Showing posts with label ημερολόγιο. Show all posts
Showing posts with label ημερολόγιο. Show all posts

Saturday, July 12, 2008

IJIME I (*)


Ήθελα να γράψω κάτι στον Νίκο Ν. Κάτι που να θυμίζει τα "σημειώματα" που τόσο όμορφα μου στέλνει. Με πόση φροντίδα και προσοχή! Εκείνα τα μικρούλικα χαρτάκια με τις σκέψεις της στιγμής, φρέσκα σαν κουλουράκια κυριακάτικου πρωινού ζήλεψα, κι αντί γι’ αυτό τι? Πάλι ο Q. έρχεται στο νου μου. Η Min έχει δίκιο: είμαι στ’ αλήθεια hopeless.

Εύκολα ερωτεύομαι, υποφέρω, μου περνάει, θυμώνω. Η μουσική του Vivaldi έρχεται τώρα σε κύματα σπρώχνοντας κι άλλο τον καπνό από το φιδάκι στα μαλλιά μου. Κάνει ξανά ζέστη κι από το έντονο φως της λάμπας γυαλίζει ο ιδρώτας στο δέρμα μου. Πήρα τη συνήθεια από παιδί να περνώ το καλοκαίρι, όταν μπορώ, γυμνή σαν άγρια.

Στη χαμηλωμένη TV ένα σήριαλ: μια τυπική γιαπωνέζικη οικογένεια φιλοξενεί έναν homeless μ’ όλα αυτά που συνεπάγεται κάτι τόσο radical. Το πρόσωπο του Q. έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου. Δε μπορώ πια να ξεφύγω από το βλέμμα του. Κάτω από τα σχεδόν δυο σχισμές μάτια του, (fox eyes όπως τα λέει η Keiko), με παρατηρεί πάντα επιτιμητικά. Πάντα υπάρχει κάτι να μου καταλογίσει.

"Τι έκανα πάλι Q.?", μου 'ρχεται να διαμαρτυρηθώ σχεδόν με τρυφερότητα που θα τον ξάφνιαζε αν μόνο μπορούσε ν’ ακούσει τη νοερή μου ερώτηση. Αλήθεια δεν ξέρω τι να κάνω μαζί του. Οι καλύτερες των προθέσεών μου εξατμίζονται κάτω απ’ το κύμα της ζέστης που με κάνει τόσο νευρική μερικές φορές.

"Γιατί είσαι πάντα θυμωμένη?" με ρωτά η Min. "Γεννήθηκα έτσι", θέλω να της πω, όμως και πάλι δεν είναι εντελώς αλήθεια. Όταν αισθάνομαι πως απειλούμαι, θυμώνω. Όταν αμφισβητούνται τα όρια του ζωτικού μου χώρου, θυμώνω.

Τώρα νοσταλγώ την ησυχία του zazen κάθε Σάββατο πρωί στο ναό μου. Να ελπίζω μόνο να περάσει η ζέστη γρήγορα και να γυρίσει η Sensee απ’ την California. Είναι κι οι εξετάσεις του τέλους του Σεπτέμβρη, hopeless κι αυτές. "Μη γελάς ρε Νίκο" θέλω να σου πω τώρα, όμως η σκέψη μου δε σε φτάνει.

Πάλι το γεμάτο γωνίες, αδυνατισμένο κα σα χτυπημένο σε αμόνι κρανίο του S. εμφανίζεται απότομα στην οθόνη του μυαλού μου. "What’s eating Q.?", θέλω να ρωτήσω μα η ερώτηση προτού καν αρθρωθεί, σκουντουφλά πάνω στο τείχος των μεταλλικών του δοντιών. Τα χείλη του τα ονειρεύομαι χωρίς να τα ποθώ. Χείλη, στόμα ενός ερπετού μαθημένου στην στέρηση.

Αυτοτιμωρία. Η λέξη μου’ ρχεται σαν αστραπή. Όμως γιατί?

Αδύνατος, μακρύς σαν αδέξιος αυλός στα δάχτυλα κάποιου κακότροπου θεού που τον έφτιαξε στραβά για το κέφι του και μόνο, σηκώνεται τώρα μπροστά από τον υπολογιστή, μ’ έναν ελαφρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο στεναγμό. Από το ασυνήθιστο για γιαπωνέζο ύψος του στητός με περιεργάζεται, και το βλέμμα του όταν δε με κατηγορεί βουβά για κάτι, δεν έχει απολύτως κανένα νόημα. Λευκή -ή μάλλον κίτρινη- σελίδα άγραφη το πρόσωπό του.

Απελπίζομαι με τ’ άτριχα χέρια του, τα καθαρό του στήθος όπως το μαντεύω κάτω απ’ το λευκό πουκάμισο. Υπάρχει κάτι πολύ "γιαπωνέζικο" πάνω του, σ’ αυτό που δείχνει, σ’ αυτό που δε μπορεί να κρύψει. Θα θυμώσει αν του το πω? "Μα οι Αμερικανοί φίλοι μου,...", θ’ αρχίσει. Σα να τον άκουσα κιόλας.

Q., όταν θα γυρίζω πίσω θα σε ρωτήσω κοιτάζοντάς σε στα μάτια: "Why you disliked me so much?" Και θα βάλω τα δυνατά μου να πνίξω τη δεύτερη ερώτηση-απάντηση που όπως πάντα από κεκτημένη ταχύτητα έχω να προτείνω: "Because I’m a foreigner from a small not important (anymore) country?" Κι αυτό ίσως να 'ναι λάθος. Συμπεριφέρεσαι άψογα το ίδιο στη [Κινέζα] Min και στην [Αυστριακή] Katarina. Με την τελευταία θα κάνατε ένα ωραίο ζευγάρι. Είναι πολύ ψηλή όσο χρειάζεται σε σένα, ξανθιά, κι ας μην έχει ούτε αυτή μεγάλα βυζιά.

Q., θέλω να σε ρωτήσω γιατί με ξεχωρίζεις με την συμπεριφορά σου. Παλιά ήταν απλά νευρική αντίδραση, τα υστερικό σου γέλιο, σχεδόν λόξυγκας, κάθε φορά που μ’ έβλεπες, τo πως με κάρφωνες με τα μάτια αλλόκοτα, πάντως εξηγήσιμο ως ένα σημείο. Τότε αναρωτιόμουν: "Την έχει παίξει για χάρη μου?". Τώρα πια όμως είναι σχεδόν μίσος.

Το καλοκαίρι πέρασε. Χαθήκαμε. Ρώταγες και ξαναρώταγες γιατί θα 'μενα έναν ολόκληρο μήνα σε μια πληκτική μικρή πόλη σαν την Tucson και στο τέλος ούτε καλό ταξίδι δε μου ευχήθηκες. Μόνο ρώταγες για μένα σα να μην ήξερες τη μέρα που πέταγα, τη Min. Ήσουν απρόβλεπτος πάντα. Υποκρίνεσαι πως δε θυμάσαι. Τι είναι όμως μέσα στο ζαλισμένο απ’ το διάβασμα στις βιβλιοθήκες του Yale κεφάλι σου, δε θα μάθω ποτέ.

Για πολλοστή φορά θα κάνω ένα βήμα συμφιλίωσης. You’ll do the same and you’ll regret it five minutes later. Κι αυτό το παιχνίδι, -αστείο στα μάτια των άλλων-, θα μας πάει ως το τέλος...

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

10/9/94

more...

Tuesday, June 17, 2008

Signs and/or Scars




"... a king, a queen, a knight, a monk, a nun, an architect, a miner, a seraph, and finally a blue spirit and a red one!" from "The Alexandria Quartet", by L. Durell, 1960, p. 809, drawing from the Life of Paracelsus.

Στον Τζε

Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο χωριό αυτή τη φορά, πόσα σημάδια!

Πρώτα-πρώτα το πεθαμένο μαύρο πουλί που με υποδέχτηκε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού, μια καρνάβα όπως την είπε η θεία Ασπασία.

Και στο σπίτι, μέσα κι έξω, πόσες πεταλούδες! Σα να ζωντάνεψαν ξαφνικά τα 100 χρόνια μοναξιάς...

