
8:50
Όλοι μου έλεγαν να μη παρατήσω τη δουλειά αν δεν έβρισκα πρώτα κάτι άλλο. Άνοιξα τα μάτια μου κι έχει μια λαμπερή μέρα, χειμωνιάτικη βέβαια, αυτό χωρίς αμφιβολία αλλά με όμορφο, καθαρό ουρανό, τέτοιο που έχει πάντα μόνο μετά από μέρες κακοκαιρίας και σκουντουφλιάσματος. Αυτή είναι η πρώτη «ελεύθερή» μου μέρα μετά από χρόνια. Τέρμα η δουλειά, τουλάχιστον η κακόμοιρη δουλειά που είχα. Πάμε γι’ άλλα.
9:30
Κρυώνει το υποκατάστατο καφέ πιο πέρα, κι η samba σφυρίζει μαζί μου, για πρώτη φορά τραγούδια της αγάπης χωρίς πόνο, αγάπη μου, κι ας δεν θα 'σαι μαζί μου τις γιορτές. Προσπαθώ τώρα να φανταστώ την έκφρασή σου μόλις θ’ ανοίξεις το email: σου στέλνω αυτή τη δεμένη-στην απόλυτη-διάθεσή-σου γιαπωνέζα μια κι είχαμε τις προάλλες την συζήτηση για το κιμονό. Υποταγή λοιπόν, μόνο σε κάποιον που δεν το ζήτησε ποτέ. Μου λείπεις ήδη. Θα σε βγάλω βέβαια τώρα απ’ το μυαλό μου για να καταπιαστώ με τις κάρτες και τα δέματα που με περιμένουν ανακατεμένα πάνω στο μεγάλο μου τραπέζι. Χαρά είναι κι αυτή τέτοιες μέρες αν και για μερικές απ’ αυτές τις κάρτες θα πρέπει σοβαρά να συγκεντρωθώ. Κι ας κορνάρει απ’ έξω το ποτάμι της λεωφόρου, ανυπόμονοι όλοι όχι μόνο τέτοια εποχή.
Δεν σε ξέχασα Keiko, έχουμε να «μιλήσουμε» πριν απ΄ το καλοκαίρι, σ’ εκείνο το τελευταίο μου γράμμα, -που ίσως και να μην έλαβες αφού μάλλον θα είχες κιόλας φύγει για Ευρώπη-, σου 'λεγα πως κάποιο λάθος θα 'κανα σίγουρα με τη διεύθυνση της Yamaguchi-san: το φροντισμένο γράμμα που με τόσο κόπο –γεμάτο γιαπωνέζικες περικοκλάδες- έγραψα στον άντρα της, που δεν έτυχε να γνωρίσω, μου γύρισε πίσω. Το στέλνω τώρα σε σένα, -τρυφερά το ενταφιάζω ανάμεσα στο χοντρό χαρτί περιτυλίγματος και την πλάτη από το κουτί απ’ τα κουραμπιεδάκια που αν θυμάμαι καλά σας είχαν αρέσει και πέρυσι, αλήθεια πως είναι η μαμά σου? Keiko, I really want this letter to reach him so that he can know how much I treasured late Mrs Yamaguchi’s care and attention during the 3.5 years that I happily spent with you all. Μετά είναι ο Mauricio, «μιλάμε» μόνο κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, Mauricio, our Anna has two kids already! Isn’t it amazing how time seems to step up for some while for others doesn’t progress at all? Και στο θείο μου στην Αμερική κουραμπιεδάκια, και λίγα λόγια τυπικά, χαιρετισμούς και στους υπόλοιπους κι ας διέλυσε η οικογένεια. Κι εγώ απ’ τη μεριά μου για τέσσερεις υπογράφω, το συζητήσαμε με την αδερφή μου κι αποφασίσαμε πως δεν έχει βιβλία για έλληνες μετανάστες στην Αμερική φέτος, μόνο κάτι ουδέτερο όπως γλυκά. Είναι βέβαια τίγκα στην άσπρη σκόνη και μετά «το χτύπημα» που εξαιτίας του αρπαχτήκαμε άσχημα κιόλας, -τους πιάνετε τους «κακούς» θείε? τους πιάνετε?-, ίσως και να μην είναι η πιο καλή ιδέα... Στον παλιό μου σπιτονοικοκύρη κάτι επίσης ουδέτερο, αλλά την πιο όμορφη κάρτα από τις κινέζικες της Unicef: ένα φύλλο από σφεντάμι σε κόκκινο και χρυσό. Στη Σοφία γράφω τη μόνη κάρτα εσωτερικού: πόσο θα 'θελα ν’ ανέβω στα μέρη σου, με τρομάζει όμως η κακοκαιρία, -και τα έξοδα πια....
Έρχεται κι η ώρα για την κάρτα που απαιτεί τη μεγαλύτερη συγκέντρωση, αυτή πηγαίνει στη Master μου. “Dear sensei, I always knew that you were going to write this book, besides it was badly needed. Now I’m happy that you remembered me and sent it to me, it will serve from now on as a very trustworthy guide every time I am questioned about Zen. There’s more to it from a quite personal point of view: I like your photo in the back cover, you look so serene, I guess it brings back memories of all the blessed –and cold…-Saturday mornings we spent together discussing after Zazen, blessed matters like the colors of the robes of Buddha, brown, like the dirty muddy rags of the outcasts”.
