Νίκος Αλεξίου(1960-2011)
Στο μπαλκόνι του Στάθη (1964-1997). Τέλος 1989.
more...
Τον καιρό της φρίκης/Θα τραγουδάμε ακόμα;/Ναι, θα τραγουδάμε!/Το τραγούδι της φρίκης. (Μπρεχτ)
Ἦταν γυναῖκα ἦταν ὄνειρο ἤτανε καὶ τὰ δυὸ
Ὁ ὕπνος μ᾿ ἐμπόδιζε νὰ τὴ δῶ στὰ μάτια
Ἀλλὰ τῆς φιλοῦσα τὸ στόμα τὴν κράταγα
Σὰν νὰ ἦταν ἄνεμος καὶ νὰ ἦταν σάρκα
[…]
Ἦταν ὠχρὴ καὶ κάποτε ἔτρεμα γιὰ τὸ χρῶμα της
Κάποτε ἀποροῦσα νιώθοντας τὴν ὑγεία της σὰν δική μου ὑγεία
Ὅταν χωρίζαμε ἤτανε πάντοτε νύχτα
[…]
ἔφευγε καὶ ξεχνοῦσα πάντοτε τὸν τρόπο τῆς φυγῆς της
Ἡ καινούρια μέρα ἄναβε μέσα μου προτοῦ ξημερώσει
Ἦταν ἥλιος ἦταν πρωὶ ὅταν τραγουδοῦσα
Ὅταν μόνος μου ἔσκαβα ἕνα δικό μου χῶμα
Καὶ δὲν τὴ σκεφτόμουνα πιὰ ἐκείνη
Από το ποίημα: Ἦταν γυναίκα, ἦταν όνειρο... του Γιώργου Σαραντάρη (1908-1941)
more...
Posted by
deplaced
at
6:20 PM
Labels: ποίηση, Σαραντάρης
more...
more...
Posted by
deplaced
at
12:37 PM
Labels: Καστοριά, Χριστούγεννα
more...
Μετά τη γενική απεργία της 15/12. Στην οδό του Μπλαμαντώ, Σαπφώ Νοταρά, Ηλίας Λιούγκος. Στίχοι Jean-Paul Sartre σε διασκευή Αλέξη Σολωμού. Από την Πορνογραφία του Μ. Χατζιδάκι (1982)
more...
Posted by
deplaced
at
1:46 PM
Labels: απεργία, Χατζιδάκις
no such thing as a free meal
more...
Posted by
deplaced
at
7:41 PM
Labels: περιστέρια

αρχή με μαύρο και voice-over
O X. βγήκε από τις «Άγριες Μέρες» του Kar-Wai στην ανοιξιάτικη Πανεπιστημίου και για λίγο δυσκολεύτηκε να συνηθίσει το φως και την κίνηση μετά τη σκοτεινή ψύχρα της αίθουσας.
Είχε περάσει δυο υπέροχα βασανιστικές ώρες με τον αγαπημένο του σκηνοθέτη με μόνο διάλειμμα τις ανταλλαγές εντυπώσεων από δυο γριές που είχαν βρεθεί εκεί κατά λάθος παρασυρμένες από τους κριτικούς διθυράμβους και αναρωτιόντουσαν δυνατά τι να ήθελε να πει αυτό το «αλλόκοτο έργο».
Ανεβαίνοντας τώρα προς το μετρό ο Χ. σκεφτηκε πως ο ίδιος είχε κάμποσες απαντήσεις που ταίριαζαν και με την πρόσφατη ψυχολογική του κατάσταση. Υπήρχε ωστόσο ο κίνδυνος ο Kar-Wai να γίνει ο προσωπικός του David Lynch. Η πανούκλα της υπερανάλυσης παραμόνευε έτοιμη να μολύνει την απλή συγκίνηση κι είχε πιάσει τον εαυτό του να καμαρώνει προσέχοντας τα επαναλαμβανόμενα ρολόγια στα πλάνα και κυρίως το δωμάτιο του ξενοδοχείου με το νούμερο 204...
τέλος με μαύρο. Αρχή πλάνου τίτλων ταινίας χωρίς μουσική αρχικά: σκηνές: τροπικό δάσος, τίτλοι : κόβεται στο 00:00:26:00. Merge
Όχι, αυτό δεν έπρεπε να συμβεί. Με κανέναν τρόπο. Και σα να ‘θελε να ξορκίσει το κακό ξανασυγκεντρώθηκε επιλεκτικά στις σκηνές της ταινίες που ξεχώριζε με πρώτη εκείνη του τροπικού δάσους που λικνίζεται πίσω από ένα γαλαζοπράσινο φίλτρο. Η κουρτίνα της μνήμης; Έτσι του φάνηκε τουλάχιστον.
μπαίνει η μουσική. Μπαίνει ήχος από φασαρία, πορεία που ανεβαίνει αργά
Ανηφόριζε με σκυμμένο το κεφάλι αλλά όσο κι αν δεν έβλεπε γύρω του δε μπορούσε να αγνοήσει τα σπασμένα γυαλιά που έτριζαν κάτω απ’ τα πόδια του.
Σκηνές one minute friend: 1, 2, 3, το ρολόϊ, 4. Merge
Λίγο πιο πάνω η βιτρίνα του Γρηγόρη έμοιαζε σα να την είχαν πυροβολήσει σε κάμποσα σημεία. Αυτό θα ‘χε συμβεί μέσα σε μια στιγμή. Για να τους έχουν χτυπήσει δεν θα ‘χαν κατεβάσει ρολλά. Τώρα δυο τύποι –υπάλληλοι;- στέκονταν με κατεβασμένα μούτρα μπροστά της και πότε-πότε κοιτάζονταν. Ακριβώς πίσω απ’ τη βιτρίνα στο τραπεζάκι και σα να μην είχε συμβεί τίποτα κάθονταν δυο νεαρές και χαχάνιζαν πάνω από δυο freddo με πολύ γάλα.