Στην ταράτσα το μικρό νισυριώτικο γλυπτό της Λ., ο αστεία τρομακτικός 'πιγκουίνος', έχασε το ένα χάντρινο μάτι του υπερασπιζόμενος το σπίτι, σαν άλλο gargoyle, το χειμώνα που πέρασε.

Αργότερα στο νεκροταφείο, τοποθετώντας τα flashy λουλούδια μου στις δυο ανθοδόχες του τάφου που σαν τους πίθους των Δαναϊδων δεν κρατούσαν νερό (!), κάτω από τον γλυκό απογευματινό ήλιο μα κι έναν αέρα που σ' έπαιρνε και σε σήκωνε, ψάχνοντας για την παραμικρή ένδειξη της θείας μου και αποτυχαίνοντας.

Ελπίζω τουλάχιστον ν' αποκτήσω κάποια φωτό από τα πανέμορφα νιάτα της, -άσχετο που πέθανε όμορφη-, για την πινακοθήκη των προγόνων στη σάλα. Αλλά και γιατί το θέλω. Όλοι κάνουμε τις προβολές μας.

Ευτυχώς το χωριό κι οι άνθρωποί του με γειώνουν. Μιλώντας με την Ελένη τη μπακάλισα που τους ήξερε καλά: "ο θείος είχε προβλέψει και θέση-σχάρα για τη θεία στον 'οικογενειακό' τάφο", φρέσκο, ούτε 40 ημερών. "Ας ελπίσουμε πως δεν θα την πλακώσει, να τσακώνονται κι εκεί κάτω!", έλεγε γελώντας.

Και από τη θεία μου τη Γεωργία: "όσο κι αν ήταν αράθυμος -άλλη μια ωραία καινούργια λέξη για μένα-, εκείνος, τελικά ταίριαζαν".

Αυτή ήταν η δεύτερη ευκαιρία της θείας για έναν παθιασμένο όψιμο έρωτα που κράτησε μέχρι το θάνατο παρά τα μπινελίκια του θείου και τις τάσεις φυγής τις δικές της.

Σήμερα αλλάζοντας τα τραπεζομάντηλα άνοιξα νομίζω για πρώτη φορά, το συρτάρι στο τραπέζι της σάλας. Very fittingly στο βάθος βρήκα μόνο ασπρόμαυρες φωτο από τρεις κηδείες τότε που ακόμα συνηθιζόταν: μιας προγιαγιάς, ενός προπάππου, και του παππού μου του ίδιου.

1963 η πρώτη, δυο μήνες πριν γεννηθώ, 1972, 1977. Οι φωτό είναι απίθανες, έχουν σχεδόν ανθρωπολογικό ενδιαφέρον, θα στις δείξω. Θέλω οπωσδήποτε να κάνω κάτι μαζί τους. Νομίζω πως είναι σημαντικό που όσο κι αν τόλεγα πως θα γράψω κάποτε εδώ δεν τόκανα μέχρι σήμερα. Το αφιερώνω, αυτό το λίγο, σε σένα και στην εκκεντρική θεία μου Ντίνα με τη μακριά, περιπετειώδη διαδρομή: Ελλάδα-Γερμανία-Αμερική-Ελλάδα ξανά, τα τελευταία 45 χρόνια, σχεδόν τη μισή της ζωή, μέσα στο ίδιο σπίτι, πίσω από το ίδιο παράθυρο με την τραβηγμένη πάντα κουρτίνα που' βλεπε στην πλατεία του χωριού, κι έξω απ' τον κόσμο.

Μαζί με: "Wild is the Wind", της Nina Simone, for we're creatures of the wind, και τη "Περιμπανού", του Χατζιδάκι, 14 χρόνια απ' ό,τι ακούω, από το θάνατό του σαν σήμερα.

15/6/2008

more...

Monday, June 9, 2008

IJIME II (*)

Είμαι κουρασμένη. Ξέρω πως είναι ανόητο που αρχίζω έτσι αλλά και πάλι τι αρχίζω άραγε; Πήρα να διαβάσω για πολλοστή φορά το "Σιγανή βροχή" του Ναγκάϊ Καφού που η Celina επέστρεψε, κι ας μη βρέχει, όλη αυτή η λεπτή μελαγχολία του καιρού που χάνεται μου τρύπησε την καρδιά.

Έχει ένα φεγγάρι γεμάτο και κατακόκκινο απόψε, το βλέπω μες απ’ τα στόρια να ξεπροβάλλει, δεσπόζει θριαμβευτικά ανάμεσα στα τερατώδη appartment bldgs που 'ναι εδώ και δυο χρόνια η θέα μου. Προς το ποτάμι. Πρέπει ν’ αγοράσω τα δυο βιβλία του Καφού: "Το ποτάμι Σουμίντα" (το δικό μου ποτάμι), και την "Ιστορία" -πάλι- "από τ’ ανατολικά του ποταμού".

Δε μπορώ να σε αποχωριστώ. Το γράφω έτσι απλά. Βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση. Όλες οι μικρές κακίες των τελευταίων ημερών, το τρέξιμο της έκθεσης, οι απογοητεύσεις των θλιβερών -ανύπαρκτων- επαγγελματικών επαφών, φωλιάζουν μέσα μου για να πάρουν την εκδίκησή τους. Το στόμα μου είναι πικρό, όλος αυτός ο θυμός, η ένταση, μετριέται χτύπο με χτύπο στα μηνίγγια μου. Νομίζω πως ο κόσμος θα σπάσει, θρυμματίζεται μέσα στο κεφάλι μου. Αυτό που νιώθω για σένα…, δεν έχει νόημα. Είναι το αλλόκοτο μείγμα από το θυμό μου και την αγάπη που αγωνίστηκα να ξεπεράσω.

Έπειτα η καθημερινή παρενόχληση μ’ έχει κάνει τρελή. Ονειρεύομαι όλες τις διαφορετικές εκδοχές τέλους σ’ αυτό το φοβερό bōnenkai  (**) που τόσο τρέμω. Σε φτύνω στο πρόσωπο αφού σου ευχηθώ sayonara, σε χαστουκίζω, σε φιλώ στο στόμα. Wretched.

Δεν καταλαβαίνω πια τον εαυτό μου. Εσύ κι η χώρα που αφήνω γίνατε ένα. Μετά από τόση προσπάθεια μάταια επιχειρώ να κρατήσω τη λεπτή ισορροπία μέχρι την τελευταία στιγμή. Όλα γκρεμίζονται με πάταγο μπροστά μου. Δεν ξέρω τι θέλω. Τι φοβάμαι περισσότερο: να γυρίσω στη μικρή κόλαση που άφησα και να σε χάσω για πάντα ή να μείνω στη συναισθηματική έρημο που με κρατά τρία χρόνια τώρα, σε διαρκή φρίκη με την προοπτική μιας "τυχαίας συνάντησης"; Κι από πάνω λυπάμαι που δε γράφω στ’ αγγλικά. Δε θα με διαβάσεις ποτέ.

Πόσο κακή ήταν αυτή η τύχη! Για μένα σίγουρα, για σένα; Θα χωριστούν οι δρόμοι μας, δε στάθηκε δυνατό να καταλάβουμε ποτέ η μια τον άλλον. Με μισείς όσο σε μισώ; Αναστάτωσες τη ζωή μου. Για τρία χρόνια ήσουν το καθημερινό πρόσωπο της φρίκης. Σε λάτρεψα. Το πικρό σου στόμα μ’ όλους τους στραβούς του μορφασμούς, δε θα δοκιμάσω ποτέ.

Τι σκέφτεσαι; Σκέφτεσαι ποτέ εμένα; Υπάρχω? ή μόνο σαν θόρυβος, σαν παραμόρφωση στο ορθολογισμένο πλαίσιο της δραστηριότητάς σου, "σχολικής" ακόμα από ανάγκη;

Σου έγραψα ήδη ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα που δε θα στείλω. Έγραφα: I have to explain myself to myself. Τώρα πια δεν είμαι τόσο σίγουρη. Η σκοτεινή μου πλευρά: articulate? clearly cut? Αδύνατον, θόλωσε, μαύρισε τόπους-τόπους άχαρα. Δεν την αναγνωρίζω πια. Ποιος έχει τις απαντήσεις;

Σε χρειάζομαι. Όμως ακριβώς γιατί δεν το ξέρω. Και ίσως είναι ακόμα ένα λάθος. Ένα λάθος τόσο μεγάλο που εξαιτίας του χάνομαι άδικα. Δεν ξέρω τίποτα για σένα. Αν σ’ έχω παρεξηγήσει όσο με παρεξήγησες, είμαι χαμένη. Δεν ξέρω τίποτα για σένα κι ίσως γι’ αυτό καταδυνάστεψες τη φαντασία μου. Σε πλάθω όπως μπορώ.