11:15
Στο μαγαζί με τους ξηρούς καρπούς γίνεται χαμός. Αυτή τη φορά βοηθά ως κι ο manager, με τα χεράκια του κόβει το χαρτί περιτυλίγματος, τον ταλαιπωρώ. Θέλω ένα μικρό καλάθι μ’ ένα –βιολογικό- κρασί και ξηρούς καρπούς που θα τους διαλέξω εγώ. Όσο γι’ αυτό το πιάτο, ναι, βέβαια το ξέρω πως δεν είναι κανένα συλλεκτικό, απλά τo 'χα δανειστεί για πολύ καιρό και τώρα σκέφτομαι να το επιστρέψω γεμάτο με marzipan. Πως σας φαίνεται η ιδέα? Αφήστε το σε μένα το κόψιμο του πάτου, τι διάβολο, έκανα μακέτες παλιά. Η κοπέλα που φτιάχνει το καλάθι βιάζεται στην αρχή αλλά χαλαρώνει μόλις ενώνονται τα χέρια μας στο δέσιμο της κορδέλας, «θα σας φτιάξω και το πιάτο, αφού σας άρχισα». Γύρω στριφογυρίζει κόσμος που πελαγώνει ανάμεσα σε φιστίκια Αιγίνης και σε Βrazilian nuts, ο manager τσακώνεται στο τηλέφωνο με μια εταιρεία taxi, γούνινα μανίκια που ανήκουν σε καλοδιατηρημένες κυρίες τρίβονται πάνω μου, το –αντι-οικολογικό- σελοφάν γλιστρά με θόρυβο στα χέρια μου καθώς το κατσαρώνουν με το ψαλίδι. «Ωραίο έγινε το πιάτο σας», μου λέει τελικά ο manager, και μετά: «έρχεστε συχνά εδώ?», «Συνέχεια», του λέω και με πιάνουν τα γέλια γιατί όντως το είχα παρακάνει τελευταία, με την άκρη του ματιού μου χαϊδεύω τα πούρα κλειδωμένα στην βιτρίνα τους. Κομμένα κι αυτά από δω και πέρα.
13:00
Δεν σε ξέχασα Keiko, έχουμε να «μιλήσουμε» πριν απ΄ το καλοκαίρι, σ’ εκείνο το τελευταίο μου γράμμα, -που ίσως και να μην έλαβες αφού μάλλον θα είχες κιόλας φύγει για Ευρώπη-, σου 'λεγα πως κάποιο λάθος θα 'κανα σίγουρα με τη διεύθυνση της Yamaguchi-san: το φροντισμένο γράμμα που με τόσο κόπο –γεμάτο γιαπωνέζικες περικοκλάδες- έγραψα στον άντρα της, που δεν έτυχε να γνωρίσω, μου γύρισε πίσω. Το στέλνω τώρα σε σένα, -τρυφερά το ενταφιάζω ανάμεσα στο χοντρό χαρτί περιτυλίγματος και την πλάτη από το κουτί απ’ τα κουραμπιεδάκια που αν θυμάμαι καλά σας είχαν αρέσει και πέρυσι, αλήθεια πως είναι η μαμά σου? Keiko, I really want this letter to reach him so that he can know how much I treasured late Mrs Yamaguchi’s care and attention during the 3.5 years that I happily spent with you all. Μετά είναι ο Mauricio, «μιλάμε» μόνο κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, Mauricio, our Anna has two kids already! Isn’t it amazing how time seems to step up for some while for others doesn’t progress at all? Και στο θείο μου στην Αμερική κουραμπιεδάκια, και λίγα λόγια τυπικά, χαιρετισμούς και στους υπόλοιπους κι ας διέλυσε η οικογένεια. Κι εγώ απ’ τη μεριά μου για τέσσερεις υπογράφω, το συζητήσαμε με την αδερφή μου κι αποφασίσαμε πως δεν έχει βιβλία για έλληνες μετανάστες στην Αμερική φέτος, μόνο κάτι ουδέτερο όπως γλυκά. Είναι βέβαια τίγκα στην άσπρη σκόνη και μετά «το χτύπημα» που εξαιτίας του αρπαχτήκαμε άσχημα κιόλας, -τους πιάνετε τους «κακούς» θείε? τους πιάνετε?-, ίσως και να μην είναι η πιο καλή ιδέα... Στον παλιό μου σπιτονοικοκύρη κάτι επίσης ουδέτερο, αλλά την πιο όμορφη κάρτα από τις κινέζικες της Unicef: ένα φύλλο από σφεντάμι σε κόκκινο και χρυσό. Στη Σοφία γράφω τη μόνη κάρτα εσωτερικού: πόσο θα 'θελα ν’ ανέβω στα μέρη σου, με τρομάζει όμως η κακοκαιρία, -και τα έξοδα πια....
Έρχεται κι η ώρα για την κάρτα που απαιτεί τη μεγαλύτερη συγκέντρωση, αυτή πηγαίνει στη Master μου. “Dear sensei, I always knew that you were going to write this book, besides it was badly needed. Now I’m happy that you remembered me and sent it to me, it will serve from now on as a very trustworthy guide every time I am questioned about Zen. There’s more to it from a quite personal point of view: I like your photo in the back cover, you look so serene, I guess it brings back memories of all the blessed –and cold…-Saturday mornings we spent together discussing after Zazen, blessed matters like the colors of the robes of Buddha, brown, like the dirty muddy rags of the outcasts”.
11:15
Στο μαγαζί με τους ξηρούς καρπούς γίνεται χαμός. Αυτή τη φορά βοηθά ως κι ο manager, με τα χεράκια του κόβει το χαρτί περιτυλίγματος, τον ταλαιπωρώ. Θέλω ένα μικρό καλάθι μ’ ένα –βιολογικό- κρασί και ξηρούς καρπούς που θα τους διαλέξω εγώ. Όσο γι’ αυτό το πιάτο, ναι, βέβαια το ξέρω πως δεν είναι κανένα συλλεκτικό, απλά τo 'χα δανειστεί για πολύ καιρό και τώρα σκέφτομαι να το επιστρέψω γεμάτο με marzipan. Πως σας φαίνεται η ιδέα? Αφήστε το σε μένα το κόψιμο του πάτου, τι διάβολο, έκανα μακέτες παλιά. Η κοπέλα που φτιάχνει το καλάθι βιάζεται στην αρχή αλλά χαλαρώνει μόλις ενώνονται τα χέρια μας στο δέσιμο της κορδέλας, «θα σας φτιάξω και το πιάτο, αφού σας άρχισα». Γύρω στριφογυρίζει κόσμος που πελαγώνει ανάμεσα σε φιστίκια Αιγίνης και σε Βrazilian nuts, ο manager τσακώνεται στο τηλέφωνο με μια εταιρεία taxi, γούνινα μανίκια που ανήκουν σε καλοδιατηρημένες κυρίες τρίβονται πάνω μου, το –αντι-οικολογικό- σελοφάν γλιστρά με θόρυβο στα χέρια μου καθώς το κατσαρώνουν με το ψαλίδι. «Ωραίο έγινε το πιάτο σας», μου λέει τελικά ο manager, και μετά: «έρχεστε συχνά εδώ?», «Συνέχεια», του λέω και με πιάνουν τα γέλια γιατί όντως το είχα παρακάνει τελευταία, με την άκρη του ματιού μου χαϊδεύω τα πούρα κλειδωμένα στην βιτρίνα τους. Κομμένα κι αυτά από δω και πέρα.