σκηνές: έρωτας 1, 2, φυγή 1, 2: κόβεται στο 00:00:06:12. Merge. Το πρώτο φιλί που τα άρχισε όλα, τα πίσω-μπρος μιας ασύμμετρης σχέσης. Σκηνές με συνθήματα. Το πρώτο carré από την σκηνή με την πόρτα της εισόδου. Μπορούν να γραφτούν τα κείμενα των photo real-time πάνω στην πόρτα του πλάνου. Η επίσκεψη-έκπληξη, ακούγονται φωνές και λαχανιάσματα και ο ήρωας δεν τολμά να χτυπήσει αλλά φεύγει παραιτημένος, η πόρτα κλείνει στα μούτρα. Μαύρο
Έτσι πέρασαν οι μέρες. Ξύπναγε, άφηνε τη θλίψη του να τον νιώσει. Δεν προσπαθούσε πια να την σταματήσει ή να της στρέψει την προσοχή αλλού. Κι εκείνη τον είχε διαρκώς από κοντά, δεν τον άφηνε στιγμή. Ακόμα κι όταν πέρναγε καλά δεν ήταν μόνος. Πάντα παραμόνευε στη σκιά έτοιμη να γεμίσει το παραμικρό χάσμα του χρόνου με την παρουσία της. «Άκου κι αυτό» του είπε κάποια φορά που περιμένοντας το μετρό είχαν πλησιάσει υπερβολικά, σχεδόν άγγιζαν τα κεφάλια τους. Κρατούσε μερικές φωτοτυπημένες σελίδες πιασμένες με συνδετήρα και διάβαζε απ’ τη μέση:
«We can also say that the sexuation of knowledges of love disjoints:
1. the following vericidal masculine statement: «What will have been true is that we were two and not at all one;» (1)
Αnd the feminine statement?
«Δες». Ακολούθησε το δάχτυλο προς την οθόνη που λέει τον καιρό και ποιοι γιορτάζουν. Μόνο που στη θέση τους τώρα έπαιζε μια σκηνή από ένα πολύ ταπεινωτικό ne-me-quitte-pas for all to see. Ήταν εκείνη τη νύχτα που είχαν καυγαδίσει. Θύμωσε, γύρισε την πλάτη και δεν απαντούσε. Ο άλλος σηκώθηκε να φύγει μες στη νύχτα, άρχισε να ντύνεται. Τότε σύρθηκε πίσω του. Εκείνος γυμνός και στα γόνατα, ο άλλος ντυμένος να τον κοιτά από ψηλά. Τελικά έμεινε και τέλειωσαν το sex που είχαν αρχίσει αλλά ο ύπνος τους χώρισε, το πρωί τους έστειλε σε διαφορετικές πορείες κι από τότε δεν ξανασυναντήθηκαν. «Αρκούσε μια φορά;». «Έτσι φαίνεται».
Επίσκεψη στο σπίτι της μητέρας: σκηνές 1, 2, 3, 4: θέλει κόψιμο στο 00:00:13:17, εδώ μπαίνει η photo της επιστροφής στο σπίτι. Merge. A digital walk on the past (google talks / SL mementos)
«Θα ‘θελα να τον δω να σε πηδάει», και με τα μάτια έδειξε τον τύπο που του ‘χε συστήσει πριν λίγο και που είχε ακούσει κρίνοντας από την αμηχανία με την οποία έσκυψε στο πιάτο του. Η συζήτηση είχε συνεχιστεί στην ταβέρνα μετά την διάλεξη για τη βία ενός γάλλου φιλόσοφου που χαμογελούσε απέναντι δίπλα στην επίσης γαλλίδα γυναίκα του. Κανείς τους δε μιλούσε ελληνικά. Έτσι τα ‘λεγε αυτά βέβαια, τα δικά του μάτια διασταυρώθηκαν με εκείνα του νεαρού στα δεξιά του άλλου. Ήταν ο τρίτος στη σειρά που γνώριζε και του φαινόταν πως όλοι είχαν το ίδιο στρογγυλεμένο βλέμμα. Πίσω του μπορούσες καθαρά να δεις στο φως του ανοιχτού ορίζοντα ένα ήρεμο φυσικό τοπίο που θα γέμιζε με τον καιρό με φαράγγια, απόψεις, ποτάμια λάβας και πόλεις, επιχειρήματα και τραύματα. Παρά τη λύπη και τον θυμό που τον εμπόδιζαν να καταπιεί ήταν αδύνατον να μη νιώσει τρυφερότητα. «Αν σηκωνόμουν να φύγω;» Το ‘χε κάνει παλιότερα. Ο άλλος έσπρωξε πέρα το πιάτο του. «Αδύνατον να φάω αυτό το πράγμα!». Εκείνου του ‘ρθε ν’ αρπάξει το πηρούνι από το πιάτο και να του το καρφώσει στον λαιμό. Ή να τον χαστουκίσει ενώ δεν το περίμενε. Με το δεξί που ‘χε το δαχτυλίδι για να του σκίσει το μάγουλο, μια λεπτή γραμμή αίμα μέχρι τον γιακά του λευκού του πουκάμισου. Αντί γι’ αυτό χαμήλωσε τα μάτια πάνω στο πιάτο με το κρέας μισοδαγκωμένο μέσα στην κόκκινη σάλτσα του.
more...