Δεν είχα γράψει για μήνες, και τώρα αυτό το παραλήρημα...Θα σταματήσω. Είμαι λίγο μεθυσμένη. Θα πάω στο ποτάμι. Αν όλα τέλειωναν απόψε .., θα μου γινόταν η χάρη να μην αποφασίσω, να μην πληγωθώ άλλο. Όλος ο κατοπινός δρόμος φαντάζει στα κουρασμένα μου μάτια ένας άλλος μακρύς Γολγοθάς. Χωρίς ανάσα.

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

(**) 忘年会: αποχαιρετιστήριο πάρτυ στο τέλος του χρόνου (συνήθως το Δεκέμβρη)
 
24/2/1997

more...

Sunday, June 1, 2008

IJIME III (*)


“Quoting the great Buddhist master Nāgārjuna Dōgen says that the zazen of non-Buddhists has the flaw of attachment to experiences and wrong views, while the zazen of Buddhists in quest of individual salvation has the flaw of aspiration for self-tranquilisation and aiming for extinction”.

(from: “Shōbōgenzō. Zen Essays by Dōgen”, transl. by T. Cleary, Univ. of Hawaii Press, 1986)


Αν μόνο μπορούσες να απολογηθείς, θα 'χα τη χαρά να σε συγχωρήσω και ν’ απολογηθώ και εγώ με τη σειρά μου. Ή μήπως η περηφάνια μου μπαίνει στη μέση? Πως να δώσω όμως μια συγγνώμη σε κάποιον που δεν τη χρειάζεται, ή κι αν τη χρειάζεται δεν την απαιτεί;

Θα 'θελα ν’ αφήσω εδώ την αγάπη και το μίσος μου για σένα, σαν υπερβολικά συναισθήματα που είναι δεν αντέχω να τα κουβαλήσω μαζί μου πίσω. Στην Ελλάδα θα 'χω άλλα κομμάτια μου από το παρελθόν ν’ αντιμετωπίσω, κι ωστόσο το φορτίο μου αντί να γίνεται ελαφρύτερο γίνεται βαρύτερο.

Είναι κάποιος καιρός τώρα που συμφιλιώθηκα με την ιδέα της πληρωμής των χρεών μου, όχι ότι δε με πονά πότε-πότε αλλά τουλάχιστον αναγνωρίζω τη σημασία της. Στο κάτω-κάτω άδικα ήρθαν να με βρουν όλοι αυτοί οι agents of fortune? Όσο ατελείς κι αν είμαστε κουβαλάμε πάντα ένα μήνυμα, αν όχι για μας τους ίδιους, ίσως για κάποιον άλλον. Δε γνωρίζουμε συνηθέστατα το περιεχόμενο, δε γνωρίζουμε τον άλλον, όμως σχεδόν πάντα στη διάρκεια της ζωής μας πραγματοποιείται η συνάντηση, -κι αν ήθελα τώρα να είμαι πιο ακριβής, θα μιλούσα για συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα κάθε στιγμή χωρίς να είμαστε καν σε θέση να το συνειδητοποιήσουμε-, παραδίδεται τα μήνυμα ακόμη κι όταν αυτός που το παίρνει ούτε καν το αντιλαμβάνεται. Απομένει τώρα η αποκρυπτογράφηση του μηνύματος κι αυτό είναι δύσκολη δουλειά. Όμως αισθάνομαι πως βρίσκομαι στο σωστό δρόμο, μένει μόνο να το αποδεχτώ. Είναι πολύ σκληρό να το αποδεχτώ, αλλά και πάλι φαίνεται μάταιο πια να βουτήξω στη θάλασσα για να ξεφύγω, όπως ο προφήτης Ιωνάς θα καταλήξω στην κοιλιά του κήτους.

Εξάλλου δεν ξεφεύγουμε ποτέ, ο εχθρός (;) είναι μέσα μας. Με πονάει πολύ να παραδέχομαι the inevitability of the thing. Πληγώνει τον ευαίσθητο, ανεξάρτητο, κακομαθημένο, επαναστατημένο εαυτό μου όμως δεν προσπαθώ πια με την ίδια μανία να τον καταστρέψω. Don’t indulge, don’t destroy. Ανάμεσα στα δυο άκρα θα πρέπει να κινηθώ ζώντας παράλληλα my life fully. Και δε θα μου επιτραπεί πια να λυπηθώ την προσπάθεια, γιατί αυτή η προσπάθεια θα απαιτηθεί σε κάθε μου βήμα, κι αφού έχω τελικά όλη αυτή την ενέργεια θα ήταν άδικο να μη την αποδώσω. Δικαιοσύνη;

Πρέπει να κλείσω τους λογαριασμούς μου μαζί σου αγαπημένε μου. Πρέπει να μου δώσεις την ευκαιρία να σου ζητήσω συγγνώμη. Ευχήθηκα τον θάνατό σου, και το χειρότερο, λίγο στ’ αστεία, λίγο στα σοβαρά στο φώναξα κατάμουτρα. Σε δυο βδομάδες, όταν μετά την τελετή της παραμονής θα σας δεχτώ στο αποχαιρετιστήριο party μου θα στα φωνάξω αυτό σιωπηλά. Μην αποφύγεις τη ματιά μου αυτή τη φορά. Σε παρακαλώ. Είναι ίσως μάταιο που θέλω ή πιστεύω πως έτσι μπορεί να σωθώ ακόμα και την τελευταία στιγμή από την οδύνη που θα πάρω μαζί μου όμως έχω την συνείδηση πια πως είναι παράλογο, καταστροφικό να προκαλούμε τόση αδικαιολόγητη λύπη στον εαυτό μας. Σε πονάει άραγε και σένα? αναρωτιέμαι μα απάντηση δεν είναι δυνατό να πάρω. Ίσως δεν συγκεντρώνομαι αρκετά στο πρόσωπό σου. Μπορώ να ελέγχω το μίσος μου πια αλλά ακόμη δεν έχω φτάσει στο σημείο που η σκέψη σου δεν θα με ταράζει.

Υ. Γ. Ο Q. δεν ήρθε στο party μου, κι όταν ήρθε τελικά στο party που έκανε το lab για μένα και προσπάθησε μεθυσμένος, αδέξια, να μου εξηγήσει πως όλον αυτόν τον καιρό δε με μισούσε, δεν του το επέτρεψα. Επτά χρόνια μετά, επιστρέφοντας στο Τόκιο, μιλήσαμε στο τηλέφωνο μετά από απαίτηση και παρουσία του καθηγητή μου που το διασκέδαζε ολοφάνερα. Δυο αμήχανοι ξένοι που δεν αντάλλαξαν ποτέ κανένα απολύτως μήνυμα.

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

16/3/1997, 2008

more...

Monday, May 19, 2008

“Even the biggest fear comes to an end” (*)


Πήρα τις precepts σήμερα το πρωί κι ήταν πολύ πιο καλά απ’ όσο περίμενα. Καμιά σοβαροφάνεια φυσικά. Η φωτογράφος φίλη της Sensee έκανε τη δουλειά της, η ίδια η Jiho ξέχασε κάτι σημαντικό στη διάρκεια της τελετής, διέκοψε και χώθηκε στα άδυτα πίσω απ’ το βωμό για να το φέρει.

Κάποιος απ’ τους ηλικιωμένους γιαπωνέζους παρευρισκόμενους δεν κρατήθηκε κι έκλασε όταν εγώ απαντούσα σε κάθε μια απ’ τις precepts: "Yoku tamotsu", θα τις τηρήσω. Για την ακρίβεια θα 'πρεπε να επιτρέπεται ν’ απαντήσω: "θα βάλω τα δυνατά μου, θα επιχειρήσω με κάθε θυσία να...", αλλά χαμογελούσα ελαφρά χωρίς τύψεις ακόμα κι έτσι.