13:00
Τελικά ήταν βλακεία να πάρω μαζί μου το καλάθι στις τράπεζες. Στην Εργασίας έπεσε το σύστημα και κατάπιε μάλιστα και την κάρτα του μπροστινού μου στην ουρά για το ΑΤΜ. Στην Εμπορική ξέμπλεξα σχετικά γρήγορα αλλά στην Εθνική άραξα υπομονετικά μαζί με το καλάθι πάντα ενώ σαλταρισμένες υπάλληλοι ρώταγαν τον κόσμο τι συναλλαγές πρόκειται να κάνει χωρίς αυτό ωστόσο ν’ αλλάξει κανενός την κατάσταση. Καθόμουν δίπλα στο δέντρο τους και δε μπορούσα παρά ν' αναρωτιέμαι αν κάποιους κι από αυτούς τους υπαλλήλους τους είχαν χώσει «εθελοντικά» στον στολισμό, «για το καλό» και στο πλαίσιο του ομαδικού πνεύματος που φαίνεται να καταδυναστεύει όλο και πιο πολύ τελευταία τα περιβάλλοντα εργασίας, σύμφωνα και με τα πιο εκσυγχρονιστικά πρότυπα. Έσπρωξα και λίγο πιο μέσα με το νύχι το παρδαλό περιτύλιγμα ενός από «τα δώρα» που 'χε ήδη ανοίξει: ένα άδειο κουτί από τηλεφωνική συσκευή. Πέρασα τουλάχιστον μισή ώρα εκεί μέσα μελετώντας το φυλλάδιο για το ευρώ που μας είχαν μοιράσει νωρίτερα στην Εμπορική.
14:30
14:30
Ακούμπησα το εντυπωσιακό χωρίς αμφιβολία καλάθι μου στο μπουφέ, ο πατέρας μου από την πολυθρόνα του μπροστά στην τηλεόραση του έριξε ένα επιδοκιμαστικό βλέμμα. «Είχες πυρετό σήμερα?», «Όχι, καλά είμαι. Έχεις φάει? Να πάρεις φρούτα φεύγοντας και γλυκά, έχουμε κουραμπιέδες, μελομακάρονα». Mέτρησα γύρω μου τη σπατάλη. Προς στιγμή σκέφτηκα να μαζέψω κάμποσα απ’ ολ’ αυτά για τους πρόσφυγες το απόγευμα αλλά δεν το 'κανα. Βαριόμουν τις εξηγήσεις. Από τη μισάνοιχτη πόρτα της κρεβατοκάμαρας πιο πολύ μάντεψα την ακινητοποιημένη μητέρα μου. «Να δώσεις κι αυτό το δέμα στην Ταμάρα το απόγευμα που θa 'ρθει, έχει διάφορα ψιλοπράγματα για τα εγγονάκια της».
14:40
Στο ρετιρέ έκανε ψύχρα. Πρόλαβα την αδερφή μου πριν φύγει για τη δουλειά όταν ανέβηκα με τον δίσκο μου να φάω μπροστά στην δική της τηλεόραση. «Πρόσεχε το τραπεζάκι να μη λυγίσουν τα πόδια του, είναι για κρεβάτι», είπε όταν στρώθηκα να φάω πάνω στο χαλί. Της άρεσαν οι γιαπωνέζικες μπάλες-μπαλόνια (πάλι Unicef) που της είχα φέρει και βάλθηκε να τις φουσκώνει. «Βάζω στοίχημα πως πήρες τα καλύτερα χρώματα», έκανα όχι με το κεφάλι, κι όταν κατάπια: «ήταν διπλές, τις πράσινες μάλιστα στις έφερα και τις δύο». Στην οθόνη –στις ειδήσεις κιόλας!- είχε έναν ηλίθιο που προσπαθούσε να μας πείσει να δούμε την θεατρική του παράσταση επειδή περίμενε τη γέννηση της εξώγαμης κόρης του, σ’ αυτό το συμπέρασμα τουλάχιστον κατέληξα εγώ. Άλλαξα κανάλι κι έπεσα στο κρατικό, εκεί είχε πιο σοβαρό πρόγραμμα: ένα ρεπορτάζ για τους άστεγους. Μου κάθισε η μπουκιά στο λαιμό, μερικά απ’ τα πλάνα θα μπορούσε να είναι βγαλμένα από το video που χρησιμοποίησα στη διπλωματική μου στο Τόκιο. «Μμ, κι εσείς στην οργάνωση τι κάνετε? Αν νομίζετε πως θα εξιλεωθείτε με τόσο λίγο....», σχολίασε η αδερφή μου όταν της είπα πως η ΜΚΟ θα μου 'τρωγε τουλάχιστον 5 ώρες. Δεν ήταν στις καλές της. «Μου τη δίνουν οι γιορτές», γύρισε σοβαρά και μου είπε. Σκέφτηκα πόσο της ταίριαζε αυτό. Προσπαθούσε να ανεβάσει στην πλάτη το φερμουάρ από ένα πολύ κομψό φόρεμα, ούτε κι εγώ τα κατάφερνα. «Πιο καλή η μοναξιά...», σχολίασε, στο τέλος το έκλεισε μόνη της. «Έχω τόσα στο κεφάλι μου και μόνο για το φαγητό... Φέτος λέω ν’ αντικαταστήσω τη γαλοπούλα σας με χοιρινό με σέλινο», διαμαρτυρήθηκα έντονα, «πότε ζήτησες βοήθεια και σου είπαμε όχι? ο μπαμπάς και μόνος του τα καταφέρνει περίφημα!», «πρέπει να 'χεις κι έφεση σ’ αυτά....(κοιτώντας με επιτιμητικά), ο μπαμπάς αν τον αφήσω θα την πνίξει στο λάδι... ωχ, κι έχω και τους πελάτες!... τέτοιες μέρες γίνονται ακόμα χειρότεροι, τις καραμελίτσες (Harry Potter) βέβαια θα τις πάω στα παιδιά, για μια στιγμή χάρηκα πως μου είχες φέρει το δαχτυλίδι...», «The Lord of the Rings»? δεν το παίζει ακόμα, τι είναι πάλι αυτό με το δαχτυλίδι?». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έδειξαν έναν άστεγο που κοιμάται τα τελευταία τρία χρόνια στο παλιό του αυτοκίνητο, η κάμερα καδράρισε το σταματημένο του ρολόι, μετά γύρισε στο πρόωρα γερασμένο πρόσωπό του: «Δεν είναι ζωή αυτή ρε παιδιά....»
