Monday, November 26, 2007

Νύχτα με πανσέληνο

(από de-placed ή αστικός πόνος, 4/20)



"Kosta mou ya su! Efharisto ya to periodiko; nea ap’ ta meri sou mou ftiahnoun panta to kefi, i zoi mou edo einai toso monotoni! -afto mporeis poly kala na to fantasteis...Elpizo na ksemplekeis me ti thesis sou kai na min sta prizei o foveros kathigitis sou;))".

Με την άκρη του ματιού του πρόσεξε το νέο μήνυμα που αναβόσβηνε και παράτησε για λίγο το email που είχε αρχίσει να γράφει. "Do u cyber?" ρωτούσε ένας Άγγλος -ίσως, νεαρός όπως αποδείχθηκε όταν τσέκαρε τα προσωπικά του στοιχεία. Συνήθως δεν απαντούσε σε ηλικίες που τον άφηναν πίσω ή μπροστά πάνω από -για κάποιο λόγο- επτά χρόνια. Ο Ken ήταν (?) εννιά χρόνια μικρότερος.

Ήταν έτοιμος να κλείσει το παράθυρο στην οθόνη του και να επιστρέψει στο γράμμα του χωρίς καν να απολογηθεί όταν τον κυρίεψε μια ξαφνική ερημιά. Έφταιγε που 'ταν πανσέληνος άραγε?

Όλη τη μέρα σήμερα οι εφημερίδες on line βούιζαν με τα σχέδια για το αποψινό πανηγύρι. Παρασκευή, η τελευταία Αυγουστιάτικη Πανσέληνος του χρόνου, -και της Χιλιετίας για τους περισσότερους αδιόρθωτους. Άνοιγαν ξανά μετά από καιρό τους αρχαιολογικούς χώρους με συναυλίες, ο κόσμος ξεχυνόταν στους δρόμους ή τουλάχιστον έτσι το 'χε φανταστεί κι ας σιγόνταραν όπως κάθε βράδυ οι τηλεοράσεις στα μπαλκόνια των απέναντι. Εκείνον τον είχε καβαλήσει για πολλοστή φορά η έμφυτη αντίδρασή του σε ο,τιδήποτε -κεφάτα η όχι-, οργανωμένο. Έμενε μέσα. Τρόπος του λέγειν φυσικά. Είχε επωφεληθεί απ΄ τη δροσερή νύχτα για να κατεβάσει ακόμα και τα ρολά, απ’ έξω το διαμέρισμα κολύμπαγε στο σκοτάδι, όμως μέσα....

Έχοντας σταθερά καρφωμένο το γεμάτο φεγγάρι στο πίσω μέρος του κρανίου του, εκεί πού παράδοξα το 'νιωθε το τρίτο του μάτι, πάτησε αποφασιστικά το «Reply», και χτύπησε σχεδόν με χαρά: "Yes"! Η απάντηση ήρθε αμέσως: "Do u often do that?". Όχι, δεν το έκανε παρά πολύ σπάνια όμως η ανασφάλεια του Ken δεν έλεγε να χορτάσει: "Do u prefer younger men?". Απάντησε ειλικρινά πως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, βρισκόταν στο όριο. Τον ξάφνιασε η ευγνωμοσύνη του άλλου, "Thanx...", άστραψε στην οθόνη μονολεκτικά η συντροφική μοναξιά.

Για λίγο δεν απάντησε. Έγειρε πίσω στην εργονομική του θέση, πήρε μια βαθιά ανάσα, έπειτα ξανάνοιξε το αρχινισμένο email, ήθελε αυτό να το μεταφέρει στον Κώστα. Ο Ken όμως δεν τον άφησε: "R u there?", ήθελε να ξέρει. "There?", αναρωτήθηκε με πόνο σχεδόν. Που βρισκόταν άραγε πια αυτή η πατρίδα? Εντελώς παρορμητικά άφησε τα δάχτυλά του να ρωτήσουν με αγένεια σχεδόν, άμεσα: "What r u doing right now? can u describe the place u r?". Ήθελε πάρα πολύ να μιλήσει για την Πανσέληνο, κι ας μην τολμούσε ούτε στο μπαλκόνι του να βγεί για να τη χορτάσει. Φαντάστηκε πως ο νεαρός θα απογοητευόταν, "it’s just that I’m not interested in descriptions of underwear any more, if u know what I mean, so please! do stick to the spatial details instead....", ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί ωστόσο.