Όλες οι ανησυχίες της προηγούμενης νύχτας χάθηκαν κάτω απ’ το σχεδόν φιλικό ανοιξιάτικο φως. Στον ύπνο μου ταραγμένα τα 'χα βάλει με την 9η precept: do not anger, που 'ναι και το αδύνατό μου σημείο. Η επεξηγηματική ερμηνεία: κάτι για θάλασσες -και μάλιστα αξιοπρεπείς-, από σύννεφα, ερχόταν απ’ το πουθενά. Ρώτησα τη Sensee τι σημαίνει. Φυσικά και είχε υποφέρει στη μετάφραση! αποφάνθηκε εκείνη. Ωστόσο: "do not give way to anger", could be better instead.

H απάντηση περιέργως με ικανοποίησε. Φαντάστηκα τον εαυτό μου έναν αποφασισμένο μα αδύναμο κυματοθραύστη μπροστά σ’ αυτό το φουσκωμένο τέρας που 'ναι πάντα a fit of anger. Θα μαχόμουν για τη ζωή μου, πόντο-πόντο θα υπεράσπιζα το έδαφός μου μπροστά στο θηρίο. Και μετά;

Η Jiho εξήγησε το βουδιστικό όνομα που 'χα πάρει: Jikō / 
(**). Της είπα πως μου θύμιζε το "ατύχημα"(jiko /事故) αν και φυσικά ακούγεται διαφορετικά, και γελάσαμε. Ji (慈) stands for compassion, like hers she said, κι όσο για το kō / [koo], αυτό ήταν ιδέα του δικού της Μaster, σημαίνει "φως"! Compassionate Light.

"Το ξέρετε πως τ’ όνομά μου στα ελληνικά σημαίνει επίσης φως?". Όχι, πρώτη φορά το άκουγε αλλά δεν της φαινόταν περίεργο, τέτοια πράγματα συμβαίνουν συνεχώς, απλά her Μaster had "seen" through her. Γέλασε και η φωτογράφος από ευχαρίστηση.

Μετά κι όσο στο διαμέρισμά της η Jiho μου εξηγούσε τα περί rakusu, που θα το φοράω από δω και μπρος όταν "κάθομαι", και παρέλαυναν οι βαριές patchwork -όλες σε γλυκούς τόνους του καφέ γιατί ο Βούδας πρώτα ντύθηκε έτσι από τα bits and pieces, muddy leftovers of the cremated dead people's clothes-, Buddha robes της, άλλες για το χειμώνα, άλλες για το καλοκαίρι, θυμήθηκα πως ο Tunga μου 'χε πει ξαφνικά κι ενώ ετοιμαζόμασταν να φάμε: "I feel compassion being with you and that’s a fine time to feel like that for somebody". Η λέξη μου είχε χτυπήσει κάπως αρχαία και υπερβολική αν και κάτι τέτοια τα συνηθίζει. Μήπως όμως είμαι τελικά ένα από κείνα τα άτυχα πλάσματα, τους Upāsaka που όπως λέει κι ο Waley***, "do penance in the hills", βολοδέρνοντας ανάμεσα στην προσπάθεια να σώσουν τον εαυτό τους και αποτυχαίνοντας να σώσουν οποιονδήποτε άλλο?

Η κατάθλιψή μου φαίνεται πως πέρασε σήμερα. Καθάρισα το σπίτι, άναψα τα κεριά μου κι απόλαυσα το φαγητό μου και τη μουσική. Άνοιξα και τον κατεπείγοντα μικρό φάκελο με αποκόμματα από την Κυριακάτικη που μου 'στειλε η Μαρία Μ. "για να συνηθίζω την επιστροφή", κι ούτε αυτό δεν κατάφερε να με ρίξει.

Μετά έπιασα να τακτοποιώ κάτι ξέμπαρκα slides κι έπεσα πάνω σ’ εκείνα της Min και του Mauricio, όταν μου 'χαν ποζάρει. Τακτοποίησα χαμογελώντας τον Mauricio με το kendo helmet του. Στα slides της Min στάθηκα περισσότερη ώρα. Μου χαμογελούσε κοιτάζοντας αλλού μ’ εκείνον τον τόσο δικό της oblique τρόπο της, με ξαναζύγιζε εξεταστικά μένοντας ευχαριστημένη με το τελικό αποτέλεσμα. Αποφάσισα πως η φιλία μας θα κρατούσε σίγουρα μέχρι να παντρευτεί κι αν ήμουν τυχερή και μετά.

(*) κινέζικη παροιμία

(**) Ένα ομόηχο βουδιστικό όνομα, με διαφορετικό δεύτερο kanji (興 / fun?) ωστόσο, έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία: Legendary histories and the picture scroll known as the Tateyama Mandala say that [during Japan's Asuka period][Saeki no] Ariyori, a nephew of Saeki Ariwaka, the administrator of Etchū Province  (present-day Toyama Prefecture), borrowed his father's white hawk and went hunting in the mountains. There he shot a bear, which changed into Amida [Buddha]. Ariyori received the Buddhist precepts and the religious name of Jikō (興 / Compassionate Fun? I wonder...)
(from: Tateyama Mountain beliefs)
(***)  υποσημείωση 1, σελ. 836 στο The Tale of Genji. A Novel in Six Parts by Lady Murasaki [Shikibu], αρχές 11ου αι., σε μετάφραση από τα Ιαπωνικά του Arthur Waley, που πρώτη φορά δημοσιεύτηκε σε έναν τόμο το 1935 (UNESCO Collection of Representative Works - Japanese Series)

03/1997

more...

Friday, May 9, 2008

I'll take the precepts tomorrow morning


Θα 'πρεπε απόψε να 'μαι ήρεμη, contemplative, όμως η ψυχή μου είναι το ταραγμένο πεδίο όλων των μαχών. Αδύναμος θεατής της, παρακολουθώ με ντροπιασμένη φρίκη το μακελειό.

Ακόμα μισώ, συγκινητικά σχεδόν, αφού μόνο μισώντας μπορώ να κάνω το τελικό πήδημα στο κενό, -ή ό,τι τουλάχιστον αντιπροσωπεύει για μένα αυτή η υποχρεωτική "έξοδος" από την τωρινή μου ζωή, -κι ας μην την έζησα απόλυτα-, στην προηγούμενη, εκείνη τη γκρίζα και περιορισμένη του σκουληκιού που ονειρευόταν πως θα γίνει πεταλούδα. Κάπου στα μισά έμεινε αυτή η ανάπτυξη, τώρα αυτό το βλέπουν όλοι βέβαια, όμως πήρε τρία (3) χρόνια, -μετρώντας με τον καθολικά αποδεκτό χρόνο-, κι όσο για μένα, πήρε πολύ περισσότερο. Τόσο πολύ μάλιστα στην πραγματικότητα τη δική μου, που γέρασα, πέθανα και ξαναγεννήθηκα πολύ περισσότερες από μια φορές.

Τώρα είμαι κάποια/ος άλλη/ος. Σ’ αυτή μου την τελική (?) έκφραση καλούμαι να γυρίσω πίσω στον τόπο, -αλλά όχι και στο χρόνο-, που άφησα, κι ωστόσο κι ενώ είμαι κάτι άλλο, είμαι πολύ μακριά από εκείνο το ποθητό αποτέλεσμα που θα με συμβίβαζε με την παλιά μου πατρίδα. Είμαι κάτι άλλο που πουθενά δεν ανήκει και δεν αισθάνεται καλά. Η νέα μου πατρίδα με αποβάλλει με αδιαφορία, η παλιά μου δε με θέλησε ποτέ. Και βρίσκομαι στη μέση αυτού του διλήμματος.

