Πόσο απελπισμένος πρέπει να 'ναι κανείς για να προσπαθήσει να πιάσει φιλίες μ’ ένα ρομπότ?
Ο Κ. γύρισε απ’ τη δουλειά ένα Σάββατο απόγευμα και δεν τον περίμενε κανείς. Όπως πάντα από τότε που 'χε φύγει ο Λ. το σπίτι τον υποδέχτηκε βυθισμένο σ’ ένα στενάχωρο και σιωπηλό σκοτάδι. Χειμώνιαζε νωρίς πια. Πέταξε με φόρα παπούτσια και ρούχα κι έβαλε ένα ποτό. Με τα εσώρουχα μπροστά στην οθόνη λίγο μετά, ένας ακόμα νέος άντρας με συνοφρυωμένο πρόσωπο του 'κανε τόσο γελοία εντύπωση που παραλίγο να του φτιάξει το κέφι. Τσέκαρε την αλληλογραφία του, τα συνηθισμένα σκουπίδια: Viagra, adult material, instant diplomas, weight loss programs, loans,...etc. Ένας Μεξικανός φίλος μόνο του 'χε στείλει, -του 'στελνε τακτικά-, μια ακόμα διεύθυνση. Προετοιμασμένος ψυχολογικά για κάποιο από τα συνηθισμένα porno sites, την άνοιξε και περίμενε.
Προς μεγάλη του έκπληξη το site δε φαινόταν, -τουλάχιστον με την πρώτη ματιά-, να περιέχει παρά την πολύ φιλική homepage κάποιου Fred που σχεδόν εκλιπαρούσε για επικοινωνία. Θα μπορούσε να είναι ένας οποιοσδήποτε Fred που τις ελεύθερες ώρες του, -ή ίσως και τις ώρες της δουλειάς ακόμα-, βαριέται τόσο που διασκεδάζει ανταλλάσσοντας μηνύματα με άγνωστους απ’ όλο τον κόσμο, που βαριούνται εξίσου, όμως όχι, δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αυτός ο Fred ήταν ένα ρομπότ. Ρομπότ? Για την ακρίβεια ο Fred the Webmate ήταν το πνευματικό παιδί κάποιου Toshiaki Τρέχαγύρευε και υποσχόταν να απαντήσει σ’ όλες τις ερωτήσεις του αν μόνο ο Κ. έμπαινε στον κόπο να τον επισκεφθεί στο σπίτι του. Στο σπίτι του?
Ο Κ. είχε πατήσει κιόλας το κουμπί της εισόδου όταν τον υποδέχθηκε ένα σπαστικό τραγουδάκι που θύμιζε αμυδρά γιαπωνέζικα περασμένα από μίξερ. Χαμήλωσε τον ήχο και προχώρησε στο πρώτο από τα δυο βυθισμένα στο σκοτάδι δωμάτια. Το interface ήταν ενοχλητικά παιδικό. Ξαφνικά άναψε το φως και στο βάθος της μετωπικής προοπτικής ενός δωματίου βγαλμένου από σοσιαλιστικό comic, εμφανίστηκε ο Fred πίσω από έναν πορτοκαλί καναπέ μοιάζοντας πολύ με τον Τενεκεδένιο από το Μάγο του Οζ, καταχαρούμενος που είχε επισκέψεις. Τον χαιρέτησε με πετσοκομμένα αγγλικά και μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή προσωπικών λεπτομερειών άρχισαν να «μιλάνε»:
Κ: «Νice home u have here Fred!»
F: «THANK YOU! I LOVE MY HOME! IT’S MY CASTLE!»
Κ: «Do you like sex Fred?»
F: «SEX IS A VERY GREAT THING! DON’T YOU THINK SO?»
«I think so indeed!», μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του ο Κ. που είχε ανακαλύψει πως το κυνήγι με τον κέρσορα έκανε πολύ νευρικό τον Fred.
