(από de-placed ή αστικός πόνος, 1/20)
“so hot that August comes on not like a month but like an affliction”, Slouching towards Bethlehem, Notes from a native daughter, J. Didion, Flamingo 1993
Ο καύσωνας υποτίθεται -κατά την μετεωρολογική πάντα- πως είχε περάσει εδώ και δυο μέρες όμως η Αθήνα καιγόταν ακόμα χωρίς κανείς να επιτρέπεται, ίσως για λόγους εξορκισμού, να το παραδεχτεί ανοιχτά. Δεκαπενταύγουστος, κι ο κόσμος, αυτός που λίγο πριν φύγει διακοπές σου υπενθυμίζει χωρίς να ντρέπεται πόσο καλύτερα περνάνε όσοι μένουν πίσω τέτοιες μέρες, είχε αφήσει μεγάλα κενά στις πλατείες, στους δρόμους και τα πεζοδρόμια χωρίς ούτε κι αυτό να είναι αρκετό. Ούρλιαζαν τα τζιτζίκια μαζί με τον ανεμιστήρα της όταν ξύπνησε ανήμερα Κυριακή με το πρόσωπο βουτηγμένο στον ιδρώτα, από ένα δυσάρεστο όνειρο που αυτόματα ξέχασε κι ένα κάθετο πόνο στο μυαλό. Η ημικρανία της είχε επιστρέψει απ’ τις δικές της διακοπές.
Ήξερε πως θa 'πρεπε τώρα να μαζέψει όλο της το κουράγιο για να κλείσει τα παντζούρια, η φωτοφοβία προχωρούσε με μεγάλο δρασκελισμό και στο πέρασμά της σώριαζε ένα μετά το άλλο τα προστατευτικά οδοφράγματα που συνήθιζε να επιστρατεύει τέτοιες ώρες, -δεν είχε προχωρήσει πολύ στη visualisation αλλά βοηθούσε μερικές φορές να ξαναγυρνά στο δροσερό δάπεδο του ναού στη δεύτερή της πατρίδα, τότε στη θέση του μισού λωτού προσπαθούσε να μετατοπίσει το βάρος του πονοκέφαλου χαμηλά στην κοιλιά και να συνδιαλλαγεί μαζί του. Αυτό όμως ίσως επειδή η αυτοσυγκέντρωσή της δεν ήταν όση πρέπει δεν πετύχαινε σχεδόν ποτέ.
Στην αρχή βέβαια της φάνηκε καλή ιδέα να χωθεί κάτω απ΄ το ντους -το χλιαρό νερό έδιωξε για λίγο τα βάσανά της αντικαθιστώντας τα ρίγη της ναυτίας με καινούργιες πιο ευπρόσδεκτες ανατριχίλες, όμως την συνεπήρε ολοκληρωτικά η αίσθηση εκείνη της γλυκιάς αδυναμίας που έχουμε όλες όταν βλέπουμε το ίδιο μας το αίμα να κυλά πολύ συγκινητικά και να χάνεται στην αποχέτευση. Αφέθηκε να γλιστρήσει στη μπανιέρα κι αυτό αποδείχτηκε ακόμα χειρότερη ιδέα γιατί της ήρθε στο μυαλό, -γιατί βέβαια εκεί συμβαίνουν όλα, έτσι?-, το κεφάλαιο από ένα απ’ τα βιβλία που τη συντρόφευαν τελευταία, περί της υψηλής θέσης που έχαιρε η αυτοκτονία κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Κι επειδή οι σκέψεις τρέχουν χωρίς πάντα να προλαβαίνει να τις σταματήσει καμιά, -ειδικά όταν τα αντανακλαστικά της σέρνονται σ’ ένα πάτωμα που πάλλεται απ’ τη ζέστη-, είδε την εικόνα κι όχι μόνο την είδε αλλά τη συμπλήρωσε σ’ όλες της τις λεπτομέρειες: έκοβε τις φλέβες της σε μια γεμάτη μπανιέρα, ένας ακόμη αξιοσέβαστος συγκλητικός, -χωρίς ωστόσο να 'χει τη χαρά της ανταλλαγής κάποιων κομψών αποφθεγμάτων, ήταν μόνη-, θα την έβρισκαν μετά από μια ολόκληρη βδομάδα όταν το κορμί της θα είχε αλλάξει σε έναν αποκρουστικό σωρό μαλακό σαν jello, ή ίσως και λίγο νωρίτερα γιατί είχε ειδοποιήσει τον πατέρα της πως θα κατέβαζε στο εξοχικό τους τη γάτα.
Τη γάτα? Βρήκε τη γάτα σε απόλυτη παραίτηση πάνω στο καπάκι του καλαθιού για τα άπλυτα. Είναι αλήθεια λοιπόν, ένα άλλο ζωντανό πλάσμα, τα φυτά σου, μια ιδέα, ακόμα και το εκκαθαριστικό της εφορίας όταν έχεις επιστροφή, σε κρατούν ζωντανή. Η γάτα δεν ήθελε τίποτα απ’ αυτή. Άφησε κάτι παραπονιάρικα μισά νιαουρητά, ούτε νύχια δεν έβγαλε όταν τη γαργάλησε στην κοιλιά, κάτι που σε φυσιολογικές συνθήκες δεν παραλείπει να κάνει γιατί βέβαια την είχε υιοθετήσει για την ομορφιά της κι όχι για τον καλό χαρακτήρα της.