14:40
Στο ρετιρέ έκανε ψύχρα. Πρόλαβα την αδερφή μου πριν φύγει για τη δουλειά όταν ανέβηκα με τον δίσκο μου να φάω μπροστά στην δική της τηλεόραση. «Πρόσεχε το τραπεζάκι να μη λυγίσουν τα πόδια του, είναι για κρεβάτι», είπε όταν στρώθηκα να φάω πάνω στο χαλί. Της άρεσαν οι γιαπωνέζικες μπάλες-μπαλόνια (πάλι Unicef) που της είχα φέρει και βάλθηκε να τις φουσκώνει. «Βάζω στοίχημα πως πήρες τα καλύτερα χρώματα», έκανα όχι με το κεφάλι, κι όταν κατάπια: «ήταν διπλές, τις πράσινες μάλιστα στις έφερα και τις δύο». Στην οθόνη –στις ειδήσεις κιόλας!- είχε έναν ηλίθιο που προσπαθούσε να μας πείσει να δούμε την θεατρική του παράσταση επειδή περίμενε τη γέννηση της εξώγαμης κόρης του, σ’ αυτό το συμπέρασμα τουλάχιστον κατέληξα εγώ. Άλλαξα κανάλι κι έπεσα στο κρατικό, εκεί είχε πιο σοβαρό πρόγραμμα: ένα ρεπορτάζ για τους άστεγους. Μου κάθισε η μπουκιά στο λαιμό, μερικά απ’ τα πλάνα θα μπορούσε να είναι βγαλμένα από το video που χρησιμοποίησα στη διπλωματική μου στο Τόκιο. «Μμ, κι εσείς στην οργάνωση τι κάνετε? Αν νομίζετε πως θα εξιλεωθείτε με τόσο λίγο....», σχολίασε η αδερφή μου όταν της είπα πως η ΜΚΟ θα μου 'τρωγε τουλάχιστον 5 ώρες. Δεν ήταν στις καλές της. «Μου τη δίνουν οι γιορτές», γύρισε σοβαρά και μου είπε. Σκέφτηκα πόσο της ταίριαζε αυτό. Προσπαθούσε να ανεβάσει στην πλάτη το φερμουάρ από ένα πολύ κομψό φόρεμα, ούτε κι εγώ τα κατάφερνα. «Πιο καλή η μοναξιά...», σχολίασε, στο τέλος το έκλεισε μόνη της. «Έχω τόσα στο κεφάλι μου και μόνο για το φαγητό... Φέτος λέω ν’ αντικαταστήσω τη γαλοπούλα σας με χοιρινό με σέλινο», διαμαρτυρήθηκα έντονα, «πότε ζήτησες βοήθεια και σου είπαμε όχι? ο μπαμπάς και μόνος του τα καταφέρνει περίφημα!», «πρέπει να 'χεις κι έφεση σ’ αυτά....(κοιτώντας με επιτιμητικά), ο μπαμπάς αν τον αφήσω θα την πνίξει στο λάδι... ωχ, κι έχω και τους πελάτες!... τέτοιες μέρες γίνονται ακόμα χειρότεροι, τις καραμελίτσες (Harry Potter) βέβαια θα τις πάω στα παιδιά, για μια στιγμή χάρηκα πως μου είχες φέρει το δαχτυλίδι...», «The Lord of the Rings»? δεν το παίζει ακόμα, τι είναι πάλι αυτό με το δαχτυλίδι?». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έδειξαν έναν άστεγο που κοιμάται τα τελευταία τρία χρόνια στο παλιό του αυτοκίνητο, η κάμερα καδράρισε το σταματημένο του ρολόι, μετά γύρισε στο πρόωρα γερασμένο πρόσωπό του: «Δεν είναι ζωή αυτή ρε παιδιά....»