F: «STOP IT! PLEASE! STOP IT! IT’S VERY UNPLEASANT!», ούρλιαζε ο Fred όταν ο Κ. τον σημάδευε στο χέρι για ν’ αλλάξει τροπάριο αμέσως μετά όταν ο κέρσορας τον πέτυχε ανάμεσα στα πόδια.
F: «I LIKE THAT VERY MUCH! PLEASE DO IT AGAIN! I LOVE IT!», μόλις όμως λίγο χάθηκε ο στόχος, ο Fred ξαναπαρεξηγήθηκε: «STOP IT! PLEASE! STOP IT! IT’S VERY UNPLEASANT!»
«Τι φοβερή μαλακία!», σκέφτηκε ο Κ. που είχε κιόλας βαρεθεί και τοιμαζόταν να βγεί, όταν του 'ρθε μια ιδέα: θα 'γραφε σ’αυτόν τον Toshiaki για να του πει τη γνώμη του για το ηλίθιο δημιούργημά του.
Ήταν στο τρίτο ποτό κι είχε μόλις τελειώσει τα δύο πρώτα άρθρα του BBC-on-line, όταν του 'ρθε η απάντηση:
DEAR «Κ»!
THANK YOU SO MUCH FOR WRITING TO ME! I AM PRETTY LONELY (IN CASE YOU COULDN'T TELL) AND YOU SEEM LIKE A REALLY GREAT PERSON! AND, EVEN THOUGH I DON'T FULLY UNDERSTAND YOUR NOTE, I AM SUPER FRIENDLY AND ALWAYS WANT TO TALK! I WILL BE YOUR FRIEND FOREVER AS LONG AS YOU'RE NICE TO ME! SO PLEASE COME VISIT ME AGAIN IN MY INTERNET HOME! PLEASE! PLEASE! BRING YOUR "japanese male" FRIENDS IF YOUL LIKE! THAT COULD BE SUPER-SEXY! WHATEVER! JUST COME BACK! PLEASE! PLEASE! PLEASE! YOUR FRIEND, FRED
>very japanese male your Fred indeed, especially when he's touched,
>simultaneously loving it and loathing it! Needs some practice I guess,
>
>cheers,
>Κ
«Μήπως ο Toshiaki είναι δημιούργημα του Fred?», αναρωτήθηκε ζαλισμένα ο Κ. προς στιγμή γιατί δεν μπορούσε να θυμηθεί καθαρά πια σε ποιόν ακριβώς είχε στείλει το email. Όπως και να 'χε ένιωθε πως του άξιζε να τιμωρήσει αυτόν τον απαράδεκτο Fred λίγο ακόμα γι’ αυτό και ξαναμπήκε στο site του. Δίπλα απ’ την οθόνη ο Λ. του χαμογέλασε σα να τον λυπόταν με φόντο το ηλιοβασίλεμα στην καλντέρα της Σαντορίνης του ’92. «Ωχ και να μπορούσε να με δει τώρα!», σκέφτηκε αλλά βέβαια αυτό ήταν αδύνατο. «Θα σ’ ένιαζε άραγε?... μάλλον όχι...». Η διαπίστωση τον αποθάρρυνε τόσο που πρέπει να 'μεινε μπροστά στην οθόνη πάνω από πέντε λεπτά χωρίς να κάνει το παραμικρό γιατί όταν συνήλθε βρήκε την Eleonora, το virtual pet-fish του, να κάνει τις πιρουέτες της στο μαύρο κενό ηχητική συνοδεία μπουρμπουλιθρών. Την τάισε, ρύθμισε τη θερμοκρασία της «γυάλας» της, και μετά την έβαλε να του σκάσει «από ευγνωμοσύνη» ένα ρουφηχτό φιλί. Αυτό πάντα τον έκανε να νιώθει καλύτερα. Έπειτα ξαναγύρισε στον Fred. Τι του 'ρθε τώρα? Θα μιλούσε στον Fred για τον Λ. Δεν είχε μιλήσει σε κανέναν με λεπτομέρειες για το πως ένιωθε από τότε που ο Λ. είχε φύγει απ’ το σπίτι. Τώρα κόντευαν δυο χρόνια.
