Sunday, December 2, 2007

Μανιακή με το design

(από deplaced ή αστικός πόνος 5/20)


Η Λ. -πίστευε πως- τα είχε όλα. Μια σπουδαία δουλειά που την άφηνε λιπόθυμη από κούραση και συνεπώς ικανοποιημένη, -ήταν workaholic-, ένα υπέροχο σπίτι που το είχε διακοσμήσει ακριβώς όπως το είχε δει στα όνειρά της, και ευκαιριακούς εραστές που δεν ξανάβλεπε σχεδόν ποτέ μετά το sex.

Αν τα 'βαζε κανείς σε σειρά, δούλευε για να μπορεί να συντηρεί το σπίτι κι οι εραστές της σπάνια ταίριαζαν μαζί του. Ήταν μανιακή με το design. Ρύθμιζε όλη της τη ζωή, δεν κατέστρεφε απλά τις σχέσεις της. Ο άψογος χώρος της ξέρναγε σχεδόν ο,τιδήποτε δεν ήταν εκείνη. Δε συμφωνούσε με pets, παιδιά ή ηλικιωμένους. Η Λ. έλπιζε πως μεγαλώνοντας θα κατάφερνε να τον ξεγελάσει ώστε να μην καταλήξει να ξεράσει και την ίδια κάποια στιγμή, προς το παρόν απολάμβανε την παρέα μαζί του. Πως ήταν άραγε αυτό το σπίτι?

Επιφανειακά ήταν σχεδόν άδειο. Τι το έκανε τόσο "ενδιαφέρον"; -όπως το χαρακτήριζαν όσοι από τους καλλιτέχνες φίλους της δεν ανήκαν στις τάξεις των beautiful people-. Το γεγονός πως η γυμνή του απλότητα είχε κοστίσει εξαιρετικά μεγάλα ποσά και πως άλλαζε βδομάδα με τη βδομάδα εξερευνώντας όλες τις δυνατές μορφές αφαίρεσης. Στους φίλους άρεσε να το επισκέπτονται όπως μια αίθουσα τέχνης, όμως ελάχιστοι θα τολμούσαν να περάσουν έστω και μια νύχτα εκεί. Τι ήταν αυτό που τους απωθούσε τελικά και που λάτρευε στο σπίτι η Λ.?

Η αναίδεια. Το σπίτι δεν ήταν σπίτι, ή μάλλον υποδυόταν το σπίτι πολύ άσχημα και χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτό. Εννοείται πως αδιαφορούσε βαθύτατα και για το κέλυφος που το περιείχε: απ’ έξω τίποτα δεν πρόδιδε την προσωπικότητά του. Θα μπορούσε, -όμοια με το Μοντέρνο κίνημα-, να βρίσκεται οπουδήποτε και δεν θ’ άλλαζε το παραμικρό.

Η Λ. ζούσε σα νομάδας μέσα του, αυτό δεν ήταν πουθενά δηλωμένο περισσότερο καθαρά απ’ όσο στις λεπτομέρειες. Έτσι, όλα τα έπιπλα, ακόμα και τα πιο σύνθετα, μπορούσαν να λυθούν σε δυο λεπτά, το βαρύ τραπέζι ακουμπούσε μόνο στον φέροντα σκελετό του, τα κομοδίνα είχαν ρόδες. Ακόμα κι οι βιβλιοθήκες ήταν αυτοφερόμενες από μια βαθιά αντιπάθεια για τους -ελάχιστους- τοίχους. Δεν υπήρχαν δωμάτια, το λουτρό χωριζόταν από το υπόλοιπο σπίτι με ένα παραβάν.

Πότε-πότε κάποιο εκκεντρικά χρωματισμένο ή περίεργης υφής αντικείμενο έκανε την εμφάνισή του στο λευκό -φυσικά- σπίτι. Πέρναγε κάποιος καιρός μέχρι να το συνηθίσει κανείς και τότε εξαφανιζόταν για να αντικατασταθεί από το επόμενο. Οι αλλεπάλληλες είσοδοι και έξοδοι αντικειμένων αναιρούσαν σχεδόν άδικα την ατομική σημασία τους. Κι επειδή κανένα αντικείμενο δεν διαρκούσε εδώ, πολύ λογικά έτεινε κανείς να συμπεράνει πως το ίδιο συνέβαινε και με τους ανθρώπους, τις σχέσεις, τα αισθήματα.