Για να πιαστώ από κάπου θα πάρω τις precepts ακόμα κι αν ο θεός που αναζητώ, -κι όταν δεν το παραδέχομαι-, δε θα 'ρθει γι’ αυτό τον λόγο κοντύτερα. Σκύβω μέσα μου και κάτω απ’ τα στρώματα-στρώματα την κούραση των τελευταίων μηνών, το άγχος, την απογοήτευση, την υλική και πνευματική φτώχεια, τον φόβο μου για τα πράγματα, βρίσκω τον ίδιο πυρήνα που με κάνει αυτό που είμαι, απαράλλαχτα μίζερο και θλιβερό, αποτυχημένο. Κι αυτή η τελευταία λέξη είναι που με πονά.

Φιλοδοξίες! Έκανα τόσα κι όμως δεν ήταν αρκετά. Αν μπορούσα να σκοτώσω μέσα μου αυτή την αγωνία που με σπρώχνει πάντα μπροστά, αν μπορούσα πολύ απλά να υπάρχω οπουδήποτε, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ..., τότε μόνο ίσως η σωτηρία μου θα γινόταν προσιτή.

Ξαναδιαβάζω τα αποσπάσματα-φωτοτυπίες που μου 'δωσε η Jiho Sensee: αυτή η τελετή super-market που θα φωτογραφηθεί κιόλας κάπως με αηδιάζει, όμως ..., από τι άλλο να πιαστεί κανείς? στη χρυσαφένια σκιά του Βούδα που χαμογελά σα να 'χει όλες τις απαντήσεις θ’ αποκοιμηθώ, έπειτα θα πιαστώ να κρατηθώ από τους μακρουλούς λοβούς των αυτιών του καθώς το υπόγειο ρεύμα της επιθυμίας θα. ..., με σπρώχνει πάλι μπροστά, γιατί αυτό είναι η μοίρα μου.

Do not be angry. There is no retiring, no going, no Truth, no lie; there is a brilliant sea of clouds, there is a dignified sea of clouds. Δεν καταλαβαίνω. Δεν θέλω και να καταλάβω όμως. Σ’ αυτή τη βολική θάλασσα από σύννεφα θα ξαπλώσω. Το πέρασμα στην άλλη όχθη θα το κάνω με καλοπροαίρετη αδιαφορία.

3/1997

more...

Sunday, December 23, 2007

From the Edge


8:50
Όλοι μου έλεγαν να μη παρατήσω τη δουλειά αν δεν έβρισκα πρώτα κάτι άλλο. Άνοιξα τα μάτια μου κι έχει μια λαμπερή μέρα, χειμωνιάτικη βέβαια, αυτό χωρίς αμφιβολία αλλά με όμορφο, καθαρό ουρανό, τέτοιο που έχει πάντα μόνο μετά από μέρες κακοκαιρίας και σκουντουφλιάσματος. Αυτή είναι η πρώτη «ελεύθερή» μου μέρα μετά από χρόνια. Τέρμα η δουλειά, τουλάχιστον η κακόμοιρη δουλειά που είχα. Πάμε γι’ άλλα.

9:30

Κρυώνει το υποκατάστατο καφέ πιο πέρα, κι η samba σφυρίζει μαζί μου, για πρώτη φορά τραγούδια της αγάπης χωρίς πόνο, αγάπη μου, κι ας δεν θα 'σαι μαζί μου τις γιορτές. Προσπαθώ τώρα να φανταστώ την έκφρασή σου μόλις θ’ ανοίξεις το email: σου στέλνω αυτή τη δεμένη-στην απόλυτη-διάθεσή-σου γιαπωνέζα μια κι είχαμε τις προάλλες την συζήτηση για το κιμονό. Υποταγή λοιπόν, μόνο σε κάποιον που δεν το ζήτησε ποτέ. Μου λείπεις ήδη. Θα σε βγάλω βέβαια τώρα απ’ το μυαλό μου για να καταπιαστώ με τις κάρτες και τα δέματα που με περιμένουν ανακατεμένα πάνω στο μεγάλο μου τραπέζι. Χαρά είναι κι αυτή τέτοιες μέρες αν και για μερικές απ’ αυτές τις κάρτες θα πρέπει σοβαρά να συγκεντρωθώ. Κι ας κορνάρει απ’ έξω το ποτάμι της λεωφόρου, ανυπόμονοι όλοι όχι μόνο τέτοια εποχή.

Δεν σε ξέχασα Keiko, έχουμε να «μιλήσουμε» πριν απ΄ το καλοκαίρι, σ’ εκείνο το τελευταίο μου γράμμα, -που ίσως και να μην έλαβες αφού μάλλον θα είχες κιόλας φύγει για Ευρώπη-, σου 'λεγα πως κάποιο λάθος θα 'κανα σίγουρα με τη διεύθυνση της Yamaguchi-san: το φροντισμένο γράμμα που με τόσο κόπο –γεμάτο γιαπωνέζικες περικοκλάδες- έγραψα στον άντρα της, που δεν έτυχε να γνωρίσω, μου γύρισε πίσω. Το στέλνω τώρα σε σένα, -τρυφερά το ενταφιάζω ανάμεσα στο χοντρό χαρτί περιτυλίγματος και την πλάτη από το κουτί απ’ τα κουραμπιεδάκια που αν θυμάμαι καλά σας είχαν αρέσει και πέρυσι, αλήθεια πως είναι η μαμά σου? Keiko, I really want this letter to reach him so that he can know how much I treasured late Mrs Yamaguchi’s care and attention during the 3.5 years that I happily spent with you all. Μετά είναι ο Mauricio, «μιλάμε» μόνο κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, Mauricio, our Anna has two kids already! Isn’t it amazing how time seems to step up for some while for others doesn’t progress at all? Και στο θείο μου στην Αμερική κουραμπιεδάκια, και λίγα λόγια τυπικά, χαιρετισμούς και στους υπόλοιπους κι ας διέλυσε η οικογένεια. Κι εγώ απ’ τη μεριά μου για τέσσερεις υπογράφω, το συζητήσαμε με την αδερφή μου κι αποφασίσαμε πως δεν έχει βιβλία για έλληνες μετανάστες στην Αμερική φέτος, μόνο κάτι ουδέτερο όπως γλυκά. Είναι βέβαια τίγκα στην άσπρη σκόνη και μετά «το χτύπημα» που εξαιτίας του αρπαχτήκαμε άσχημα κιόλας, -τους πιάνετε τους «κακούς» θείε? τους πιάνετε?-, ίσως και να μην είναι η πιο καλή ιδέα... Στον παλιό μου σπιτονοικοκύρη κάτι επίσης ουδέτερο, αλλά την πιο όμορφη κάρτα από τις κινέζικες της Unicef: ένα φύλλο από σφεντάμι σε κόκκινο και χρυσό. Στη Σοφία γράφω τη μόνη κάρτα εσωτερικού: πόσο θα 'θελα ν’ ανέβω στα μέρη σου, με τρομάζει όμως η κακοκαιρία, -και τα έξοδα πια....

Έρχεται κι η ώρα για την κάρτα που απαιτεί τη μεγαλύτερη συγκέντρωση, αυτή πηγαίνει στη Master μου. “Dear sensei, I always knew that you were going to write this book, besides it was badly needed. Now I’m happy that you remembered me and sent it to me, it will serve from now on as a very trustworthy guide every time I am questioned about Zen. There’s more to it from a quite personal point of view: I like your photo in the back cover, you look so serene, I guess it brings back memories of all the blessed –and cold…-Saturday mornings we spent together discussing after Zazen, blessed matters like the colors of the robes of Buddha, brown, like the dirty muddy rags of the outcasts”.