Στην πόρτα της είπα: «Φέτος –κι όσο έχω ακόμα λεφτά, έτσι?-, λέω να σου κάνω δώρο 50.000 να πάρεις μισό ή ολόκληρο το τραπεζάκι του σαλονιού», σήκωσε τα φρύδια της, «Να ερωτεύεσαι συχνότερα!», Ι rolled my eyes in fake despair.... Αυτό πάλι το σημάδι κάτω απ΄ το μάτι σου? Δεν είναι κριθαράκι», «Είναι ένα καινούργιο απ’ τα δερματικά μου, χτυπάνε πάντα τη δεξιά μου πλευρά. Κι εσένα η ελιά σου που μεγαλώνει?», αλλά δεν ένιωσα ίχνος χαιρεκακίας πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα να ανταποδώσω το είπα. «Απίστευτο το τι περνάτε κι εσείς οι “ψυχασθενείς”!», και μετά αποτρεπτικά σα να 'κανε το σήμα του εξορκισμού: «H ελιά μεγαλώνει από εξωτερικούς παράγοντες!» Της τα συγχωρούσα βέβαια όλα, είναι και βαριά η δουλειά της: φυσιοθεραπεύτρια σε παιδιά με ειδικές ανάγκες, κι εξάλλου αν δεν ήταν αυτή μάλλον δεν θα 'χα αντέξει ό,τι συνέβη στη μητέρα μου.
15:45
Στη στάση του λεωφορείου κάθισα για αρκετή ώρα στον ήλιο, έβγαλα και τα γυαλιά μάλιστα και τον άφησα να χαϊδέψει το σημάδι μου. Του κάνει καλό. Μετά βαρέθηκα, άρχισα να κρυώνω απ΄ το άλλo μάγουλο και πήρα το μετρό.
16:20
16:20
Δεν έπρεπε να 'χω σταματήσει στο video club, θα καθυστερήσω την ομάδα. Ωστόσο πέτυχα το «2010: The year we made contact», που δεν το 'χω δει.
17:10
17:10
Πήρα και τους είπα πως θ’ αργήσω. Κακώς έβαλα το DVD, ώσπου να πέσουν οι τίτλοι και να φτιάξω δεύτερο υποκατάστατο καφέ πήγε 17.00. Ξαναντύθηκα σαν την τρελή, στο γραφείο η ώρα δεν πέρναγε με τίποτα....
17:50
17:50
Μιλήσαμε στο κινητό κανα δυο φορές κι έτσι δεν πέρασα καθόλου από την οργάνωση παρά πήγα κατευθείαν στο στέκι. Τους πρόλαβα στη πόρτα, η Λία έβγαζε το συναγερμό κι ο Ομάρ –ευτυχώς- είχε απωθήσει το σκυλί στην αυλή. Σήμερα έχουμε εννιά άτομα κι ο Σαΐντ θα έρθει αργότερα. Με το που μπήκαμε μ’ έπιασε κατάθλιψη. Οι χρήστες τοιμάζουν ποιος ξέρει τι κι είχαν κάνει το χώρο άνω-κάτω. Είχαν σχεδιάσει χοντροκομμένα με κάρβουνο κι έναν τεράστιο Αι-Βασίλη πάνω σ’ ένα κομμάτι κόντρα πλακέ που αργότερα θα θύμιζε στον Σαΐντ, «guerilla»...
Είχε όμως και χειρότερα. Η εκδήλωση της Κυριακής παρά την επιτυχία της απέδωσε μόνο 200.000, οι εργαζόμενοι, ανάμεσά τους μια επισκέπτρια υγείας απλήρωτη από τον Αύγουστο, παραιτήθηκαν ομαδικά. Δεν υπάρχουν λεφτά ούτε καλά-καλά για το νοίκι, χωρίς επαγγελματίες κινδυνεύουν κι οι ξενώνες. Πήρα αμέσως το Μάνο, έτσι ήταν ακριβώς, ακουγόμουν στενοχωρημένη? Δεν έπρεπε να 'χω φύγει απ’ τη δουλειά χωρίς να 'χω πρώτα σιγουρέψει κάτι άλλο, να τα πούμε κάποια στιγμή από κοντά?
Επάνω το νερό δεν είχε προλάβει να ζεσταθεί καλά κι οι δυο πρώτοι τουρτούριζαν γυμνοί με τις σαπουνάδες αναμετάδωσε σχεδόν θριαμβευτικά ο Ομάρ. Άθελά μου σκεφτόμουν πως είχαν βρει κι εδώ αυτά που είχαν αφήσει πίσω στο Αφγανιστάν, κρύο και πείνα, μόνο πόλεμο που δεν είχαμε. Στο πλυσταριό άρχισε να ζεσταίνει κι ήταν ευχάριστα. Στην αίθουσα που μαζευόμαστε όλοι είχε χαθεί το remote κι ο κόσμος κρύωνε. Ένας πιτσιρικάς με το χέρι στο γύψο όλο γέλαγε, στο πάνω σαγόνι του 'λειπαν τα περισσότερα δόντια: «Ι want know what say about me», να άλλος ένας που μιλά λίγα αγγλικά. Σχολιάζαμε πως με το χέρι θα δυσκολευόταν να πλυθεί, έπρεπε να μείνει στεγνό. «Ι brought him help», γελώντας πάντα έδειξε ένα άλλο αγόρι με έντονα ασιατικά χαρακτηριστικά που κι αυτό χαμογέλαγε. Ο Ομάρ έπιασε να του τυλίγει το χέρι με μια σκουπιδοσακούλα, ήταν τόσο μεγάλη που μπορούσες να τον χώσεις όλον μέσα έτσι φτενός που ήταν. «Ομάρ, μην τον σφίγγεις τόσο, θα του κόψεις την κυκλοφορία του αίματος», κούνησε τις μπούκλες της η Λία με authority, είναι φοιτήτρια Ιατρικής στο 3ο έτος.
Είχε όμως και χειρότερα. Η εκδήλωση της Κυριακής παρά την επιτυχία της απέδωσε μόνο 200.000, οι εργαζόμενοι, ανάμεσά τους μια επισκέπτρια υγείας απλήρωτη από τον Αύγουστο, παραιτήθηκαν ομαδικά. Δεν υπάρχουν λεφτά ούτε καλά-καλά για το νοίκι, χωρίς επαγγελματίες κινδυνεύουν κι οι ξενώνες. Πήρα αμέσως το Μάνο, έτσι ήταν ακριβώς, ακουγόμουν στενοχωρημένη? Δεν έπρεπε να 'χω φύγει απ’ τη δουλειά χωρίς να 'χω πρώτα σιγουρέψει κάτι άλλο, να τα πούμε κάποια στιγμή από κοντά?