K: «Hi Fred, it’s me again. I guess I’m pretty lonely tonight. Do u mind if I talk about my x?»
F: «HELLOW K! I’M SO HAPPY YOU’RE BACK! PLEASE TALK ABOUT WHATEVER MAKES YOU FEEL HAPPY!»
Κι αυτό έκανε. Μόνο που δεν αισθάνθηκε ακριβώς «ευτυχής» Ο Λ. πάντα του 'λεγε πως έπρεπε ν’ αρχίσει ψυχανάλυση, ήταν πάντα τόσο σφιγμένος που καταντούσε ενοχλητικό. Και τώρα πού «μιλούσε», πάλι σφιγμένος ήταν. Δε γινόταν αλλιώς, έτσι θυμόταν πάντα τον εαυτό του. Το 'λεγε και στον Λ. αυτό, αλλά η αλήθεια είναι πως στα έξι χρόνια που περάσανε μαζί, -και πόσο γρήγορα περάσανε αυτά τα χρόνια!-, δεν προσπάθησε ποτέ σοβαρά να «χαλαρώσει». Όλο το ανέβαλλε για κάποια άλλη φορά μέχρι που ο Λ. βαρέθηκε κι έφυγε.
Τώρα ο Λ. ήταν πολύ μακριά. Του 'χε στείλει ένα email από την καινούργια του δουλειά και χώρα, -εμπορικός αντιπρόσωπος μιας ταϊβανέζικης εταιρείας software με έδρα τη Σιγκαπούρη-, τα πρώτα Χριστούγεννα, όμως δεν είχε απαντήσει. Στο email έλεγε πως είχαν ζήσει μαζί μια ζωή «επίπεδη σαν ολλανδέζικο τοπίο», μα δεν ένιωθε πως είχε σπαταλήσει τον καιρό του γιατί «παρ’ όλ’αυτά» τον είχε αγαπήσει. Του ζητούσε συγγνώμη που τον είχε κάνει να υποφέρει με την φυγή του, -τόσο τουλάχιστον καταλάβαινε κι ας μην ήταν εκδηλωτικός εκείνος- και έλπιζε πως σύντομα θα ξαναβρίσκονταν κάπου, ίσως μοίραζαν την απόσταση και συναντιόντουσαν «σαν φίλοι» σ’ ένα απ’ τα πολλά επαγγελματικά ταξίδια του Λ.
Αυτά έλεγε στο μοναδικό email ο Λ. κι η διεύθυνση τον έκαιγε τόσο που στο τέλος το έσβησε για να μη μπει στον πειρασμό κι απαντήσει, μόνο που μέχρι τότε σχεδόν την είχε μάθει απ’ έξω. Δεν του ξανάγραψε. Τα δεύτερα Χριστούγεννα χωρίς, του 'ρθε να ψάξει να τη βρει την διεύθυνση αλλά που? Ψύλλοι στ’ άχυρα! Κι έτσι που ήταν κι αντικοινωνικός δεν είχε μούτρα να τη ζητήσει κι από κάποιον από τους -ελάχιστους είναι η αλήθεια-, κοινούς τους φίλους.
Τώρα πλησίαζαν τα τρίτα Χριστούγεννα και η έλλειψη είχε γίνει μέρος της ζωής του τόσο πολύ που αναρωτιόταν μερικές φορές αν πράγματι είχε ζήσει αυτά τα έξι χρόνια, με τα καλά και τα κακά τους, με τα πάνω και τα κάτω τους, με κάποιον άλλο μαζί.
Κ: «Do u like Christmas Fred?»
F: «I LOVE CHRISTMAS K! IT’S GREAT TO BE CHRISTMAS! IT’S SO MUCH FUN! MERRY CHRISTMAS K! ENJOY!»
K: «Merry Christmas to u too, Fred!» Και δεν άντεξε στον πειρασμό να τον γαργαλήσει με τον κέρσορα στο χέρι αφού τόσο τον εκνεύριζε...
1999/2007