11:15
Στο μαγαζί με τους ξηρούς καρπούς γίνεται χαμός. Αυτή τη φορά βοηθά ως κι ο manager, με τα χεράκια του κόβει το χαρτί περιτυλίγματος, τον ταλαιπωρώ. Θέλω ένα μικρό καλάθι μ’ ένα –βιολογικό- κρασί και ξηρούς καρπούς που θα τους διαλέξω εγώ. Όσο γι’ αυτό το πιάτο, ναι, βέβαια το ξέρω πως δεν είναι κανένα συλλεκτικό, απλά τo 'χα δανειστεί για πολύ καιρό και τώρα σκέφτομαι να το επιστρέψω γεμάτο με marzipan. Πως σας φαίνεται η ιδέα? Αφήστε το σε μένα το κόψιμο του πάτου, τι διάβολο, έκανα μακέτες παλιά. Η κοπέλα που φτιάχνει το καλάθι βιάζεται στην αρχή αλλά χαλαρώνει μόλις ενώνονται τα χέρια μας στο δέσιμο της κορδέλας, «θα σας φτιάξω και το πιάτο, αφού σας άρχισα». Γύρω στριφογυρίζει κόσμος που πελαγώνει ανάμεσα σε φιστίκια Αιγίνης και σε Βrazilian nuts, ο manager τσακώνεται στο τηλέφωνο με μια εταιρεία taxi, γούνινα μανίκια που ανήκουν σε καλοδιατηρημένες κυρίες τρίβονται πάνω μου, το –αντι-οικολογικό- σελοφάν γλιστρά με θόρυβο στα χέρια μου καθώς το κατσαρώνουν με το ψαλίδι. «Ωραίο έγινε το πιάτο σας», μου λέει τελικά ο manager, και μετά: «έρχεστε συχνά εδώ?», «Συνέχεια», του λέω και με πιάνουν τα γέλια γιατί όντως το είχα παρακάνει τελευταία, με την άκρη του ματιού μου χαϊδεύω τα πούρα κλειδωμένα στην βιτρίνα τους. Κομμένα κι αυτά από δω και πέρα.

13:00
Τελικά ήταν βλακεία να πάρω μαζί μου το καλάθι στις τράπεζες. Στην Εργασίας έπεσε το σύστημα και κατάπιε μάλιστα και την κάρτα του μπροστινού μου στην ουρά για το ΑΤΜ. Στην Εμπορική ξέμπλεξα σχετικά γρήγορα αλλά στην Εθνική άραξα υπομονετικά μαζί με το καλάθι πάντα ενώ σαλταρισμένες υπάλληλοι ρώταγαν τον κόσμο τι συναλλαγές πρόκειται να κάνει χωρίς αυτό ωστόσο ν’ αλλάξει κανενός την κατάσταση. Καθόμουν δίπλα στο δέντρο τους και δε μπορούσα παρά ν' αναρωτιέμαι αν κάποιους κι από αυτούς τους υπαλλήλους τους είχαν χώσει «εθελοντικά» στον στολισμό, «για το καλό» και στο πλαίσιο του ομαδικού πνεύματος που φαίνεται να καταδυναστεύει όλο και πιο πολύ τελευταία τα περιβάλλοντα εργασίας, σύμφωνα και με τα πιο εκσυγχρονιστικά πρότυπα. Έσπρωξα και λίγο πιο μέσα με το νύχι το παρδαλό περιτύλιγμα ενός από «τα δώρα» που 'χε ήδη ανοίξει: ένα άδειο κουτί από τηλεφωνική συσκευή. Πέρασα τουλάχιστον μισή ώρα εκεί μέσα μελετώντας το φυλλάδιο για το ευρώ που μας είχαν μοιράσει νωρίτερα στην Εμπορική.

14:30
Ακούμπησα το εντυπωσιακό χωρίς αμφιβολία καλάθι μου στο μπουφέ, ο πατέρας μου από την πολυθρόνα του μπροστά στην τηλεόραση του έριξε ένα επιδοκιμαστικό βλέμμα. «Είχες πυρετό σήμερα?», «Όχι, καλά είμαι. Έχεις φάει? Να πάρεις φρούτα φεύγοντας και γλυκά, έχουμε κουραμπιέδες, μελομακάρονα». Mέτρησα γύρω μου τη σπατάλη. Προς στιγμή σκέφτηκα να μαζέψω κάμποσα απ’ ολ’ αυτά για τους πρόσφυγες το απόγευμα αλλά δεν το 'κανα. Βαριόμουν τις εξηγήσεις. Από τη μισάνοιχτη πόρτα της κρεβατοκάμαρας πιο πολύ μάντεψα την ακινητοποιημένη μητέρα μου. «Να δώσεις κι αυτό το δέμα στην Ταμάρα το απόγευμα που θa 'ρθει, έχει διάφορα ψιλοπράγματα για τα εγγονάκια της».

14:40
Στο ρετιρέ έκανε ψύχρα. Πρόλαβα την αδερφή μου πριν φύγει για τη δουλειά όταν ανέβηκα με τον δίσκο μου να φάω μπροστά στην δική της τηλεόραση. «Πρόσεχε το τραπεζάκι να μη λυγίσουν τα πόδια του, είναι για κρεβάτι», είπε όταν στρώθηκα να φάω πάνω στο χαλί. Της άρεσαν οι γιαπωνέζικες μπάλες-μπαλόνια (πάλι Unicef) που της είχα φέρει και βάλθηκε να τις φουσκώνει. «Βάζω στοίχημα πως πήρες τα καλύτερα χρώματα», έκανα όχι με το κεφάλι, κι όταν κατάπια: «ήταν διπλές, τις πράσινες μάλιστα στις έφερα και τις δύο». Στην οθόνη –στις ειδήσεις κιόλας!- είχε έναν ηλίθιο που προσπαθούσε να μας πείσει να δούμε την θεατρική του παράσταση επειδή περίμενε τη γέννηση της εξώγαμης κόρης του, σ’ αυτό το συμπέρασμα τουλάχιστον κατέληξα εγώ. Άλλαξα κανάλι κι έπεσα στο κρατικό, εκεί είχε πιο σοβαρό πρόγραμμα: ένα ρεπορτάζ για τους άστεγους. Μου κάθισε η μπουκιά στο λαιμό, μερικά απ’ τα πλάνα θα μπορούσε να είναι βγαλμένα από το video που χρησιμοποίησα στη διπλωματική μου στο Τόκιο. «Μμ, κι εσείς στην οργάνωση τι κάνετε? Αν νομίζετε πως θα εξιλεωθείτε με τόσο λίγο....», σχολίασε η αδερφή μου όταν της είπα πως η ΜΚΟ θα μου 'τρωγε τουλάχιστον 5 ώρες. Δεν ήταν στις καλές της. «Μου τη δίνουν οι γιορτές», γύρισε σοβαρά και μου είπε. Σκέφτηκα πόσο της ταίριαζε αυτό. Προσπαθούσε να ανεβάσει στην πλάτη το φερμουάρ από ένα πολύ κομψό φόρεμα, ούτε κι εγώ τα κατάφερνα. «Πιο καλή η μοναξιά...», σχολίασε, στο τέλος το έκλεισε μόνη της. «Έχω τόσα στο κεφάλι μου και μόνο για το φαγητό... Φέτος λέω ν’ αντικαταστήσω τη γαλοπούλα σας με χοιρινό με σέλινο», διαμαρτυρήθηκα έντονα, «πότε ζήτησες βοήθεια και σου είπαμε όχι? ο μπαμπάς και μόνος του τα καταφέρνει περίφημα!», «πρέπει να 'χεις κι έφεση σ’ αυτά....(κοιτώντας με επιτιμητικά), ο μπαμπάς αν τον αφήσω θα την πνίξει στο λάδι... ωχ, κι έχω και τους πελάτες!... τέτοιες μέρες γίνονται ακόμα χειρότεροι, τις καραμελίτσες (Harry Potter) βέβαια θα τις πάω στα παιδιά, για μια στιγμή χάρηκα πως μου είχες φέρει το δαχτυλίδι...», «The Lord of the Rings»? δεν το παίζει ακόμα, τι είναι πάλι αυτό με το δαχτυλίδι?». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έδειξαν έναν άστεγο που κοιμάται τα τελευταία τρία χρόνια στο παλιό του αυτοκίνητο, η κάμερα καδράρισε το σταματημένο του ρολόι, μετά γύρισε στο πρόωρα γερασμένο πρόσωπό του: «Δεν είναι ζωή αυτή ρε παιδιά....»