Ξαναγύρισε στην ύπτια θέση κι οι σκέψεις της σα να μην είχαν κάνει διακοπή της έφεραν πάλι μπροστά της βελτιωμένη την αποκρουστική εικόνα, πιο αποκρουστική αν είναι ποτέ δυνατόν, -είναι πάντα-, όπως κάποιος πολύ επίμονος ασφαλιστής που δεν σταματά να σου ξεδιπλώνει "πακέτα" στα μέτρα σου, το ένα μετά το άλλο, συνεχώς πιο προσαρμοσμένα, τόσο που φτάνουν στο τέλος να εφάπτονται του σώματος και της προσωπικότητάς σου όμοια μ’ ένα φέρετρο που σου πέφτει κοντό. Αυτή τη φορά, η γάτα είχε κι εκείνη μια θέση στον ξυπνητό εφιάλτη της: το διάστημα που εκείνη μεταμορφωνόταν σε δύσοσμη μάζα αποκτούσε και τα χαρακτηριστικά της τροφής της, στο κάτω-κάτω το βραστό ψάρι της όταν μείνει πάνω από δυο ώρες εκτός ψυγείου με τέτοια ζέστη δε μυρίζει καλύτερα, κι είχε κάπου διαβάσει για πολύ πιστότερα pets που έφαγαν κομμάτια από τις κυρίες τους, -για κάποιον άγνωστο λόγο, ίσως γιατί ζουν περισσότερο? ηλικιωμένες γυναίκες φαίνεται να συναντούν συχνότερα ένα τέτοιο τέλος.
Όχι, καθόλου δε της άρεσε αυτή η εικόνα και ξαφνικά ενώ ένιωθε ξερή σαν καμένο χόρτο βρέθηκε με δάκρυα στα μάτια, δάκρυα που αγωνίζονταν να βγουν παρά τις διαμαρτυρίες του πονοκέφαλου που όπως όλες ξέρουμε δουλεύει μεθοδικά και δεν ευνοεί τέτοιες άναρχες εκφράσεις συναισθημάτων γιατί ξεφεύγουν απ’ τον έλεγχό του. Ναι, ο πονοκέφαλος έχει σύστημα, σαφέστατη αρχή, μέση και τέλος. Αν μάλιστα ξέραμε καλύτερα να παρεμβάλλουμε πυκνότερες διακοπές στη λειτουργία του ίσως και να του παίρναμε το πάνω χέρι, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που παλιότερα όταν μπορούσε να κλαίει συχνότερα σχεδόν δεν πάθαινε ποτέ πονοκεφάλους. Ξεχνιέται κι αυτή η τέχνη με τον καιρό, όπως όλα τα πράγματα που για κάποιο λόγο παύουμε να χρησιμοποιούμε. Σκουριάζει στην άκρη.
Δυο ντεπόν, ένα χάπι σιδήρου και πικρός μαύρος καφές. Αυτό είναι το κυριακάτικο πρωϊνό σήμερα κι ο πόνος μόνο γίνεται θριαμβευτικότερος καθώς η μνήμη που επίσης συχνότατα δουλεύει πιο εντατικά για το κακό μας και μόνο ξαναφέρνει εικόνες από άλλα πρωϊνά, σχεδόν ειδυλλιακά ευτυχισμένα από τέτοια μακρινή απόσταση. Πως γίνεται και αυτό το καλοκαίρι πήγαν τόσα πολλά μαζί τόσο στραβά? Τουλάχιστον όσο υπήρχε ο κλιματισμός της δουλειάς η κατάσταση ήταν υποφερτή. Θα 'φτανε στο σημείο να πει αξιοπρεπέστατη, μέχρι που άρχισαν κι επίσημα οι "διακοπές", -από τι άραγε?-, και "έληξε" επισήμως κι ο καύσωνας.
"Σκατά!", σκέφτεται πως έτσι που κλείνουν τα μάτια της και είναι βαρύ το κεφάλι της δε μπορεί ούτε στο Δίκτυο να μπει. Και μόνο η ιδέα της οθόνης της φέρνει αηδία, κι έπειτα είναι κι όλοι αυτοί που γυρίζουν απελπισμένοι σε random chat mode, που πρέπει με μισή καρδιά πάντα να τους κάνεις delete ή decline κι όταν σου ζητάνε και το λόγο να δίνεις κι εξηγήσεις: too young/old, ή για τους εντός των τειχών: πολύ μακριά, επειδή ποτέ δε μπορείς να πεις την αλήθεια: δε μ’ ενδιαφέρει να μιλήσω με κάποιον που δεν κρίνει σκόπιμο να αναφέρει κάτι διαφορετικό απ’ το ύψος του, το αυτοκίνητό του και την πετυχημένη δουλειά του! Ναι, τώρα η μοναξιά κόβει βόλτες και μέσα στο ίδιο της το σπίτι, δεν είναι όπως παλιά που συναντούσες όλα αυτά τα σαλταρισμένα αντρικά βλέμματα, στα θερινά σινεμά ή απλά στο δρόμο, αν ξανά για κακή τύχη ξέμενες στην Αθήνα τον Αύγουστο.
Έτσι που έγινε -και σε τόσο σύντομο διάστημα!-, δε μπορεί σχεδόν να το πιστέψει πως χτες βράδυ πέρναγε καλά, πολύ καλά μάλιστα, μόνη της σ’ ένα -έστω- θερινό ανακαινισμένο σινεμά που έσφυζε από design όσο τα καινούργια παπούτσια της (κάποτε ήταν αρχιτέκτονας ξέρετε). Έβλεπε λοιπόν την παλιά Lolita, έπινε μπύρα, κάπνιζε ένα πούρο, και ήταν ευτυχής. Ή μήπως όχι? Έχει αποδειχτεί πως μόλις δώσεις συγχαρητήρια στον εαυτό σου για κάτι, τότε αυτό το κάτι που σ’ έκανε περήφανη γίνεται μονομιάς κομματάκια και θρύψαλα. Παύει να υφίσταται. Full stop. Period. Συχνά μάλιστα, τώρα που το σκέφτεται καλύτερα κι όσο ο πονοκέφαλος το επιτρέπει, μεταλλάσσεται στο ακριβώς αντίθετό του, έτσι που μόνο συγχαρητήρια δε σκέφτεσαι να δώσεις στον εαυτό σου παρά ψάχνεις μια τρύπα για να βάλεις το κεφάλι σου. (Αυτό το τελευταίο σίγουρα ο πονοκέφαλος της το υπαγόρευσε, αλλά ας είναι).
