σε κάθε βήμα το αργό, βασανιστικό στάξιμο του κεριού στα δάχτυλά μου, σαν τιμωρία. Η φλόγα που σ’ αυτή προσηλώνω το βλέμμα , που τη σβήνει στο τέλος μια δυνατότερη ριπή ανέμου.

Με φίλες μου πιο πολύ ακολουθούσα τον επιτάφιο, πάντα αποτυχαίνοντας να 'μαι κοντά στην αρχή, στην κεφαλή της λιτανείας. Μ’ εντυπωσίαζαν, -ζήλευα-, τα παπαδάκια που 'βγαιναν πρώτα ντυμένα στα χρυσά, με τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ στα χέρια, κι όλο ήθελα να βρεθώ κοντά στον πεθαμένο Χριστό. Όταν πια αυτό συνέβαινε, ήμασταν πίσω στην εκκλησία, τα φώτα είχαν ξανανάψει, το αναγκαστικά βιαστικό προσκύνημα μόνο άγχος μου 'φερνε. Δεν πρόφταινα καλά-καλά να ρίξω μια ματιά στον "νεκρό" και πάντα μου 'μενε αυτή η δυσάρεστη υποψία: δεν υπήρχε κανείς πεθαμένος σ’ αυτό το τετράγωνο χρυσοποίκιλτο σπίτι-φέρετρο.

Η δισδιάστατη -too realistic- εικόνα του Χριστού στον σταυρό, μου 'κανε την ίδια κακή εντύπωση. Και το χειρότερο ερχόταν το Μ. Σάββατο το πρωί: ο πατέρας μου δεν έπινε ούτε νερό, -αυτός που σπάνια νήστευε-, μα εγώ πάντα είχα την ίδια ενοχλητική αίσθηση: δεν υπήρχε κανείς πέρα απ’ τα αφημένα στεφάνια των λουλουδιών που τόσο συγκινητικά μαραίνονταν κάνοντας την ατμόσφαιρα γλυκερή και βαριά στην εκκλησία.

Θρησκεία που εστιάζει κύρια στον θάνατο του ιδρυτή της, -γιατί ποτέ η Ανάσταση του Μ. Σαββάτου και η Κυριακή του Πάσχα δε μου 'καναν καμιά ιδιαίτερη εντύπωση λύσης του δράματος, με εξαίρεση φυσικά τις κανιβαλικές γαστριμαργικές επιδόσεις μου-, και δι’ αυτού στον παραδειγματισμό των πιστών, ο ορθόδοξος χριστιανισμός με τρόμαζε πάντα μα και με προσέλκυε μ’ έναν σχεδόν διεστραμμένο τρόπο.

Τώρα εδώ σ’ αυτή την άκρη της γης, βρισκόμουν για πρώτη φορά σε επαφή με μια θρησκεία που γιορταζόταν απλά σα μια χαρούμενη δραστηριότητα.

Αφέθηκα να παρασυρθώ κι εγώ από το πλήθος που ομαλά, ευτυχισμένο, διαλυόταν σε μικρότερες ομάδες. Είχα χτυπήσει κι εγώ μαζί τους παλαμάκια όσες φορές είχε χρειαστεί. Ήμουν αδέξια, ακολουθούσαν φυσικά τους γνωστούς τους ρυθμούς με παραδειγματική άνεση, κάποιος στην κεφαλή της πομπής χτυπούσε πότε-πότε δυο ξύλα μεταξύ τους και το πλήθος χαρούμενο, σα να το περίμενε, αμέσως ακολουθούσε.

Κατηφόρισα προς τα πίσω ενώ η κυκλοφορία άνοιγε ξανά, ακολουθώντας από παρόρμηση έναν πολύ ελκυστικό Γιαπωνέζο που 'χε τραβήξει την προσοχή μου από ώρα. Μα συνοδεύονταν, έστω κι από μια πολύ χοντρή κι άσχημη Γιαπωνέζα που φορούσε το ίδιο μ’ αυτόν happi. Άραγε η γυναίκα του?

Στο convenience store δεν είχαν katorisenko. Έπειτα πίσω στο κελί μου, με τα κουνούπια, -σκνιπάκια μάλλον, αθόρυβα, σχεδόν αόρατα στ’ αμάθητα μάτια μου-, να με τρώνε ανελέητα, και το βιβλίο της ιστορίας ακόμα ανοιχτό στην ίδια σελίδα χωρίς προοπτική, σκέφτηκα για να παρηγορηθώ πως τα καλύτερα μαθήματα ιστορίας, αρχιτεκτονικής και μη, δίνονται στο δρόμο, που αλλού?

("Γράμματα από το Τόκιο", Tokyo, 1995-96)

(*) τελικά επρόκειτο για ασκήσεις εθελοντών πυροσβεστών γειτονιάς

more...