Κόλλησε στη μπαλκονόπορτα όλος προσοχή. Η γυναικεία φωνή που ακουγόταν αμυδρά από κάτω καμιά σχέση δεν είχε με την ψυχοπαθή του 2ου που κάθε απόγευμα δεν παρέλειπε να τον υποδεχτεί ανεβαίνοντας απ’ τον φωταγωγό με τις τσιρίδες και την τηγανίλα μόλις γύριζε από τη δουλειά. Ερχόταν κι από πιο βαθιά. Στο μυαλό του σκάναρε τις πιθανότητες: ούτε η μητέρα των τριδύμων μπορεί να ήταν, η φωνή ανήκε σε κορίτσι σχεδόν. Δεν έμενε λοιπόν παρά το υπόγειο...
Πρώτη φορά ακουγόταν γυναικεία φωνή από κει κάτω! Ήταν μέρα-νύχτα απαράλλαχτα το ίδιο βασανιστικό ντουέτο ή και τρίο αγριωπών αντρικών φωνών που συνόδευε το θόρυβο από το joystick με παύσεις, επιφωνήματα και χριστοπαναγίες. Δεν το χωρούσε το μυαλό του: το μαλακισμένο είχε γκόμενα! Αναρωτήθηκε τι είδους κοπέλα θα ανεχόταν αυτόν τον αλήτη... Τον έβλεπε πάλι μπροστά του ν’ ακουμπά άνετα στην κάσα της πόρτας, να μην κοιτάζει πουθενά, με το βρώμικο T-shirt που πάνω του ξαπλωνόταν το γυμνό και ματωμένο κορμί ενός άλλου κοριτσιού: Dead girls don’t say no..., και το δεξί του χέρι στ’ αρχίδια του πάνω στο ξεβαμμένο του blue jean. Ήταν τρισήμισυ το πρωί καθημερινής και στη συνηθισμένη φασαρία από το παιχνίδι είχε προστεθεί εντελώς εξαιρετικά και εκκωφαντική «μουσική». Από φόβο μήπως ο συνδυασμός καθιερωθεί σαν ο από δω και μπρος κατ’ εξοχήν τρόπος «διασκέδασης», είχε αποφασίσει επιτέλους να διαμαρτυρηθεί. Και τότε ήταν που είδε για πρώτη φορά το βασανιστή του...
Θυμάται πως είχε χτυπήσει πάνω από πέντε φορές, τα συγχυσμένα χτυπήματά του πνίγονταν στο έξαλλο κύμα από μουσική και γέλια που έσκαζε από μέσα πάνω στη πόρτα. Τέλος η φασαρία κόπηκε με το μαχαίρι κι ο νεαρός άνοιξε ίσα-ίσα ώστε να χωράει να βγει. Ήταν αρκετά ψηλότερός του, μακρύς και λεπτός, -έτσι του φάνηκε-, μ’ ένα μικρό περιποιημένο μουσάκι που δεν του ταίριαζε καθόλου. Και τώρα είχε μια φίλη! Την συναντούσε ίσως τις σπάνιες βραδιές που στο υπόγειο επικρατούσε ησυχία...
Ήταν έτοιμος να κάνει μεταβολή από το υπνοδωμάτιο όταν ξαφνικά η φωνή του κοριτσιού ακούστηκε καθαρά σα να 'χε πλησιάσει σε παράθυρο. Αποφάσισε να βοηθήσει την κατάσταση, βγήκε στο μπαλκόνι και σίγουρος πως δε φαινόταν από πουθενά έγινε όλος ένα πολύ περίεργο αυτί.
(Κραπ συνεχώς από το jostick): Είχαμε πει πως θα πηγαίναμε σινεμά (ψηλός τόνος)
Πάλι θα μείνουμε μέσα... (χαμηλός τόνος, η πρόταση σβήνει)
Γιατί μου το κάνεις αυτό πάντα? (χαμηλός τόνος με παράπονο, προς το τέλος ανεβαίνει)
Είναι χάλια εδώ, δε μπορώ να μένω πάντα μέσα έτσι μαζί σου... (ψηλός τόνος στα πρόθυρα υστερίας)
Αμέσως συμπάθησε την κοπέλα που του φάνηκε σαν το υγιές αντίδοτο μιας εντελώς βλαμμένης κατάστασης. Μήπως δεν ήταν άραγε ικανή να απεγκλωβίσει τον ηλίθιο γκόμενό της από το υπόγειο λυτρώνοντας ταυτόχρονα και τον ίδιο? Η συνέχεια όμως ψαλίδισε τις ελπίδες του.