Έλεγε λοιπόν πως ούτε λόγος για να στηθεί μπροστά στην οθόνη, μήπως τουλάχιστον να συνέχιζε ένα άλλο βιβλίο που διάβαζε με πάθος αυτό τον καιρό?. Όμως ο κόκκινος δεύτερος τόμος (*) της προξενεί τρόμο έτσι που την αντιμετωπίζει από το πάτωμα κατάχαμα με τον σελιδοδείκτη εδώ και μερικές μέρες κολλημένο στο ίδιο σημείο: είναι εκεί που η Αγάθη ξανατοποθετεί την κάψουλα με το δηλητήριο αφού πετάξει τη φωτογραφία του παλιού αγαπημένου της. Έχει μόλις συνειδητοποιήσει πως οι σκέψεις για τον αδελφό της κάθε άλλο παρά επιτρεπτές είναι αλλά δεν είναι αυτό που τη νοιάζει. Λίγο πιο πριν ο Ούλριχ ετοιμάζεται χωρίς να ετοιμάζεται να θέσει κάποιο φραγμό στα σχέδια της αδερφής του.
Η ίδια προετοιμαζόταν να ξαναδεί το σπίτι των παιδικών της διακοπών μετά από πάρα πολλά χρόνια.
Είχε κι άλλα σχέδια για το άμεσο μέλλον, μικρή αποζημίωση για τις απογοητεύσεις των τελευταίων δυόμιση χρόνων από τότε που γύρισε πίσω. Για τα γενέθλιά της είχε λάβει περισσότερες ευχές από εκείνους που είχε αφήσει παρά από όσους είχε βρει εδώ. Κι ακόμα κι αν δυσανασχετούσε που τόσο πολλή επιθετική μοναξιά κυκλοφορούσε στο Διαδίκτυο χρωστούσε πολλά στο μέσο, την ταξίδευε εύκολα και οικονομικά στις άκρες του κόσμου που είχαν γίνει για κάποια -και πιο ευτυχισμένη εποχή- η δεύτερη -και πιο αγαπημένη- πατρίδα της.
Έστελνε ακόμα και συμβατικά γράμματα φυσικά. Πάνω στο τραπεζάκι του τηλεφώνου είχαν μείνει δυο που δεν είχε προλάβει να στείλει, το ένα ήταν τα συγχαρητήρια για το πρώτο μωρό μιας φίλης που πάντα τη θαύμαζε και τη ζήλευε μαζί για την ικανότητά της να είναι απολύτως ευτυχισμένη με κάθε μικρό και μεγάλο βήμα της ζωής της, ακόμα και το πιο τυχαίο (?). Στο δεύτερο παραδεχόταν ανοιχτά τη δική της ανικανότητα σχετικά με το παραπάνω θέμα. Έγραφε σε μια πιο κολλητή φίλη που έχοντας μείνει μόνη από πεποίθηση κι από τύχη μαζί, έλπιζε πως θα την καταλάβαινε -και θα την δικαιολογούσε (?)- ευκολότερα. Σ’ αυτό το γράμμα πρόσθετε πως της έλειπε πάντα η δεύτερή της χώρα που τα νέα της πάλι χάρη στο Διαδίκτυο παρακολουθούσε καθημερινά, κι ας της έκανε αυτό κακό καθώς είχε πολύ λιγότερη πληροφόρηση για ό,τι συνέβαινε κυριολεκτικά δίπλα της. Το μέσο συντηρούσε την πλάνη της, ζούσε σαν νεκρή εδώ έχοντας αφήσει το ζωντανό κομμάτι της εκεί.
Κακό δικό της θα μου πείτε και θα συμφωνήσω όμως δεν είχε καταφέρει ακόμα να βρει κάποιον καλύτερο τρόπο.
Δεν είχε πια ναυτία κι είχε αρχίσει να ανησυχεί γιατί θα 'πρεπε να φάει κάτι. Μια ματιά στο ψυγείο όμως την έπεισε πως τα αφημένα στην τύχη τους εδώ και μέρες λαχανικά δεν είχαν καμιά ελπίδα ν’ αναστηθούν. Και τότε της ήρθε στο μυαλό η ιδέα -ή μήπως η γεύση?- απ’ το Filet-O-Fish των McDonald's.
Χτες το πρωί κι ενώ πάλευε με τη ζέστη και τα ψώνια στο κέντρο της Αθήνας είχε χρησιμοποιήσει τις τουαλέτες τους με ευγνωμοσύνη. Είχε μια θεωρία πάνω σ’ αυτό, -πάνω δηλ. στα standards της ασφάλειας και υγιεινής που αντιπροσωπεύουν τέτοιες πανταχού παρούσες πολυεθνικές, ειδικά σε πολύ "δύσκολα" για τουρίστες-του-καναπέ σαν και κείνη μέρη-, όμως σπάνια της δινόταν η ευκαιρία να την υπερασπιστεί. Η εικόνα και μόνο των αλλοιωμένων από θυμό προσώπων των πιο συνειδητοποιημένων φίλων της της έφερνε γέλια και αμηχανία μαζί. "Μα η Αθήνα είναι μια 'δύσκολη'» πόλη!", επέμενε μια φωνούλα μέσα της. Πάλι πέρασαν μπροστά απ’τα μάτια της οι συνηθισμένες σκηνές: κοπάδια ολόκληρα από αφυδατωμένους Αμερικανούς και άλλους τουρίστες, πολύ πιο κόκκινοι και ευτραφείς απ’ όσο θα 'πρεπε, μερικοί στα όρια του εμφράγματος, μπροστά στο ταμείο του fast food, ενώ εκείνη γλίστραγε ντροπαλά στο υπόγειο. Δεν είχε φάει ποτέ στο McDonald's του Συντάγματος κυρίως γιατί πάντα έπρεπε να περιμένεις ώρα ατέλειωτη στην ουρά κι ήταν πολύ πιθανό να σε πάρει κάποιο μάτι σ’ ένα τόσο πολυσύχναστο μέρος.