Ο Ken συμμορφώθηκε χωρίς αντιρρήσεις, he was in the 1st year of Management, -sure! what else?-, τώρα ακριβώς βρισκόταν σε ένα γραφείο του Πανεπιστημίου, ήταν μόνος. "R u near a window?", μα μετάνιωσε γι’ αυτή την αχαλίνωτη περιέργεια που του φάνηκε ακόμα πιο παράλογη κι απ΄ το να 'χε ξαφνικά θελήσει να ξέρει μεμιάς το ζώδιο ή την ομάδα αίματος του άλλου. Βαθιά μέσα του ήθελε μόνο να τον ρωτήσει με τη σειρά του ο Ken για το δικό του δωμάτιο έτσι που να μπορεί επιτέλους να μιλήσει για τον πόνο του, που ωστόσο τον είχε προκαλέσει ο ίδιος στον εαυτό του: ήταν κλεισμένος "έξω" απ’ την Πανσέληνο, ενώ όλοι οι άλλοι ήταν "μέσα". "How about u?", ο Ken επιτέλους έμπαινε στο παιχνίδι.

Ευχαριστημένος που τον είχαν ρωτήσει καταπιάστηκε με την περιγραφή. Πρώτα του δωματίου: τη μέρα, μέσα απ’ τις γρίλιες των ρολών, βλέπει, -για την ακρίβεια νιώθει περισσότερο-, τον αέρα να φουσκώνει πίσω απ’ τις κατεβασμένες μέχρι κάτω τέντες των απέναντι. Έχουν ένα ξέθωρο από τον ήλιο πορτοκαλί χρώμα που καθώς πάλλεται σ’ όλο το ύψος μέχρι πάνω τα ρετιρέ, μοιάζει με πλαγιά λόφου από χώμα που ζωντάνεψε ξαφνικά. Όταν νυχτώνει οι τέντες σηκώνονται για ν’ αποκαλύψουν διαμερίσματα-κουτιά, όμορφα ή άσχημα φωτισμένα, μικρά θέατρα του παραλόγου, με τις κωμωδίες και τα δραματάκια τους

Ο Ken πρέπει να χασμουρήθηκε και η επίκαιρη αναφορά πήγε μάλλον χαμένη. "Full moon from a wide shut room? don’t know really, could be... but, from where I am now, -I mean it’s just a cubicle-, there’s nothing to see". Ναι, βέβαια καταλάβαινε. Δεν υπήρχαν και πολλά να πει κανείς κι έτσι δικαιολογήθηκε πως είχε δουλειά και βγήκε για λίγο. Πιο απογοητευμένος από πριν έριξε αυτή τη φορά όλη του την προσοχή στο email του.

"Fantazomai pos ehete akoma polli kai ygri zesti alla tha ginontai ta festival tora kai poly sas zilevo. Thymasai to propersino kalokairi stin palia mou geitonia, pou eihame paei na doume ta pirotexnimata? De mporo na to ksehaso, tipota de mporo na ksehaso, kathe mikri leptomereia mou kaiei to myalo. Sa nameine xoros sto kefali mou mono ya ekeina ta xronia pou perasa ekei. Kai eidika tetoies nyxtes me panselino thymamai pou eihan anoiksei ton kipo konta sto palio mou spiti gia tin peristasi, tote pou fagame ekeina ta mikra stroggyla glyka..."

Ξαναδιάβασε ό,τι είχε γράψει και του φάνηκε παραληρηματικό. Μακάρισε τη διαφορά ώρας που επέτρεπε στον Κώστα να κοιμάται αμέριμνα, επέλεξε την τελευταία απειθάρχητη παράγραφο και πάτησε το delete.