Θα μπορούσα και να φύγω ξέρεις... (σιγανά, χωρίς πολλή βεβαιότητα)
Δε θα ξανά 'ρθω (με βεβαιότητα αλλά και σπάσιμο της φωνής)
Αλήθεια στο λέω αυτό, δε θα ξανά 'ρθω (με βεβαιότητα, ψηλότερος τόνος)
Είσαι κολλημένος μ’ αυτό, μ’ ακούς που σου μιλάω? (υστερικά)
Δε μπορεί αυτό να γίνεται συνέχεια... (χαμηλός τόνος, σπάσιμο φωνής)
Να βγούμε λίγο έξω... (χαμηλότερος τόνος, παράπονο στο όριο των δακρύων)
Έχω σιχαθεί το υπόγειο... (σχεδόν δεν ακούγεται, λυγμός)
Είναι χάλια εδώ, είσαι εντελώς κολλημένος! (απότομα ψηλός τόνος, οργή)
Θα το σπάσω σου λέω! (οργή, σπάσιμο φωνής)
Πως μπορείς να μου το κάνεις αυτό? (οργή που διαλύεται σε απελπισία)
Θες αλήθεια να μην ξανά 'ρθω? (χαμηλός τόνος, λυγμός)
Δε σε νοιάζει καθόλου? (ακόμα πιο χαμηλός τόνος, ρούφηγμα μύτης)
Άκου, σταμάτα το λίγο, να σου πω... (πιο ψηλός αποφασιστικός τόνος, ρούφηγμα μύτης)
Δες εδώ... (σχεδόν ψύχραιμα)
Δος μου το χέρι σου (προστακτικά, σταθερά)
Καλά, μη μου το δίνεις (μουτρωμένα)
Κοίτα όμως, πως σου φαίνονται? (ρούφηγμα μύτης, με πείσμα, σχεδόν παιχνιδιάρικα)
(Επιβράδυνση του κραπ)
Σ’ αρέσει? (χαμηλός τόνος, βαθιά ανάσα, συνωμοτικά)
(Επαναφορά του κραπ στον πρώτο ρυθμό)
Καβλωμένος, με το χέρι μετέωρο, «έβλεπε» τώρα την κοπέλα, την κοπέλα που μικροσκοπική σα μπρελόκ, και με μακριά μαύρα μαλλιά, λευκό δέρμα, αμυγδαλωτά μάτια, -με λίγα λόγια, με όλα τα χαρακτηριστικά των Ασιατικών πορνοστάρ που πρωταγωνιστούσαν στις αγαπημένες του τσόντες με τίτλους: Καυτή κίτρινη σάρκα, Θύελλα sex στο Hong-Kong, etc-, κοιτούσε το φίλο της, και για χάρη του ήταν έτοιμη να τα πετάξει όλα -τα έτσι κι αλλιώς λιγοστά που φορούσε-, και να γλιστρήσει στα τέσσερα. Όμως εκείνος κοιτούσε στην οθόνη τη Lara με τις τέλειες αναλογίες, που την είχε στριμώξει πίσω από μια αρχαία κολόνα και τώρα ήταν έτοιμος να της κατεβάσει τα chinos. Και παρόλο που επρόκειτο για ένα απελπιστικό σχήμα που δεν έκλεινε με τίποτα, ο ήρωάς μας συγκεντρώθηκε στο αρχικό μέρος της φαντασίωσης παραλείποντας το τελικό (Έβρισκε τον εαυτό του κάπως μεγάλο για να μαλακιστεί με μια virtual κούκλα) Τους χάζευε λοιπόν περίπου σαν τα ζευγάρια από τις βιντεοταινίες του, όμως η κοπέλα δεν συνεργαζόταν όσο θα 'θελε....
Ρίξε μου μόνο μια ματιά! Τι μαλάκας που είσαι! (Οργή, ένταση, απελπισία)
Πως μπορείς να μου το κάνεις αυτό? (Ουρλιαχτό)
Τίποτα δε θέλεις πια? (Απελπισία, ουρλιαχτό)
(Παύση δραστηριότητας για λίγο, ρούφηγμα μύτης)
Κι αυτό? Ούτε κι αυτό σ' αρέσει? (σχεδόν ψύχραιμα)
(Επιβράδυνση του κραπ απότομα)
Άκου, σταμάτα το λίγο αφού σ’ αρέσει (με πεποίθηση)
(Άτακτα χτυπήματα του κραπ)
Λίγο μόνο (παρακλητικά, χαϊδευτικά)
(το κραπ σχεδόν σταματά, βαθιά ανάσα)
Έτσι μπράβο! (χαμηλά, βαθιές ανάσες)
(Κρατά για λίγο, βαθιές ανάσες)
(Ακούγεται το σήμα: the game is over, έπειτα οι ανάσες που παγώνουν, ξαφνικά θόρυβος από χαστούκι?, πνιγμένοι λυγμοί, βιαστικά βήματα που σβήνουν, η πόρτα που κλείνει, ησυχία για λίγο, βαθιά ανάσα και το κραπ που ξαναρχίζει πανηγυρικά).
1999/2007