Όπως και να 'χει θυμήθηκε τη γεύση με λαχτάρα μόνο και μόνο γιατί την είχε δοκιμάσει στην τοπική εκδοχή της άλλης πατρίδας. Έχουν μια αξιοθαύμαστη πολιτική αυτού του είδους οι πολυεθνικές: διατηρούν τα ονόματα προσαρμόζοντας κατά τι τα προϊόντα στις ιδιαίτερες γευστικές προτιμήσεις του τοπικού αναδόχου. Φυσικά προσθέτουν και μερικά προϊόντα καθαρά "τοπικά", ωστόσο είχε ξαφνικά την περιέργεια να το δοκιμάσει, αναρωτιόταν μάλιστα αν θα κατάφερνε να διακρίνει τη μικρή διαφορά.
Η σκέψη αυτή ξέθαψε μια απροσδόκητη εικόνα μεγάλης χρωματικής έντασης: μια γριά που πρέπει να υπήρξε καλλονή στα νιάτα της, μ’ ένα πλεκτό μελί φόρεμα, και φλούο ροζ νύχια πολύ περιποιημένα, καθόταν σε, -για την ακρίβεια χυνόταν από- έναν πλαστικό καναπέ και κάπνιζε σα να πέθαινε από δίψα, με μικρές τρεμάμενες ρουφηξιές. Ήταν αδύνατο να πάρει τα μάτια της από πάνω της, στο τέλος με δυσκολία σήκωσε το βλέμμα ψηλά, τάχα πως παρακολουθούσε το άφωνο video: μιλούσε ένας ράπερ που μόλις είχε αποφυλακιστεί αφού σκότωσε -κατά λάθος- τη μάνα του. Η γριά έσβησε το τσιγάρο πλάι στην τελειωμένη από ώρα giant Cola, σήκωσε κι εκείνη τα μάτια ψηλά σ’ ένα άλλο μόνιτορ απέναντί της: "Α, τι ωραία νύφη!", είπε δυνατά, γιατί μόλις είχε αρχίσει μια επίδειξη μόδας. Ο νεαρός δίπλα της τράβηξε τα μάτια απ’ την οθόνη του κινητού που ξάπλωνε ανάσκελα δίπλα στις προτηγανισμένες του πατάτες, και την κάρφωσε κι εκείνος με απορία, η φωνή της για μια στιγμή είχε διακόψει το επίμονο beat του μουσικού background.
Αυτό είχε συμβεί τον περασμένο χειμώνα, ένα βράδυ που 'κανε πολύ κρύο, σε ένα άλλο fast food. Είχε χωθεί εκεί γιατί την είχαν στήσει σ’ ένα rendez-vous της αλλά δεν της πήρε πολλή ώρα για να καταλάβει πως για τον ίδιο λόγο ένα σωρό γέροι και γριές που η πιο μόνη ανάμεσά της ήταν η γριά καλλονή όπως αμέσως την βάφτισε, είχαν ζητήσει καταφύγιο. Από εκείνο το βράδυ και σ’ όλη τη διάρκεια του τρομερού χειμώνα, δεν παρέλειπε να ψάχνει με τα μάτια την αδυναμία της κάθε φορά που ο δρόμος της την έφερνε προς το κέντρο. Η γριά ήταν πάντα εκεί, κάθε φορά με άλλα, όλο και πιο βρώμικα ρούχα, περιφερόταν ή καθόταν στην συνηθισμένη θέση κι έπιανε κουβέντα με τις part timers που τη γνώριζαν και φαινόταν να την αντιμετωπίζουν σαν παλιά γνωστή. Παράξενο που το θυμήθηκε τώρα αυτό με τέτοια ζέστη....
Το McDonald's της γειτονιάς της ήταν δίπλα σ’ ένα Everest. Έμπαινε για πρώτη φορά. Στα τραπεζάκια έξω παρά τη ζέστη κάθονταν ηλικιωμένοι και σχολίαζαν -δείγμα μεγάλης υγείας- τις "νεαρές κόρες" κάποιου. Μέσα είχε πεσμένου φωτισμού κλιματισμό, αραιό κόσμο και λαϊκά σε χαμηλή ένταση: "γιατί είν’ το σώμα μου νεκρό αφού εγώ δεν είμαι εδώ" ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων που της έφερε ξανά στο μυαλό τις προηγούμενες σκέψεις της περί Διαδικτύου, κάτω από ένα τελείως άλλο πρίσμα φυσικά, κάνοντάς την να χαμογελάσει παρά τη μόνιμη υγρασία στα μάτια της πίσω απ΄ τα γυαλιά ηλίου. Την περιποιήθηκαν πολύ σ’ αυτό το κατάστημα.
Βγαίνοντας ξαναέριξε μια ματιά στο Everest, ολάνοιχτο, τυπικά μεσογειακό στη σχετική ζωντάνια του. Από παλιά είχε πάντα μια αγαπημένη γεύση σ’ αυτό το μαγαζί, που άλλαζε συχνά, ξεκινώντας από το τώρα αηδιαστικό και-πως-το 'τρωγα-αυτό-άραγε-κάποτε τόνο με μαγιονέζα τον καιρό που δούλευε σ’ έναν διακοσμητή στο Κολωνάκι, στη συνέχεια το σάντουιτς με κοπανιστή και πολτό ελιάς στο Σύνταγμα, και τελευταία το κουλούρι με σαλάμι αέρος και ροκφόρ εδώ.
Γυρίζοντας στο σπίτι έβαλε το φιλέτο ψαριού δίπλα στο κουλούρι και ξανασκέφτηκε τις πολύ κοντινές τους συγγένειες, μόνο στο μυαλό της φυσικά. Δάγκωσε την πρώτη μπουκιά από το φιλέτο και σε τίποτα δεν διέφερε από εκείνο της παλιάς της πατρίδας. Η γεύση έφερε πίσω τη συγκίνηση για όλα αυτά που είχε χάσει όμοια κι απαράλλαχτα σα να της είχαν κάνει το τραπέζι στο μοναδικό καλό γιαπωνέζικο εστιατόριο της Αθήνας. Έπειτα δοκίμασε το κουλούρι. Μπουκιά-μπουκιά, με περίεργο τρόπο ξαναγύριζε γι’ άλλη μια φορά στην Ελλάδα.