Στην πόρτα της είπα: «Φέτος –κι όσο έχω ακόμα λεφτά, έτσι?-, λέω να σου κάνω δώρο 50.000 να πάρεις μισό ή ολόκληρο το τραπεζάκι του σαλονιού», σήκωσε τα φρύδια της, «Να ερωτεύεσαι συχνότερα!», Ι rolled my eyes in fake despair.... Αυτό πάλι το σημάδι κάτω απ΄ το μάτι σου? Δεν είναι κριθαράκι», «Είναι ένα καινούργιο απ’ τα δερματικά μου, χτυπάνε πάντα τη δεξιά μου πλευρά. Κι εσένα η ελιά σου που μεγαλώνει?», αλλά δεν ένιωσα ίχνος χαιρεκακίας πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα να ανταποδώσω το είπα. «Απίστευτο το τι περνάτε κι εσείς οι “ψυχασθενείς”!», και μετά αποτρεπτικά σα να 'κανε το σήμα του εξορκισμού: «H ελιά μεγαλώνει από εξωτερικούς παράγοντες!» Της τα συγχωρούσα βέβαια όλα, είναι και βαριά η δουλειά της: φυσιοθεραπεύτρια σε παιδιά με ειδικές ανάγκες, κι εξάλλου αν δεν ήταν αυτή μάλλον δεν θα 'χα αντέξει ό,τι συνέβη στη μητέρα μου.

15:45
Στη στάση του λεωφορείου κάθισα για αρκετή ώρα στον ήλιο, έβγαλα και τα γυαλιά μάλιστα και τον άφησα να χαϊδέψει το σημάδι μου. Του κάνει καλό. Μετά βαρέθηκα, άρχισα να κρυώνω απ΄ το άλλo μάγουλο και πήρα το μετρό.

16:20
Δεν έπρεπε να 'χω σταματήσει στο video club, θα καθυστερήσω την ομάδα. Ωστόσο πέτυχα το «2010: The year we made contact», που δεν το 'χω δει.

17:10
Πήρα και τους είπα πως θ’ αργήσω. Κακώς έβαλα το DVD, ώσπου να πέσουν οι τίτλοι και να φτιάξω δεύτερο υποκατάστατο καφέ πήγε 17.00. Ξαναντύθηκα σαν την τρελή, στο γραφείο η ώρα δεν πέρναγε με τίποτα....

17:50
Μιλήσαμε στο κινητό κανα δυο φορές κι έτσι δεν πέρασα καθόλου από την οργάνωση παρά πήγα κατευθείαν στο στέκι. Τους πρόλαβα στη πόρτα, η Λία έβγαζε το συναγερμό κι ο Ομάρ –ευτυχώς- είχε απωθήσει το σκυλί στην αυλή. Σήμερα έχουμε εννιά άτομα κι ο Σαΐντ θα έρθει αργότερα. Με το που μπήκαμε μ’ έπιασε κατάθλιψη. Οι χρήστες τοιμάζουν ποιος ξέρει τι κι είχαν κάνει το χώρο άνω-κάτω. Είχαν σχεδιάσει χοντροκομμένα με κάρβουνο κι έναν τεράστιο Αι-Βασίλη πάνω σ’ ένα κομμάτι κόντρα πλακέ που αργότερα θα θύμιζε στον Σαΐντ, «guerilla»...

Είχε όμως και χειρότερα. Η εκδήλωση της Κυριακής παρά την επιτυχία της απέδωσε μόνο 200.000, οι εργαζόμενοι, ανάμεσά τους μια επισκέπτρια υγείας απλήρωτη από τον Αύγουστο, παραιτήθηκαν ομαδικά. Δεν υπάρχουν λεφτά ούτε καλά-καλά για το νοίκι, χωρίς επαγγελματίες κινδυνεύουν κι οι ξενώνες. Πήρα αμέσως το Μάνο, έτσι ήταν ακριβώς, ακουγόμουν στενοχωρημένη? Δεν έπρεπε να 'χω φύγει απ’ τη δουλειά χωρίς να 'χω πρώτα σιγουρέψει κάτι άλλο, να τα πούμε κάποια στιγμή από κοντά?

Επάνω το νερό δεν είχε προλάβει να ζεσταθεί καλά κι οι δυο πρώτοι τουρτούριζαν γυμνοί με τις σαπουνάδες αναμετάδωσε σχεδόν θριαμβευτικά ο Ομάρ. Άθελά μου σκεφτόμουν πως είχαν βρει κι εδώ αυτά που είχαν αφήσει πίσω στο Αφγανιστάν, κρύο και πείνα, μόνο πόλεμο που δεν είχαμε. Στο πλυσταριό άρχισε να ζεσταίνει κι ήταν ευχάριστα. Στην αίθουσα που μαζευόμαστε όλοι είχε χαθεί το remote κι ο κόσμος κρύωνε. Ένας πιτσιρικάς με το χέρι στο γύψο όλο γέλαγε, στο πάνω σαγόνι του 'λειπαν τα περισσότερα δόντια: «Ι want know what say about me», να άλλος ένας που μιλά λίγα αγγλικά. Σχολιάζαμε πως με το χέρι θα δυσκολευόταν να πλυθεί, έπρεπε να μείνει στεγνό. «Ι brought him help», γελώντας πάντα έδειξε ένα άλλο αγόρι με έντονα ασιατικά χαρακτηριστικά που κι αυτό χαμογέλαγε. Ο Ομάρ έπιασε να του τυλίγει το χέρι με μια σκουπιδοσακούλα, ήταν τόσο μεγάλη που μπορούσες να τον χώσεις όλον μέσα έτσι φτενός που ήταν. «Ομάρ, μην τον σφίγγεις τόσο, θα του κόψεις την κυκλοφορία του αίματος», κούνησε τις μπούκλες της η Λία με authority, είναι φοιτήτρια Ιατρικής στο 3ο έτος.

Οι από πάνω κατάφεραν με το ζόρι να πλυθούν και κατέβηκαν ξεπαγιασμένοι κάτω, βρήκα το remote στην κλειδωμένη τουαλέτα για το προσωπικό και κάπως συνήλθαμε. Δώσαμε και μιά πετσέτα σ’ ένα παιδί που είχε φορέσει το μπουφάν σαν φούστα γιατί είχε βάλει το μοναδικό του παντελόνι για πλύσιμο. Πιο πολύ επέμεινα με την πετσέτα γιατί δεν άντεχα άλλο να βλέπω τα λεπτά σαν καλαμάκια πόδια του. «Είσαι Tadjik?», «Ναι», είπε το παιδί με το γύψο πάντα γελώντας, πειραματιζόταν κιόλας με κάποιες ελληνικές λεξούλες, ο φίλος του με τα ασιατικά χαρακτηριστικά Χαζάρος. Η Λία θαμπώνεται άλλη μια φορά με το ταλέντο μου στις φυσιογνωμίες, όμως πια είναι απλό να τους ξεχωρίσεις γιατί μέχρι τώρα δεν είχαμε κι άλλες φυλές, μάταια ρωτούσαμε στην αρχή για Pashtun λες και κάναμε συλλογή. Του παιδιού ένα φορτηγό του 'χε σπάσει το χέρι στην Πάτρα, «Τρακτέρ?», λέει γελώντας ο Ομάρ που δεν καταλαβαίνει γρυ αγγλικά, «Νooo, track», επιμένει το παιδί.

19:30
Πήρα άπειρες φορές κι έβγαινε ο τηλεφωνητής μέχρι που το σήκωσες. Είναι τώρα κι όλ’ αυτά μαζεμένα, δεν πήγε καλά η συνομιλία, έτσι? Πήρες το email μου και σου λείπω κι εγώ αλλά δεν υπάρχει λόγος «να σε παίρνουν και τα σκάγια». Και βέβαια, πολύ λογικά, «δεν ξέρεις», δεν ξέρεις αν έκανα καλά που έφυγα απ’ τη δουλειά, δεν ξέρεις πως νιώθω. Ξέρω πως κι οι δυo θέλουμε να βρεθούμε πριν φύγεις, πριν επιστρέψεις για λίγο ή για πάντα και μέχρι το καλοκαίρι στη νομιμότητα και στη γυναίκα σου, σε όλα εκείνα που ήταν η ζωή σου πριν σε γνωρίσω, πριν εισβάλλω «σαν τους Ταλιμπάν», που 'ναι και της μόδας τελευταία, και τα αναστατώσω όλα. Σου ζητάω συγγνώμη, ακόμα κι οι τρόποι που υποφέρουμε είναι αντίθετοι. Όμως με ξέρεις πια, βγάζω βία και –τι ανακούφιση!-, «δε θα μου κάνεις τη χάρη» να με μισήσεις γι’αυτό. Ευτυχώς η Γαρμπή κι η Βίσση –μου λένε-, στο ράδιο, κρύβουν με τις αγριοφωνάρες τους την ένταση της φωνής μου από τους μέσα.