Και τότε του ήρθε στο μυαλό άλλη μια σκηνή, καθόλου ειδυλλιακή, που πολύ τον είχε προβληματίσει. Γύριζε σπίτι αργά κι ενώ τα πυροτεχνήματα χάλαγαν ακόμα τον κόσμο. Είχε αφήσει τον Κώστα στο σταθμό γιατί έμενε μακριά κι υπήρχε φόβος να χάσει το τελευταίο τραίνο, κι έκοβε δρόμο από κάτι άθλια στενά, σκοτεινά και κακομοιριασμένα ακόμα και κάτω από έναν φωτεινό ουρανό που πάνω του χαμογέλαγαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Πόρτες κλειστές με παλιούς γερασμένους σαν κι εκείνες σύρτες, μερικά ξεραμένα λουλούδια που και που στην άκρη της οριοθετημένης λωρίδας που χρησιμεύει για πεζοδρόμιο, μυρωδιά από το φιδάκι για τα κουνούπια και μόνα παρηγορητικά αδύναμα ντιντινίσματα από τα furin στα χαμηλά παράθυρα. Πικρή και γλυκιά παρακμή. Να μη φυσά.

Έξω από μια μισάνοιχτη πόρτα που άνοιγε πάνω ακριβώς στο δρόμο στάθηκε. Η γαλαζωπή αύρα της τηλεόρασης χύθηκε στα πόδια του. Εντυπωσιασμένος που μια τέτοια νύχτα κάποιος είχε διαλέξει να μείνει μέσα ενώ στην ίδια του τη γειτονιά γινόταν το μεγαλύτερο πανηγύρι της πόλης συνήθισε τα μάτια του στο σκοτάδι μέχρι που διέκρινε τον γέρο και την τηλεόραση καθαρά. Έβλεπε το πίσω μέρος του ξυρισμένου κεφαλιού που ακουμπούσε παραιτημένα σ’ έναν ξεχαρβαλωμένο καναπέ. Στην τηλεόραση έδειχναν τα πυροτεχνήματα που έσκαγαν παντού τριγύρω τους μα πιο πολύ δίπλα στο ποτάμι. Έκανε ένα βήμα πίσω εκστατικά και ξαναθαύμασε το αλλόκοτο θέαμα που θ’ άξιζε να απαθανατιστεί. Τον γέρο που έβλεπε real-time από την τηλεόραση τα πυροτεχνήματα που έλουζαν το ίδιο του το σπίτι με χαρούμενες αστραπές. Τότε δεν είχε μπορέσει να καταλάβει....

Ξαναγύρισε πιο κουρασμένος από ποτέ στο email του.
"Tora vevaia thahete kai ta festival ma amfivallo an tha sou vrisketai xronos ya na diaskedaseis. Prospathise na min skotonesai sti douleia. Omorfa itan tote pouhame dei ta pyrotexnimata sto potami to propersino kalokairi....Tora pou sou grafo yortazoume tin panselino. Anoigoun ksana tous arheologikous horous kai ehei synavlies. An isoun edo tha pigainame mazi, ksero pos s’ aresoun. Na tora pou sou milao, mou gnefei ena terastio feggari apo to mpalkoni (κι ας μην το 'βλεπε έτσι που 'χε κατεβάσει τα ρολά) Den eiha poly kefi na vgo apopse ma mou fainetai pos tha kano telika mia mikri volta mehri to Alsos ki an tohoun anoixto tha hazepso me ton kosmo kai ti fasaria".

Εκεί σταμάτησε για λίγο και σκέφτηκε πως πάλι ψέματα έγραφε. Και τον στενοχωρούσε που ακόμα δεν έβρισκε το κουράγιο να βγει ούτε καν στο μπαλκόνι....Μα αυτό ποτέ δεν θα το παραδεχόταν μπροστά στον Κώστα.

1999/2007