(*) Από το "Ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες", του Ρόμπερτ Μούζιλ
1999/2007
“so hot that August comes on not like a month but like an affliction”, Slouching towards Bethlehem, Notes from a native daughter, J. Didion, Flamingo 1993
Ο καύσωνας υποτίθεται -κατά την μετεωρολογική πάντα- πως είχε περάσει εδώ και δυο μέρες όμως η Αθήνα καιγόταν ακόμα χωρίς κανείς να επιτρέπεται, ίσως για λόγους εξορκισμού, να το παραδεχτεί ανοιχτά. Δεκαπενταύγουστος, κι ο κόσμος, αυτός που λίγο πριν φύγει διακοπές σου υπενθυμίζει χωρίς να ντρέπεται πόσο καλύτερα περνάνε όσοι μένουν πίσω τέτοιες μέρες, είχε αφήσει μεγάλα κενά στις πλατείες, στους δρόμους και τα πεζοδρόμια χωρίς ούτε κι αυτό να είναι αρκετό. Ούρλιαζαν τα τζιτζίκια μαζί με τον ανεμιστήρα της όταν ξύπνησε ανήμερα Κυριακή με το πρόσωπο βουτηγμένο στον ιδρώτα, από ένα δυσάρεστο όνειρο που αυτόματα ξέχασε κι ένα κάθετο πόνο στο μυαλό. Η ημικρανία της είχε επιστρέψει απ’ τις δικές της διακοπές.
Ήξερε πως θa 'πρεπε τώρα να μαζέψει όλο της το κουράγιο για να κλείσει τα παντζούρια, η φωτοφοβία προχωρούσε με μεγάλο δρασκελισμό και στο πέρασμά της σώριαζε ένα μετά το άλλο τα προστατευτικά οδοφράγματα που συνήθιζε να επιστρατεύει τέτοιες ώρες, -δεν είχε προχωρήσει πολύ στη visualisation αλλά βοηθούσε μερικές φορές να ξαναγυρνά στο δροσερό δάπεδο του ναού στη δεύτερή της πατρίδα, τότε στη θέση του μισού λωτού προσπαθούσε να μετατοπίσει το βάρος του πονοκέφαλου χαμηλά στην κοιλιά και να συνδιαλλαγεί μαζί του. Αυτό όμως ίσως επειδή η αυτοσυγκέντρωσή της δεν ήταν όση πρέπει δεν πετύχαινε σχεδόν ποτέ.
Στην αρχή βέβαια της φάνηκε καλή ιδέα να χωθεί κάτω απ΄ το ντους -το χλιαρό νερό έδιωξε για λίγο τα βάσανά της αντικαθιστώντας τα ρίγη της ναυτίας με καινούργιες πιο ευπρόσδεκτες ανατριχίλες, όμως την συνεπήρε ολοκληρωτικά η αίσθηση εκείνη της γλυκιάς αδυναμίας που έχουμε όλες όταν βλέπουμε το ίδιο μας το αίμα να κυλά πολύ συγκινητικά και να χάνεται στην αποχέτευση. Αφέθηκε να γλιστρήσει στη μπανιέρα κι αυτό αποδείχτηκε ακόμα χειρότερη ιδέα γιατί της ήρθε στο μυαλό, -γιατί βέβαια εκεί συμβαίνουν όλα, έτσι?-, το κεφάλαιο από ένα απ’ τα βιβλία που τη συντρόφευαν τελευταία, περί της υψηλής θέσης που έχαιρε η αυτοκτονία κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Κι επειδή οι σκέψεις τρέχουν χωρίς πάντα να προλαβαίνει να τις σταματήσει καμιά, -ειδικά όταν τα αντανακλαστικά της σέρνονται σ’ ένα πάτωμα που πάλλεται απ’ τη ζέστη-, είδε την εικόνα κι όχι μόνο την είδε αλλά τη συμπλήρωσε σ’ όλες της τις λεπτομέρειες: έκοβε τις φλέβες της σε μια γεμάτη μπανιέρα, ένας ακόμη αξιοσέβαστος συγκλητικός, -χωρίς ωστόσο να 'χει τη χαρά της ανταλλαγής κάποιων κομψών αποφθεγμάτων, ήταν μόνη-, θα την έβρισκαν μετά από μια ολόκληρη βδομάδα όταν το κορμί της θα είχε αλλάξει σε έναν αποκρουστικό σωρό μαλακό σαν jello, ή ίσως και λίγο νωρίτερα γιατί είχε ειδοποιήσει τον πατέρα της πως θα κατέβαζε στο εξοχικό τους τη γάτα.
Τη γάτα? Βρήκε τη γάτα σε απόλυτη παραίτηση πάνω στο καπάκι του καλαθιού για τα άπλυτα. Είναι αλήθεια λοιπόν, ένα άλλο ζωντανό πλάσμα, τα φυτά σου, μια ιδέα, ακόμα και το εκκαθαριστικό της εφορίας όταν έχεις επιστροφή, σε κρατούν ζωντανή. Η γάτα δεν ήθελε τίποτα απ’ αυτή. Άφησε κάτι παραπονιάρικα μισά νιαουρητά, ούτε νύχια δεν έβγαλε όταν τη γαργάλησε στην κοιλιά, κάτι που σε φυσιολογικές συνθήκες δεν παραλείπει να κάνει γιατί βέβαια την είχε υιοθετήσει για την ομορφιά της κι όχι για τον καλό χαρακτήρα της.