Επάνω το νερό δεν είχε προλάβει να ζεσταθεί καλά κι οι δυο πρώτοι τουρτούριζαν γυμνοί με τις σαπουνάδες αναμετάδωσε σχεδόν θριαμβευτικά ο Ομάρ. Άθελά μου σκεφτόμουν πως είχαν βρει κι εδώ αυτά που είχαν αφήσει πίσω στο Αφγανιστάν, κρύο και πείνα, μόνο πόλεμο που δεν είχαμε. Στο πλυσταριό άρχισε να ζεσταίνει κι ήταν ευχάριστα. Στην αίθουσα που μαζευόμαστε όλοι είχε χαθεί το remote κι ο κόσμος κρύωνε. Ένας πιτσιρικάς με το χέρι στο γύψο όλο γέλαγε, στο πάνω σαγόνι του 'λειπαν τα περισσότερα δόντια: «Ι want know what say about me», να άλλος ένας που μιλά λίγα αγγλικά. Σχολιάζαμε πως με το χέρι θα δυσκολευόταν να πλυθεί, έπρεπε να μείνει στεγνό. «Ι brought him help», γελώντας πάντα έδειξε ένα άλλο αγόρι με έντονα ασιατικά χαρακτηριστικά που κι αυτό χαμογέλαγε. Ο Ομάρ έπιασε να του τυλίγει το χέρι με μια σκουπιδοσακούλα, ήταν τόσο μεγάλη που μπορούσες να τον χώσεις όλον μέσα έτσι φτενός που ήταν. «Ομάρ, μην τον σφίγγεις τόσο, θα του κόψεις την κυκλοφορία του αίματος», κούνησε τις μπούκλες της η Λία με authority, είναι φοιτήτρια Ιατρικής στο 3ο έτος.
Οι από πάνω κατάφεραν με το ζόρι να πλυθούν και κατέβηκαν ξεπαγιασμένοι κάτω, βρήκα το remote στην κλειδωμένη τουαλέτα για το προσωπικό και κάπως συνήλθαμε. Δώσαμε και μιά πετσέτα σ’ ένα παιδί που είχε φορέσει το μπουφάν σαν φούστα γιατί είχε βάλει το μοναδικό του παντελόνι για πλύσιμο. Πιο πολύ επέμεινα με την πετσέτα γιατί δεν άντεχα άλλο να βλέπω τα λεπτά σαν καλαμάκια πόδια του. «Είσαι Tadjik?», «Ναι», είπε το παιδί με το γύψο πάντα γελώντας, πειραματιζόταν κιόλας με κάποιες ελληνικές λεξούλες, ο φίλος του με τα ασιατικά χαρακτηριστικά Χαζάρος. Η Λία θαμπώνεται άλλη μια φορά με το ταλέντο μου στις φυσιογνωμίες, όμως πια είναι απλό να τους ξεχωρίσεις γιατί μέχρι τώρα δεν είχαμε κι άλλες φυλές, μάταια ρωτούσαμε στην αρχή για Pashtun λες και κάναμε συλλογή. Του παιδιού ένα φορτηγό του 'χε σπάσει το χέρι στην Πάτρα, «Τρακτέρ?», λέει γελώντας ο Ομάρ που δεν καταλαβαίνει γρυ αγγλικά, «Νooo, track», επιμένει το παιδί.
19:30
Πήρα άπειρες φορές κι έβγαινε ο τηλεφωνητής μέχρι που το σήκωσες. Είναι τώρα κι όλ’ αυτά μαζεμένα, δεν πήγε καλά η συνομιλία, έτσι? Πήρες το email μου και σου λείπω κι εγώ αλλά δεν υπάρχει λόγος «να σε παίρνουν και τα σκάγια». Και βέβαια, πολύ λογικά, «δεν ξέρεις», δεν ξέρεις αν έκανα καλά που έφυγα απ’ τη δουλειά, δεν ξέρεις πως νιώθω. Ξέρω πως κι οι δυo θέλουμε να βρεθούμε πριν φύγεις, πριν επιστρέψεις για λίγο ή για πάντα και μέχρι το καλοκαίρι στη νομιμότητα και στη γυναίκα σου, σε όλα εκείνα που ήταν η ζωή σου πριν σε γνωρίσω, πριν εισβάλλω «σαν τους Ταλιμπάν», που 'ναι και της μόδας τελευταία, και τα αναστατώσω όλα. Σου ζητάω συγγνώμη, ακόμα κι οι τρόποι που υποφέρουμε είναι αντίθετοι. Όμως με ξέρεις πια, βγάζω βία και –τι ανακούφιση!-, «δε θα μου κάνεις τη χάρη» να με μισήσεις γι’αυτό. Ευτυχώς η Γαρμπή κι η Βίσση –μου λένε-, στο ράδιο, κρύβουν με τις αγριοφωνάρες τους την ένταση της φωνής μου από τους μέσα.
20:00
20:00
Ο Σαΐντ ήρθε μες στην άσπρη σκόνη, πιο καταπονημένος από ποτέ. Είναι η περσική αδυναμία μου εκεί μέσα, τον νιάζομαι, όσο κι αν μιά φορά που απ’ έξω-απ’ εξω θέλησε να με πάει γυρίζοντας μαζί μέχρι το σπίτι, αρνήθηκα –θέλω να πιστεύω- κομψά. Μένουμε και σχετικά κοντά, αυτός στον ξενώνα της Εθελοντικής αλλά από τότε που χώρισα με τον Χαλίντ κρατάω κάποιες αποστάσεις. Δουλεύει αυτές τις μέρες σ’ ένα διαμέρισμα που ανακαινίζεται και τρίβανε μάρμαρα. Πρόσεξα πως στο δεξί του παπούτσι σε κάθε βήμα έχασκε η σόλα, κι όμως ήταν εδώ για να βοηθήσει κάποιους άλλους σε χειρότερη μοίρα απ’ αυτόν. Μας έδωσε το χέρι του, σκασμένο απ’ το κρύο, σφιγμένο σε γροθιά «για να μη μας λερώσει», ίσα που άγγιξα το άγριο του δέρμα κι ένιωσα παράξενα σα να 'κανα κάτι θρησκευτικό.