20:00
Ο Σαΐντ ήρθε μες στην άσπρη σκόνη, πιο καταπονημένος από ποτέ. Είναι η περσική αδυναμία μου εκεί μέσα, τον νιάζομαι, όσο κι αν μιά φορά που απ’ έξω-απ’ εξω θέλησε να με πάει γυρίζοντας μαζί μέχρι το σπίτι, αρνήθηκα –θέλω να πιστεύω- κομψά. Μένουμε και σχετικά κοντά, αυτός στον ξενώνα της Εθελοντικής αλλά από τότε που χώρισα με τον Χαλίντ κρατάω κάποιες αποστάσεις. Δουλεύει αυτές τις μέρες σ’ ένα διαμέρισμα που ανακαινίζεται και τρίβανε μάρμαρα. Πρόσεξα πως στο δεξί του παπούτσι σε κάθε βήμα έχασκε η σόλα, κι όμως ήταν εδώ για να βοηθήσει κάποιους άλλους σε χειρότερη μοίρα απ’ αυτόν. Μας έδωσε το χέρι του, σκασμένο απ’ το κρύο, σφιγμένο σε γροθιά «για να μη μας λερώσει», ίσα που άγγιξα το άγριο του δέρμα κι ένιωσα παράξενα σα να 'κανα κάτι θρησκευτικό.

Η αρχική μας χαρά πως θα τελειώσουμε νωρίς με τόσο λίγα άτομα πήγε στράφι αφού ο θερμοσίφωνας αργεί να ζεστάνει... Ευτυχώς άρχισε η Λία τα αστεία με τον Ομάρ και διορθώθηκε λίγο το κλίμα. Ο Ομάρ είναι νέος μεταφραστής-εθελοντής κι αν και με τα αραβικά του ως Σύρος Κούρδος δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά με τους περσόφωνους, μιλάει σπουδαία ελληνικά, τις πιό πολλές φορές τον κάνουν για επαρχιώτη αλλά σπάνια για ξένο. Έχει πλάκα και τονίζει συνεχώς πως αυτός είναι «οικονομικός μετανάστης» κι όχι «σαν κι αυτούς». Και πράγματι με το βαρύ του macho παρουσιαστικό, καλά ντυμένος, χορτασμένος κι ασφαλής με σχεδόν μόνιμη δουλειά σα φαναρτζής, ενισχύει τη διαφορά. Πιστεύω τώρα πως μπορεί να 'ναι κι αλήθεια πως τον ζήλευε τρελά η Πόντια που τη χώρισε από το «μουσουλμανικό γάμο», αλλά ξέρω κι άλλα: στον Πέτρο είχε πει πως τη χώρισε «γιατί μιλούσε πολύ». Έχω την προσοχή μου περισσότερο στον Σαΐντ, χάνεται για καιρό μερικές φορές, «μπλέκει με δουλέμπορους?», το κινητό του τελευταία ήταν συνεχώς κλειστό, τώρα τον βλέπω με καινούργια συσκευή. Μπορεί να του βρεί ο Ομάρ κανένα φτηνό αυτοκίνητο, έστω και με γερμανικές πινακίδες?

Είναι ώρα που μας τρώει με τα μάτια ένα παιδί που φορά ένα μαύρο σκουφί και φαίνεται πολύ ταλαιπωρημένο. Στο τέλος πλησιάζει το τραπέζι μας και μας ρωτά σε καλούτσικα αγγλικά την προφορά για το ι, το υ, και το ει. Κουνάμε το κεφάλι απολογητικά, είναι η ίδια για όλα. Και η διαφορά του σ και του ψ? Η πάλι το θ? Βλέπω πως αμέσως κάνει τη μεταγραφή στα αγγλικά, το θ είναι το th, right? Right. Τη στιγμή που πιάνω από κοντά το βλέμμα του κάνω ένα περίεργο bonding μαζί του, όμως προσπαθώ να το κρύψω. Έχει δίκιο ο Ομάρ, το παιδί με το σκουφί είναι Κούρδος από το Ιράκ και δεν έχει πολλά-πολλά με τους Αφγανούς αλλά θέλει να κάνει παρέα μαζί μας. Από τη μεριά μου και μόλις καταλαβαίνω πως σήμερα η συντροφιά έχει απ’ όλα, μέχρι και «σκληρούς» του Ιράκ, είμαι ικανοποιημένη που μπορούμε όλοι μαζί να συνυπάρχουμε, έστω και σε παρέες-παρέες. Ακόμα θυμάμαι τα μαχαιρώματα στις ειδήσεις στην Πάτρα.

23:20
Φεύγουμε πανικόβλητοι για να μην χάσουν η Λία κι ο Ομάρ το τραίνο. Οι πετσέτες για την Παρασκευή έμειναν πάλι βρεγμένες. Τον Σαΐντ τον καταφέραμε να φύγει νωρίτερα, ήταν πτώμα και δεν υπήρχε λόγος να γυρίσει μαζί μου και να χάσει το τελευταίο λεωφορείο όπως την άλλη φορά. Καθώς έφευγε του 'χωσα στο σακίδιο κάπως παράμερα απ’ τους άλλους το δωράκι μου για τα Χρόνια Πολλά: δυό σοκολατένιες ομπρελλίτσες, φώτισε ολόκληρος από χαρά, όμως εγώ δε μπορώ ακόμα να ξεχάσω το κέρασμα στο σουβλατζίδικο και τα τριαντάφυλλα για μένα και την Ανθούλα, ίσως και με το τελευταίο του πεντοχίλιαρο. Τόσο περήφανος.

Έφυγαν και τα παιδιά. Την ώρα που σκουπίζαμε πάλι συναντηθήκαμε με το παιδί με το σκουφί, μετά το μπάνιο είχε ξυριστεί και σα να 'σβησε η ταλαιπωρία από το πρόσωπό του. Είχε μείνει τελευταίος να πάρει τα εσώρουχά του, είναι ο πρώτος που βλέπω να φέρνει για πλύσιμο. Κρατούσε τη σκούπα, εγώ το φαράσι και καθώς έσκυψε με κοίταξε γελαστά αλλά και λίγο παραπονεμένα στα μάτια: «Νο pain, no gain...». Του χαμογέλασα κι εγώ με κόπο, δεν ήμουν τόσο σίγουρη. «Which city are you from?», «East Ajerbaijan», μου απάντησε κι έλαμψε λίγο το πρόσωπό του. Τον είχα ξεχωρίσει τελικά.

23:50
Μέχρι να φτάσω μ’ έφαγε το κρύο, ήταν η πρώτη φορά που γύριζα μόνη.

00:30
Κάθισα να φάω μπροστά στην οθόνη μα μόλις έπεσαν οι τίτλοι και χάθηκε η μαγεία της μουσικής του 2001, κατάλαβα πως το έργο δε λέει. Δεν είχα όμως ύπνο μετά τα email σου, ήμουν σε ένταση κι ήθελα μόνο να σε δω αύριο, έστω και για λίγο. Παραθέτω τα στιχάκια γιατί μου 'φτιαξαν το κέφι:

Το κορίτσι με το κιμονό
Μου το 'στειλες για πρωϊνό?
Αν κάνεις catering στο χάδι
Τι θα μου στείλεις για το βράδυ?


Όσο για το sexiest dessert alive, θα λάβω σοβαρά υπόψη μου τη συνταγή και θα τη βάλω μπροστά κάποια στιγμή παρά το ότι η σχέση μου με την τέχνη του φαγητού –όπως δίκαια παρατήρησε η αδερφή μου εξάλλου-, δεν είναι η καλύτερη.

1:05
-Chlorophyll!
-Jesus!
-Is it organic?
-I think so.
-I’ll bring the probe lower.
-What’s down in that crater?
-There! There!

(BOOOM!!!)


19.12.01

more...