Ξαναγύρισε στην ύπτια θέση κι οι σκέψεις της σα να μην είχαν κάνει διακοπή της έφεραν πάλι μπροστά της βελτιωμένη την αποκρουστική εικόνα, πιο αποκρουστική αν είναι ποτέ δυνατόν, -είναι πάντα-, όπως κάποιος πολύ επίμονος ασφαλιστής που δεν σταματά να σου ξεδιπλώνει "πακέτα" στα μέτρα σου, το ένα μετά το άλλο, συνεχώς πιο προσαρμοσμένα, τόσο που φτάνουν στο τέλος να εφάπτονται του σώματος και της προσωπικότητάς σου όμοια μ’ ένα φέρετρο που σου πέφτει κοντό. Αυτή τη φορά, η γάτα είχε κι εκείνη μια θέση στον ξυπνητό εφιάλτη της: το διάστημα που εκείνη μεταμορφωνόταν σε δύσοσμη μάζα αποκτούσε και τα χαρακτηριστικά της τροφής της, στο κάτω-κάτω το βραστό ψάρι της όταν μείνει πάνω από δυο ώρες εκτός ψυγείου με τέτοια ζέστη δε μυρίζει καλύτερα, κι είχε κάπου διαβάσει για πολύ πιστότερα pets που έφαγαν κομμάτια από τις κυρίες τους, -για κάποιον άγνωστο λόγο, ίσως γιατί ζουν περισσότερο? ηλικιωμένες γυναίκες φαίνεται να συναντούν συχνότερα ένα τέτοιο τέλος.
Όχι, καθόλου δε της άρεσε αυτή η εικόνα και ξαφνικά ενώ ένιωθε ξερή σαν καμένο χόρτο βρέθηκε με δάκρυα στα μάτια, δάκρυα που αγωνίζονταν να βγουν παρά τις διαμαρτυρίες του πονοκέφαλου που όπως όλες ξέρουμε δουλεύει μεθοδικά και δεν ευνοεί τέτοιες άναρχες εκφράσεις συναισθημάτων γιατί ξεφεύγουν απ’ τον έλεγχό του. Ναι, ο πονοκέφαλος έχει σύστημα, σαφέστατη αρχή, μέση και τέλος. Αν μάλιστα ξέραμε καλύτερα να παρεμβάλλουμε πυκνότερες διακοπές στη λειτουργία του ίσως και να του παίρναμε το πάνω χέρι, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που παλιότερα όταν μπορούσε να κλαίει συχνότερα σχεδόν δεν πάθαινε ποτέ πονοκεφάλους. Ξεχνιέται κι αυτή η τέχνη με τον καιρό, όπως όλα τα πράγματα που για κάποιο λόγο παύουμε να χρησιμοποιούμε. Σκουριάζει στην άκρη.
Δυο ντεπόν, ένα χάπι σιδήρου και πικρός μαύρος καφές. Αυτό είναι το κυριακάτικο πρωϊνό σήμερα κι ο πόνος μόνο γίνεται θριαμβευτικότερος καθώς η μνήμη που επίσης συχνότατα δουλεύει πιο εντατικά για το κακό μας και μόνο ξαναφέρνει εικόνες από άλλα πρωϊνά, σχεδόν ειδυλλιακά ευτυχισμένα από τέτοια μακρινή απόσταση. Πως γίνεται και αυτό το καλοκαίρι πήγαν τόσα πολλά μαζί τόσο στραβά? Τουλάχιστον όσο υπήρχε ο κλιματισμός της δουλειάς η κατάσταση ήταν υποφερτή. Θα 'φτανε στο σημείο να πει αξιοπρεπέστατη, μέχρι που άρχισαν κι επίσημα οι "διακοπές", -από τι άραγε?-, και "έληξε" επισήμως κι ο καύσωνας.
"Σκατά!", σκέφτεται πως έτσι που κλείνουν τα μάτια της και είναι βαρύ το κεφάλι της δε μπορεί ούτε στο Δίκτυο να μπει. Και μόνο η ιδέα της οθόνης της φέρνει αηδία, κι έπειτα είναι κι όλοι αυτοί που γυρίζουν απελπισμένοι σε random chat mode, που πρέπει με μισή καρδιά πάντα να τους κάνεις delete ή decline κι όταν σου ζητάνε και το λόγο να δίνεις κι εξηγήσεις: too young/old, ή για τους εντός των τειχών: πολύ μακριά, επειδή ποτέ δε μπορείς να πεις την αλήθεια: δε μ’ ενδιαφέρει να μιλήσω με κάποιον που δεν κρίνει σκόπιμο να αναφέρει κάτι διαφορετικό απ’ το ύψος του, το αυτοκίνητό του και την πετυχημένη δουλειά του! Ναι, τώρα η μοναξιά κόβει βόλτες και μέσα στο ίδιο της το σπίτι, δεν είναι όπως παλιά που συναντούσες όλα αυτά τα σαλταρισμένα αντρικά βλέμματα, στα θερινά σινεμά ή απλά στο δρόμο, αν ξανά για κακή τύχη ξέμενες στην Αθήνα τον Αύγουστο.
Έτσι που έγινε -και σε τόσο σύντομο διάστημα!-, δε μπορεί σχεδόν να το πιστέψει πως χτες βράδυ πέρναγε καλά, πολύ καλά μάλιστα, μόνη της σ’ ένα -έστω- θερινό ανακαινισμένο σινεμά που έσφυζε από design όσο τα καινούργια παπούτσια της (κάποτε ήταν αρχιτέκτονας ξέρετε). Έβλεπε λοιπόν την παλιά Lolita, έπινε μπύρα, κάπνιζε ένα πούρο, και ήταν ευτυχής. Ή μήπως όχι? Έχει αποδειχτεί πως μόλις δώσεις συγχαρητήρια στον εαυτό σου για κάτι, τότε αυτό το κάτι που σ’ έκανε περήφανη γίνεται μονομιάς κομματάκια και θρύψαλα. Παύει να υφίσταται. Full stop. Period. Συχνά μάλιστα, τώρα που το σκέφτεται καλύτερα κι όσο ο πονοκέφαλος το επιτρέπει, μεταλλάσσεται στο ακριβώς αντίθετό του, έτσι που μόνο συγχαρητήρια δε σκέφτεσαι να δώσεις στον εαυτό σου παρά ψάχνεις μια τρύπα για να βάλεις το κεφάλι σου. (Αυτό το τελευταίο σίγουρα ο πονοκέφαλος της το υπαγόρευσε, αλλά ας είναι).