Η αρχική μας χαρά πως θα τελειώσουμε νωρίς με τόσο λίγα άτομα πήγε στράφι αφού ο θερμοσίφωνας αργεί να ζεστάνει... Ευτυχώς άρχισε η Λία τα αστεία με τον Ομάρ και διορθώθηκε λίγο το κλίμα. Ο Ομάρ είναι νέος μεταφραστής-εθελοντής κι αν και με τα αραβικά του ως Σύρος Κούρδος δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά με τους περσόφωνους, μιλάει σπουδαία ελληνικά, τις πιό πολλές φορές τον κάνουν για επαρχιώτη αλλά σπάνια για ξένο. Έχει πλάκα και τονίζει συνεχώς πως αυτός είναι «οικονομικός μετανάστης» κι όχι «σαν κι αυτούς». Και πράγματι με το βαρύ του macho παρουσιαστικό, καλά ντυμένος, χορτασμένος κι ασφαλής με σχεδόν μόνιμη δουλειά σα φαναρτζής, ενισχύει τη διαφορά. Πιστεύω τώρα πως μπορεί να 'ναι κι αλήθεια πως τον ζήλευε τρελά η Πόντια που τη χώρισε από το «μουσουλμανικό γάμο», αλλά ξέρω κι άλλα: στον Πέτρο είχε πει πως τη χώρισε «γιατί μιλούσε πολύ». Έχω την προσοχή μου περισσότερο στον Σαΐντ, χάνεται για καιρό μερικές φορές, «μπλέκει με δουλέμπορους?», το κινητό του τελευταία ήταν συνεχώς κλειστό, τώρα τον βλέπω με καινούργια συσκευή. Μπορεί να του βρεί ο Ομάρ κανένα φτηνό αυτοκίνητο, έστω και με γερμανικές πινακίδες?
Είναι ώρα που μας τρώει με τα μάτια ένα παιδί που φορά ένα μαύρο σκουφί και φαίνεται πολύ ταλαιπωρημένο. Στο τέλος πλησιάζει το τραπέζι μας και μας ρωτά σε καλούτσικα αγγλικά την προφορά για το ι, το υ, και το ει. Κουνάμε το κεφάλι απολογητικά, είναι η ίδια για όλα. Και η διαφορά του σ και του ψ? Η πάλι το θ? Βλέπω πως αμέσως κάνει τη μεταγραφή στα αγγλικά, το θ είναι το th, right? Right. Τη στιγμή που πιάνω από κοντά το βλέμμα του κάνω ένα περίεργο bonding μαζί του, όμως προσπαθώ να το κρύψω. Έχει δίκιο ο Ομάρ, το παιδί με το σκουφί είναι Κούρδος από το Ιράκ και δεν έχει πολλά-πολλά με τους Αφγανούς αλλά θέλει να κάνει παρέα μαζί μας. Από τη μεριά μου και μόλις καταλαβαίνω πως σήμερα η συντροφιά έχει απ’ όλα, μέχρι και «σκληρούς» του Ιράκ, είμαι ικανοποιημένη που μπορούμε όλοι μαζί να συνυπάρχουμε, έστω και σε παρέες-παρέες. Ακόμα θυμάμαι τα μαχαιρώματα στις ειδήσεις στην Πάτρα.
23:20
Η αρχική μας χαρά πως θα τελειώσουμε νωρίς με τόσο λίγα άτομα πήγε στράφι αφού ο θερμοσίφωνας αργεί να ζεστάνει... Ευτυχώς άρχισε η Λία τα αστεία με τον Ομάρ και διορθώθηκε λίγο το κλίμα. Ο Ομάρ είναι νέος μεταφραστής-εθελοντής κι αν και με τα αραβικά του ως Σύρος Κούρδος δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά με τους περσόφωνους, μιλάει σπουδαία ελληνικά, τις πιό πολλές φορές τον κάνουν για επαρχιώτη αλλά σπάνια για ξένο. Έχει πλάκα και τονίζει συνεχώς πως αυτός είναι «οικονομικός μετανάστης» κι όχι «σαν κι αυτούς». Και πράγματι με το βαρύ του macho παρουσιαστικό, καλά ντυμένος, χορτασμένος κι ασφαλής με σχεδόν μόνιμη δουλειά σα φαναρτζής, ενισχύει τη διαφορά. Πιστεύω τώρα πως μπορεί να 'ναι κι αλήθεια πως τον ζήλευε τρελά η Πόντια που τη χώρισε από το «μουσουλμανικό γάμο», αλλά ξέρω κι άλλα: στον Πέτρο είχε πει πως τη χώρισε «γιατί μιλούσε πολύ». Έχω την προσοχή μου περισσότερο στον Σαΐντ, χάνεται για καιρό μερικές φορές, «μπλέκει με δουλέμπορους?», το κινητό του τελευταία ήταν συνεχώς κλειστό, τώρα τον βλέπω με καινούργια συσκευή. Μπορεί να του βρεί ο Ομάρ κανένα φτηνό αυτοκίνητο, έστω και με γερμανικές πινακίδες?