Θα έμπαινε σχεδόν στον πειρασμό να υποθέσει πως η υπερβολική "έκθεση" των αντικειμένων ήταν που τους έκανε κακό, με όσο σεβασμό κι αν είχαν στηθεί στην αρχή. Ο χορταστικός κενός χώρος τα αναδείκνυε μέχρι τελικής πτώσης, στο τέλος έβγαιναν καθαρά κάτω απ’ το φως τα όποια ελαττώματά τους. Και η παθιασμένη αναζήτηση του μοναδικού αντικειμένου, εκείνου που θα 'χε διάρκεια και σταθερή ποιότητα, κατέληγε στην απογοήτευσή της να μοιάζει με το ανεκπλήρωτο του ιδανικού έρωτα. Η τοπογραφία τελικά του χώρου κατέληγε να αυτό-προσδιορίζεται οριακά σαν θεολογία του.

Δεν είναι υπερβολικό λοιπόν να πει κανείς πως η Λ. ασχολούνταν λατρευτικά με το σπίτι. Από τα πιο μεγάλα μέχρι τα πιο μικρά, όλα πέρναγαν από την ίδια εντατική προσοχή. Η διάθεση να ελέγχει την αρμονία και την τάξη μέσα στο σπίτι της ξεπήδαγε σχεδόν σαν αντίδραση -ή παράπονο- στο φόβο πως ο έξω κόσμος κυβερνώνταν από ένα χάος που διευρυνόταν συνεχώς. Η Λ. σχεδόν πίστευε πως η ζωή της η ίδια κρεμόταν από λεπτομέρειες αισθητικής φύσεως.

Από όπου και να το 'πιανες το σπίτι γυάλιζε. Από την κουζίνα μέχρι το καθιστικό άστραφταν τα μικρά και τα μεγάλα: πότε ήταν ένα μπολ για τα φρούτα, -ανοξείδωτο, αυτάρκες-, πότε ένας άσπρος δερμάτινος καναπές απρόσιτος μέσα από την αντίστασή του να χρησιμοποιηθεί. Ακόμα και το τεράστιο αλλά υπέρκομψο ψυγείο γυάλιζε από την ανάποδη: εσωτερικά το πάνω μισό του ήταν άδειο. Ίσως μόνο films, lipsticks, και σάλτσες για πολύ συγκεκριμένες χρήσεις. Ο καταψύκτης ωστόσο έσφυζε από υγεία: σε σειρά τα χάρτινα και πλαστικά κουτιά με προκατασκευασμένα φαγητά δίπλα στο αιώνιο μπουκάλι της βότκας. Ανάγκη για διατήρηση μετά την καταστροφή?

Ένα βράδυ η Λ. βρήκε στο mailbox της ένα διαφημιστικό μήνυμα που για κάποιο λόγο κίνησε την προσοχή της:

"Dear prospective MouseCarpetOwner!
Have you heard the news!! The collection has been extended and the price has been reduced...
Visit MouseCarpet.com and see the new collection of MouseCarpet designs. Treat yourself; friend; family member or loved one!! Buy direct or send a gift!
The MouseCarpets make perfect collectable gifts for the ideal present; purchase now to avoid disappointment....

Της Λ. μέχρι τότε δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό πως υπήρχαν designer mouse pads, και μάλιστα αντλώντας έμπνευση από πραγματικά χαλιά όπως ανακάλυψε όταν επισκέφτηκε το site. Ειδικά ένα στη σωστή απόχρωση του πράσινου της φάνηκε πως θα ταίριαζε εκπληκτικά με το γραφείο της. Κι επειδή ήταν αηδιαστικά φτηνά αποφάσισε να παραγγείλει τρία. Έδωσε τα στοιχεία της κάρτας που 'χε αποκλειστικά για παραγγελίες στο Δίκτυο, πάτησε το Send now! και μετά το ξέχασε.

Το θυμήθηκε δυο μέρες μετά, τόσο είχαν υποσχεθεί απ’ το site πως θα τους έπαιρνε και πραγματικά ήταν συνεπείς. Της ήρθε στο σπίτι ένα λεπτό πακέτο γερά τυλιγμένο στο γνωστό πλαστικό με τις φυσαλίδες. Όμως όταν το ξεδίπλωσε καλά-καλά την χτύπησε η απογοήτευση κατακέφαλα. Έχοντας από ένα mouse pad σε κάθε χέρι στάθηκε κοντά στο παράθυρο και παρατήρησε το χρώμα τους προσεκτικά. Έτσι ήταν όμως και δεν υπήρχε -δυστυχώς!- καμιά αμφιβολία. Καμιά σχέση δεν είχε αυτό το θλιβερό πράσινο με εκείνο το εκτυφλωτικό που 'χε θαυμάσει στην οθόνη της. Ξαναμπήκε στο site για να κάνει την σύγκριση γι’ άλλη μια φορά, σχεδόν την έπιασε κατάθλιψη. Και δεν ήταν για τα λεφτά, ήταν που τα καινούργια της παιχνίδια δεν είχαν σταθεί στο ύψος των προδιαγραφών τους. "Γιατί πάντα τα πράγματα φαίνονται τόσο χειρότερα στην πραγματικότητα?". Τα παράτησε για δυο μέρες σε μια γωνιά κι ούτε που τα πλησίασε καθόλου.