Έλεγε λοιπόν πως ούτε λόγος για να στηθεί μπροστά στην οθόνη, μήπως τουλάχιστον να συνέχιζε ένα άλλο βιβλίο που διάβαζε με πάθος αυτό τον καιρό?. Όμως ο κόκκινος δεύτερος τόμος (*) της προξενεί τρόμο έτσι που την αντιμετωπίζει από το πάτωμα κατάχαμα με τον σελιδοδείκτη εδώ και μερικές μέρες κολλημένο στο ίδιο σημείο: είναι εκεί που η Αγάθη ξανατοποθετεί την κάψουλα με το δηλητήριο αφού πετάξει τη φωτογραφία του παλιού αγαπημένου της. Έχει μόλις συνειδητοποιήσει πως οι σκέψεις για τον αδελφό της κάθε άλλο παρά επιτρεπτές είναι αλλά δεν είναι αυτό που τη νοιάζει. Λίγο πιο πριν ο Ούλριχ ετοιμάζεται χωρίς να ετοιμάζεται να θέσει κάποιο φραγμό στα σχέδια της αδερφής του.
Η ίδια προετοιμαζόταν να ξαναδεί το σπίτι των παιδικών της διακοπών μετά από πάρα πολλά χρόνια.
Είχε κι άλλα σχέδια για το άμεσο μέλλον, μικρή αποζημίωση για τις απογοητεύσεις των τελευταίων δυόμιση χρόνων από τότε που γύρισε πίσω. Για τα γενέθλιά της είχε λάβει περισσότερες ευχές από εκείνους που είχε αφήσει παρά από όσους είχε βρει εδώ. Κι ακόμα κι αν δυσανασχετούσε που τόσο πολλή επιθετική μοναξιά κυκλοφορούσε στο Διαδίκτυο χρωστούσε πολλά στο μέσο, την ταξίδευε εύκολα και οικονομικά στις άκρες του κόσμου που είχαν γίνει για κάποια -και πιο ευτυχισμένη εποχή- η δεύτερη -και πιο αγαπημένη- πατρίδα της.
Έστελνε ακόμα και συμβατικά γράμματα φυσικά. Πάνω στο τραπεζάκι του τηλεφώνου είχαν μείνει δυο που δεν είχε προλάβει να στείλει, το ένα ήταν τα συγχαρητήρια για το πρώτο μωρό μιας φίλης που πάντα τη θαύμαζε και τη ζήλευε μαζί για την ικανότητά της να είναι απολύτως ευτυχισμένη με κάθε μικρό και μεγάλο βήμα της ζωής της, ακόμα και το πιο τυχαίο (?). Στο δεύτερο παραδεχόταν ανοιχτά τη δική της ανικανότητα σχετικά με το παραπάνω θέμα. Έγραφε σε μια πιο κολλητή φίλη που έχοντας μείνει μόνη από πεποίθηση κι από τύχη μαζί, έλπιζε πως θα την καταλάβαινε -και θα την δικαιολογούσε (?)- ευκολότερα. Σ’ αυτό το γράμμα πρόσθετε πως της έλειπε πάντα η δεύτερή της χώρα που τα νέα της πάλι χάρη στο Διαδίκτυο παρακολουθούσε καθημερινά, κι ας της έκανε αυτό κακό καθώς είχε πολύ λιγότερη πληροφόρηση για ό,τι συνέβαινε κυριολεκτικά δίπλα της. Το μέσο συντηρούσε την πλάνη της, ζούσε σαν νεκρή εδώ έχοντας αφήσει το ζωντανό κομμάτι της εκεί.
Κακό δικό της θα μου πείτε και θα συμφωνήσω όμως δεν είχε καταφέρει ακόμα να βρει κάποιον καλύτερο τρόπο.
Δεν είχε πια ναυτία κι είχε αρχίσει να ανησυχεί γιατί θα 'πρεπε να φάει κάτι. Μια ματιά στο ψυγείο όμως την έπεισε πως τα αφημένα στην τύχη τους εδώ και μέρες λαχανικά δεν είχαν καμιά ελπίδα ν’ αναστηθούν. Και τότε της ήρθε στο μυαλό η ιδέα -ή μήπως η γεύση?- απ’ το Filet-O-Fish των McDonald's.
Χτες το πρωί κι ενώ πάλευε με τη ζέστη και τα ψώνια στο κέντρο της Αθήνας είχε χρησιμοποιήσει τις τουαλέτες τους με ευγνωμοσύνη. Είχε μια θεωρία πάνω σ’ αυτό, -πάνω δηλ. στα standards της ασφάλειας και υγιεινής που αντιπροσωπεύουν τέτοιες πανταχού παρούσες πολυεθνικές, ειδικά σε πολύ "δύσκολα" για τουρίστες-του-καναπέ σαν και κείνη μέρη-, όμως σπάνια της δινόταν η ευκαιρία να την υπερασπιστεί. Η εικόνα και μόνο των αλλοιωμένων από θυμό προσώπων των πιο συνειδητοποιημένων φίλων της της έφερνε γέλια και αμηχανία μαζί. "Μα η Αθήνα είναι μια 'δύσκολη'» πόλη!", επέμενε μια φωνούλα μέσα της. Πάλι πέρασαν μπροστά απ’τα μάτια της οι συνηθισμένες σκηνές: κοπάδια ολόκληρα από αφυδατωμένους Αμερικανούς και άλλους τουρίστες, πολύ πιο κόκκινοι και ευτραφείς απ’ όσο θα 'πρεπε, μερικοί στα όρια του εμφράγματος, μπροστά στο ταμείο του fast food, ενώ εκείνη γλίστραγε ντροπαλά στο υπόγειο. Δεν είχε φάει ποτέ στο McDonald's του Συντάγματος κυρίως γιατί πάντα έπρεπε να περιμένεις ώρα ατέλειωτη στην ουρά κι ήταν πολύ πιθανό να σε πάρει κάποιο μάτι σ’ ένα τόσο πολυσύχναστο μέρος.