Είναι ώρα που μας τρώει με τα μάτια ένα παιδί που φορά ένα μαύρο σκουφί και φαίνεται πολύ ταλαιπωρημένο. Στο τέλος πλησιάζει το τραπέζι μας και μας ρωτά σε καλούτσικα αγγλικά την προφορά για το ι, το υ, και το ει. Κουνάμε το κεφάλι απολογητικά, είναι η ίδια για όλα. Και η διαφορά του σ και του ψ? Η πάλι το θ? Βλέπω πως αμέσως κάνει τη μεταγραφή στα αγγλικά, το θ είναι το th, right? Right. Τη στιγμή που πιάνω από κοντά το βλέμμα του κάνω ένα περίεργο bonding μαζί του, όμως προσπαθώ να το κρύψω. Έχει δίκιο ο Ομάρ, το παιδί με το σκουφί είναι Κούρδος από το Ιράκ και δεν έχει πολλά-πολλά με τους Αφγανούς αλλά θέλει να κάνει παρέα μαζί μας. Από τη μεριά μου και μόλις καταλαβαίνω πως σήμερα η συντροφιά έχει απ’ όλα, μέχρι και «σκληρούς» του Ιράκ, είμαι ικανοποιημένη που μπορούμε όλοι μαζί να συνυπάρχουμε, έστω και σε παρέες-παρέες. Ακόμα θυμάμαι τα μαχαιρώματα στις ειδήσεις στην Πάτρα.
23:20
Φεύγουμε πανικόβλητοι για να μην χάσουν η Λία κι ο Ομάρ το τραίνο. Οι πετσέτες για την Παρασκευή έμειναν πάλι βρεγμένες. Τον Σαΐντ τον καταφέραμε να φύγει νωρίτερα, ήταν πτώμα και δεν υπήρχε λόγος να γυρίσει μαζί μου και να χάσει το τελευταίο λεωφορείο όπως την άλλη φορά. Καθώς έφευγε του 'χωσα στο σακίδιο κάπως παράμερα απ’ τους άλλους το δωράκι μου για τα Χρόνια Πολλά: δυό σοκολατένιες ομπρελλίτσες, φώτισε ολόκληρος από χαρά, όμως εγώ δε μπορώ ακόμα να ξεχάσω το κέρασμα στο σουβλατζίδικο και τα τριαντάφυλλα για μένα και την Ανθούλα, ίσως και με το τελευταίο του πεντοχίλιαρο. Τόσο περήφανος.
Έφυγαν και τα παιδιά. Την ώρα που σκουπίζαμε πάλι συναντηθήκαμε με το παιδί με το σκουφί, μετά το μπάνιο είχε ξυριστεί και σα να 'σβησε η ταλαιπωρία από το πρόσωπό του. Είχε μείνει τελευταίος να πάρει τα εσώρουχά του, είναι ο πρώτος που βλέπω να φέρνει για πλύσιμο. Κρατούσε τη σκούπα, εγώ το φαράσι και καθώς έσκυψε με κοίταξε γελαστά αλλά και λίγο παραπονεμένα στα μάτια: «Νο pain, no gain...». Του χαμογέλασα κι εγώ με κόπο, δεν ήμουν τόσο σίγουρη. «Which city are you from?», «East Ajerbaijan», μου απάντησε κι έλαμψε λίγο το πρόσωπό του. Τον είχα ξεχωρίσει τελικά.
23:50
Έφυγαν και τα παιδιά. Την ώρα που σκουπίζαμε πάλι συναντηθήκαμε με το παιδί με το σκουφί, μετά το μπάνιο είχε ξυριστεί και σα να 'σβησε η ταλαιπωρία από το πρόσωπό του. Είχε μείνει τελευταίος να πάρει τα εσώρουχά του, είναι ο πρώτος που βλέπω να φέρνει για πλύσιμο. Κρατούσε τη σκούπα, εγώ το φαράσι και καθώς έσκυψε με κοίταξε γελαστά αλλά και λίγο παραπονεμένα στα μάτια: «Νο pain, no gain...». Του χαμογέλασα κι εγώ με κόπο, δεν ήμουν τόσο σίγουρη. «Which city are you from?», «East Ajerbaijan», μου απάντησε κι έλαμψε λίγο το πρόσωπό του. Τον είχα ξεχωρίσει τελικά.
23:50
Μέχρι να φτάσω μ’ έφαγε το κρύο, ήταν η πρώτη φορά που γύριζα μόνη.
00:30
00:30
Κάθισα να φάω μπροστά στην οθόνη μα μόλις έπεσαν οι τίτλοι και χάθηκε η μαγεία της μουσικής του 2001, κατάλαβα πως το έργο δε λέει. Δεν είχα όμως ύπνο μετά τα email σου, ήμουν σε ένταση κι ήθελα μόνο να σε δω αύριο, έστω και για λίγο. Παραθέτω τα στιχάκια γιατί μου 'φτιαξαν το κέφι:
Το κορίτσι με το κιμονό
Μου το 'στειλες για πρωϊνό?
Αν κάνεις catering στο χάδι
Τι θα μου στείλεις για το βράδυ?
Όσο για το sexiest dessert alive, θα λάβω σοβαρά υπόψη μου τη συνταγή και θα τη βάλω μπροστά κάποια στιγμή παρά το ότι η σχέση μου με την τέχνη του φαγητού –όπως δίκαια παρατήρησε η αδερφή μου εξάλλου-, δεν είναι η καλύτερη.
1:05
-Chlorophyll!
-Jesus!
-Is it organic?
-I think so.
-I’ll bring the probe lower.
-What’s down in that crater?
-There! There!
(BOOOM!!!)
Το κορίτσι με το κιμονό
Μου το 'στειλες για πρωϊνό?
Αν κάνεις catering στο χάδι
Τι θα μου στείλεις για το βράδυ?
Όσο για το sexiest dessert alive, θα λάβω σοβαρά υπόψη μου τη συνταγή και θα τη βάλω μπροστά κάποια στιγμή παρά το ότι η σχέση μου με την τέχνη του φαγητού –όπως δίκαια παρατήρησε η αδερφή μου εξάλλου-, δεν είναι η καλύτερη.
1:05
-Chlorophyll!
-Jesus!
-Is it organic?
-I think so.
-I’ll bring the probe lower.
-What’s down in that crater?
-There! There!
(BOOOM!!!)
19.12.01
more...