Την τρίτη μέρα κάθισε στο γραφείο και τα ξανάπιασε με καινούργια όρεξη. Έπρεπε ν’ αποφασίσει τι θα κάνει μαζί τους. "Θα μπορούσα βέβαια να τα φυλάξω κάπου, αλλά δεν είναι στο στυλ μου. Να τα χάριζα άραγε πουθενά? Αλλά πως να χαρίσω κάτι που με απογοήτευσε τόσο?". Καθώς τα στριφογύριζε στα χέρια της την έπιασε μια ξαφνική μανία να τα πετάξει ψηλά, το ένα πίσω απ’ το άλλο, και να τα ξαναπιάσει στον αέρα όπως κάνουν οι ζογκλέρ. Αυτό κι έκανε και για μια στιγμή της φάνηκε αστείο, μόνο που της ξέφυγε στο κατέβασμα το ένα κι έριξε την κρυστάλλινη κορνίζα με τη φωτογραφία της καλύτερής της φίλης στο πάτωμα. Κάνοντας φοβερό θόρυβο η κορνίζα έγινε χίλια κομμάτια.

Αυτό την έβγαλε για τα καλά από την ησυχία της. Αναπήδησε με φόρα λες και θα μπορούσε να κάνει κάτι αλλά ήταν πολύ αργά. Έσκυψε τότε με σπαραγμό πάνω απ’ τα θρύψαλα που σκέπαζαν το χαμογελαστό πρόσωπο της Μ., και σα να 'ταν ο χειρότερος οιωνός τα απομάκρυνε με βιασύνη. Πήρε τη φωτογραφία μετά αγκαλιά και ζάρωσε στον καναπέ αλλά δε βολεύτηκε ούτε χαλάρωσε.

Πόσο καιρό είχε να δει τη Μ.? Πάνω από 5 χρόνια... Νέα της βέβαια μάθαινε συχνά, ας είναι καλά το Δίκτυο, αλλά δεν είχε καταφέρει να βρει χρόνο να την επισκεφθεί. Δεν είχε ποτέ χρόνο για κανέναν... Από το ήσυχο και λευκό περιβάλλον της ανέβηκε μια ψύχρα που της έκοψε την αναπνοή. Πρώτη φορά την έπνιγε η βαθιά ησυχία στο διαμέρισμα. Σηκώθηκε, ακουμπώντας απαλά τη φωτογραφία στο μαξιλάρι, τσέκαρε το θερμοστάτη, κι έβαλε κλασσική μουσική.

Μετά μ’ ένα φλυτζάνι πράσινο τσάι στο χέρι επισκέφτηκε πιο ήρεμη τη γωνιά της καταστροφής. Έτριξαν μικρά κομματάκια γυαλιού κάτω απ’ τα πόδια της, θα 'πρεπε να σκουπίσει επειγόντως. Τα mouse pads ήταν πεταμένα όπως-όπως σε μιαν άκρη το ένα πάνω στο άλλο, σαν παιδιά που τα μάλωσαν άδικα για μια αταξία που δεν έκαναν. Τους έριξε μια καλόκεφη ματιά, αλήθεια δεν το 'θελαν, έτσι? Είχε πάντα αυτούς τους κρυφούς διαλόγους με τα αντικείμενα όμως τώρα πια αυτό έπρεπε να σταματήσει. Και σα νάθελε να δείξει πόσο αποφασισμένη ήταν, γύρισε προς το υπόλοιπο σπίτι και το φοβέρισε από μέσα της: "Έχουν δίκιο κι έχετε άδικο!".

Είχε περάσει υπερβολικά πολύ χρόνο στο σπίτι, ένιωθε πως το φόραγε κατάσαρκα κι αυτό έγινε ανυπόφορο ξαφνικά. "Η σαρκοφάγος μου!", σκέφτηκε κι η διάθεση της για λίγο ξανάγινε γκρίζα. Όμως δεν το άφησε αυτό να προχωρήσει, είχε ακόμα καιρό να τ’ αλλάξει όλα. Θα ταξίδευε, θα έπαιρνε λίγο καιρό off, για να σκεφτεί. Άλλαξε τη μουσική και πήρε μια μπύρα. Κάτω απ’ το φως η φωτογραφία στον καναπέ σα να της έκλεινε το μάτι, η Μ. συμφωνούσε φυσικά.

1999/2007