Όπως και να 'χει θυμήθηκε τη γεύση με λαχτάρα μόνο και μόνο γιατί την είχε δοκιμάσει στην τοπική εκδοχή της άλλης πατρίδας. Έχουν μια αξιοθαύμαστη πολιτική αυτού του είδους οι πολυεθνικές: διατηρούν τα ονόματα προσαρμόζοντας κατά τι τα προϊόντα στις ιδιαίτερες γευστικές προτιμήσεις του τοπικού αναδόχου. Φυσικά προσθέτουν και μερικά προϊόντα καθαρά "τοπικά", ωστόσο είχε ξαφνικά την περιέργεια να το δοκιμάσει, αναρωτιόταν μάλιστα αν θα κατάφερνε να διακρίνει τη μικρή διαφορά.
Η σκέψη αυτή ξέθαψε μια απροσδόκητη εικόνα μεγάλης χρωματικής έντασης: μια γριά που πρέπει να υπήρξε καλλονή στα νιάτα της, μ’ ένα πλεκτό μελί φόρεμα, και φλούο ροζ νύχια πολύ περιποιημένα, καθόταν σε, -για την ακρίβεια χυνόταν από- έναν πλαστικό καναπέ και κάπνιζε σα να πέθαινε από δίψα, με μικρές τρεμάμενες ρουφηξιές. Ήταν αδύνατο να πάρει τα μάτια της από πάνω της, στο τέλος με δυσκολία σήκωσε το βλέμμα ψηλά, τάχα πως παρακολουθούσε το άφωνο video: μιλούσε ένας ράπερ που μόλις είχε αποφυλακιστεί αφού σκότωσε -κατά λάθος- τη μάνα του. Η γριά έσβησε το τσιγάρο πλάι στην τελειωμένη από ώρα giant Cola, σήκωσε κι εκείνη τα μάτια ψηλά σ’ ένα άλλο μόνιτορ απέναντί της: "Α, τι ωραία νύφη!", είπε δυνατά, γιατί μόλις είχε αρχίσει μια επίδειξη μόδας. Ο νεαρός δίπλα της τράβηξε τα μάτια απ’ την οθόνη του κινητού που ξάπλωνε ανάσκελα δίπλα στις προτηγανισμένες του πατάτες, και την κάρφωσε κι εκείνος με απορία, η φωνή της για μια στιγμή είχε διακόψει το επίμονο beat του μουσικού background.
Αυτό είχε συμβεί τον περασμένο χειμώνα, ένα βράδυ που 'κανε πολύ κρύο, σε ένα άλλο fast food. Είχε χωθεί εκεί γιατί την είχαν στήσει σ’ ένα rendez-vous της αλλά δεν της πήρε πολλή ώρα για να καταλάβει πως για τον ίδιο λόγο ένα σωρό γέροι και γριές που η πιο μόνη ανάμεσά της ήταν η γριά καλλονή όπως αμέσως την βάφτισε, είχαν ζητήσει καταφύγιο. Από εκείνο το βράδυ και σ’ όλη τη διάρκεια του τρομερού χειμώνα, δεν παρέλειπε να ψάχνει με τα μάτια την αδυναμία της κάθε φορά που ο δρόμος της την έφερνε προς το κέντρο. Η γριά ήταν πάντα εκεί, κάθε φορά με άλλα, όλο και πιο βρώμικα ρούχα, περιφερόταν ή καθόταν στην συνηθισμένη θέση κι έπιανε κουβέντα με τις part timers που τη γνώριζαν και φαινόταν να την αντιμετωπίζουν σαν παλιά γνωστή. Παράξενο που το θυμήθηκε τώρα αυτό με τέτοια ζέστη....
Το McDonald's της γειτονιάς της ήταν δίπλα σ’ ένα Everest. Έμπαινε για πρώτη φορά. Στα τραπεζάκια έξω παρά τη ζέστη κάθονταν ηλικιωμένοι και σχολίαζαν -δείγμα μεγάλης υγείας- τις "νεαρές κόρες" κάποιου. Μέσα είχε πεσμένου φωτισμού κλιματισμό, αραιό κόσμο και λαϊκά σε χαμηλή ένταση: "γιατί είν’ το σώμα μου νεκρό αφού εγώ δεν είμαι εδώ" ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων που της έφερε ξανά στο μυαλό τις προηγούμενες σκέψεις της περί Διαδικτύου, κάτω από ένα τελείως άλλο πρίσμα φυσικά, κάνοντάς την να χαμογελάσει παρά τη μόνιμη υγρασία στα μάτια της πίσω απ΄ τα γυαλιά ηλίου. Την περιποιήθηκαν πολύ σ’ αυτό το κατάστημα.
Βγαίνοντας ξαναέριξε μια ματιά στο Everest, ολάνοιχτο, τυπικά μεσογειακό στη σχετική ζωντάνια του. Από παλιά είχε πάντα μια αγαπημένη γεύση σ’ αυτό το μαγαζί, που άλλαζε συχνά, ξεκινώντας από το τώρα αηδιαστικό και-πως-το 'τρωγα-αυτό-άραγε-κάποτε τόνο με μαγιονέζα τον καιρό που δούλευε σ’ έναν διακοσμητή στο Κολωνάκι, στη συνέχεια το σάντουιτς με κοπανιστή και πολτό ελιάς στο Σύνταγμα, και τελευταία το κουλούρι με σαλάμι αέρος και ροκφόρ εδώ.
Γυρίζοντας στο σπίτι έβαλε το φιλέτο ψαριού δίπλα στο κουλούρι και ξανασκέφτηκε τις πολύ κοντινές τους συγγένειες, μόνο στο μυαλό της φυσικά. Δάγκωσε την πρώτη μπουκιά από το φιλέτο και σε τίποτα δεν διέφερε από εκείνο της παλιάς της πατρίδας. Η γεύση έφερε πίσω τη συγκίνηση για όλα αυτά που είχε χάσει όμοια κι απαράλλαχτα σα να της είχαν κάνει το τραπέζι στο μοναδικό καλό γιαπωνέζικο εστιατόριο της Αθήνας. Έπειτα δοκίμασε το κουλούρι. Μπουκιά-μπουκιά, με περίεργο τρόπο ξαναγύριζε γι’ άλλη μια φορά στην Ελλάδα.
(*) Από το "Ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες", του Ρόμπερτ Μούζιλ
1999/2007